Call for papers
The populist transformation of constitutional law:
Populist constitutionalism and democratic representation
International Conference,Thessaloniki,7-8 May 2021
Deadline: 25/01/2021
Please find attached the call for papers
Call for papers
The populist transformation of constitutional law:
Populist constitutionalism and democratic representation
International Conference,Thessaloniki,7-8 May 2021
Deadline: 25/01/2021
Please find attached the call for papers
Σήμερα είναι μία σπουδαία μέρα για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Στις 10 Δεκεμβρίου του 1948 υπογράφηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στο Παρίσι η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ένα κείμενο με βαρύ ιστορικό και συμβολικό φορτίο για όλη την ανθρωπότητα που συνιστά την εμβληματική αφετηρία της μεταπολεμικής «εποχής των δικαιωμάτων». Στην ευγενή έκκληση του συντάκτη της, René Cassin, «να προστατέψουμε τον άνθρωπο και όλα του τα δικαιώματα», συνοψίζεται η έγερση της ανθρώπινης συνείδησης έναντι της ναζιστικής θηριωδίας και το υψηλό ιδανικό στο οποίο απαντά η Διακήρυξη. Οι γενικές αρχές της, η ελευθερία, η ισότητα και, κυρίως, η αξιοπρέπεια του ανθρώπου, σύμφυτη με την ανθρώπινη ιδιότητα, εξαγγέλλουν τη σύγχρονη και καθολική εμβέλεια των δικαιωμάτων μας. Τα δικαιώματα γίνονται πανηγυρικά κτήμα ολόκληρης της ανθρωπότητας και του καθένα και της καθεμιάς ξεχωριστά. Δεν γνωρίζουν διακρίσεις, ούτε σύνορα εθνικά. Το 1948, το διεθνές δίκαιο παύει να αποτελεί μόνο το δίκαιο των Κρατών. Είναι πια το δίκαιο και των ανθρώπων.
Στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, τα δικαιώματα βρέθηκαν στην αιχμή του συνταγματισμού και σηματοδότησαν την κατοχύρωση του Κράτους Δικαίου στον αναπτυγμένο κόσμο. Στους αφηρημένους τους κανόνες θεμελιώθηκαν, όχι μόνον νομικά, αλλά και ηθικά, με την πρόσληψη του προσώπου ως σκοπού, οι επαναστατικές διεκδικήσεις της εποχής μας. Στο όνομά τους έλαβαν τέλος η αποικιοκρατία και το απαρτχάιντ, αναδείχθηκε η ιερότητα της ανθρώπινης ζωής και ενισχύθηκε η ισότητα των φύλων, η προστασία όλων μας από κάθε μορφή ταυτοτικής διάκρισης. Τα ανθρώπινα δικαιώματα εμπλούτισαν τη δημοκρατία και θωράκισαν τις μειονότητες απέναντι στην πλειοψηφία. Λειτούργησαν, ακόμη, στο πεδίο των κοινωνικών δικαιωμάτων, ως σταθεροποιητές και εγγυήθηκαν την κοινωνική κινητικότητα και συνοχή. Συνέλαβαν, επικαιροποιώντας τις παραδόσεις και τις διακηρύξεις του 18ου αιώνα, τον άνθρωπο ως ενότητα, σε όλες τις πνευματικές και υλικές διαστάσεις του. Τα δικαιώματα έσπασαν το στενό νομικό τους κέλυφος, εδραιώθηκαν στο καθημερινό μας λεξιλόγιο και οριοθέτησαν την πολιτική: έγιναν, με δυο λέξεις, το βασικό σημείο αναφοράς του πολιτισμού και του τρόπου ζωής μας.
Από το επίπεδο προστασίας των δικαιωμάτων μας εξαρτάται η ποιότητα και η δύναμη της δημοκρατίας μας. Η ιδανική τους μορφή, το γνωρίζουμε καλά, ήδη από τις νεωτερικές καταβολές τους, κρύβει εντάσεις και ανισότητες, μάχες συμφερόντων και ιδεών που καθιστούν την εκπλήρωσή τους ένα διαρκές και αβέβαιο στοίχημα. Ο ούριος άνεμος της ελευθερίας που κυρίευσε τη μεταπολεμική Ευρώπη, μετά την πτώση του Τείχους το 1989, έχει κοπάσει. Οι τρομοκρατικές επιθέσεις, από τις αρχές του 21ου αιώνα, θέτουν επιτακτικά, ενίοτε με όρους απόλυτου διλήμματος, τη σχέση της ελευθερίας με την ασφάλεια. Η οικονομική κρίση πλήττει τα παροχικά δικαιώματα, ιδίως στις χώρες που εφάρμοσαν προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής. Η πανδημία του κορωνοϊού έχει σήμερα οδηγήσει παγκοσμίως σε ευρύτατους περιορισμούς των κλασικών ελευθεριών μας. Τα δικαιώματα τελούν σε καθεστώς έντονης πίεσης. Στη δίνη των απρόβλεπτων γεγονότων και αναγκών το άτομο υποχωρεί. Το γενικό και το δημόσιο συμφέρον επικρατεί: είτε στη δημοσιονομική του εκδοχή, όπως στη χώρα μας, από το 2010 και έπειτα, είτε, στην υγειονομική του, με την πρωτοφανή διακινδύνευση της υγείας και της ζωής μας. Τα δικαιώματα χάνουν την αυτάρκειά τους και εισέρχονται στην εποχή της στάθμισης, της ευελιξίας και της σχετικοποίησής τους, στο όνομα των εύλογων, πλην επίπονων, συμβιβασμών του καιρού μας. Πολύ περισσότερο, όταν οι περιορισμοί των δικαιωμάτων μας υπαγορεύονται από έκτακτες συνθήκες και είναι προσωρινοί. Είναι, από την άλλη, η συγκυρία αυτή μία οδυνηρή, αλλά και παιδαγωγική διαδικασία. Αντιλαμβανόμαστε την πολύτιμη αξία και της άλλης όψης των δικαιωμάτων που είναι τα καθήκοντά μας προς τον άλλο και το κοινό καλό, το χρέος της αλληλεγγύης και της φροντίδας. Αυτό μας διδάσκουν καθημερινά, σαν πρότυπα αυταπάρνησης, οι γιατροί μας και οι νοσηλευτές μας, όλοι όσοι βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της διαχείρισης της πανδημίας.
