Author Archives: editor

Κατάργηση ή προστασία του ακαδημαϊκού ασύλου;

Νικ. Μπιτζιλέκης, Καθηγητής Ποινικού Δικαίου ΑΠΘ
Το παρόν κείμενο γράφτηκε πριν από την ψηφιση του νέου νόμου αλλά έμεινε τελικά αδημοσίευτο. Θίγει ζητήματα καίρια και επίκαιρα ποινικού και συνταγματικού δικαίου σχετικά με την προστασία του πανεπιστημιακού ασύλου από τις προσβολές τρίτων και τις αυθαίρετες καταλήψεις πανεπιστημιακών χώρων

Ο ισχύων νόμος 4485/2017 για τα ΑΕΙ προβλέπει  ότι «το ακαδημαϊκό άσυλο αναγνωρίζεται για την κατοχύρωση των δημοκρατικών αξιών, των ακαδημαϊκών ελευθεριών στην έρευνα και στη διδασκαλία, την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών, την προστασία του δικαιώματος στη γνώση και τη μάθηση έναντι  οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει» (άρ. 3 παρ. 1). Ουσιαστικά, η διάταξη αυτή δεν προσφέρει τίποτε περισσότερο από αυτό που διασφαλίζει, ούτως ή άλλως, ως θεσμική εγγύηση και ατομικό δικαίωμα, το άρθρο 16 Συντ.,  για κάθε μέλος της πανεπιστημιακής κοινότητας  στους πανεπιστημιακούς χώρους, υπαίθριους ή κλειστούς, όπου εκτυλίσσεται η πανεπιστημιακή ζωή.(ΑΕΙ, ΤΕΙ, Κέντρα  ερευνών ή επιστημονικά εργαστήρια ή Ινστιτούτα κ.ά. συναφή).

Το κράτος έχει, εξάλλου, συνταγματική υποχρέωση, σύμφωνα με το άρθρο 25, να εγγυάται και να προστατεύει, ως άσυλο, έναντι πάντων, τόσο έναντι της κρατικής εξουσίας όσο και των ιδιωτών, την ακώλυτη άσκηση των ακαδημαϊκών αυτών ελευθεριών. Από το ίδιο αυτό άρθρο συνάγεται ότι η κρατική εξουσία δεν περιορίζεται στο να εγγυάται παθητικά ή να απέχει  να  προβάλει απλώς μια ελευθερία,  αλλά και να την προστατεύει αποτελεσματικά, λαμβάνοντας όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλίζεται η ανεμπόδιστη η άσκησή της από τους δικαιούχους της.

Η προηγούμενη   πρόβλεψη του νόμου δεν θα ενοχλούσε,  αν δεν περιείχε και μια πρόσθετη διάταξη, εκείνη της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, που εμποδίζει στην κρατική εξουσία να εκπληρώνει την υποχρέωση της Πολιτείας να διασφαλίζει ακόμη και με θετικά μέτρα την ακώλυτη απόλαυση του ακαδημαϊκού ασύλου από τους φυσικούς φορείς του. Η προστασία του ακαδημαϊκού ασύλου κατάντησε  στην πράξη να παρέχει ένα είδος ποινικής ασυλίας σε όλους τους αδικοπραττούντες εντός του, καταλύοντάς το. Διότι, με βάση την   ίδια παράγραφο προβλέπεται  ότι η «επέμβαση της δημόσιας δύναμης σε χώρους των ΑΕΙ επιτρέπεται αυτεπαγγέλτως σε περιπτώσεις κακουργημάτων και εγκλημάτων κατά της ζωής, και ύστερα από απόφαση του Πρυτανικού Συμβουλίου σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση». Η πρόβλεψη αυτή είναι συνταγματικά προβληματική, διότι αντιστρατεύεται τη συνταγματική υποχρέωση της Πολιτείας να προστατεύει το ακαδημαϊκό άσυλο, απέναντι σε κάθέναν που με παράνομες και ανεπίτρεπτες  πράξεις του το καταλύει, προσβάλλοντάς το.

Διότι, πρώτον,  εξαρτά τη θετική προστασία των ακαδημαϊκών ελευθερίων από άδεια του Πρυτανικού Συμβουλίου. Δηλαδή, η προστατευτική φροντίδα  των κρατικών εξαρτάται από άλλα όργανα,  πέραν αυτών τα οποία γενικά είναι εκ του Συντάγματος κατεξοχήν αρμόδια για την ποινική προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των πολιτών. Στην προκειμένη περίπτωση μάλιστα, η ποινική προστασία της πολιτείας στους φορείς  άσκησης των   ατομικών δικαιωμάτων, που θίγονται από αξιόποινες πράξεις, εξαρτάται από την άδεια ενός πανεπιστημιακού οργάνου, το οποίο δύσκολα και έγκαιρα συγκροτείται και ακόμη πιο δύσκολα αποφασίζει, -δεν αποφάσισε άλλωστε ποτέ ούτε συγκλήθηκε να αποφασίσει, όπως ξέρουμε, στο παρελθόν. Οι πρυτανικές αρχές αρνήθηκαν να αναλάβουν για ευνόητους λόγους τις ευθύνες που τους αναλογούσαν.  Έτσι όμως η απόλυτη προστασία, που ρητώς επιφυλάσσει το Σύνταγμα (άρθρο 5 παρ. 2) όχι μόνο για τη ζωή αλλά και για την τιμή και την ελευθερία και την περιουσία όλων όσων βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια, σχετικοποιείται. Διότι, κάθε  περιορισμός στη συνδρομή της δημόσιας δύναμης για άμεση αποτροπή αξιόποινων πράξεων σε βάρος μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας συνιστά προσβολή στην ακώλυτη άσκηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας.

Η δεύτερη προσβολή προκύπτει από το γεγονός ότι η διασφάλιση των ατομικών δικαιωμάτων συναρτάται με τον χώρο άσκησής τους. Η ελληνική πολιτεία όμως οφείλει να εγγυάται την ποινική προστασία των ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών της στον ίδιο βαθμό σε οποιονδήποτε χώρο της ελληνικής επικράτειας. Η διαφοροποίηση της προστασίας αυτής με βάση το αν μια αξιόποινη πράξη τελείται σε χώρους ΑΕΙ δεν είναι συμβατή με το κράτος δικαίου.

Συνεπώς, επιβάλλεται η κατάργηση κάθε διάταξης που υποκριτικά εμφανίζεται να προστατεύει το ακαδημαϊκό άσυλο, ενώ στην ουσία εμμέσως το περιορίζει, θέτοντας εμπόδια στην ποινική προστασία των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας, παρέχοντας έτσι μια ποινική ασυλία σε όσους το καταλύουν και μετατρέποντας  στην πράξη το άσυλο της ακαδημαϊκής ελευθερίας σε άσυλο της παρανομίας και της αυθαιρεσίας ανεύθυνων ατόμων και ομάδων.

 

Πρόεδρος και Κυβέρνηση κατά την προαγωγή στις θέσεις του άρθρου 90 παρ. 5 Σ σε προεκλογική περίοδο

Νίκος Παπασπύρου, Επίκουρος Καθηγητής στη Νομική Σχολή του ΕΚΠΑ

Ι. Η φύση της συνταγματικής δέσμευσης

Α. Το ζήτημα της προαγωγής στις κορυφαίες θέσεις της Δικαιοσύνης μετά τη διάλυση της Βουλής και πριν τη διενέργεια γενικών βουλευτικών εκλογών τράβηξε την προσοχή της ακαδημαϊκής μας κοινότητας. O προβληματισμός ανάγεται στη βασική αρχή ότι στο κοινοβουλευτικό μας πολίτευμα, η Κυβέρνηση οφείλει να έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής και υπόκειται στον έλεγχό της. Μετά τη διάλυση της Βουλής, αυτή η λειτουργία ατονεί. Η Κυβέρνηση έχει βέβαια λάβει την ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής που διαλύθηκε (και επομένως διακρίνεται από το λεγόμενο «άχρουν Υπουργείο» παλαιότερων εποχών) πλην όμως δεν υπόκειται σε κοινοβουλευτικό έλεγχο, ενώ έχει κληθεί ο λαός να εκλέξει τα μέλη της νέας Βουλής. Από αυτά προκύπτει μία κατευθυντήρια δέσμευση της Κυβερνήσεως ως προς την άσκηση των αρμοδιοτήτων της σε προεκλογική περίοδο. Η δέσμευση αφορά σε πολιτικώς ευαίσθητα θέματα, ιδίως αναγόμενα στην κυβερνητική λειτουργία, τα οποία δεν μπορούν να νοηθούν είτε ως τρέχοντα, είτε ως μη επιδεχόμενα αναβολή.

Ωστόσο, είναι αναμφίβολο ότι το περιεχόμενο τέτοιας δέσμευσης δεν μπορεί ευχερώς να προσδιορισθεί – ενόψει μάλιστα εντάσεων με τη συνέχεια του κράτους και την αρχή της νομιμότητας[1]. Περαιτέρω, η αναγωγή της δέσμευσης σε συνταγματικό κανόνα παράβαση του οποίου είναι άνευ ετέρου δικαστικώς διαγνώσιμη, θα οδηγούσε σε ανασφάλεια δικαίου. Μάλιστα, τα κριτήρια για τη συγκεκριμενοποίηση της δέσμευσης εμπλέκουν αξιολογήσεις (π.χ. πολιτειακής σταθερότητας, αποτροπής εμφιλοχώρησης αθέμιτου κινήτρου) που, εάν δεν έχουν ήδη ενσωματωθεί σε σαφή κατάλογο υποθέσεων, είναι αμφίβολο αν προσιδιάζουν στο δικαστικό λόγο.

Για τους λόγους αυτούς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο προσδιορισμός των επιμέρους δεσμεύσεων ανήκει κατά πρώτον στον νόμο. Για παράδειγμα, με το άρθρο 28 ν. 2190/1994 εισήχθη απαγόρευση σε προεκλογικές προσλήψεις και μεταβολές στην υπηρεσιακή κατάσταση υπαλλήλων. Εάν ο νόμος δεν έχει ειδική ρύθμιση εξαντλητικού χαρακτήρα, αποκλείοντας ή επιτάσσοντας την άσκηση αρμοδιότητας σε προεκλογική περίοδο, η εξειδίκευση και συμμόρφωση με την εν λόγω συνταγματική δέσμευση βαρύνει τα αποφασίζοντα όργανα. Αυτό κατά μείζονα λόγο συντρέχει εάν πρόκειται για άσκηση κυβερνητικής λειτουργίας, η οποία ρυθμίζεται ευθέως στο σύνταγμα (όπως εν προκειμένω, 90 παρ. 5 Σ). Όσα ακολουθούν εστιάζουν σε τέτοιες περιπτώσεις.

 

Β. Η κατανομή αρμοδιότητας μεταξύ νομοθέτη και εκτελεστικής εξουσίας στην εξειδίκευση και υλοποίηση της εν λόγω συνταγματικής δέσμευσης μπορεί να συναντήσει ερμηνευτικές δυσχέρειες. Κριτήριο ερμηνείας πρέπει να είναι να μπορεί η συνταγματική επιταγή να έχει ωφέλιμο αποτέλεσμα. Να διασφαλίζεται ότι, είτε στο επίπεδο της νομοθετικής ρύθμισης, είτε στο επίπεδο άσκησης της κυβερνητικής λειτουργίας, ενδεχομένως και στα δύο (στο πλαίσιο της ιεραρχίας και του ρυθμιστικού πεδίου έκαστου κανόνα), λαμβάνουν χώρα οι προσήκουσες αξιολογήσεις.

Έτσι, το γεγονός ότι νομοθετική διάταξη παρέχει ερμηνευτικά επιχειρήματα πως είναι νοητή η άσκηση αρμοδιότητας σε προεκλογική περίοδο, ουδόλως αποκλείει την ενεργοποίηση της συνταγματικής δέσμευσης από τα αποφασίζοντα όργανα. Το ζήτημα τέθηκε με αφορμή το άρθρο 1 ν. 3841/2010 που ρυθμίζει την εμπλοκή της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής στην προαγωγή στις θέσεις του άρθρου 90 παρ. 5 Σ[2]. Η εν λόγω διάταξη προβλέπει μεταξύ άλλων ότι η γνώμη της Διάσκεψης «μπορεί να παραλειφθεί» εάν το κοινοβουλευτικό όργανο δεν μπορεί να συγκληθεί «λόγω διάλυσης της Βουλής ή για οποιονδήποτε άλλο νόμιμο λόγο». Το πλέον πιθανό είναι ότι με αυτήν τη διάταξη, για την οποία η αιτιολογική έκθεση σιωπά, επιδιωκόταν να διασφαλισθεί ότι η παρεμβολή της Διάσκεψης δεν θα αποτελούσε πρόσκομμα στην άσκηση της συνταγματικής αρμοδιότητας του Υπουργικού Συμβουλίου. Από την άλλη πλευρά, από το περιεχόμενο της διάταξης υπονοείται η δυνατότητα προόδου της διαδικασίας σε προεκλογική περίοδο.

Νομίζουμε ότι το κριτήριο ερμηνείας που προτείνουμε οδηγεί στο ακόλουθο πόρισμα: μόνη η ρύθμιση ότι η παρεμβολή της Διάσκεψης των Προέδρων δεν αποτελεί πρόσκομμα στην πρόοδο της διαδικασίας σε προεκλογική περίοδο δεν συνιστά ειδική νομοθετική ρύθμιση των συνταγματικών δεσμεύσεων Κυβερνήσεως και Προέδρου σχετικά με τις κρίσιμες προαγωγές σε προεκλογική περίοδο. Σε κάθε περίπτωση, δεν συνιστά εξαντλητική ρύθμιση, ώστε να μην καταλείπεται πεδίο αυτοτελούς κρίσης από τα αποφασίζοντα όργανα, τα οποία εξάλλου έλκουν την οικεία αρμοδιότητα ευθέως εκ του συντάγματος.

Αυτή η ερμηνευτική εκδοχή αποδίδει την θεσμική οικονομία της συνταγματικής επιταγής. Παράλληλα σέβεται τη σπουδαιότητα του ζητήματος: πρόκειται για μία ευαίσθητη κυβερνητική αρμοδιότητα, με την οποία διασταυρώνεται η εκτελεστική με τη δικαστική εξουσία. Η αρμονική ένταξη αυτής της διασταύρωσης στο πολίτευμά μας στηρίζεται σε λεπτή ισορροπία. Υπό τις εμπλεκόμενες συνταγματικές αρχές, προσήκει δέσμευση ως προς την άσκηση τέτοιας αρμοδιότητας σε προεκλογική περίοδο; Η ανωτέρω διάταξη δεν παρέχει ειδική και εξαντλητική ρύθμιση ενός τέτοιου ζητήματος. Η ευθύνη των κρίσιμων αξιολογήσεων βαρύνει επομένως τα αποφασίζοντα όργανα, τα οποία ενδεχομένως μπορούν να διαμορφώσουν και ειδικότερα κριτήρια για την εκδήλωση της προσήκουσας θεσμικής πρόνοιας.