Στην κρίση των δικαιωμάτων ριζώνει σήμερα η αμφισβήτηση του Κράτους Δικαίου και της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Στις δραματικές εικόνες και την εργαλειοποίηση των προσφύγων και των μεταναστών απαξιώνεται ο νομικός μας πολιτισμός και υπονομεύεται η κορωνίδα του, η αξιοπρέπεια του προσώπου. Ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός οδηγεί σε νέες πολιτισμικές συγκρούσεις, απάνθρωπα σκληρές, και δοκιμάζει τα θεμέλια της ευρωπαϊκής κοινωνίας. Σε χώρες με αδύναμη δικαιοκρατική παράδοση, η οξύμωρη κατασκευή της ανελεύθερης δημοκρατίας υπονομεύει τους θεσμούς και την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης. Σε άλλες γωνιές του πλανήτη μας, οι βασικές ελευθερίες, ακόμη και το ίδιο το habeas corpus, παραμένουν μία υπόσχεση απατηλή. Το τοπίο μοιάζει δυστοπικό, τα θεμέλια όμως των δικαιωμάτων είναι ισχυρά και ανατρέχουν στα πιο εμπνευσμένα μας κείμενα, όπως η Οικουμενική Διακήρυξη που τιμάμε σήμερα. Από αυτά και, ιδίως, από την αξεπέραστη έλξη και το βάθος του ανθρωπισμού που εγκοιτώνουν, τα δικαιώματα αντλούν τη δύναμη και την αντοχή τους στην ιστορία.
Η αδειοδότηση των τηλεοπτικών σταθμών, για την οποία χύθηκε τόσο μελάνι πριν από μερικά χρόνια, είναι σίγουρα αναγκαία, αλλά δεν θα μπορούσε ποτέ να αποτελεί επαρκή συνθήκη για τη διασφάλιση της συνταγματικής νομιμότητας. Το πρωτεύον στο πεδίο αυτό ήταν κι εξακολουθεί να είναι η πολυφωνική και κατά το δυνατόν αντικειμενική πληροφόρηση από τους ραδιοφωνικούς και τους τηλεοπτικούς σταθμούς. Όταν τέτοια πληροφόρηση απουσιάζει, και αυτό συμβαίνει καθώς δείχνουν τα στοιχεία της ενότητας ΙΙΙ στην Ελλάδα, τότε οι αυξημένες νομικές εγγυήσεις της δημοσιογραφικής ελευθερίας, όπως και οι κάθε είδους άδειες, χάνουν το νόημά τους στα μάτια των πολιτών –καταλήγουν να γίνονται αντιληπτές ως προνόμια που εξυπηρετούν ιδιοτελείς σκοπούς ως επί το πλείστον.
Το κλειδί για τη λύση του προβλήματος της έλλειψης πολυφωνίας και αντικειμενικότητας στα ρ/τ ΜΜΕ είναι ο έλεγχος τήρησης των ρυθμίσεων του άσημου Π.Δ. 77/2003 ή όποιου άλλου αντίστοιχου Κώδικα δεοντολογίας συνταχθεί στο μέλλον. Εκτιμούμε ότι η απόπειρα χρήσης ή ακόμα κι αυτή μόνον η επίκληση τέτοιων ρυθμίσεων θα συναντά ολοένα και πιο ισχυρές αντιστάσεις. Παρά τη διάψευση του επιχειρήματος ότι η ύπαρξη και μόνον διαδικτυακών Μέσων εγγυάται την πλουραλιστική ενημέρωση των πολιτών, εκτιμούμε ότι το επιχείρημα αυτό, σε συνδυασμό με την αντίληψη περί απόλυτης δημοσιογραφικής ελευθερίας, η οποία έχει επικρατήσει στη χώρα μας, πρόκειται να «καταρρίπτει» κάθε λόγο –πολύ περισσότερο, κάθε πράξη– προς την κατεύθυνση εκπλήρωσης της συνταγματικής επιταγής για αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων.
* Η μελέτη αυτή δημοσιεύτηκε στη σειρά «Θεσμοί, Δημοκρατία, Πολιτική» του Ινστιτούτου «Νίκος Πουλαντζάς», εδώ, και αναδημοσιεύεται με ελάχιστες διορθώσεις.
Η εγκατάλειψη των παραδοσιακών μέσων προώθησης των πολιτικών μηνυμάτων και θέσεων και η δυναμική ενός υποκατάστατου χώρου πληροφόρησης και έκφρασης όπως το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, θέτουν επιτακτικής φύσεως δικαιοπολιτικά ζητήματα που αφορούν την ποιότητα της προεκλογικής περιόδου που πρέπει μελλοντικά να ρυθμιστούν προς αποφυγή της αθέμιτης επιρροής, της σύγχυσης και τελικώς της χειραγώγησης και της ποδηγέτησης του εκλογικού σώματος.
Διάγραμμα
III. Τα άρθρα 41 παρ. 3 και 53 Συντ.
Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
Η περιοδικότητα του βίου[1] της Βουλής και η ολική ανανέωση[2] της σύνθεσής της αποτελούν εκδήλωση όχι μόνο του αντιπροσωπευτικού συστήματος που συνυφαίνεται άρρηκτα με τη δημοκρατική αρχή[3], αλλά και της λαϊκής κυριαρχίας, διότι το εκλογικό σώμα ως το ανώτατο κρατικό όργανο ασκεί μια εκ των αρμοδιοτήτων του, εν προκειμένω, την εκλογή των βουλευτών[4]. Με την εκλογή των βουλευτών συνδέεται καταρχάς βάσει του άρθρου 53 παρ. 1 Συντ.[5] και η χρονική διάρκεια του βίου της Βουλής. Η παρέλευση της τετραετούς θητείας των βουλευτών σηματοδοτεί ταυτοχρόνως και την ολοκλήρωση της μέγιστης χρονικής διάρκειας της θητείας της Βουλής[6]. Στην ως άνω περίπτωση, δηλαδή στην αδιάκοπη για τέσσερα συναπτά έτη[7] διάρκεια της βουλευτικής περιόδου και εξάντληση της τετραετίας, αποδίδονται οι όροι “φυσιολογική”, “τακτική”, “φυσική” διάλυση της Βουλής ή ακόμα και ο όρος “ομαλός τερματισμός της θητείας” της Βουλής[8]. Από την λήξη της βουλευτικής περιόδου (άρθρο 53 παρ. 1 Συντ.) διακρίνονται οι περιπτώσεις των άρθρων 41 παρ. 1 και 2 Συντ[9]., 37 παρ. 4 Συντ. και 38 παρ. 1,2 Συντ[10]., οι οποίες τυποποιούνται αυστηρώς και εξαντλητικώς από το Σύνταγμα και συναποτελούν την εκδοχή της πρόωρης λήξη της θητείας της Βουλής. Οι θεωρητικές διχογνωμίες που ανέκυψαν για τον ακριβή ορολογικό προσδιορισμό της συγκεκριμένης περίπτωσης δεν παρουσιάζουν μόνο ιδιαίτερο επιστημονικό ενδιαφέρουν, αλλά επιφέρουν και σπουδαίες έννομες συνέπειες[11]. Καθότι ο σύντομος χαρακτήρας του σημειώματος επιβάλλει έναν σχετικό αυτοπεριορισμό ως προς την έκταση της ανάλυσης όλων των ζητημάτων, σημειώνεται μόνο ότι ο διάκριση μεταξύ λήξης της βουλευτικής περιόδου και διάλυσης της Βουλής συνέχεται και με το υπό κρίση ζήτημα της προεκλογικής περιόδου, μιας και η έναρξη και η συνολική διάρκεια αυτής διαφέρουν ανάλογα με τον αν επρόκειτο για προκήρυξη πρόωρων εκλογών ή για προκήρυξη εκλογών που έπονται της λήξης της τετραετούς θητείας της Βουλής.
Επομένως βάσει και των παραπάνω εισαγωγικών παρατηρήσεων η προεκλογική περίοδος είναι η περίοδος που αφικνείται λίγες μέρες προ της ολοκλήρωσης της βουλευτικής περιόδου[12] ή εκκινεί αμέσως μετά την πρόωρη λήξη της[13] και εξικνείται μέχρι και την προπαραμονή ή την παραμονή της έναρξης της νέας[14].
Η προεκλογική περίοδος δεν είναι μια περίοδος απλά ημερολογιακή, αλλά μια περίοδος με εξόχως πολιτικά χαρακτηριστικά, εφόσον κατά τη διάρκειά της κορυφώνεται η πολιτική αντιπαράθεση και ο πολιτικός ανταγωνισμός. Η πολιτική διάσταση της προεκλογικής περιόδου δεν σημαίνει ότι στερείται κανονιστικότητας. Ο εγγυητικός χαρακτήρας της περιόδου αφορά την έναρξη ορισμένων προθεσμιών, την με ίσους όρους πολιτική έκφραση των κομμάτων και τον οριοθετημένο ανταγωνισμό των υποψήφιων βουλευτών διασφαλίζοντας εν τέλει τους όρους της γνησιότητας και της αυθεντικότητας της λαϊκής θέλησης[15].
Η διάρκεια της προεκλογικής περιόδου και ο σαφής προσδιορισμός της συναρτάται με σημαντικές έννομες συνέπειες όπως θα εξεταστεί κατωτέρω.
ΙΙ. Ιστορική αναδρομή
Αναγκαία – εν συντομία και συνοπτικώς εκτιθέμενη – είναι και μια αναφορά στην συνταγματική ιστορία μας και συγκεκριμένα στο Σύνταγμα 1911 και Σύνταγμα 1952.
Ως προς το Σύνταγμα του 1911 αξιοπρόσεκτο είναι ότι προβλέπεται για πρώτη φορά από το συνδυασμό των άρθρων 37[16] και 69 Συντ.[17] 1911 η προθεσμία διενέργειας γενικών βουλευτικών εντός 45 ημερών και σύγκλησης της Βουλής σε τακτική σύνοδο, ενώ το ταυτάριθμο άρθρο του Συντ. 1952[18] διατηρεί την ίδια προθεσμία διεξαγωγής βουλευτικών εκλογών, αλλά συγκεκριμενοποιεί την διαδικασία που προηγείται της έναρξής τους, η οποία διατάσσεται με την έκδοση Βασιλικού Διατάγματος.
Τα δύο αυτά παραδείγματα από την συνταγματική μας ιστορία δεν αποτέλεσαν μόνο στάδια εξέλιξης του θεσμού της ανάδειξης και της συγκρότησης της Βουλής, αλλά βάσει και των διατυπώσεών τους επιβεβαιώνουν την ανάγκη σαφούς καθορισμού του χρόνου που μεσολαβεί ανάμεσα σε δύο βουλευτικές περιόδους, η διάρκεια του οποίου συνδέεται οπωσδήποτε με την εύρυθμη λειτουργία του Κοινοβουλίου και την έναρξη των εργασιών του.
ΙΙΙ. Τα άρθρα 53 παρ. 1 και 41 παρ. 3 Συντ.
Η Βουλή αποτελεί το μόνο ασυνεχές όργανο του Κράτους υπό την έννοια της προσδιορισμένης συνταγματικώς θητείας και της περιοδικής ανάδειξης του ως αντιπροσωπευτικού σώματος[19].
Στις εισαγωγικές παρατηρήσεις εκτέθηκαν αναλυτικά οι θεωρητικοί προβληματισμοί και οι ορολογικές εκδοχές που προτείνονται και διακρίνουν μεταξύ λήξης της βουλευτικής περιόδου και διάλυσης της Βουλής. Και στις δύο περιπτώσεις η διαπίστωση του ομαλού τερματισμού του βίου της Βουλής ή η πρόωρη λήξη της βουλευτικής περιόδου περιλαμβάνονται στο Προεδρικό Διάταγμα που εκδίδεται υποχρεωτικώς, επειδή το Ελληνικό Σύνταγμα δεν θεσπίζει την περίπτωση της “αυτοδιάλυσης” της Βουλής[20]. Μια εκ των εννόμων συνεπειών της διάκρισης αυτής είναι ότι αν έχει εξαντληθεί η τετραετία το Π.Δ. δεν διαλύει τη Βουλή, αλλά διαπιστώνει την παρέλευση αυτής και προκηρύσσει εκλογές, έχει δηλαδή διαπιστωτικό χαρακτήρα[21]. Στην περίπτωση που η βουλευτική περίοδος λήγει πριν την τετραετία σύμφωνα με τη διαδικασία και τους λόγους που ορίζει το Σύνταγμα, το Π.Δ. προβλέπει τη διάλυση της Βουλής και την προκήρυξη εκλογών, όπως προβλέπεται όχι μόνο στο άρθρο 53 παρ. 1 Συντ. αλλά και στο άρθρο 41 παρ. 3 όταν η διάλυση ανάγεται στους λόγους των παρ. 1 και 2 του άρθρου 41 Συντ.