 

ΙΙ. Η φύση της υπουργικής προσυπογραφής και ο ρόλος του Προέδρου

Πώς ενεργούν οι ανωτέρω προβληματισμοί στην περίπτωση που η κρίσιμη αρμοδιότητα ασκείται με προεδρικό διάταγμα. Το παράδειγμα εργασίας που μας δίδει το πρόσφατο ιστορικό έχει ως εξής: Προηγείται πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου λίγες ημέρες πριν τη διάλυση της Βουλής και ακολουθεί η κένωση των θέσεων λίγες ημέρες πριν τις εκλογές, η διενέργεια των εκλογών, και η επιστροφή των οικείων σχεδίων προεδρικού διατάγματος στη νέα Κυβέρνηση. Αξιοποιούμε το ιστορικό ως παράδειγμα εργασίας για επιστημονικό διάλογο, δίχως πρόθεση να διατυπώσουμε κρίση επί του συγκεκριμένου πραγματικού.

Τρία είναι τα κρίσιμα ερωτήματα: ποιός είναι ο ρόλος του Προέδρου της Δημοκρατίας, ποιός είναι ο κρίσιμος χρόνος για την σύμπραξη της Κυβερνήσεως και ποιά η δέσμευση της νέας Κυβερνήσεως από την «πρόταση» της προηγούμενης.

Κρίσιμη παράμετρος στην οικεία προβληματική είναι η νομική φύση της συμπράξεως Προέδρου και Κυβερνήσεως κατά την έκδοση του οικείου προεδρικού διατάγματος. Η μεταξύ τους σχέση διέπεται ευθέως από κανόνες του συνταγματικού δικαίου και δη από τις διατάξεις του άρθρου 35 περί υπουργικής προσυπογραφής. Ειδικότερα, πρέπει να τονισθεί ότι δεν πρόκειται περί προτάσεως ενός οργάνου (του Υπουργικού Συμβουλίου) σε άλλο όργανο (τον Πρόεδρο) που δήθεν διαθέτει αποφασιστική αρμοδιότητα. Η αποφασιστική αρμοδιότητα ανήκει σε σύνθετο όργανο, που εκδηλώνει τη βούλησή του εφόσον σχηματισθεί κατά τον χρόνο εκδόσεως κοινή βούληση του Προέδρου και του Υπουργικού Συμβουλίου. Το Υπουργικό Συμβούλιο μετέχει στο σχηματισμό της οικείας βούλησης με τη λεγόμενη προσυπογραφή: δηλαδή, με πρωτοβουλία του συντάσσει τη σχετική πράξη καθορίζοντας το περιεχόμενό της και βεβαιώνει τούτο με παρά πόδας υπογραφή[3]. Επομένως, η «πρόταση» του Υπουργικού Συμβουλίου δεν είναι παρά το ένα σκέλος της λεγόμενης υπουργικής προσυπογραφής. Αντίστοιχα, πριν υπογράψει ο Πρόεδρος δεν υπάρχει πράξη, αλλά απλό σχέδιο.

Περαιτέρω, ενώ η Κυβέρνηση μετέχει στο σχηματισμό της κοινής βούλησης έχουσα την πρωτοβουλία και καθορίζοντας το περιεχόμενο της πράξης μετά από εξέταση τόσο της σκοπιμότητας, όσο και της νομιμότητάς της, ο Πρόεδρος μετέχει ως ρυθμιστής του πολιτεύματος[4]. Για αυτό το λόγο, ο Πρόεδρος μπορεί να αρνηθεί την έκδοση του διατάγματος μόνο σε περίπτωση εμφανούς νομικού (εν προκειμένω συνταγματικού) ελαττώματος.

Από τη γενική άρνηση εκδόσεως, διακρίνεται η αποχή από την έκδοση διατάγματος για ορισμένο χρόνο, η οποία επίσης ανάγεται σε συνταγματικής τάξεως αποχρώντα λόγο. Τέτοιος λόγος είναι η συμμόρφωση με τις συνταγματικές δεσμεύσεις της πολιτικά ευαίσθητης άσκησης της κυβερνητικής (ιδίως) λειτουργίας κατά την προεκλογική περίοδο. Η συγκεκριμενοποίηση της οικείας συνταγματικής επιταγής και η κρίση περί συνδρομής αποχρώντα λόγου εμπίπτουν στον ρυθμιστικό ρόλο του Προέδρου, αφορούν μάλιστα στην ομαλή λειτουργία του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Πρέπει δε να τονισθεί ότι, κατά την προεκλογική περίοδο, επειδή κατά τα ανωτέρω ατονεί η πλήρης εφαρμογή της αρχής της κοινοβουλευτικής εμπιστοσύνης, ο οικείος ρυθμιστικός ρόλος του Προέδρου ενέχει μείζονα σπουδαιότητα.

 

ΙΙΙ. Επιμέρους πορίσματα

 

Αυτές οι παρατηρήσεις είναι επαρκείς για να φωτίσουν την απάντηση στα ερωτήματά μας.

Α. Πράγματι, σε περίπτωση που η κρίσιμη αρμοδιότητα ασκείται με προεδρικό διάταγμα, η κρίση του Προέδρου ότι κωλύεται η έκδοση του προτεινόμενου διατάγματος στο συγκεκριμένο χρόνο εντάσσεται στον κατά το σύνταγμα ρυθμιστικό του ρόλο. Ο Πρόεδρος έχει κατά το σύνταγμα την εξουσία να κρίνει αν, υπό το φως της κατευθυντήριας συνταγματικής δεσμεύσεως και του καθήκοντος αποτροπής πολιτειακών εντάσεων, πρέπει να απέχει από την έκδοση του διατάγματος έως τον ορκωμοσία της νέας Κυβερνήσεως (και ενδεχομένως έως την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης).

Η σχετική κρίση του Προέδρου, αναγόμενη ευθέως στη διαχείριση πολιτειακών ζητημάτων, είναι καταρχήν δικαστικώς ανέλεγκτη[5]. Το γεγονός ότι με αυτήν συγκεκριμενοποιείται και υλοποιείται κατευθυντήρια συνταγματική δέσμευση δεν αλλοιώνει αυτό το πόρισμα (βλ. παρ. υπό Ι)[6].

 

Β. Δεύτερον, κρίσιμος χρόνος για το σχηματισμό βούλησης εκ μέρους της Κυβερνήσεως, και γενικότερα για τη σύμπραξη Προέδρου και Κυβερνήσεως, είναι ο χρόνος έκδοσης και δημοσίευσης του διατάγματος. Για αυτόν το λόγο, γίνεται παγίως δεκτό ότι Υπουργός ο οποίος προτείνει διάταγμα και διά της προσυπογραφής αναλαμβάνει την ευθύνη εκδόσεώς του πρέπει να διατηρεί την ιδιότητα του Υπουργού και κατά το χρόνο της δημοσιεύσεως (ΣτΕ 2133/2016).

Έτσι, σε σχετικό σχόλιο σημειώσαμε ότι είναι αδιάφορο εάν η πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου υποβληθεί πριν τη διάλυση της Βουλής εφόσον η κένωση των προς κάλυψη θέσεων θα γινόταν μετά τη διάλυση, διότι «Πρόεδρος της Δημοκρατίας και Υπουργικό Συμβούλιο δρουν ως σύνθετο όργανο και επομένως πρέπει να σχηματίσουν σχετική βούληση κατά το χρόνο έκδοσης του διατάγματος»[7]. Κατά τον κρίσιμο εκείνο χρόνο, μετά δηλαδή την κένωση των θέσεων, αντιλαμβανόμαστε ότι ο Πρόεδρος κατ’ ενάσκηση του ρυθμιστικού του ρόλου απέσχε από την έκδοση του διατάγματος. Αντίστοιχα, μετά την κυβερνητική αλλαγή, προσήκουσα ενέργεια είναι η επιστροφή του σχεδίου διατάγματος στη νέα Κυβέρνηση για εκ νέου υποβολή προτάσεως.

 

Γ. Τρίτον, εφόσον κρίσιμος είναι ο χρόνος έκδοσης και δημοσίευσης και με δεδομένο ότι με την προσυπογραφή η Κυβέρνηση αναλαμβάνει τη συνταγματική ευθύνη εκδόσεως, μετά την κυβερνητική αλλαγή δεν μπορεί να υποχρεωθεί το επόμενο Υπουργικό Συμβούλιο να εισηγηθεί την έκδοση της πράξης με το περιεχόμενο που είχε προτείνει η προηγούμενη Κυβέρνηση. Βεβαίως τίποτε δεν εμποδίζει τη νέα Κυβέρνηση να υιοθετήσει την αρχική πρόταση. Είναι ωστόσο αυτονόητο, ότι δεν υποχρεούται προς τούτο. Εάν το πράξει, θα πρόκειται για ιδία ενέργεια, με την οποία και αναλαμβάνει την κατά το σύνταγμα ευθύνη (βλ. ΣτΕ 4252/1980).

[1] Γεννάται ιδίως το ερώτημα εάν με επίκληση τέτοιας δέσμευσης η Κυβέρνηση αποκτά την ευχέρεια διαφυγής από υποχρεώσεις που τάσσει ο νόμος. Αυτός ο προβληματισμός ανακύπτει ιδίως σε περίπτωση που υπάρχει δέσμια υποχρέωση προς έκδοση πράξης σε χρόνο πριν την ανάδειξη της νέας Κυβέρνησης.

[2] Βλ. Ακρίτα Καϊδατζή, Σύνταγμα, Νόμος και Επιλογές στη Δικαιοσύνη, Εφημερίδα των Συντακτών, 3 Ιουνίου 2019.

[3] Βλ. Αριστόβουλο Μάνεση, Αι εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος ΙΙ, 1965 («Η υπουργική προσυπογραφή έχει πάντοτε την έννοιαν εισηγήσεως-προτάσεως και προηγείται της βασιλικής προσυπογραφής», σελ. 488, και «Διά της υπουργικής προσυπογραφής … εκδηλούται η βούλησις εκείνου εκ των συμπραττόντων κρατικών οργάνων, το οποίον έχει την πρωτοβουλίαν και καθορίζει το περιεχόμενον των κρατικών πράξεων, αι οποίαι ενεργούνται από κοινού» (σελ. 513)). Βλ. και Αντώνη Παντελή, Εγχειρίδιο Συνταγματικού Δικαίου (4η εκδ., 2018) σελ. 371 («οι εκφράσεις «διάταγμα με προσυπογραφή του τάδε υπουργού» και διάταγμα «με πρόταση του τάδε υπουργού» είναι ταυτόσημες»).

[4] Ο Πρόεδρος ενεργεί ως ρυθμιστής του πολιτεύματος όχι μόνο όταν προβαίνει σε ρυθμιστικές ενέργειες stricto sensu (διορισμός Υπουργών, διάλυση της Βουλής, κ.λπ.) αλλά και όταν μετέχει στην άσκηση της νομοθετικής ή (όπως εδώ) της εκτελεστικής εξουσίας. Πβλ. συναφώς τη συζήτηση μεταξύ του Ακρίτα Καϊδατζή (ο οποίος υιοθετεί αντίθετη άποψη) και του Σπύρου Βλαχόπουλου (ο οποίος επικαλείται τον ρυθμιστικό ρόλο του Προέδρου στο πλαίσιο συνθήκης του πολιτεύματος) στην Καθημερινή, 11 Ιουνίου 2019.

 

[5] Ιδιαίτερο είναι το ζήτημα αν από την μη έκδοση της πράξης σε συγκεκριμένο χρόνο επέρχεται παράβαση έτερου, ανεξάρτητου από τις δεσμεύσεις της προεκλογικής περιόδου, κανόνα δικαίου  (π.χ. εάν η νομοθεσία που διέπει την έκδοση της πράξης καθιδρύει δέσμια υποχρέωση προς έκδοση πράξης σε χρόνο πριν την ανάδειξη της νέας Κυβέρνησης).

[6] Το πόρισμά μας είναι ανεξάρτητο από το ζήτημα του επιτρεπτού εύρους του ελέγχου συνταγματικότητας κατά το άρθρο 90 παρ. 6 Σ (βλ. ΟλΣτΕ 435/2019).

[7] Η δύναμη της συναίνεσης, ΤΑ ΝΕΑ, 30 Μαΐου 2019.

Σύμβολο θεσμικής μνήμης και συνέχειας

Αντώνης Μανιτάκης, Ομ. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ, πρώην υπουργός

Είχα την τύχη, όταν ασκούσα καθήκοντα υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης, να έχω γενικό γραμματέα τον αλησμόνητο Δημήτρη Στεφάνου. Τον επέλεξα και τελικά κατάφερα να τον επιβάλω στη θέση αυτή, πέρα και ανεξάρτητα από τη θλιβερή κομματική διανομή των κυβερνητικών θέσεων της τρικομματικής 4-2-1. Γνώριζα φυσικά τις σπάνιες ικανότητές του από τη θητεία του σε προηγούμενα κυβερνητικά πόστα, από την εποχή που εργαζόταν στο νομικό γραφείο του πρωθυπουργού Κ. Σημίτη υπό τη διεύθυνση του αείμνηστου Γ. Παπαδημητρίου και αργότερα ως γ.γ. του ίδιου υπουργείου επί Ραγκούση.

Με αφορμή την ονομασία της αίθουσας του Υπουργικού Συμβουλίου σε αίθουσα Στεφάνου. Μια οφειλόμενη τιμή.”

Τίμησε όσο λίγοι τα αξιώματα που ανέλαβε. Υπηρέτησε το κράτος και τη δημόσια διοίκηση με σεμνότητα και διακριτικότητα, με απαράμιλλη εργατικότητα, κυρίως όμως με μεθοδικότητα, σύστημα, σχέδιο και αποτελεσματικότητα. Κάτι που λείπει δυστυχώς από τους εκάστοτε κυβερνώντες, που αποφασίζουν, κατά κανόνα, συγκυριακά, ευκαιριακά και αποσπασματικά, με κριτήριο την επικοινωνιακή απήχηση της απόφασής τους.

Οσοι είχαμε την ευκαιρία να συνεργαστούμε μαζί του και να ευνοηθούμε από την προσφορά του, του οφείλουμε ευγνωμοσύνη. Αλλά και η δημόσια διοίκηση του οφείλει, διότι ευεργετήθηκε και αυτή από το δημιουργικό πέρασμά του. To ίδιο και η περιπόθητη αλλά δεινοπαθούσα Διοικητική Μεταρρύθμιση, την οποία σφράγισε με αθόρυβα και ανεξίτηλα μεταρρυθμιστικά αποτυπώματα. Θα προσπαθήσω να καταγράψω τα πιο σημαντικά από αυτά που έζησα.