Αξιοσημείωτη είναι η παρατήρηση από την συνδυαστική ερμηνεία των δύο άρθρων ότι οι γενικές βουλευτικές εκλογές λαμβάνουν χώρα εντός 30 ημερών από τη λήξη της βουλευτικής περιόδου ή τη διάλυση της Βουλής με Π.Δ. Η σύντομη ανάδειξη της νέας Βουλής και η σύγκλησή της σε σώμα ανταποκρίνεται στην αντιπροσωπευτική αρχή[22] και καταδεικνύει πως πρόθεση του συντακτικού νομοθέτη, εφόσον δεν υπάρχει Βουλή στο ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ λήξης της θητείας μιας Βουλής και εκλογής της νέας, ήταν να μην διαρκεί επί μακρόν και υπέρμετρα το διάστημα αυτό, διαφορετικά θα ετίθετο ζήτημα φαλκίδευσης της λειτουργίας του αντιπροσωπευτικού σώματος. Τα παραπάνω ισχύουν και στην εξαιρετική περίπτωση του βραχύβιου βίου μιας Βουλής, η οποία απλώς συγκλήθηκε, εξέλεξε Προεδρείο και διαπιστώνοντας την αδυναμία σχηματισμού Κυβέρνησης προκήρυξε εκλογές[23].
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι εκ του Συντάγματος ο χρόνος της διενέργειας των εκλογών δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 30 ημέρες από τη λήξη της βουλευτικής περιόδου ή τη διάλυση της Βουλής , το οποίο τυποποιείται με την εξής διατύπωση στην εκλογική νομοθεσία (ά. 31 παρ. 1 του ΠΔ 26/2012, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 του Ν. 4648/2019) : “Η διενέργεια γενικών βουλευτικών εκλογών συντελείται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη λήξη της βουλευτικής περιόδου ή τη διάλυση της Βουλής, με προεδρικό διάταγμα, που προσυπογράφεται από το Υπουργικό Συμβούλιο.”
Η προεκλογική περίοδος, όπως παρατίθενται στην επόμενη ενότητα, δεν ταυτίζεται απόλυτα με τον χρόνο διενέργειας των εκλογών, αποτελεί όμως μέρος αυτού, εξαρτάται από τη διάρκειά του ο χρονικός προσδιορισμός της και το αφετηριακό σημείο της συγκαθορίζεται από την διάκριση μεταξύ ομαλής και έκτακτης λήξης της βουλευτικής περιόδου.
Μια ιστορική αναδρομή στην εκλογική νομοθεσία από τις πρώτες εκλογές της μεταδιδακτορικής περιόδου ως σήμερα όχι μόνο θα αναδείκνυε τις ιστορικές βάσεις και τα θεμέλια της εκλογικής νομοθεσίας, αλλά ίσως καθιστούσε κάθε φορά ευχερέστερη την εύρεση της βούλησης του νομοθέτη. Ωστόσο εκφεύγει του σκοπού του παρόντος σημειώματος η λεπτομερής παράθεση των προϊσχυσάντων διατάξεων που μεταξύ άλλων καθόριζαν και την έννοια και τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου.
Σημαντικά συμπεράσματα σχετικά με τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου μπορούν να συναχθούν όμως από την σύγκριση των διατάξεων του ά. 31 Π.Δ. 26/2012 πριν και μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 25 του Ν. 4648/2019 (ΦΕΚ Α’ 205, 16.12.2019). Υπενθυμίζεται ότι το συγκεκριμένο Π.Δ[24] αποτελεί κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την εκλογή βουλευτών και ρυθμίζει μια σειρά ζητημάτων που άπτονται της προεκλογικής περιόδου και της εκλογικής διαδικασίας.
H αρχική διατύπωση της διάταξης του άρθρο 31 Π.Δ. 26/2012 – στην παράγραφο 3 του οποίου παρέπεμπε η διάταξη του άρθρου 42 με τον τίτλο “Έναρξη της προεκλογικής περιόδου” – ήταν η εξής: “1. Η διενέργεια γενικών βουλευτικών εκλογών διατάσσεται με προεδρικό διάταγμα, που προσυπογράφεται από το Υπουργικό Συμβούλιο, μέσα σε τριάντα μέρες από τη λήξη της βουλευτικής περιόδου ή τη διάλυση της Βουλής. Με το ίδιο διάταγμα ορίζεται και η ημέρα της ταυτόχρονης ψηφοφορίας σ’ όλη την επικράτεια. 2. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται αμέσως μετά τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως των επίσημων αποτελεσμάτων της απογραφής του νόμιμου πληθυσμού της χώρας, ορίζεται ο αριθμός των βουλευτικών εδρών κάθε εκλογικής περιφέρειας σύμφωνα με το άρθρο 2. Το διάταγμα αυτό ισχύει ως τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων της επόμενης αντίστοιχης απογραφής. 3. Από τη δημοσίευση του διατάγματος διάλυσης της Βουλής ή τη δωδέκατη ημέρα πριν την κατά το άρθρο 53 παράγραφο 1 του Συντάγματος λήξη της βουλευτικής περιόδου αρχίζει η προεκλογική περίοδος. Οι συγκεντρώσεις κατά την προεκλογική περίοδο διέπονται από τις ειδικές για το θέμα αυτό διατάξεις στο πλαίσιο του Συντάγματος”. Η ισχύουσα διάταξη του ά. 31 Π.Δ. 26/2012 ορίζει πλέον τα εξής: “1. Η διενέργεια γενικών βουλευτικών εκλογών συντελείται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη λήξη της βουλευτικής περιόδου ή τη διάλυση της Βουλής, με προεδρικό διάταγμα, που προσυπογράφεται από το Υπουργικό Συμβούλιο. 2. Η διενέργεια των γενικών βουλευτικών εκλογών ορίζεται την τελευταία Κυριακή πριν τη συμπλήρωση των τριάντα (30) ημερών από την έκδοση του διατάγματος της παραγράφου 1. 3. Η ψηφοφορία διεξάγεται ταυτόχρονα σε όλη την Επικράτεια. 4. Από την επόμενη της δημοσίευσης του διατάγματος διάλυσης της Βουλής ή δεκαπέντε (15) ημέρες πριν την κατά το άρθρο 53 παράγραφος 1 του Συντάγματος λήξη της βουλευτικής περιόδου αρχίζει η προεκλογική περίοδος.”.