Ο Στεφάνου ενσάρκωσε με τρόπο παραδειγματικό για την εποχή του και την ελληνική δημόσια διοίκηση αυτό που πάντα της έλειπε και το έχει ανάγκη σήμερα όσο ποτέ: τη θεσμική μνήμη και την κρατική συνέχεια. Η ελληνική δημόσια διοίκηση δεν έχει, δυστυχώς, διοικητική συνέχεια και δεν έχει διοικητική συνέχεια γιατί δεν έχει θεσμική μνήμη, και δεν έχει θεσμική μνήμη διότι πρώτον, δεν λειτουργεί ούτε αντιμετωπίζεται από την πολιτική εξουσία ως θεματοφύλακας της διοικητικής παράδοσης και πρακτικής αλλά ούτε και του διοικητικού γίγνεσθαι. Δεύτερον, διότι ο εκάστοτε υπουργός, όταν αναλαμβάνει ένα υπουργείο είναι σαν να αρχίζει κάθε φορά από την αρχή, ράβοντας και ξηλώνοντας, αγνοώντας ή αδιαφορώντας για το έργο των προκατόχων του καθώς και για τη γνώμη των γενικών διευθυντών και γενικά της Διοίκησης. Η τελευταία είναι, ωστόσο, η μόνη που γνωρίζει και μπορεί να θυμάται ζωντανά και άμεσα τι έγινε και τι δεν έγινε. Ο Δημήτρης, έχοντας θητεύσει για χρόνια ως γενικός γραμματέας στο ίδιο υπουργείο, υπηρέτησε με την ίδια πίστη και συνέπεια διαφορετικές κυβερνητικές πολιτικές, καθώς και υπουργούς με διαφορετική πολιτική φιλοσοφία, όπως τον Ραγκούση, εμένα και τον Μητσοτάκη. Εγινε έτσι στην πράξη φορέας κρατικής συνέχειας και θεσμικής μνήμης.

Το δεύτερο αποτύπωμα του Στεφάνου χαράχτηκε στην ιδιότητα του ανώτατου δημόσιου λειτουργού. Αποτέλεσε υπόδειγμα δημόσιου λειτουργού, που είναι αφοσιωμένος στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και στη δημόσια αποστολή του υπουργείου, πέρα και ανεξάρτητα από τις προσωπικές του πολιτικές επιλογές και την κομματική προέλευση του υπουργού του. Ενεργώντας εις εκτέλεση της κυβερνητικής πολιτικής και των εντολών τής δημοκρατικά νομιμοποιημένης πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου, έμενε πιστός στον εκάστοτε υπουργό. Ηξερε όμως οργανώνοντας και διεκπεραιώνοντας την εκάστοτε κυβερνητική πολιτική, να λειτουργεί ταυτόχρονα ως ιμάντας αρμονικής επικοινωνίας της πολιτικής εξουσίας με τη Διοίκηση.

Το τρίτο, τέλος, αποτύπωμα της θεσμικής προσφοράς του, συγγενές με το προηγούμενο, έχει να κάνει με το πρότυπο του γενικού γραμματέα ή και του γενικού διευθυντή που ενσάρκωσε. Είχε τη σπάνια ικανότητα να μπορεί να διαμορφώνει σε αγαστή συνεργασία με την πολιτική ηγεσία του υπουργείου τη δημοσία πολιτική που χρειάζεται στη συγκεκριμένη συγκυρία το ίδιο το υπουργείο και κατ’ επέκτασιν η κυβέρνηση. Παράλληλα όμως με αυτήν -την ούτως ή άλλως δυσεύρετη ικανότητα διαμόρφωσης δημόσιας πολιτικής (policy making)- ήξερε να φροντίζει και για την αποτελεσματική και έγκαιρη εφαρμογή και εκτέλεσή της, κινητοποιώντας άμεσα και αποφασιστικά τόσο τη διοίκηση όσο και τους άμεσους συνεργάτες του, μετακλητούς και μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους, που ο ίδιος επέλεγε και οι οποίοι εργάζονταν εξοντωτικά, χωρίς ωράριο, για την επίτευξη των στρατηγικών στόχων του υπουργείου.

Δικό του δημιούργημα ήταν η επιτυχημένη, μέσα σε οκτώ μήνες, πρώτη φάση της κινητικότητας, 2.000 περίπου δημοσίων υπαλλήλων με αντικειμενικά κριτήρια από θέσεις πλεονάζουσες σε θέσεις που είχε διαπιστωθεί ότι υπήρχαν ανάγκες. Αυτός διηύθυνε και ολοκλήρωσε, σε διάστημα έξι μόνον μηνών, την πρωτοφανή για τη δημόσια διοίκηση διαδικασία της αξιολόγησης των δομών των υπηρεσιών όλων των υπουργείων από επιτροπές δημοσίων υπαλλήλων με τεκμηριωμένες εκθέσεις αξιολόγησης. Αυτός προετοίμασε τις επίπονες αλλά πετυχημένες διαπραγματεύσεις με την τρόικα τον Οκτώβριο του 1012 και τον Μάρτιο/Απρίλιο του 2013, που έκαναν αποδεκτό ένα συνολικό σχέδιο ριζικής αναδιάρθρωσης των υπηρεσιών όλων των υπουργείων και όλων των δημόσιων οργανισμών ύστερα από αξιολόγηση δομών και ουσιαστική αποτίμηση προσόντων του προσωπικού. Ενα σχέδιο για μια διοίκηση, ευέλικτη, αποδοτική και αποτελεσματική που έμεινε, δυστυχώς, στη μέση, ανολοκλήρωτο.

H ελληνική δημόσια διοίκηση έχει άμεσα ανάγκη από τέτοιου είδους ανώτατους δημόσιους λειτουργούς, ικανούς να διαμορφώνουν και εκτελούν με τόλμη και φαντασία δημόσιες πολιτικές, πιστούς στην εκτέλεση της εκάστοτε κυβερνητικής πολιτικής, ταπεινοί υπηρέτες του δημοσίου συμφέροντος και φύλακες της θεσμικής μνήμης και κρατικής συνέχειας, πέρα από κόμματα και ανεξάρτητα από τις προσωπικές πολιτικές τους αντιλήψεις.

Αυτά σκεπτόμουν πριν από λίγες μέρες όταν αποχαιρετούσα σιωπηρά τον Δημήτρη για τελευταία φορά. Τον είχα ορκίσει πριν από 20 περίπου χρόνια στη Θεσσαλονίκη, ως κοσμήτορας, πτυχιούχο Νομικής. Στο υπουργείο τον συνάντησα και συνεργάστηκα μαζί του ως μαθητευόμενός του. Αυτή είναι η μεγαλύτερη ικανοποίηση που μπορεί να νιώσει ένας δάσκαλος: να διδαχθεί από τον μαθητή του.

 

Αναδημοσίευση από Καθημερινή, 24/08/2014

Η ελευθερία ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων ως ενωσιακό θεμελιώδες δικαίωμα

Ιωάννης Σαρμάς, Αντιπρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου

Στην παράγραφο 3 του άρθρου 14 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής “Χάρτης”) ορίζονται τα εξής: «Η ελευθερία ίδρυσης εκπαιδευτικών ιδρυμάτων με σεβασμό των δημοκρατικών αρχών καθώς και το δικαίωμα των γονέων να εξασφαλίζουν την εκπαίδευση και τη μόρφωση των τέκνων τους σύμφωνα με τις θρησκευτικές, φιλοσοφικές και παιδαγωγικές πεποιθήσεις τους γίνονται σεβαστά σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες που διέπουν την άσκησή τους». Στην ανάπτυξη που ακολουθεί επιχειρείται η ερμηνευτική ανάλυση της διατάξεως του άρθρου 14 παρ. 3 του Χάρτη με εφαρμογή κατά στάδια πολυπλοκότητας, από το απλούστερο προς το πλέον σύνθετο, ερμηνευτικών μεθόδων που είτε είναι ευρύτερης χρησιμοποίησης στην νομική πρακτική, είτε προσήκουν στην ιδιάζουσα φύση του Χάρτη. Το συμπέρασμα στο όποιο η ανάλυση καταλήγει είναι ότι, αν πράγματι ο Χάρτης έχει κάποια κανονιστική σημασία – και δεν πρόκειται για ένα επικοινωνιακό ή άλλου είδους τέχνασμα ή μια νομική οφθαλμαπάτη -, η περί ής ο λόγος ελευθερία δεν μπορεί να έχει διαφορετική κανονιστική βαρύτητα από αυτήν που συνάγεται από το κείμενο του άρθρου όπου διατυπώνεται ως αυτοτελής κανόνας δικαίου.

[Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “Τα Δικαιώματα του Ανθρώπου”, στο τεύχος του με αριθμό 77/2018. Συγχρόνως σχεδόν δημοσιεύθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί της υποθέσεως C-342/17, Memoria Srl, 14 Νοεμβρίου 2018, η οποία επιβεβαιώνει τη βασική θέση που υποστηρίχθηκε στο άρθρο.]

Θα σεβασθεί το Σύνταγμα η νέα κυβέρνηση;

Γιώργος Σωτηρέλης, Καθηγητής ΕΚΠΑ

«Είμαστε κάθε λέξη από το Σύνταγμα της χώρας», είχε διακηρύξει πομπωδώς  ο προηγούμενος πρωθυπουργός. Τελικά, όμως, όπως έχω επισημάνει επανειλημμένα στο παρελθόν, η σχέση της κυβέρνησής του με το Σύνταγμα υπήρξε πολλαπλά  τραυματική, καθώς   υπέταξε συχνά την λειτουργία του πολιτεύματος και των θεσμών σε στυγνές και αδίστακτες πολιτικές σκοπιμότητες.

Είναι αλήθεια ότι η σημερινή κυβέρνηση δεν χρησιμοποίησε αντίστοιχες εκφράσεις. Ωστόσο, στον λόγο του πρωθυπουργού και των συνεργατών του κυριάρχησε με έμφαση, τόσο πριν όσο και μετά τις εκλογές, η «αποκατάσταση του κύρους του Συντάγματος».

Είναι πολύ νωρίς, βέβαια, να κριθεί συνολικά η θεσμική πολιτική της. Ωστόσο, υπάρχουν ήδη ορισμένα πρώτα ανησυχητικά δείγματα, που είτε στοιχειοθετούν μια απαρχή συνταγματικής «εκτροπής» είτε απλώς εγκυμονούν τον κίνδυνο υποταγής των θεσμών σε  μικροκομματικές επιλογές.

Ας τα δούμε συγκεκριμένα:

1. Η κυβέρνηση έχει εξαγγείλει, σαν πρώτη προτεραιότητα, την «κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου». Ωστόσο παραβλέπει, παραδόξως, κάτι πολύ ουσιαστικό: το πανεπιστημιακό άσυλο δεν είναι απλώς μια νομοθετική ρύθμιση αλλά ένας συνταγματικός θεσμός, καθώς  «συνέχεται άρρηκτα τόσο με την ελευθερία της επιστημονικής έρευνας και διδασκαλίας όσο και με την «πλήρη αυτοδιοίκηση» των ΑΕΙ και συνεπώς εμπεριέχεται ουσιαστικά στην κατοχύρωση της ακαδημαϊκής ελευθερίας που ενεργείται με το άρθρο 16 του Συντάγματος», όπως υπογραμμίζει με έμφαση ο εγκυρότερος Έλληνας συνταγματολόγος και αείμνηστος Δάσκαλός μου Αριστόβουλος Μάνεσης (Η συνταγματική προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας, Συνταγματική Θεωρία και Πράξη, τ. Ι, εκδ. Σάκκουλα, 1980, σ. 702-703).  

Το πανεπιστημιακό άσυλο, στην πραγματικότητα, είναι για την ακαδημαϊκή ελευθερία περίπου ό,τι είναι το άσυλο κατοικίας για  το δικαίωμα του ιδιωτικού βίου. Δηλαδή μια συνταγματική εγγύηση, βάσει της οποίας κανείς, πέραν των υποκειμένων της ακαδημαϊκής ελευθερίας (διδασκόντων και φοιτητών), δεν μπορεί να εισέρχεται στους (περίκλειστους) χώρους του Πανεπιστημίου, αν δεν έχει προσκληθεί από συλλογικούς φορείς τους και δεν έχει λάβει άδεια από τις πρυτανικές αρχές. Αντί λοιπόν η κυβέρνηση να καταφεύγει σε λεονταρισμούς, εξαγγέλλοντας συνταγματικά ανέφικτες και θεσμικά απρόσφορες λύσεις –όπως έδειξε άλλωστε και το ατυχές προηγούμενο του «νόμου Διαμαντοπούλου»– θα έπρεπε απλώς να τροποποιήσει την διάταξη, αναθέτοντας αποκλειστικά στον πρύτανη (με την αντίστοιχη ποινική και αστική ευθύνη) την αποκλειστική διαχείριση του ασύλου αλλά και  θέτοντας ταυτόχρονα στην διάθεσή του μια ειδικά και προσεκτικά εκπαιδευμένη δύναμη φύλαξης. Μόνον έτσι –δηλαδή με αλλαγή της ρύθμισης του ασύλου και όχι με καταστρατήγηση του Συντάγματος…– μπορεί να εξοβελισθούν από το Πανεπιστήμιο οι πρακτικές ανομίας και απεχθούς εξουσιαστικής βίας δυναμικών μειοψηφιών, που δυστυχώς το ταλανίζουν –αλλά και το υπονομεύουν– εδώ και πολλά χρόνια.