Από την σύγκριση της τροποποιηθείσας με την ισχύουσα διάταξη παρατηρητέα τα εξής:
Στην περίπτωση της διάλυσης της Βουλής, ο προσδιορισμός της προεκλογικής περιόδου εκκινεί πλέον από την επόμενη ημέρα της δημοσίευσης. Λαμβάνοντας υπόψη ως υπόθεση εργασίας το παράδειγμα που προηγήθηκε και εφαρμόζοντας επίσης τη νέα διάταξη του ά.31 και το άρθρο 48 παρ. 2 Π.Δ. 26/2012 μέγιστος χρόνος της προεκλογικής περιόδου μπορεί να είναι 27 ημέρες και ελάχιστος 21 ημέρες. Ο ορισμός του χρόνου έναρξης και λήξης της προεκλογικής περιόδου όπως διατυπώθηκε είναι αποτέλεσμα της υιοθέτησης της άποψης ότι δεν συνυπολογίζεται ούτε η παραμονή της ψηφοφορίας. Η υιοθέτηση της αντίθετης εκδοχή δηλαδή ότι τυπικά και η παραμονή αποτελεί την τελευταία ημέρα της προεκλογικής περιόδου και η εφαρμογή του άρθρου 128 Π.Δ. 26/2012 θα προσέθεταν ακόμα μια μέρα και επομένως η ελάχιστη διάρκεια θα ήταν 22 μέρες και η μέγιστη 28.
Τέλος η έννοια της προεκλογικής περιόδου ευρίσκεται και στην εκλογική νομοθεσία που διέπει την εκλογή των αρχών των Ο.Τ.Α. α’ και β’ βαθμού (άρθρα 6 και 46 του Ν.4555/2018 που τροποποίησε 9 παρ. 4 και το άρθρο 114 του Ν. 3852/2010), ενώ κατά την εκλογή των Ελλήνων βουλευτών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εφαρμόζονται αναλόγως κατά το άρθρο 9 παρ. 5 Ν. 4254/2014 οι διατάξεις του Π.Δ. 26/2012, αφού προσδιοριστεί βάσει ευρωπαϊκού δικαίου ο χρόνος λήξης της θητείας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Τέλος, όταν ο Λαός καλείται να αποφασίσει με δημοψήφισμα σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 2 Συντ., από τον συνδυασμό των άρθρων 42 Π.Δ. 26/2012 και 12 Ν. 4023/2011 μπορεί να συναχθεί το μέγιστο της προεκλογικής περιόδου αλλά όχι το ελάχιστο αυτής. Διαθέτοντας πλέον την αρνητική πρακτική εμπειρία αλλά και θεσμική μνήμη του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου του 2015, το οποίο διενεργήθηκε εντός ενός ανεπαρκούς και μη εύλογου διαστήματος που θα επέτρεπε την ελεύθερη διαμόρφωση της βούλησης του εκλογικού σώματος[28], de lege ferenda κρίνεται αναγκαίος ο σαφέστερος προσδιορισμός, όπως συνέβη με το Π.Δ. 26/2012, της διάρκειας της προεκλογικής περιόδου.
Η σπουδαιότητα της προεκλογικής περιόδου, βάσει και των όσων παρατέθηκαν παραπάνω, δεν έγκειται μόνο στην προάσπιση και διασφάλιση της τυπικότητας της διαδικασίας, που εξαρτάται από τον προσδιορισμό διαφόρων προθεσμιών και κυρίως την έναρξη και την λήξη της προεκλογικής περιόδου, η οποία αποτελεί το χρονικό διάστημα διενέργειας πράξεων που προετοιμάζουν την εκλογική διαδικασία. Έγκειται κυρίως στον εγγυητικό της ρόλο που αποτελεί και ενύλωση της αρχής της γνησιότητας της ψηφοφορίας του άρθρου 52 Συντ. Θα έμενε κενή περιεχόμενου η εκδήλωση της λαϊκής θέλησης, αν προηγουμένως δεν είχαν εξασφαλισθεί οι συνθήκες που δεν επέτρεπαν στα μέλη του εκλογικού σώματος να διαμορφώσουν, να προσχηματίσουν ή ακόμα και να μεταβάλουν ανόθευτα, ελεύθερα και χωρίς να ετεροκατευθύνονται την βούληση τους, πριν την εκδηλώσουν οριστικά ψηφοφορώντας την ημέρα των εκλογών.
Για αυτό και οι επιταγές του άρθρου 52 Συντ. συνδέονται με την προεκλογική περίοδο, εντός της οποίας λαμβάνουν χώρα σπουδαίες ενέργειες όπως ο έλεγχος της νομιμότητας των προτάσεων υποψηφιοτήτων (ά.33 Π.Δ. 26/2012) και κατά μια άποψη ο έλεγχος της συνδρομής των αρνητικών προσόντων εκλογιμότητας[29], ενώ ταυτόχρονα τίθενται σε ισχύ απαγορεύσεις, ως δικλείδες ασφαλείας (όπως η απαγόρευση υπηρεσιακών μεταβολών στον δημόσιο τομέα, ά. 28 του Ν. 2190/1994) που επιτρέπουν την διεξαγωγή ενός ομαλού κομματικού ανταγωνισμού με την ισότιμη μεταχείριση των κομμάτων[30] μέσω της παροχής ίσων ευκαιριών προώθησης και έκφρασης του πολιτικού τους προγράμματος και των θέσεων τους, αλλά και της εξασφάλισης της ισότητας των όπλων των αντιτιθέμενων πολιτικών δυνάμεων, παρεκκλίσεις από την οποία δικαιολογούνται μόνο βάσει της πολιτικής δύναμης και το μέγεθος της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης των πολιτικών κομμάτων[31].
Ωστόσο η εγκατάλειψη των παραδοσιακών μέσων προώθησης των πολιτικών μηνυμάτων και θέσεων και η δυναμική ενός υποκατάστατου χώρου πληροφόρησης και έκφρασης όπως το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, θέτουν επιτακτικής φύσεως δικαιοπολιτικά ζητήματα που αφορούν την ποιότητα της προεκλογικής περιόδου που πρέπει μελλοντικά να ρυθμιστούν προς αποφυγή της αθέμιτης επιρροής, της σύγχυσης και τελικώς της χειραγώγησης και της ποδηγέτησης του εκλογικού σώματος.
[1] Σπυρόπουλος Φ., σε Σύνταγμα Κατ’ άρθρο ερμηνεία, επιμέλεια: Φ. Σπυρόπουλος – Ξ. Κοντιάδης – X. Ανθόπουλος – Γ. Γεραπετρίτης, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονική, 2017, σελ. 874.
[2] Σπυρόπουλος Φ., Εισαγωγή στο Συνταγματικό Δίκαιο, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2006, σελ. 175 επ.
[3] Δερβιτσιώτης Άλκης, “Η διάλυσης της Βουλής”, δημοσιευμένο σε: Επιθεώρηση Δημοσίου και Διοικητικού Δικαίου, Τεύχος 2ο, περίοδος 2017, σελ. 327 και Μαυριάς Γ. Κωνσταντίνος, Συνταγματικό Δίκαιο, 5η έκδοση, εκδ. Π.Ν. Σάκκουλας Δίκαιο & Οικονομία, Αθήνα, 2014, σελ. 323.
[4] Δερβιτσιώτης Άλκης, Σημειώσεις Συνταγματικού Δικαίου, Ι. Οργάνωση του Κράτους, έκδοση 4η, εκδ. Π.Ν. Σάκκουλας, Αθήνα, 2018 σελ. 94.
[5] Δερβιτσιώτης Άλκης, “Η διάλυσης της Βουλής”, όπ. π., σελ. 325.
[6] Καραβοκύρης Γ., σε Σύνταγμα Κατ’ άρθρο ερμηνεία, όπ. π., σελ. 1000 επ.
[7] Για τον έννοια των “συναπτών ετών” και την μη εφαρμογή του άρθρου 243 ΑΚ: βλ. Χρυσόγονος Χ. Κώστας, Συνταγματικό Δίκαιο, 2η έκδοση, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονική, 2014, σελ. 401.
[8] Για μια συνολική παρουσίαση των ζητημάτων αυτών και των διάφορων απόψεων που έχουν υποστηριχθεί: βλ. Μαυριάς Γ. Κώστας, Ζητήματα λειτουργίας του πολιτεύματος, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1993, σελ. 21 – 25 και Δερβιτσιώτης Άλκης, “Η διάλυσης της Βουλής”, όπ. π., σελ. 325 – 327.
[9] Δηλαδή τις περιπτώσεις: α) δυσαρμονίας μεταξύ της σύνθεσης της Βουλής και τη θέλησης του εκλογικού σώματος, β) την κυβερνητική αστάθεια, γ) την αντιμετώπιση εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας
[10] Δηλαδή την περίπτωση της ύπαρξης κυβερνητικής κρίσης
[11] Σχετικά με το ποια Κυβέρνηση διενεργεί τις εκλογές: βλ. και Μαυριάς Γ. Κωνσταντίνος, Συνταγματικό Δίκαιο, όπ. π., σελ. 703 επ. και Βενιζέλος Β. Ευάγγελος, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Αναθεωρημένη έκδοση, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα, 2015, σελ. 664.
[12] Βλ. άρθρο 31 παρ. 4 Π.Δ. 26/2012 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 του Ν. 4648/2019
[13] Όπως παραπάνω
[14] Βλ. τις απόψεις που εκτίθενται στην ενότητα IV.
[15] Καραβοκύρης Γ., σε Σύνταγμα Κατ’ άρθρο ερμηνεία, όπ. π., σελ. 993 – 994, Σπυρόπουλος Φ., Εισαγωγή στο Συνταγματικό Δίκαιο, όπ.π., σελ. 175.
[16] Όπως παρατίθεται σε: Σβώλος Αλέξανδρος, Η συνταγματική ιστορία της Ελλάδος, εκδ. Στοχαστής, 2η έκδοση, 1998, σελ. 193: Άρθρο 37. – “Ο Βασιλεύς συγκαλεί τακτικώς άπαξ του έτους την Βουλήν, εκτάκτως δε, οσάκις το κρίνει εύλογον· κηρύττει αυτοπροσώπως ή δι’ αντιπροσώπου την έναρξιν και λήξιν εκάστης βουλευτικής συνόδου και έχει το δικαίωμα να διαλύη την Βουλήν· αλλά το περί διαλύσεως διάταγμα, προσυπογεγραμμένον υπό του Υπουργείου, πρέπει να διαλαμβάνη συγχρόνως και την σύγκλησιν των μεν εκλογέων εντός τεσσαράκοντα πέντε ημερών, της δε Βουλής εντός τριών μηνών.”
[17] Όπως παρατίθεται σε: Σβώλος Αλέξανδρος, Η συνταγματική ιστορία της Ελλάδος, εκδ. Στοχαστής, 2η έκδοση, 1998, σελ. 199 – 200: Άρθρο 69. – “Οι βουλευταί εκλέγονται δια τέσσαρα συναπτά έτη, αρχόμενα από της ημέρας των γενικών εκλογών· άμα δε τη λήξει της τετραετούς βουλευτικής περιόδου, διατάσσεται η ενέργεια γενικών βουλευτικών εκλογών. Εντός τεσσαράκοντα πέντε ημερών από της ενέργειας των εκλογών τούτων συγκαλείται υποχρεωτικώς η νέα Βουλή εις τακτικήν σύνοδον, μόνο αν υπό της απελθούσης Βουλής δεν εξεπληρώθησαν , δια το έτος της ενέργειας των εκλογών, τα εν άρθρω 60 οριζόμενα. Έδρα βουλευτική κενωθείσα κατά το τελευταίον έτος της περιόδου δεν συμπληρούται εφ’ όσον ο αριθμός των εκλιπόντων δεν υπερβαίνει το τέταρτον του όλου αριθμού των βουλευτών.”.
[18] Σβώλος Αλέξανδρος, Η συνταγματική ιστορία της Ελλάδος, όπ. π., σελ. 268.
[19] Σπυρόπουλος Φ., σε Σύνταγμα Κατ’ άρθρο ερμηνεία, όπ.π., σελ. 874.
[20] Καραβοκύρης Γ., σε Σύνταγμα Κατ’ άρθρο ερμηνεία, όπ. π., σελ.1001 επ.
[21] Βενιζέλος Β. Ευάγγελος, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, όπ.π., σελ. 651 – 652.
[22] Σπυρόπουλος Φ., σε Σύνταγμα Κατ’ άρθρο ερμηνεία, όπ. π., σελ. 877.