2. Η κυβέρνηση αυτή, όπως και η προηγούμενη, έχει εντελώς μονομερή προσέγγιση του ραδιοτηλεοπτικού πλουραλισμού, τον οποίο επιτάσσει το άρθρο 15 του Συντάγματος (με αρμόδιο όργανο το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης). Το μόνο πρόβλημά της ήταν, έως τις εκλογές, η ΕΡΤ. Δικαιολογημένα βέβαια, διότι εκεί κυριαρχούσε πράγματι, κατά παράβαση του Συντάγματος, μια κραυγαλέα  κυβερνητική προπαγάνδα. Ωστόσο, ούτε έβγαζε ούτε  βγάζει μιλιά για την προπαγανδιστική υστερία, υπέρ της ΝΔ, πολλών ιδιωτικών σταθμών, που είναι επίσης ευθέως αντισυνταγματική. Ερωτάται λοιπόν: τι θα κάνει τώρα ως προς τις πολλαπλές αυτές παραβιάσεις του Συντάγματος; Θα τολμήσει, πρώτον, να καθιερώσει συναινετική εκλογή της ηγεσίας της ΕΡΤ –είτε από τα 3/5 της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής (όπως με τις Ανεξάρτητες Αρχές) είτε από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (όπως στη Γαλλία)– ή θα αρκεσθεί να τοποθετήσει μια φίλα προσκείμενη διοίκηση, που θα τηρεί απλώς τα προσχήματα; Θα κάνει κάτι αντίστοιχο (3/5), με το ΑΠΕ; Θα αλλάξει την νομοθεσία για τα ιδιωτικά ραδιοτηλεοπτικά μέσα, ώστε να υποχρεωθεί επιτέλους το ΕΣΡ να βγει από την προκλητική απραξία του και να επιβάλει κανόνες πολυφωνίας και αμεροληψίας, όπως επιβάλλει το Σύνταγμα;

3. Η στάση της κυβέρνησης ως προς το εκλογικό σύστημα είναι επίσης συνταγματικά προβληματική. Πρώτον διότι δεν φαίνεται να έχει ενδοιασμούς για οποιαδήποτε σχετικοποίηση της συνταγματικής αρχής της ισοδυναμίας της ψήφου, αρκεί να διασφαλίζεται η αυτοδυναμία (ακόμη και με κόμματα που εκπροσωπούν μόνο το 1/3 του εκλογικού σώματος…). Δεύτερον, διότι από την επομένη κιόλας των εκλογών άρχισαν διαρροές ότι θα έπρεπε να τροποποιηθεί (με πλειοψηφία ΝΔ ΚΙΝΑΛ, που είναι ακριβώς 180…) το άρθρο 54 του Συντάγματος, ώστε να καταργηθεί η εγγύηση της πλειοψηφίας των 2/3 –που απαιτείται για να ισχύσει μια αλλαγή του εκλογικού συστήματος από τις επόμενες εκλογές– και έτσι να μην εφαρμοσθεί η απλή αναλογική. Πρόκειται για αποθέωση του πολιτικού κυνισμού (για τον οποίο, κατά τα άλλα, καταγγελλόταν ο ΣΥΡΙΖΑ…), διότι ναι μεν το άρθρο 54 περιλαμβάνεται στις αναθεωρητέες διατάξεις, αλλά για εντελώς διαφορετικό λόγο (την καθιέρωση της απλής αναλογικής…). Η κατάργηση των 2/3 όχι μόνον δεν προτάθηκε από καμία πλευρά αλλά αντίθετα επαινούνταν από όλους σαν σημαντική κατάκτηση της αναθεώρησης του 2001. Πως λοιπόν ζητείται να θυσιασθεί τώρα, χωρίς περίσκεψη και χωρίς αιδώ, στον βωμό της υπηρέτησης συγκυριακών στόχων της ΝΔ; Είμαι πραγματικά περίεργος για το πώς θα αντιδράσουν αυτοί που τότε πρωτοστάτησαν στην συνταγματική κατοχύρωσή της…
Με δεδομένη πάντως την νομικοπολιτική απαξία της προτεινόμενης τροποποίησης αλλά και το σοβαρό συνταγματικό  ζήτημα που εγείρει η έλλειψη κάθε «θεματικής συνάφειάς» της με το εκλογικό σύστημα καθεαυτό (Χ. Ανθόπουλος, Τα Νέα, 17.7), τίποτα δεν μπορεί να αποκλείσει, αν παρελπίδα γίνει δεκτή, ακόμη και τον δικαστικό έλεγχό της, δεδομένου μάλιστα ότι  το Δικαστήριο που θα επιληφθεί του θέματος, δηλ. το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο ως Εκλογοδικείο, έχει ήδη αφήσει ανοιχτό, με την απόφαση 11/2003, ένα τέτοιο ενδεχόμενο …

  1. Και μια τελευταία νύξη. Ελπίζω και εύχομαι η κυβέρνηση να μην επιμείνει στην αναθεώρηση της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας προς την λάθος κατεύθυνση (δηλαδή να αρκεί η απόλυτη πλειοψηφία των βουλευτών, αν δεν επιτευχθούν τα 3/5). Διότι έτσι θα χαθεί και η τελευταία εγγύηση για συναινετική εκλογή του Προέδρου, που είναι όμως συνυφασμένη με τον ρυθμιστικό ρόλο που του επιφυλάσσει ακόμα, παρά την θεσμική αποδυνάμωσή του, το Σύνταγμα. Επιμένω (μαζί με άλλους) ότι η μόνη λύση που παρέχει εχέγγυα ευρύτερης δημοκρατικής νομιμοποίησης, χωρίς να μεσολαβούν εκλογές, είναι η ανάδειξη –έστω και με απόλυτη πλειοψηφία σαν τελευταία λύση– από ένα πολύ μεγαλύτερο (υπερδιπλάσιο) εκλεκτορικό σώμα, με την συμπερίληψη σε αυτό των δημάρχων και περιφερειαρχών. Όχι μόνον διότι το πολιτικό επίπεδό τους δεν υπολείπεται πλέον αυτού των βουλευτών αλλά και διότι η ταύτισή τους με τα κόμματα (ιδίως των δημάρχων) είναι ολοένα και μικρότερη.

*Άρθρο στα «Νέα – Σαββατοκύριακο», 20.7.2019

Η παρακαταθήκη ενός γενναίου δικαστή

Βασιλική Χρήστου, Δρ Συνταγματικού Δικαίου, εκλ. επίκουρη καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Στις 16 Ιουλίου απεβίωσε σε ηλικία 99 ετών ο Τζον Πολ Στίβενς. Ήταν ένας από τους διαπρεπέστερους δικαστές του αμερικανικού Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο οποίος ξεχώρισε για τις προοδευτικές, φιλελεύθερες απόψεις του.

Tο 1970 ο πρόεδρος Νίξον διόρισε στο ομοσπονδιακό εφετείο του Σικάγο τον Τζον Πολ Στίβενς, έναν μετριοπαθή Ρεπουμπλικανό νομικό. Πέντε χρόνια αργότερα, ο πρόεδρος Φορντ, διάδοχος του Νίξον, διόρισε τον Στίβενς στο Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Στίβενς κάλυψε τη θέση που είχε μείνει κενή μετά την αποχώρηση ενός άλλου θρυλικού Αμερικανού δικαστή, του Ουίλιαμ Ντάγκλας. Το 2010, σε ηλικία 90 ετών, ύστερα από θητεία τριάντα πέντε ετών, ο Στίβενς ζήτησε να συνταξιοδοτηθεί. Στη θέση του, ο πρόεδρος Ομπάμα διόρισε την Έλενα Κέιγκαν, κοσμήτορα και καθηγήτρια του Συνταγματικού Δικαίου στο Χάρβαρντ.

Η θητεία ενός ανώτατου δικαστή προσφέρεται πάντα για να επαναξιολογήσουμε ορισμένα βασικά θεσμικά ζητήματα.

Οι απόψεις του Στίβενς αναδεικνύουν μιαν αντίληψη της πολιτείας, η οποία φανερώνει προσήλωση στους οργανωμένους δημοκρατικούς θεσμούς παρά σε δημοφιλείς, αν όχι λαϊκίστικες, θέσεις. Θα επιμείνω σε τέσσερα ιδίως σημεία.

Πρώτα πρώτα, στη λογική της παράδοσης του New Deal, o Στίβενς υποστήριξε σταθερά το ομοσπονδιακό κράτος σε μια περίοδο που το Δικαστήριο είχε την τάση να υπονομεύει τις αρμοδιότητες της Ομοσπονδίας. Αντίθετα προς την άποψη που επικράτησε στο Δικαστήριο τη δεκαετία του 1990, ο Στίβενς υποστήριξε ότι ανήκει στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση η αρμοδιότητα τόσο να περιορίζει την οπλοκατοχή γύρω από τα σχολεία όσο και να θεσπίζει νομοθεσία για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών. Ας μην ξεχνάμε ότι, ιστορικά, η ενίσχυση των εξουσιών της Ομοσπονδίας είχε συμπέσει με την προεδρία του Φραγκλίνου Ρούζβελτ και την παρέμβαση του κράτους στην οικονομία. Επίσης, οι εξουσίες της Ομοσπονδίας είχαν ενισχυθεί την περίοδο του Civil Rights Movement, δηλαδή στη δεκαετία του 1960. Για παράδειγμα, ήταν ομοσπονδιακός ο νόμος που απαγόρευσε τις διακρίσεις εις βάρος Αφροαμερικανών και ιδίως τον αποκλεισμό τους από τα εστιατόρια και τις άλλες δημόσιες υποδομές.

Δεύτερον, το 2010, ο Στίβενς, μειοψηφώντας και πάλι, τάχθηκε υπέρ των περιορισμών στην εκλογική χρηματοδότηση των υποψηφίων από ιδιωτικές εταιρείες, για να αποφευχθεί η ηγεμονία πολιτικών απόψεων που θα υποστηρίζονται από τους οικονομικά ισχυρούς. Την άποψη Στίβενς στήριξε ένθερμα και ο Ρόναλντ Ντουόρκιν.

Τρίτον, μνημειώδης υπήρξε η γνώμη που διατύπωσε ο Στίβενς, εκπροσωπώντας την πλειοψηφία του Δικαστηρίου αυτή τη φορά, στην υπόθεση Rasul vs Bush το 2004. Η υπόθεση αφορούσε τους αλλοδαπούς κρατουμένους στο Γκουαντάναμο. Κατά το Δικαστήριο, το habeas corpus, οι στοιχειώδεις δηλαδή προσωπικές ελευθερίες, εφαρμόζονται και εκτός της αμερικανικής επικράτειας, εφόσον οι ΗΠΑ ασκούν εκεί τον πλήρη έλεγχο. Με το σκεπτικό αυτό, ο Στίβενς άνοιγε προοδευτικούς δρόμους σε ζητήματα διεθνούς δικαιοσύνης, για τα οποία η Αμερική, σε αντίθεση με την Ευρώπη, παραμένει, ιδίως υπό την προεδρία Τραμπ, πολύ πίσω.

Τέταρτον, ο Στίβενς υποστήριζε σθεναρά ότι η δεύτερη τροπολογία του αμερικανικού συντάγματος, που κατοχυρώνει το περίφημο «right of the people to bear arms», αναφέρεται μόνον στο δικαίωμα ενός καλά οργανωμένου στρατού να φέρει όπλα, και όχι σε ένα ατομικό δικαίωμα στην οπλοκατοχή για την αυτοάμυνα και την προστασία της ιδιοκτησίας. Μάλιστα, έναν χρόνο πριν πεθάνει, το 2018, υποστήριξε ότι η δεύτερη τροπολογία έπρεπε να καταργηθεί.

Ένα προς ένα τα παραπάνω σημεία επιβεβαιώνουν το εξής: σε μια σειρά από θέματα, ο δικαστής Στίβενς διάλεξε τον δύσκολο δρόμο που υπαγόρευε η ορθολογική οργάνωση ενός δημοκρατικού κράτους με άξονα το συνολικό καλό, παρά την ενδυνάμωση, τάχα, του λαού χωρίς ταυτόχρονη υπαγωγή του σε διαβουλευτικές διαδικασίες.

Περαιτέρω, η θητεία του Στίβενς προσφέρεται για συμπεράσματα σχετικά με τη λειτουργία και την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Είναι χαρακτηριστικό ότι, στη διάρκεια της πολύχρονης θητείας του, όσο το Δικαστήριο προσανατολιζόταν σε πιο συντηρητικές θέσεις, τόσο μετακινείτο ο Στίβενς προς προοδευτικές επιλογές. Όταν διορίστηκε το 1975, υπηρετούσε ακόμη ένας από τους πλέον φιλελεύθερους και προοδευτικούς δικαστές της εποχής Γουόρεν, ο δικαστής Μπρέναν. Η θητεία του Στίβενς συνέπεσε ακόμη με την προεδρία του συντηρητικού δικαστή Ρένκουιστ και με την αρχή της προεδρίας του σημερινού προέδρου Ρόμπερτς. Ο δικαστής Στίβενς βρέθηκε έτσι συχνά να ηγείται της προοδευτικής πτέρυγας του Δικαστηρίου. Ενώ το 1976 στην απόφαση Gregg υποστήριξε τη θανατική ποινή, το 2002, ως εκφραστής της πλειοψηφίας του Δικαστηρίου, υποστήριξε ότι η θανατική ποινή δεν επιτρέπεται να εφαρμόζεται στους ψυχικά ασθενείς. Από την άλλη, το 1978 στην υπόθεση Bakke, όπου το Δικαστήριο είχε κατ’ αρχήν δεχθεί τις ποσοστώσεις υπέρ των Αφροαμερικανών φοιτητών για την είσοδό τους στα πανεπιστήμια, ο Στίβενς υποστήριξε ότι συνιστούν παραβίαση της αρχής της ισότητας. Ωστόσο, το 2003 στην υπόθεση Grutter συντάχθηκε, χωρίς δισταγμούς, με την πλειοψηφία, αποδεχόμενος τη συνταγματικότητα θετικών μέτρων (affirmative action) υπέρ των φυλετικών ομάδων για την προώθηση της διαφορετικότητας στα πανεπιστήμια. Σταθερά υποστήριζε το δικαίωμα στην άμβλωση, καθώς και τον διαχωρισμό κράτους – Εκκλησίας. Μάλιστα, για τον Στίβενς, η αντίληψη που τοποθετεί την έναρξη της ζωής στη στιγμή της σύλληψης αποτελεί μια θρησκευτική αντίληψη και γι’ αυτό παραβιάζει, πέρα από την αυτονομία της γυναίκας, τη θρησκευτική ουδετερότητα του κράτους.

Τι αποδεικνύει έμπρακτα η πορεία του δικαστή Στίβενς; Το Ανώτατο Δικαστήριο είναι ένας ζωντανός, εξελισσόμενος και ανεξάρτητος οργανισμός. Επιδρά στα άτομα που τον στελεχώνουν, αναπτύσσοντας τη δική του θεσμική δυναμική. Οι συνθήκες ανεξαρτησίας που απολαμβάνουν οι δικαστές στο Ανώτατο Δικαστήριο, όντας ισόβιοι, είναι τόσο θωρακισμένες ώστε τους επιτρέπουν να τοποθετούν τη συνείδησή τους και μόνον απέναντι σε προκλήσεις ιστορικών διαστάσεων.

Από αυτήν την άποψη, το παράδειγμα του δικαστή Στίβενς αποτελεί μια παρακαταθήκη, μια βαριά ευθύνη, αλλά και μια ζωντανή πρόκληση για το σημερινό Δικαστήριο.

Αναδημοσίευση από την έντυπη έκδοση της Καθημερινής, Σάββατο, 27 Ιουλίου 2019

Ο θεσμός της προσυπογραφής και η σχέση μεταξύ Προέδρου της Δημοκρατίας και Κυβέρνησης

Γιάννης Τασόπουλος, Καθηγητής Δημοσίου Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο ανώτατος άρχοντας, είναι «πολιτικά ανεύθυνος» με την έννοια ότι για τις πράξεις του την πολιτική ευθύνη φέρει η κυβέρνηση. Αυτό επιτυγχάνεται με τον θεσμό της προσυπογραφής. Στο πλαίσιο αυτό, ένα κρίσιμο ερώτημα που τίθεται αναφορικά με την απόφαση της προηγούμενης κυβέρνησης για το διορισμό της δικαστικής ηγεσίας είναι το εξής: η αρμοδιότητα του ΠτΔ προς έκδοση της πράξης που του προτείνει και προσυπογράφει το υπουργικό συμβούλιο είναι υποχρεωτική για αυτόν ή αντίθετα είναι πράξη διακριτικής ευχέρειας, την οποία μπορεί κατά την κρίση του να αρνηθεί;

Στο κοινοβουλευτικό σύστημα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν κυβερνά. Την αποφασιστική πολιτική εξουσία ασκεί η κυβέρνηση, εφόσον έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής. Αυτό αποτελεί συνέπεια της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας, επειδή η Βουλή, στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, εκλέγεται από τον λαό. Με πιο τεχνική ορολογία, τα ανωτέρω συνοψίζονται στο ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο ανώτατος άρχοντας, είναι «πολιτικά ανεύθυνος». Ο όρος αυτός δηλώνει το γεγονός ότι για τις πράξεις του Προέδρου της Δημοκρατίας την πολιτική ευθύνη φέρει η κυβέρνηση. Αυτό επιτυγχάνεται με τον θεσμό της προσυπογραφής.