[23] Δερβιτσιώτης Άλκης, “ Η αποσβεστική προθεσμία παρήλθε”, σε: Επιθεώρηση Δημοσίου και Διοικητικού Δικαίου, Τεύχος 1ο, περίοδος 2013, 34 – 40. Σημειώνεται ότι πρόκειται για την Βουλή που προέκυψε από τις βουλευτικές εκλογές της 6ης Μαΐου 2012 και διαλύθηκε με το Π.Δ. 72/2012 (ΦΕΚ Α’ 125) που προέβλεπε την προκήρυξη εκλογών για τις 17.6.2012.
[24] Το οποίο τροποποίησε σχεδόν εξ ολοκλήρου τις ρυθμίσεις του Π.Δ. 96/2007
[25] Βλ. https://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/2f026f42-950c-4efc-b950-340c4fb76a24/eklogiko-dikaioma-olo.pdf (τελευταία επίσκεψη, 7.12.2020) : «Επί του άρθρου 25: Με το άρθρο 25, που αντικαθιστά το άρθρο 31 του π.δ. 26/2012, ορίζεται συγκεκριμένη ημέρα της ψηφοφορίας σε όλη την Επικράτεια, που θα είναι πάντα η τελευταία Κυριακή πριν τη συμπλήρωση των 30 ημερών από την έκδοση του π.δ. που ορίζει τη διενέργεια των βουλευτικών εκλογών. Επιπλέον, η πρόβλεψη για την έκδοση του προβλεπόμενου από το άρθρο 54 παρ.2 του Συντάγματος προεδρικού διατάγματος, με το οποίο ορίζεται ο αριθμός των βουλευτικών εδρών κάθε εκλογικής περιφέρειας, περιλαμβάνεται πλέον, σύμφωνα με το προτεινόμενο σχέδιο νόμου (ορ. άρθρο 12), στο άρθρο 2 του π.δ. 26/2012, για λόγους συνάφειας. Τέλος, με την παράγραφο 4 του άρθρου 1 του παρόντος, επιμηκύνεται κατά 3 ημέρες η προεκλογική περίοδος στην περίπτωση που λήγει η βουλευτική περίοδος, για λόγους καλύτερης οργάνωσης των υποψηφίων.»
[26] Η οποία φυσικά δεν αφίσταται από τον σεβασμό της αντιπροσωπευτικής, της δημοκρατικής αρχής και της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας, των συνταγματικών διατάξεων που ρυθμίζουν την ανάδειξη της Βουλής και άλλων εγγυήσεων που διέπουν την άσκηση των δικαιωμάτων του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι διασφαλίζοντας την ελεύθερη και ανόθευτη διαμόρφωση και έκφραση της λαϊκής θέλησης.
[27] Περιδιαβαίνοντας σύντομα την ιστορία των εκλογικών αναμετρήσεων από την θέση σε ισχύ του Συντάγματος του 1975 παρατηρούμε τα εξής: Η Βουλή που προήλθε από τις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974 διαλύθηκε με το Π.Δ. υπ. αριθμ. 977/1977 (δημοσιεύθηκε στις 22.10.1977) που όριζε ως χρόνο διενέργειας των εκλογών την 20.11.1977. Η Βουλή της Β’ περιόδου που προέκυψε από τις εκλογές τις 20ης Νοεμβρίου 1977 διαλύθηκε με το Π.Δ. 1119/1981 (δημοσιεύθηκε στις 19.9.1981) και όριζε ως ημερομηνία διεξαγωγής των εκλογών την 18η.10.1981. Η Βουλή της Γ’ περιόδου που προήλθε από τις εκλογές της 18ης. 10. 1981 διαλύθηκε με το Π.Δ. 216/1985 (δημοσιεύθηκε στις 7.5.1985) και όριζε ως ημερομηνία διεξαγωγής των εκλογών την 2.6.1985. Επόμενη Βουλή είναι η μοναδική στην σύγχρονη συνταγματική μας ιστορία που ολοκλήρωσε ομαλά το βίο της, όπως διαπιστώθηκε και με το Π.Δ. 329/1989 που προκήρυσσε εκλογές για τις 18.6.1989. Η τεταμένη για τον κοινοβουλευτικό μας βίο περίοδος που ακολούθησε χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη βραχύβιων Βουλών της Ε’ και ΣΤ’ περιόδου, εκ των οποίων η πρώτη προήλθε από τις εκλογές τις 18.6.1989 και διαλύθηκε με το Π.Δ. 234/1989 που δημοσιεύθηκε στις 12.10.1989 και προέβλεπε την διεξαγωγή εκλογών στις 5.11.1989. Η δεύτερη προήλθε από τις εκλογές αυτές και διαλύθηκε με το ΠΔ 63/1990 (δημοσίευση 12.3.1990) που προκήρυσσε εκλογές για τις 8.4.1990. Έπειτα πρόεκυψε η Βουλή της Ζ’ περιόδου που διαλύθηκε στις 11.9.1993 με το Π.Δ. 352/1993 και προκήρυσσε εκλογές για τις 10.10.1993. Η επόμενη Βουλή διαλύθηκε με το Π.Δ. 267/1996 που δημοσιεύτηκε στις 23.8.1996 και προέβλεπε την διεξαγωγή εκλογών στις 22.9.1996. Εν συνεχεία η Βουλή της Θ’ περιόδου διαλύθηκε με το Π.Δ. 97/2000 που δημοσιεύτηκε στις 14.3.2000 και προέβλεπε τη διεξαγωγή εκλογών για τις 9.4.2000. Η Βουλή της I’ περιόδου διαλύθηκε λίγο πριν την ομαλή ολοκλήρωση του βίου της με το Π.Δ. 48/04 που δημοσιεύτηκε στις 11.2.2004 και όριζε ως ημερομηνία διεξαγωγής των εκλογών την 7η Μαρτίου 2004. Ακολούθως η Βουλή διαλύθηκε με το Π.Δ. 154/2007 που δημοσιεύτηκε στις 18.8.2007 και προέβλεπε την διεξαγωγή εκλογών για τις 26.9.2007 και μάλιστα ημέρα Τετάρτη. Εν συνεχεία η Βουλή ΙΒ’ περιόδου διαλύθηκε με το Π.Δ. 127/09 που δημοσιεύτηκε στις 7.9.2009 και προέβλεπε ως ημερομηνία διεξαγωγής των εκλογών την 4η.10.2009. Η εξίσου τεταμένη κοινοβουλευτικά περίοδος που ακολούθησε ξεκίνησε με τη διάλυσης της Βουλής της ΙΓ’ περιόδου με το Π.Δ. 40/2012 που δημοσιεύθηκε στις 11.4.2012 και προέβλεπε ως ημερομηνία διεξαγωγής των εκλογών την 6η.5ου 2012. Από τις βουλευτικές εκλογές της 6ης Μαΐου 2012, η Βουλή που προέκυψε διαλύθηκε με το Π.Δ. 72/2012 που προέβλεπε την προκήρυξη εκλογών για τις 17.6.2012. Με το Π.Δ. 173/2014 που δημοσιεύθηκε στις 31.12.2014 διαλύθηκε η Βουλή της ΙΕ’ περιόδου λόγω αδυναμίας εκλογής ΠτΔ και οι εκλογές διεξήχθηκαν στις 25.1.2015. Με το Π.Δ. 66/2015 που δημοσιεύθηκε στις 28.8.2015 διαλύθηκε η Βουλή της ΙΣΤ’ περιόδου και προκηρύχθηκαν εκλογές για τις 20.9.2015. Η Βουλή της IZ’ περιόδου διαλύθηκε με το Π.Δ. 56/2019 που δημοσιεύθηκε στις 11.6.2019 και προέβλεπε την διεξαγωγή των εκλογών για τις 7.7.2019.