Η κυβέρνηση (το υπουργικό συμβούλιο ή ο αρμόδιος υπουργός ή υπουργοί) αναλαμβάνει την πολιτική πρωτοβουλία και ευθύνη των πράξεων του Προέδρου της Δημοκρατίας με την προσυπογραφή τους. Συνεπώς, τα Προεδρικά Διατάγματα μπορεί να είναι τυπικά πράξεις του Προέδρου της Δημοκρατίας, αλλά την πολιτική πρωτοβουλία και ευθύνη για το ουσιαστικό περιεχόμενό τους φέρει η δημοκρατικά νομιμοποιημένη κυβέρνηση.

Η προσυπογραφή του Προέδρου της Δημοκρατίας ως θεμελιώδης θεσμός της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας

Εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, τις οποίες αναφέρει ρητά το άρθρο 35 του Συντάγματος, καμιά πράξη του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν μπορεί να εκδοθεί, ούτε υπάρχει νομικά, χωρίς προσυπογραφή. Υπό την έννοια αυτή, ως αναγκαία και απαραίτητη προϋπόθεση για την έκδοση πράξεων του Προέδρου της Δημοκρατίας, η προσυπογραφή αποτελεί θεμελιώδη θεσμό της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, ο οποίος ανάγεται ιστορικά στην υπέρβαση της μοναρχικής αρχής και συνεπάγεται τον περιορισμό του Προέδρου της Δημοκρατίας σε ρυθμιστικό και μη κυβερνητικό ρόλο.

Η πρόσφατη όμως πολιτική πραγματικότητα έφερε στο προσκήνιο την αντίστροφη λειτουργία της προσυπογραφής, η οποία αναδεικνύεται στην πράξη σπανιότερα, και αφορά τη βεβαίωση, την «επισφράγιση», θα λέγαμε, την οποία προσφέρει η υπογραφή του Προέδρου της Δημοκρατίας, ότι η συγκεκριμένη πράξη που υπογράφει είναι νόμιμη, δηλαδή τηρεί την πολιτειακή νομιμότητα και τη συνταγματική τάξη. Με την έννοια αυτή, η υπογραφή του Προέδρου της Δημοκρατίας έχει μάλλον χαρακτήρα βεβαιωτικό της «εξωτερικής» τυπικής νομιμότητας των πράξεων του, οι οποίες εκδίδονται με πρωτοβουλία της κυβέρνησης, παρά εγγυητικό της ουσιαστικής συνταγματικότητάς τους, ο οποίος αντιστοιχεί στα θεσμικά αντίβαρα της εξουσίας.

Ως έκφραση του πολιτικά ανεύθυνου ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας, η προσυπογραφή εμποδίζει και την υπογραφή του Προέδρου της Δημοκρατίας να αναπτύξει τα γνωρίσματα ενός θεσμού, ο οποίος ελέγχει, αναχαιτίζει ή περιορίζει θεσμικά την παντοδυναμία της δημοκρατικά νομιμοποιημένης κυβέρνησης, ιδίως χάριν των μειοψηφιών (θεσμικό αντίβαρο της εξουσίας).

Προεκλογική απόφαση ΣΥΡΙΖΑ για αλλαγές στην κορυφή της δικαιοσύνης και η επιστροφή των ανυπόγραφων διαταγμάτων από τον ΠτΔ

Αφορμή για τη δοκιμασία όλων των ανωτέρω αρχών έδωσε η πρόσφατη απόφαση του υπουργικού συμβουλίου του ΣΥΡΙΖΑ να προβεί σε αλλαγές στην κορυφή της δικαιοσύνης, επιλέγοντας τη νέα ηγεσία του Αρείου Πάγου, ενόσω ουσιαστικά είχε αρχίσει η προεκλογική περίοδος, στο μέτρο που είχαν ανακοινωθεί οι βουλευτικές εκλογές και η πρόωρη διάλυση της Βουλής μετά τα αρνητικά για την τότε κυβέρνηση αποτελέσματα των ευρωεκλογών.

Μέχρι τη συμπλήρωση της θητείας της προηγούμενης ηγεσίας του Αρείου Πάγου, η μη υπογραφή από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας των σχετικών διαταγμάτων ανάδειξης της νέας ηγεσίας ήταν δικαιολογημένη, επειδή, όπως σωστά υποδείχθηκε και από συναδέλφους, ανέκυπτε και τυπικό ζήτημα χρονικής αρμοδιότητας για την άσκηση της σχετικής εξουσίας του υπουργικού συμβουλίου προς ανάδειξη της ηγεσίας της δικαιοσύνης. Μετά όμως την λήξη της θητείας της ηγεσίας του Αρείου Πάγου, το τυπικό εμπόδιο εξαλείφθηκε και πλέον γεννήθηκε η ουσιαστική αμφισβήτηση για το εάν η κυβέρνηση και ειδικότερα το υπουργικό συμβούλιο είχε την αρμοδιότητα να προβεί κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου στην επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης ή, αντίθετα, όφειλε να παραλείψει μία τέτοια ενέργεια προς όφελος της νέας κυβέρνησης, η οποία θα αναδεικνυόταν από τις επικείμενες εκλογές και θα είχε νωπή λαϊκή νομιμοποίηση.

Ενόψει της αμφισβήτησης αυτής, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν προέβη πριν από τις εκλογές στην υπογραφή και έκδοση των σχετικών διαταγμάτων επιλογής της νέας ηγεσίας του Αρείου Πάγου. Ούτε όμως έπραξε αυτό μετά από τις εκλογές και ήδη τα επέστρεψε ανυπόγραφα.

Η δέσμια αρμοδιότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας

Τίθεται λοιπόν εν προκειμένω το ερώτημα εάν και κατά πόσο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δικαιούται να αρνηθεί ρητά ή σιωπηρά να υπογράψει το Προεδρικό Διάταγμα προαγωγής στις θέσεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου. Με άλλα λόγια, η αρμοδιότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας προς έκδοση της πράξης που του προτείνει και προσυπογράφει το υπουργικό συμβούλιο είναι δέσμια, δηλαδή υποχρεωτική για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ή αντίθετα είναι πράξη διακριτικής ευχέρειας, την οποία μπορεί κατά την κρίση του να αρνηθεί;

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι σαφώς πως πρόκειται για δέσμια αρμοδιότητα. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν ελέγχει την σκοπιμότητα από πλευράς περιεχομένου της προτεινόμενης πράξης ούτε έχει διακριτική ευχέρεια να αμφισβητήσει την επιλογή της κυβέρνησης. Αντίθετα, οφείλει να ενεργήσει υπογράφοντας και εκδίδοντας το Προεδρικό Διάταγμα.

Όριο της δέσμιας αρμοδιότητας του Προέδρου της Δημοκρατίας είναι η περίπτωση κατά την οποία η πράξη η οποία του προτείνεται να υπογράψει πάσχει από προφανή παρανομία, έτσι ώστε, κατά τον έλεγχο νομιμότητας, όχι απλώς να δικαιούται, αλλά και να υποχρεούται να μην συμπράξει στην παρανομία αυτή. Με άλλα λόγια, δέσμια αρμοδιότητα νοείται σε σχέση με νόμιμες και όχι παράνομες πράξεις.

Είναι λοιπόν φανερό ότι η αρμοδιότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας προς έκδοση του σχετικού Προεδρικού Διατάγματος που προβλέπει το Σύνταγμα, για την ηγεσία της δικαιοσύνης, έχει χαρακτήρα τυπικό και δεσμευτικό για τον Πρόεδρο. Η αμφισβήτηση, ειδικά για τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, της ρητής συνταγματικής αρμοδιότητας της κυβέρνησης να προβεί στην επιλογή της ηγεσίας του Αρείου Πάγου δεν δικαιολογεί την παράλειψη του Προέδρου της Δημοκρατίας να υπογράψει το σχετικό Προεδρικό Διάταγμα. Κάτι τέτοιο θα τον καθιστούσε ουσιαστικό κριτή του τρόπου με τον οποίον η κυβέρνηση άσκησε τις συνταγματικές της αρμοδιότητες και θα του έδινε περιθώριο αμφισβήτησης της ερμηνείας του Συντάγματος στην οποία εκείνη προβαίνει, στο πλαίσιο της εκ μέρους της άσκησης της πολιτικής της αρμοδιότητας και εξουσίας.

Μία τέτοια όμως ερμηνεία του Συντάγματος από την κυβέρνηση αποτελεί συστατικό στοιχείο της πολιτικής της ευθύνης, ενώ το Σύνταγμα ορίζει τον τρόπο με τον οποίον ελέγχεται με αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας η νομιμότητα των Προεδρικών Διαταγμάτων. Εξάλλου, στην περίπτωση των νόμων, το Σύνταγμα προβλέπει τη δυνατότητα αναπομπής του νόμου από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και μάλιστα χωρίς προσυπογραφή της σχετικής του πράξης. Κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται για τα Προεδρικά Διατάγματα που αφορούν την ηγεσία της δικαιοσύνης. Γι’ αυτά ισχύει η δέσμια αρμοδιότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Η όποια αμφισβήτηση για το ουσιαστικό τους κύρος μπορεί στη συνέχεια να ελεγχθεί δικαστικά από το Συμβούλιο της Επικρατείας στο μέτρο που επιτρέπει η συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 90 παρ. 6 του Συντάγματος, εφόσον δηλαδή δεν έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις που θέτει το Σύνταγμα για την επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης από το υπουργικό συμβούλιο. Θα αποτελούσε παράδοξο, εκεί που δεν έχει ποτέ υπάρξει αναπομπή του νόμου από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, παρότι ρητά εξαιρείται αυτή της προσυπογραφής, να εγκαινιαστεί η σιωπηρή ή και ρητή άρνηση του Προέδρου της Δημοκρατίας να υπογράψει Προεδρικά Διατάγματα που προτείνει και προσυπογράφει η πολιτικά υπεύθυνη κυβέρνηση, επειδή ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαφωνεί με τη συνταγματική ερμηνεία της τελευταίας, αναφορικά με ρητά προβλεπόμενες από το Σύνταγμα αρμοδιότητές της.

Διακριτά ζητήματα

Συμπερασματικά,  ένα ζήτημα είναι η αμφισβήτηση από την άποψη της αμεροληψίας και της δημοκρατικής δεοντολογίας της αρμοδιότητας του υπουργικού συμβουλίου να επιλέξει την ηγεσία της δικαιοσύνης κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, αντί να αφήσει την άσκηση της επιλογής αυτής στη νέα κυβέρνηση που θα προκύψει μετά από τις εκλογές. Ένα άλλο ζήτημα, και μάλιστα σαφώς διακριτό, είναι η αρμοδιότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας να υπογράψει το Προεδρικό Διάταγμα που προτείνει και προσυπογράφει η κυβέρνηση σε εφαρμογή μιας αμφισβητούμενης συνταγματικής ερμηνείας της αρμοδιότητάς της. Ένα τρίτο ζήτημα είναι το πώς θα κρίνει το αρμόδιο δικαστήριο τη συνταγματικότητα της κυβερνητικής ερμηνείας και κατ´ επέκταση τις αντίστοιχες πράξεις του Προέδρου της Δημοκρατίας. Η απάντηση στο ένα ζήτημα δεν επάγεται κατ´ ανάγκη την (ίδια) απάντηση και στα άλλα. Η διάκριση των λειτουργιών, το κράτος δικαίου, η κοινοβουλευτική αρχή και η λαϊκή κυριαρχία επιβάλλουν αυτά τα τρία διακριτά ζητήματα να μην συγχέονται.

Αναδημοσίευση από syntagmawatch.gr

Ψήφος των εκτός Επικρατείας Πολιτών: Ένα χρόνιο αίτημα περιμένει την λύση του

Παναγιώτης Μαντζούφας, Αν. Καθηγητής Νομικής ΑΠΘ

Σύμφωνα με σχετική ανάρτηση στην προσωπική του σελίδα στο fb ο νέος Υπουργός Εσωτερικών Τ.Θεοδωρικάκος θεωρεί ότι μια βασική προτεραιότητα του Υπουργείου του είναι ένας νέος εκλογικός νόμος που  «..να υλοποιήσει και την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού».

Το ζήτημα επανέρχεται σταθερά, συχνά ενόψει εκλογικών αναμετρήσεων, και αποτελεί πάγιο αίτημα τόσο των απόδημων Ελλήνων και των περισσοτέρων πολιτικών δυνάμεων, όσο και συνταγματική επιταγή που μέχρι σήμερα δεν έχει εκπληρωθεί. Πρόσφατα με το νόμο 4555/2018 είχε συσταθεί ειδική επιτροπή του Υπουργείου Εσωτερικών  η οποία κατέληξε σε πόρισμα χωρίς να υπάρχουν όμως τα χρονικά περιθώρια συζήτησης και υιοθέτησής του στις επικείμενες εκλογές, ενώ κατά καιρούς έχουν κατατεθεί προτάσεις από επιστημονικούς φορείς και πολιτικά κόμματα. Το ζήτημα είναι φλέγον διότι αφορά δυνητικά σε ορισμένα εκατομμύρια πολιτών(παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχουν αξιόπιστα στατιστικά στοιχεία καταγραφής της Ελλήνων του εξωτερικού) και ανάλογα με την λύση που θα δοθεί θα επηρεαστεί το εκλογικό αποτέλεσμα, άρα αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της δημοκρατίας. Συχνά οι πολιτικές δυνάμεις επικαλούνται ρητορικά την δύναμη της ομογένειας ωστόσο στην πράξη στερούν από τους Έλληνες του εξωτερικού το ελάχιστο που είναι η δυνατότητα ψήφου και ουσιαστικά ενός αποτελεσματικού τρόπου να συνδεθούν στενότερα με την χώρα καταγωγής τους.

Είναι σαφές, ότι προκειμένου να διευκολυνθούν να ψηφίζουν στον τόπο διαμονής τους με τρόπο αξιόπιστο, συνταγματικά ορθό και δημοκρατικά αποτελεσματικό τρόπο οι Έλληνες του εξωτερικού πρέπει να λυθούν σημαντικά προβλήματα νομικού και πρακτικού χαρακτήρα και πρέπει να υπάρχει συμφωνία των πολιτικών δυνάμεων για τον τρόπο που θα οριστεί το πολιτικό υποκείμενο της ψήφου. Με άλλα λόγια με ποια κριτήρια θα οριστούν οι Έλληνες κάτοικοι εξωτερικού που θα έχουν το δικαίωμα της ψήφου(π.χ τι συνέπειες θα μπορούσε να έχει η μακροχρόνια απουσία ιδίως για τους υπερατλαντικούς αποδήμους), ποιοι θα εκλέγονται ως αντιπρόσωποι τους(βουλευτές από τους νομούς στους οποίους είναι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους, βουλευτές από τους ομογενείς) και πως θα ψηφίζουν(αυτοπρόσωπη παρουσία, επιστολική ψήφος, ηλεκτρονική ψηφοφορία) προκειμένου να γίνει σεβαστή η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και της ισότητας της ψήφου.

Με βάση τα παραπάνω το ζήτημα αποτελεί μια χρόνια πληγή της μεταπολίτευσης η οποία ποτέ δεν επιχειρήθηκε σοβαρά να επουλωθεί, παρά την συνταγματική υποχρέωση(άρθρο 51 παρ. 4 που απαιτεί πλειοψηφία δύο τρίτων για την αναγνώριση δικαιώματος ψήφου στους πολίτες εκτός επικράτειας με ειδικό νόμο και άρθρο 54 Σ) και παρά το γεγονός ότι οι περισσότερες φιλελεύθερες δημοκρατίες παγκοσμίως αναγνωρίζουν και διευκολύνουν με βάση ποικίλα κριτήρια την άσκηση του δικαιώματος ψήφου στους πολίτες τους που ζουν εκτός της επικράτειάς τους. Το θέμα αποκτά πρόσθετη σημασία διότι έχουν μεταναστεύσει την περίοδο της κρίσης πολλοί νέοι άνθρωποι στο εξωτερικό που στερούνται την δυνατότητα να ασκήσουν το δικαίωμα του εκλέγειν με πρακτικά εφαρμόσιμους όρους.

Στο μέτρο αυτό μας εκπλήσσει θετικά η δήλωση του νέου Υπουργού καθώς αναγνωρίζει -για αυτό προφανώς το θέτει στην αρχή της θητείας του-, ότι πρέπει να υπάρξει σοβαρή προετοιμασία και να ξεπεραστούν σημαντικά εμπόδια προκειμένου να επιλεχθεί ένας συναινετικός τρόπος ψηφοφορίας των Ελλήνων του εξωτερικού που να εφαρμοστεί στις επόμενες εκλογές.

Aναδημοσίευση από ΤΑ ΝΕΑ, Πέμπτη 11/07/2019

 

 

Εκλογή της κ Ιφιγένειας Καμτσίδου στην Επιτροπή Αποτροπής των Βασανιστηρίων

To Δ.Σ. του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης» συγχαίρει το μέλος του καθ. Κ Ιφιγένεια Καμτσίδου για την εκλογή της από την Επιτροπή των Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης ως μέλους της «Επιτροπής για την Αποτροπή των Βασανιστηρίων» του Συμβουλίου της Ευρώπης (2019-2023).

Διάλογος: Είναι συνταγματικά θεμιτή η επιλογή νέας ηγεσίας της Δικαιοσύνης;

Ανταλλαγή απόψεων σχετικά με την επιλογή νέας ηγεσίας της Δικαιοσύνης (Πρόεδρος και Εισαγγελέας Αρείου Πάγου) από την Κυβέρνηση, δεδομένης της επικείμενης προκήρυξης εκλογών και η σχετική με αυτή αρμοδιότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας. Επιτρέπεται συνταγματικά ο διορισμός; Είναι δικαιοπολιτικά θεμιτός; Μπορεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να αρνηθεί την υπογραφή του σχετικού προεδρικού διατάγματος; Μπορεί να ασκηθεί αίτηση ακύρωσης κατά αυτού, σε περίπτωση που υπογραφεί;

————————————–

Αντώνης Μανιτάκης, Ομ. Καθηγητής ΑΠΘ, Καταδολίευση του Συντάγματος, Καθημερινή 28/05/2019

—————————————-

Ξενοφών Κοντιάδης, Καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου, Αντισυνταγματικός ο διορισμός της ηγεσίας δικαστηρίων, syntagmawatch 29/05/2019

—————————————-

Ευάγγελος Βενιζέλος, Καθηγητής ΑΠΘ, πρ. Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει τη θεσμική υποχρέωση να μη συμπράξει σε μεθοδεύσεις, εφημερίδα Φιλελεύθερος 31/05/2019

—————————————-

Νίκος Κ. Αλιβιζάτος, Ομ. Καθηγητής ΕΚΠΑ, Γιατί ο κ. Παυλόπουλος οφείλει να πει «όχι» και μετά τις 30 Ιουνίου, Καθημερινή 02/06/2019

———————————————-

Ακρίτας Καϊδατζής, επίκ. καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ, γενικός γραμματέας της κυβέρνησης, Σύνταγμα, νόμος και επιλογές στη Δικαιοσύνη, Εφημερίδα Συντακτών 03/06/2019

——————————————–

Ακρίτας Καϊδατζής, επίκ. καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ, Γενικός Γραμματέας της κυβέρνησης, Ο νόμος Καστανίδη και ο διορισμός με Π.Δ. «όπως νόμος ορίζει», Καθημερινή 04/06/2019

—————————————-

Σπύρος Βλαχόπουλος, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, Σύνταγμα και συνθήκες του πολιτεύματος, Καθημερινή 04/06/2019

—————————————-

Πάνος Λαζαράτος, Καθηγητής ΕΚΠΑ,
Περί της επιλογής Ανωτάτων Δικαστών από την παρούσα Κυβέρνηση
, dikastiko.gr 05/06/2019

 


Αικατερίνη Ν. Ηλιάδου, Επίκουρη Καθηγήτρια ΕΚΠΑ, Απαγορεύεται κατά το Σύνταγμα ο ορισμός της ηγεσίας της Δικαιοσύνης;,

Αμφισβητήθηκε η άποψη ότι σύμφωνα με το Σύνταγμα δεν επιτρέπεται στην Κυβέρνηση να προτείνει τα νέα μέλη της ηγεσίας των ανωτάτων Δικαστηρίων κατά το άρθρο 90 παρ. 5 Σ, επειδή μία τέτοια απαγόρευση δεν προβλέπεται ρητώς. Είναι αλήθεια ότι οι διατάξεις του Συντάγματος δεν ρυθμίζουν όλα τα ζητήματα και σίγουρα δεν τα ρυθμίζουν κατά τρόπο εξαντλητικό. Για να απαντηθούν σύνθετα ερωτήματα που ανακύπτουν, απαιτείται ερμηνεία των διατάξεων του Συντάγματος πέρα από τη γραμματική διατύπωση. Η ερμηνεία άλλωστε του Συντάγματος σημαίνει κατεξοχήν αναγωγή στις οργανωτικές βάσεις του πολιτεύματος.

Στην ουσία, οι διατάξεις του άρθρου 90 παρ. 5 Σ ρυθμίζουν μία περίπτωση συνταγματικά προβλεπόμενης διασταύρωσης των λειτουργιών, καθώς προβλέπεται ότι η Κυβέρνηση αποφασίζει αρμοδίως για την ηγεσία της Δικαιοσύνης. Η οργανωτική βάση δυνάμει της οποίας θεμελιώνεται η διασταύρωση των λειτουργιών στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι άλλη από την δημοκρατική αρχή (άρθρο 1 Σ). Όμως, όταν ο Λαός, το ανώτατο όργανο του Κράτους στη Δημοκρατία, εκφέρει σαφώς την βούλησή του, η οποία τελεί σε δυσαρμονία προς την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, τυπικά κριτήρια δεν επαρκούν για τη νομιμοποίηση κυβερνητικών αποφάσεων. Μία τέτοια κυβέρνηση, εφόσον επιβιώνει, νομιμοποιείται να διαχειρίζεται τρέχοντα ζητήματα, αλλά όχι να λαμβάνει σημαντικές αποφάσεις πολυετούς ορίζοντα. Διαφορετικά τίθεται θέμα παράβασης της ίδιας της δημοκρατικής αρχής, πολλώ δε μάλλον όταν  η ίδια η Κυβέρνηση αναγνωρίζει τη δυσαρμονία προβαίνοντας σε σχετικές δηλώσεις.

Ακόμη και εάν θεωρηθεί δυσχερής ο ορισμός του τρέχοντος ζητήματος, είναι πάντως σχετικά εύκολο να διαπιστωθεί το αντίστροφο: Η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης σίγουρα δεν είναι τρέχον ζήτημα, ακόμη και ενόψει της λήξης των θητειών, επειδή η έννομη τάξη προβλέπει απλές διαδικασίες αναπλήρωσης, οι οποίες είναι γνωστές και ανέκαθεν εφαρμόζονται.

——————————————–

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης ΕΑΠ,

Κυβέρνηση τρεχουσών υποθέσεων, Πρώτο Θέμα 09/06/2019

 

Κυβέρνηση τρεχουσών υποθέσεων

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης ΕΑΠ

Η δήλωση του Πρωθυπουργού το βράδυ της 26ης Μαΐου, μετά την ήττα του κυβερνώντος κόμματος στις ευρωεκλογές, ότι θα ζητήσει από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας «την άμεση προκήρυξη εθνικών εκλογών», δεν είναι ένα γεγονός χωρίς νομική σημασία. Διότι, με τη δήλωση αυτή του Πρωθυπουργού, η χώρα εισήλθε ατύπως σε προεκλογική περίοδο, η οποία επισήμως θα ανοίξει με την υπογραφή από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, του διατάγματος για τη διάλυση της Βουλής, την προκήρυξη βουλευτικών εκλογών και τη σύγκληση της νέας Βουλής. Από την 27η Μαΐου βρισκόμαστε λοιπόν σε μια μεταβατική περίοδο –από τη μια Βουλή στην άλλη–, κατά την οποία η Κυβέρνηση που ανήγγειλε ήδη την πρόθεσή της να ζητήσει την έκτακτη διάλυση της Βουλής κατά το άρθρο 41 § 2 Συντ. και θα είναι με βάση το άρθρο αυτό η Κυβέρνηση διεξαγωγής των εκλογών, μετασχηματίζεται σε μια «Κυβέρνηση τρεχουσών υποθέσεων» με μειωμένες πολιτικές αρμοδιότητες. Τούτο ισχύει άλλωστε για κάθε Κυβέρνηση διεξαγωγής εκλογών, ανεξάρτητα από το αν διαθέτει ή όχι την εμπιστοσύνη της υπό διάλυση Βουλής, διότι το κύριο διακριτικό γνώρισμα της «Κυβέρνησης τρεχουσών υποθέσεων» είναι ο προσωρινός της χαρακτήρας, εν όψει της ανάδειξης νέας Κυβέρνησης από τις επικείμενες βουλευτικές εκλογές. Ο θεσμός της «Κυβέρνησης τρεχουσών υποθέσεων» δημιουργήθηκε στα κοινοβουλευτικά Κράτη ως μια «συνθήκη του πολιτεύματος» (πρβλ. Σπ. Βλαχόπουλος, Η Καθημερινή, 4.6.2019) ή ως έκφραση «συνταγματικής ορθότητας», δηλαδή ενός fair play στη συνταγματική ζωή. Βρίσκεται όμως σε άμεση σχέση και με θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές, ιδίως με την αρχή της περιοδικότητας των εκλογών και της αντιστρεψιμότητας των πολιτικών αποφάσεων μέσω της εναλλαγής των κυβερνώντων (βλ. άρθρα 1 και 53 § 1 Συντ.),καθώς και με την αρχή της ελεύθερης και ανόθευτης εκδήλωσης της λαϊκής θέλησης (βλ. άρθρο 52 Συντ.). Συνεπώς, οποιαδήποτε νομική πράξη της Κυβέρνησης διεξαγωγής των εκλογών, η οποία δεν εμπίπτει στην έννοια των «τρεχουσών υποθέσεων», δεν είναι απλώς ηθικοπολιτικά αξιόμεμπτη, αλλά και συνταγματικά ελέγξιμη λόγω αναρμοδιότητας ή κατάχρησης εξουσίας.

Τι δεν αποτελεί «τρέχουσα υπόθεση» και εκφεύγει συνεπώς των αρμοδιοτήτων της Κυβέρνησης διεξαγωγής των εκλογών, δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί εκ των προτέρων, αφού η τελική αξιολόγηση προϋποθέτει κατά κανόνα μια συνταγματική στάθμιση. Και σίγουρα είναι πιο περίπλοκο στα κράτη-μέλη της ΕΕ απ’ ό,τι στα παλαιά εθνικά κράτη. Ωστόσο, είναι αναμφίβολο, ότι δεν αποτελεί «τρέχουσα υπόθεση» μια νομοθετική παρέμβαση ή μια διοικητική πράξη που αποσκοπεί σε προσωπικές ή συλλογικές εξυπηρετήσεις για την απόσπαση της ψήφου των εκλογέων. Στην περίπτωση αυτήν υπάρχει ευθεία αντίθεση με το άρθρο 52 Συντ., αρκεί βεβαίως να υπάρξει ένα δικαστήριο που θα προβεί σε έλεγχο συνταγματικότητας με βάση το άρθρο αυτό. Μάλλον απλά είναι τα πράγματα και στην περίπτωση των προαγωγών στις θέσεις των προέδρων και αντιπροέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Δεδομένου ότι η τελική επιλογή του Υπουργικού Συμβουλίου έχει κατά βάση πολιτικό χαρακτήρα, δεν επιτρέπεται να ληφθεί από μια Κυβέρνηση διεξαγωγής εκλογών, όπως είναι η παρούσα Κυβέρνηση από την 27η Μαΐου και μετά. Εξάλλου, αφού οι θέσεις θα κενωθούν από την 30ή Ιουνίου, δεν μπορεί να υπάρξει υπογραφή του προεδρικού διατάγματος πριν από την παρέλευση της ημέρας αυτής. Επίσης, είναι αυτονόητο, τουλάχιστον για τους συνταγματολόγους (βλ. τις σχετικές παρεμβάσεις των Αντ. Μανιτάκη, Ν. Αλιβιζάτου, Ξ. Κοντιάδη και άλλων), ότι δεν είναι δυνατή η υπογραφή του προεδρικού διατάγματος μετά τη διάλυση της Βουλής και πριν τη διεξαγωγή των εκλογών, αφού η οριστικοποίηση του διορισμού προϋποθέτει ενεργό σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Κυβέρνησης και Βουλής, η οποία στην προκειμένη περίπτωση έχει διακοπεί. Η διαφορετική ρύθμιση που προβλέπει ο ν. 3841/2010 αγνοεί πλήρως τη διάσταση αυτή.

Εφημερίδα “Πρώτο Θέμα”, Κυριακή 9 Ιουνίου 2019

Η κυβέρνηση διενέργειας των πρόωρων εκλογών

Θανάσης Γ. Ξηρός, Δ.Ν.-Δικηγόρος, Διδάσκων ΕΑΠ

 Ι.

Μετά τον δεύτερο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών ο πρωθυπουργός θα επισκεφθεί τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για να ζητήσει την άμεση προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία. Έτσι, για ακόμη φορά, δέκατη κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο, πρόωρες εκλογές θα προκηρυχθούν με κυβερνητική πρωτοβουλία. Η διάλυση της Βουλής, όταν την προκαλεί η κυβέρνηση, είναι αιτιώδης ή αναιτιώδης, ερείδεται, ρητά ή ερμηνευτικά, στο Σύνταγμα και έχει ως δηλωμένο στόχο της την ανανέωση της λαϊκής εντολής.

 

ΙΙ.   

Η εξάρτηση της κυβέρνησης από την τεκμαιρόμενη (δεδηλωμένη) ή την εκφρασμένη εμπιστοσύνη της Βουλής είναι, ταυτόχρονα, βασικός κανόνας του εξελιγμένου κοινοβουλευτικού συστήματος και συστατικό στοιχείο της ομότιτλης θεμελιώδους αρχής. Η λήψη και η διατήρησή της (εμπιστοσύνης) αποτελούν αναγκαίους όρους για την άσκηση κυβερνητικών καθηκόντων. Εξάλλου, η απώλειά της, με μια από τις συνταγματικά καθορισμένες διαδικασίες, επιφέρει ως νομική κύρωση την παραίτηση.

Δεν αποκλείεται πάντως ο πρωθυπουργός να παραιτηθεί, ενώ εξακολουθεί να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής. Εάν διαθέτει μονοκομματική αυτοδυναμία, η πρωτοβουλία του προκαλεί τη λεγόμενη αναιτιώδη διάλυσή της (άρθρα 37 και 38 Συντ.). Με τις πρόωρες εκλογές επιδιώκονται, ιδίως πολιτικά, οφέλη και τη διενέργειά τους αναλαμβάνει εκλογική, οικουμενική ή υπηρεσιακή, κυβέρνηση. Όταν όμως η εμπιστοσύνη υπήρξε αποτέλεσμα συνεργασίας, η παραίτηση αποτρέπει μεν ανακατατάξεις στο εσωτερικό του κυβερνητικού συνασπισμού, αλλά ο συσχετισμός των πολιτικών δυνάμεων επιβάλλει, καταρχήν, την αναζήτηση νέου βιώσιμου σχήματος. Συνεπώς, οι εκλογές δεν αποτελούν συνταγματικά τη μοναδική αλλά την έσχατη μεταξύ περισσοτέρων επιλογή.

 

ΙΙΙ

 

Η αιτιώδης διάλυση της Βουλής ρυθμίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 41 Συντ. Με την πρότασή της η κυβέρνηση αποβλέπει στην ανανέωση της λαϊκής εντολής, προκειμένου να αντιμετωπιστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας. Τέτοια θεωρούνται, προνομιακά, τα θέματα εξωτερικής, ευρωπαϊκής ή διεθνούς, πολιτικής. Μπορεί, επίσης, να είναι, κατ’ εξαίρεση, εκείνα της εσωτερικής πολιτικής, αρκεί να απασχολούν, εντόνως, τους πολίτες.

Εάν η προτείνουσα κυβέρνηση έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ενεργεί στο πλαίσιο δέσμιας αρμοδιότητας. Δηλαδή, υποχρεούται να αποδεχθεί την πρόταση και, άνευ ετέρου, να διαλύσει τη Βουλή. Η ευθύνη διενέργειας των πρόωρων εκλογών ανατίθεται στη θητεύουσα κυβέρνηση με μοναδική μεταβολή στη σύνθεσή της την αντικατάσταση του Υπουργού Εσωτερικών από εξωκοινοβουλευτικό, μη πολιτικό, πρόσωπο ευρύτερης αποδοχής.

 

ΙV

 

Όταν ο πρωθυπουργός συναντήσει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τις επόμενες ημέρες, η κυβέρνησή του θα συνεχίζει να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής. Ωστόσο, δεν έχει εξασφαλιστεί ως αποτέλεσμα μονοκομματικής αυτοδυναμίας, καθώς την κυβερνητική πλειοψηφία απαρτίζουν σύσσωμη η κοινοβουλευτική ομάδα του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και ανεξάρτητοι βουλευτές. Η προσφυγή σε πρόωρες εκλογές, θα προκύψει με κυβερνητική πρωτοβουλία και για την εκδήλωσή της προσφέρονται, εναλλακτικά, δύο επιλογές.

Η πρωτόγνωρα ευρεία απόσταση από το νικητή των Ευρωπαϊκών εκλογών δεν επιβάλλει συνταγματικά την παραίτηση της κυβέρνησης. Αν και η υποβολή της πιθανολογείται με βεβαιότητα ότι θα καταλήξει σε εκλογές, δεν επιφέρει άμεσα τη διάλυση της Βουλής. Υπό τον υφιστάμενο συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων προηγείται η διαδικασία των διερευνητικών εντολών. Ακόμη και εάν οι τρεις διαδοχικοί αποδέκτες τους τις αρνηθούν ή δεν εξαντλήσουν την τριήμερη ισχύ τους και, εντέλει, καταστούν ατελέσφορες, την ευθύνη διενέργειας των πρόωρων εκλογών θα αναλάβει οικουμενική ή, το πιθανότερο, υπηρεσιακή εκλογική κυβέρνηση.

Ο πρωθυπουργός αναμένεται πάντως να προκρίνει η κυβέρνησή του να διενεργήσει τις πρόωρες εκλογές. Έτσι, θα υποχρεωθεί να συνδέσει το αίτημα διάλυσης της Βουλής για την ανανέωση της λαϊκής εντολής με την αντιμετώπιση εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας. Στη διανυόμενη πολιτική συγκυρία η αναζήτησή του αποδεικνύεται εξόχως δυσχερής. Θέματα εξωτερικής πολιτικής δεν φαίνεται να υπάρχουν και πάντως δεν διατίθενται, ανεξόδως, προς επίκληση, ενώ τα ελάχιστα εσωτερικής πολιτικής εκτιμάται ότι θα βρεθούν στο επίκεντρο της προεκλογικής αντιπαράθεσης και ως τέτοια είναι αμφίβολο, εάν επιτρέπεται να θεωρηθούν εξαιρετικής σημασίας κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 41 Συντ.

Ανεξαρτήτως του εθνικού θέματος που θα προκριθεί, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αδυνατεί συνταγματικά να ελέγξει τη συνδρομή του, οφείλει όμως να εγγυηθεί, έστω και ατύπως, ότι είναι, κατ’ ελάχιστο, εξαιρετικής σημασίας. Εξάλλου, τα κόμματα της αντιπολίτευσης μπορεί να μην συμμετέχουν τυπικά στη διαδικασία της αιτιώδους διάλυσης της Βουλής, η, εν γένει, συμβολή τους στην ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος τους επιβάλλει θεσμικά να μεριμνήσουν για τα στοιχειώδη της (διαδικασίας). Πιθανολογείται πάντως ότι οι πολιτικές επιλογές τους, προπάντων δε η προεξοφλημένη επικράτηση στις εθνικές εκλογές του νικητή των Ευρωπαϊκών θα επιτρέψουν μια ακόμη φορά στο σκοπό, την προκήρυξή τους, να αγιάσει τα μέσα για την επίτευξή του.

 Αναδημοσίευση από: Καθημερινή, Πέμπτη 30 Μαΐου 2019, σ. 3

                                                     

 

 

Γιατί δεν μπορεί να γίνει η επιλογή διαδόχων

Νίκος Αλιβιζάτος, Ομότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

“Μετά την αναγγελία από τον πρωθυπουργό, το βράδυ των ευρωεκλογών, της πρόθεσής του να ζητήσει από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας την επίσπευση των προσεχών βουλευτικών εκλογών, πιστεύω ότι η σημερινή κυβέρνηση δεν μπορεί να ασκήσει την ανωτέρω αρμοδιότητα”

Μπορεί κατά το Σύνταγμα η σημερινή κυβέρνηση να επισπεύσει την επιλογή των διαδόχων του κ. Βασιλείου Πέππα και της κ. Ξένης Δημητρίου, προέδρου και εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αντιστοίχως; Ή μήπως την αρμοδιότητα αυτή θα πρέπει να την ασκήσει η κυβέρνηση που θα αναδειχθεί από τις εκλογές της 30ής Ιουνίου; (Το ερώτημα αυτό, σημειωτέον, ισχύει και για την πλήρωση των κενών θέσεων των αντιπροέδρων των τριών ανώτατων δικαστηρίων).

Το ζήτημα αυτό είναι από τη φύση του πολύ λεπτό, γιατί αφορά τη σχέση εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας. Το ίδιο το Σύνταγμα του αφιερώνει δύο λεπτομερείς διατάξεις:

Από τη μια μεριά, η παρ. 5 του άρθρου 88 του Συντάγματος δεν αρκείται να καθορίσει το 67ο έτος ως όριο ηλικίας για την αποχώρηση όλων των δικαστικών λειτουργών, από ένα βαθμό και πάνω, λόγω συνταξιοδοτήσεως. Διευκρινίζει το ίδιο αμέσως μετά ότι, για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, «θεωρείται σε κάθε περίπτωση ως ημέρα που συμπληρώνεται το όριο αυτό η 30ή Ιουνίου τους έτους της αποχώρησης του δικαστικού λειτουργού».

Από την άλλη, η παρ. 5 του άρθρου 90 του Συντάγματος ορίζει ότι η προαγωγή των προέδρων και των αντιπροέδρων των ανώτατων δικαστηρίων, καθώς και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενεργείται με προεδρικό διάταγμα «ύστερα από πρόταση του υπουργικού συμβουλίου, με επιλογή μεταξύ των μελών» τους. Τη σχετική εισήγηση, όπως ορίζει ο νόμος, την κάνει ο υπουργός Δικαιοσύνης.

Εξ όσων γνωρίζω, μέχρι την προαγωγή της κ. Βασιλικής Θάνου ως προέδρου του Αρείου Πάγου από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, τον Ιούνιο του 2015, καμιά κυβέρνηση δεν είχε προβεί στην επιλογή των ανωτέρω, πριν από τη λήξη της θητείας των αποχωρούντων, δηλαδή πριν από τις 30 Ιουνίου. Είχε θεωρηθεί, με άλλα λόγια, ότι η εκάστοτε κυβέρνηση καθίστατο κατά χρόνο αρμόδια για την άσκηση της κρίσιμης αυτής αρμοδιότητας, μόλις κενωθούν οι προς πλήρωση θέσεις, δηλαδή από την 1η Ιουλίου κάθε έτους. Εκτός, βέβαια, αν η θητεία των αποχωρούντων είχε λήξει πρόωρα λόγο παραιτήσεως, εκλείψεως κ.λπ. Επομένως, στο ερώτημα που τέθηκε παραπάνω, το γράμμα του Συντάγματος δίνει αρνητική κατ’ αρχάς απάντηση. (Αυτό πολύ περισσότερο ισχύει και για την περίπτωση της «συνεννοημένης» παραίτησης, την οποία, ούτως ή άλλως, δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι θα μπορούσαν να υποβάλουν ανώτατοι δικαστές στο τέλος της θητείας τους, με κίνδυνο να αμαυρώσουν αναδρομικά τη σταδιοδρομία τους).

Τα ανωτέρω, εν τούτοις, ισχύουν πολύ περισσότερο για την επιλογή των διαδόχων του σημερινού προέδρου και της σημερινής εισαγγελέως του Αρείου Πάγου. Και τούτο για έναν πρόσθετο λόγο κεφαλαιώδους κατά τη γνώμη μου σημασίας: Μετά την αναγγελία από τον πρωθυπουργό, το βράδυ των ευρωεκλογών, της πρόθεσής του να ζητήσει από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας την επίσπευση των προσεχών βουλευτικών εκλογών, πιστεύω ότι η σημερινή κυβέρνηση δεν μπορεί να ασκήσει την ανωτέρω αρμοδιότητα, ακόμη και αν θεωρούνταν ότι, παρά τα όσα εξέθεσα προηγουμένως, δεν θα εμποδιζόταν νομικά να το κάνει. Και τούτο διότι, από το βράδυ της 26ης Μαΐου, η αποστολή της σημερινής κυβέρνησης έχει περιοριστεί στη «διαχείριση, όπως θα έλεγαν οι παλαιότεροι, των τρεχουσών υποθέσεων». Δεν μπορεί με άλλα λόγια η κυβέρνηση Τσίπρα να αναλάβει πρωτοβουλίες και να ασκήσει αρμοδιότητες που δεν εμπίπτουν στη βέλτιστη δυνατή προετοιμασία των εκλογών που η ίδια εξήγγειλε και στην ομαλή διεκπεραίωση των νομοθετικά προβλεπόμενων και των ανειλημμένων υποχρεώσεών της. Oπως δεν μπορεί, λοιπόν, να υπογράψει μια μεγάλη σύμβαση που θα δέσμευε ουσιωδώς τις επιλογές των διαδόχων της, –τέτοια θα ήταν για παράδειγμα η προμήθεια των F-35– το ίδιο δεν θα μπορούσε να κάνει, επιλέγοντας την ηγεσία της Δικαιοσύνης για τα επόμενα χρόνια.

Το επιχείρημα αυτό δεν στηρίζεται μόνο στην άγραφη συνταγματική δεοντολογία όλων των θεσμικά ώριμων χωρών. Είναι απόρροια και μιας σπουδαίας ερμηνευτικής αρχής, σύμφωνα με την οποία οι εξαιρέσεις από τους μείζονες συνταγματικούς κανόνες και από τις θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές πρέπει να ερμηνεύονται στενά. Εν προκειμένω, πίσω από το συζητούμενο ζήτημα βρίσκεται η αρχή της διάκρισης των εξουσιών (άρθρο 26 Σ.), απόκλιση από την οποία είναι η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από την εκάστοτε δημοκρατικά εκλεγμένη –και άρα νομιμοποιημένη– κυβέρνηση. Πρόκειται για μία από τις λιγοστές περιπτώσεις «διασταύρωσης» των εξουσιών, τις οποίες το ίδιο το Σύνταγμα προβλέπει και που δεν είναι βέβαια της στιγμής να δούμε αν είναι ορθή ή όχι. Ποια είναι όμως αυτή η κυβέρνηση; Η απάντηση είναι αναντίλεκτη: αυτή η οποία προέρχεται από τη νωπότερη έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας. Διότι διαφορετικά, παρά τη μεσολάβηση εκλογών, η ίδια κυβέρνηση θα μπορούσε να επιλέξει την ηγεσία της Δικαιοσύνης για τα επόμενα 5, 8 ή και 10 χρόνια.

Oταν, λοιπόν, μια τέτοια κυβέρνηση αναμένεται να αναδειχθεί στις 30 Ιουνίου –ή οποτεδήποτε άλλοτε διεξαχθούν οι αναγγελθείσες από τον πρωθυπουργό για το άμεσο μέλλον εκλογές– πιστεύω ότι θα ήταν αντίθετο όχι μόνο προς το πνεύμα αλλά και προς το γράμμα του Συντάγματος αν η σημερινή κυβέρνηση, ως «οιονεί υπηρεσιακή», επέσπευδε να επιλέξει τον επόμενο πρόεδρο και τον επόμενο εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.

Αναδημοσίευση από την

 

Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ,

 

Πρόταση εμπιστοσύνης εναντίον πρότασης ατομικής δυσπιστίας

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης ΕΑΠ
  1. Το ισχύον ελληνικό Σύνταγμα προβλέπει ρητά τη δυνατότητα υποβολής πρότασης δυσπιστίας από τη Βουλή όχι μόνο κατά της Κυβέρνησης στο σύνολό της αλλά και κατά μεμονωμένου Υπουργού για πράξεις ή παραλείψεις της αρμοδιότητάς του ή τον εν γένει τρόπο διαχείρισης του λειτουργήματός του (άρθρο 84 § 2 Συντ.). Τυχόν αποδοχή της από τη Βουλή συνεπάγεται νομική υποχρέωση του αποδοκιμασθέντος Υπουργού προς παραίτηση, κατ’ αντιστοιχία προς την υποχρέωση παραίτησης ολόκληρης της Κυβέρνησης σε περίπτωση αποδοχής από τη Βουλή πρότασης δυσπιστίας που στρέφεται συνολικά εναντίον της. Για τον λόγο αυτόν είναι ίδιες οι διαδικαστικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την υποβολή των δύο αυτών προτάσεων και ίδια η απαιτούμενη πλειοψηφία για την υπερψήφισή τους. Έτσι, υπό το ισχύον Σύνταγμα, η σύνθεση του Υπουργικού Συμβουλίου μπορεί να τροποποιηθεί όχι μόνο με απόφαση του Πρωθυπουργού, ο οποίος έχει ανά πάσα στιγμή δικαίωμα αντικατάστασης οποιουδήποτε Υπουργού ή εξαναγκασμού του σε παραίτηση, αλλά και με απόφαση της Βουλής.
  2. Η πρόταση ατομικής δυσπιστίας αποτελεί ένα σταθερό στοιχείο του ελληνικού συνταγματικού δικαίου. Πρωτοεισήχθη με το Σύνταγμα του 1927 (άρθρο 89 εδ. β΄), κατά το πρότυπο του Συντάγματος της Βαϊμάρης (άρθρο 54), και με την ίδια πανομοιότυπη διατύπωση εμφανίζεται τόσο στο Σύνταγμα του 1952 (άρθρο 78 εδ. δ΄) όσο και στο Σύνταγμα του 1975 (άρθρο 84 § 2). Το στοιχείο αυτό πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα, γιατί ο θεσμός της πρότασης ατομικής δυσπιστίας δεν απαντάται σε όλα τα κοινοβουλευτικά Συντάγματα ούτε θεωρείται αυτονόητη η δυνατότητα εισαγωγής του, με ρυθμίσεις των Κανονισμών των αντιπροσωπευτικών σωμάτων, αν δεν υπάρχει ρητή συνταγματική πρόβλεψή του. Μάλιστα, αν δεν υπήρχε το άρθρο 84 § 2 Συντ., δεν θα ήταν δυνατή η θεμελίωσή του στο άρθρο 85 Συντ., το οποίο καθιερώνει την ατομική ευθύνη των Υπουργών, «σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων για την ευθύνη των Υπουργών», διατύπωση που φαίνεται να αναφέρεται μόνο στην ποινική και αστική ευθύνη των Υπουργών. Σε κάθε περίπτωση, η αυτοτελής συνταγματική κατοχύρωση του θεσμού της ατομικής πρότασης δυσπιστίας στο άρθρο 84 § 2 Συντ., εμποδίζει την απορρόφησή του από άλλους θεσμούς που αφορούν τη σχέση μεταξύ Κυβέρνησης και Βουλής, εξ ορισμού από το τον θεσμό της πρότασης δυσπιστίας κατά της Κυβέρνησης στο σύνολό της, αλλά και από τον θεσμό της «επιβεβαιωτικής» πρότασης εμπιστοσύνης, την οποία οποτεδήποτε μπορεί να υποβάλλει η Κυβέρνηση που έχει λάβει αρχική ψήφο εμπιστοσύνης (άρθρο 84 § 1 Συντ.). Η ratio της ατομικής πρότασης δυσπιστίας είναι διαφορετική από εκείνη της «επιβεβαιωτικής» πρότασης εμπιστοσύνης. Η υποβολή ατομικής πρότασης δυσπιστίας αποτελεί το πιο δραστικό μέσο κοινοβουλευτικού ελέγχου κατά ενός μεμονωμένου Υπουργού με σκοπό την αποδοκιμασία του από τη Βουλή και τον νομικό εξαναγκασμό του σε παραίτηση από το αξίωμά του. Η πρόταση της Κυβέρνησης για ανανέωση της κοινοβουλευτικής εμπιστοσύνης προς αυτήν, δεν συνδέεται με τον κοινοβουλευτικό έλεγχο, αλλά αποσκοπεί κατά κανόνα στην επιβεβαίωση της ύπαρξης και της συνοχής της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Στην πρώτη περίπτωση υπάρχει καταλογισμός πολιτικής ευθύνης σε μέλος της Κυβέρνησης από την αντιπολίτευση, στη δεύτερη διεκδίκηση πολιτικής ευθύνης από την ίδια την Κυβέρνηση, δηλαδή επιβεβαίωση της πολιτικής και της συνταγματικής της εξουσίας, ως μέσο αντιπερισπασμού στην οξεία κριτική της αντιπολίτευσης ή για την αντιμετώπιση ενός κρίσιμου πολιτικού θέματος ή απλώς για λόγους πολιτικής επικοινωνίας. Δεν νοείται λοιπόν συναίρεση των δύο αυτών διαδικασιών, η οποία άλλωστε δεν προβλέπεται ούτε από τον Κανονισμό της Βουλής. Διότι, αν τυχόν γινόταν δεκτό κάτι τέτοιο, η Κυβέρνηση θα μπορούσε να αχρηστεύει, κατά βούληση, οποιαδήποτε πρόταση δυσπιστίας ad personam, ζητώντας από τη Βουλή την ανανέωση της κοινοβουλευτικής εμπιστοσύνης σε ολόκληρη την Κυβέρνηση.
  3. Ο Πρωθυπουργός έχει βέβαια πάντοτε τη δυνατότητα να μετατρέψει άτυπα την ατομική πρόταση δυσπιστίας σε πρόταση δυσπιστίας κατά ολόκληρης της Κυβέρνησης, εξαρτώντας την ύπαρξη της Κυβέρνησης από την απόρριψη από τη Βουλή της πρότασης δυσπιστίας κατά μεμονωμένου Υπουργού. Στην περίπτωση αυτήν η συνταγματική δεοντολογία επιβάλλει την υποβολή παραίτησης ολόκληρης της Κυβέρνησης, αν τυχόν γίνει αποδεκτή από τη Βουλή η πρόταση ατομικής δυσπιστίας. Τυπικά νομική υποχρέωση παραίτησης της Κυβέρνησης δεν υπάρχει, είναι όμως σχεδόν πολιτικά αδύνατον για τον Πρωθυπουργό να πράξει διαφορετικά. Ο Πρωθυπουργός έχει επίσης τη δυνατότητα, αμέσως μετά την υποβολή ατομικής πρότασης δυσπιστίας, να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής προς την Κυβέρνηση. Στην περίπτωση αυτήν είναι εύλογο να δεχθούμε ότι θα πρέπει να προηγηθεί χρονικά η συζήτηση για την ψήφο εμπιστοσύνης, αφού, αν δεν γίνει δεκτή η πρόταση εμπιστοσύνης, υπάρχει υποχρέωση παραίτησης ολόκληρης της Κυβέρνησης. Αν όμως εγκριθεί η πρόταση εμπιστοσύνης, θα πρέπει στη συνέχεια να διεξαχθεί η συζήτηση για την ατομική πρόταση δυσπιστίας, αφού ο χρονικός περιορισμός του εξαμήνου κατά το άρθρο 84 § 2 εδ. β΄ Συντ. ισχύει μόνον στην περίπτωση απόρριψης προηγούμενης πρότασης δυσπιστίας.
  1. Το άρθρο 84 § 2 Συντ. δεν διακρίνει μεταξύ των μελών της Κυβέρνησης κατά των οποίων μπορεί να υποβληθεί πρόταση δυσπιστίας. Δεν νοείται όμως ατομική πρόταση δυσπιστίας κατά του Πρωθυπουργού, αφού η τυχόν αποδοκιμασία του Πρωθυπουργού συνεπάγεται υποχρέωση παραίτησης ολόκληρης της Κυβέρνησης. Αντίθετα, μπορεί να υποβληθεί ατομική πρόταση δυσπιστίας κατά του Υπουργού Οικονομικών, έστω και αν η οικονομική πολιτική της Κυβέρνησης αποτελεί θέμα που κατ’ εξοχήν ανάγεται στην γενική πολιτική της Χώρας κατά το άρθρο 82 Συντ., για την οποία υπάρχει συλλογική πολιτική ευθύνη του Πρωθυπουργού και όλων των Υπουργών. Συνεπώς, ούτε στην περίπτωση αυτήν είναι συνταγματικώς επιτρεπτή η μετατροπή της ατομικής πρότασης δυσπιστίας σε ζήτημα εμπιστοσύνης προς την Κυβέρνηση, όπως έγινε τον Ιούνιο του 2005, όταν ο τότε Πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής ζήτησε ψήφο εμπιστοσύνης αμέσως μετά την υποβολή από το ΠΑΣΟΚ πρότασης δυσπιστίας κατά του τότε Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών Γ. Αλογοσκούφη. Ο τότε πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Γ. Παπανδρέου δεν έθεσε ζήτημα συνταγματικότητας και μάλλον αποδέχτηκε ευχαρίστως τη διεξαγωγή συζήτησης για την πρόταση εμπιστοσύνης. Αλλά και η αντίδραση της Νέας Δημοκρατίας στην μετατροπή από τον Πρωθυπουργό της πρότασης δυσπιστίας κατά του Αναπληρωτή Υπουργού Υγείας Π. Πολάκη, για ένα θέμα μάλιστα που αφορούσε μόνον τον ίδιο προσωπικά, σε πρόταση εμπιστοσύνης προς την Κυβέρνηση, δεν ήταν ιδιαίτερα έντονη.

Τείνει λοιπόν να δημιουργηθεί ένα κοινοβουλευτικό «προηγούμενο» το οποίο όμως δεν είναι απλώς αντίθετο με το κοινοβουλευτικό δίκαιο, δηλαδή το δίκαιο του Κανονισμού της Βουλής, αλλά και με το συνταγματικό δίκαιο.

Ασυλίες και πολιτικό σύστημα

Νίκος Παπασπύρου, Επίκουρος Καθηγητής, Νομική Σχολή, ΕΚΠΑ.

Το Σύνταγμα ορίζει ότι μόνο η Βουλή έχει την αρμοδιότητα να ασκεί δίωξη κατά Υπουργών για αδικήματα «που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους» (86 παρ. 1). Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η διάταξη αφορά μόνο στα αδικήματα που φέρεται ότι τελέστηκαν κατά την άσκηση υπουργικών καθηκόντων. Έτσι, για παράδειγμα, έχει κριθεί ότι η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες αρμοδιότητες δεν σχετίζεται με την άσκηση υπουργικών καθηκόντων. Για μία τέτοια κατηγορία, η δικαιοσύνη δεν χρειάζεται ούτε καν άδεια από τη Βουλή. Προχωρά μόνη της.

Υπάρχει ωστόσο μία εξαίρεση. Εάν ο Υπουργός είναι και βουλευτής, δεν μπορεί να διωχθεί ή να περιορισθεί παρά μόνο με την άδεια της Βουλής. Επομένως, εάν δεν πρόκειται για υπουργικό αδίκημα, η δικαιοσύνη μπορεί να προχωρήσει η ίδια σε δίωξη κατόπιν όμως άρσης της βουλευτικής ασυλίας.

Ποιό είναι εδώ το πρόβλημα; Η Βουλή, επειδή έχει αποκλειστική αρμοδιότητα για τα υπουργικά αδικήματα, μπορεί να διακρατήσει υπόθεση που έχει εισαχθεί με τη διαδικασία της βουλευτικής ασυλίας, θεωρώντας ότι πρόκειται για αδίκημα σχετιζόμενο με την άσκηση των υπουργικών καθηκόντων. Αυτό δημιουργεί έναν κίνδυνο: Η εκάστοτε Βουλή να ερμηνεύει την έννοια είτε με ευρύτητα, ώστε τα πάντα να εμπίπτουν στα υπουργικά καθήκοντα, είτε επιλεκτικά.

Ποιά είναι η λύση; Στην αναθεώρηση του συντάγματος μπορεί να αναθεωρηθεί τόσο το άρθρο 62 που αφορά στις βουλευτικές ασυλίες, όσο και το άρθρο 86 παρ. 3 που αφορά στη διαδικασία άσκησης δίωξης κατά Υπουργού. Στην περίπτωση της βουλευτικής ασυλίας τα πράγματα είναι απλούστερα, διότι η διαδικασία ξεκινά με «αίτηση του εισαγγελέα για δίωξη» (62). Στην περίπτωση των υπουργικών αδικημάτων, το Σύνταγμα προβλέπει ότι, εάν υπάρξουν στοιχεία, αυτά αποστέλλονται στη Βουλή αμελλητί. Μόνο η Βουλή μπορεί να αποφασίσει δίωξη, προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση (86 παρ. 1-2). Αυτές οι διατάξεις του άρθρου 86 δεν έχουν κριθεί αναθεωρητέες και άρα δεν μπορούν να αλλάξουν. Μπορεί όμως να προβλεφθεί παρεμβολή της δικαιοσύνης στην αξιολόγηση των στοιχείων, εάν π.χ. αυτά συνιστούν αδίκημα που τελείται κατά την άσκηση υπουργικών καθηκόντων. Αυτό π.χ. θα έλυνε το ζήτημα που ανακύπτει εάν μία υπόθεση έχει εισαχθεί με τη διαδικασία της βουλευτικής ασυλίας, ενώ πρόκειται για υπουργικό αδίκημα. Επίσης μπορεί να προβλεφθεί ότι εάν η Βουλή αποφασίσει τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, αυτή θα διενεργείται από τη δικαιοσύνη (υπό αυξημένες βεβαίως εγγυήσεις) και όχι από κοινοβουλευτική επιτροπή.

Η τρέχουσα συζήτηση δείχνει νομίζω ότι η αναθεώρηση πρέπει να ασχοληθεί διεξοδικότερα με τις λεπτομέρειες των άρθρων 62 και 86. Μόνο έτσι θα έχουμε κάνει ένα σημαντικό βήμα για την ενίσχυση της αξιοπιστίας του πολιτικού μας συστήματος.

 

Aναδημοσίευση από την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 19 Απριλίου 2019