Από τα ως άνω μπορεί και βάσει των διατάξεων για τον προσδιορισμό της προεκλογικής περιόδου μπορεί ίσως να συναχθεί η διαμόρφωση πρακτικής ως προς την έννοια του εύλογου χρόνου προ της ρύθμισης του ν.4648/2019.
[28] Δερβιτσιώτης Άλκης, “Δημοψήφισμα και Κυβερνητικές Πράξεις” σε περιοδικό: To Σύνταγμα, τεύχος 4ο, περίοδος 2015, σελ. 978 – 986.
[29] Η άποψη αυτή υιοθετείται από τον Σπυρόπουλο Φ., Εισαγωγή στο Συνταγματικό Δίκαιο, όπ. π., σελ. 182, ενώ η αντίθετη υποστηρίζεται Παπαδημητρίου Γ. , “Υπέρβαση δικαιοδοσίας”, σε εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 3.9.2007 όπου αναφέρεται στην απόφαση ΑΠ 4/2007. Για τα ζητήματα ελέγχου των κωλυμάτων εκλογιμότητας βλ. αναλυτικά και Μαυριάς Γ. Κώστας, Συνταγματικό Δίκαιο, όπ. π., σελ. 647 επ.
[30] Την αναλυτικώς παρατιθέμενη νομολογία του ΑΕΔ και του ΣτΕ αλλά και περιπτωσιολογία σε: Καραβοκύρης Γ., σε Σύνταγμα Κατ’ άρθρο ερμηνεία, όπ. π., σελ. 994 – 996, Χρυσόγονος Γ. Κώστας, Συνταγματικό Δίκαιο, όπ. π., σελ. 417 επ. αλλά και Βενιζέλο Β. Ευάγγελο, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, όπ. π., σελ. 455 επ. και 461 επ. ειδικά για τον έλεγχο των προεκλογικών δαπανών και την προεκλογική τηλεοπτική περίοδο.
[31] ΣτΕ 3427/2010.
Το «ιδεολογικό» υπόβαθρο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, και ιδίως εκείνο που αφορά τους άρρηκτους δεσμούς της με την Ελευθερία, είχε διαμορφωθεί αρκετά χρόνια πριν ξεκινήσουν οι διεργασίες -κατά κανόνα «επαναστατικές», τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την Ηπειρωτική Ευρώπη-ολοκληρωμένης θεσμικής και πολιτικής εδραίωσής της. Επίσης, είχε προηγηθεί η εν σπέρματι εμφάνιση και εκείνου του, εξίσου θεμελιώδους, χαρακτηριστικού της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, το οποίο αφορά την εσωτερική της δομή, ως διαδικασίας μετάβασης από τον «κυρίαρχο Λαό» στα εκλεγμένα από αυτόν όργανα άσκησης της κατ’ αυτόν τον τρόπο δημοκρατικώς νομιμοποιημένης κρατικής εξουσίας, ήτοι του χαρακτηριστικού της Αντιπροσώπευσης.
Διαβάστε όλο το κείμενο στο pdf
Oι απεριόριστες τεχνολογικές δυνατότητες αποθήκευσης, επεξεργασίας και διάδοσης πληροφοριών και απόψεων μέσω του διαδικτύου θέτoυν σε ένα νέο πλαίσιο την έτσι και αλλιώς συγκρουσιακή σχέση μεταξύ δικαιώματος πληροφόρησης και προστασίας της προσωπικότητας. Το κατά πόσο είναι συνταγματικά ανεκτή η ικανοποίηση του δικαιώματος της πληροφόρησης σε περιβάλλον διαδικτυακής δημοσιότητας είναι ένα ερώτημα που δεν επιδέχεται εύκολη απάντηση. Όλοι συμφωνούν ότι η έγκυρη πληροφόρηση αποτελεί επιτακτική ανάγκη για μια δημοκρατική κοινωνία, καθώς αναγνωρίζουν ότι συχνά η δημοσιότητα λειτουργεί ως κύρωση για το πρόσωπο που εμπλέκεται σε μια κοινωνικά και νομικά επίμεμπτη συμπεριφορά. Το κοινό συμμετέχει στον στιγματισμό του παραβάτη, ο οποίος ανίκανος να αντιδράσει ζητά προστασία από τους θεσμούς του κράτους δικαίου. Ενώ όμως τα δικαστήρια οφείλουν να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας κατά την απονομή της δικαιοσύνης, όπως πρωτίστως και ο νομοθέτης, η δημοσιότητα ακολουθεί τους δικούς της ρυθμούς με συνέπεια η κύρωσή της και η αντίστοιχη διαπόμπευση του δράστη να είναι δυσανάλογη ως προς τις επιπτώσεις της καθώς θίγεται η τιμή, η υπόληψη του παραβάτη και δυσχεραίνεται η ομαλή επανένταξή του στο κοινωνικό σύνολο. Έτσι, ενώ η ποινή αφορά στην πράξη, η δημοσιότητα αφορά στο πρόσωπο του δράστη και στα γνωρίσματα της προσωπικότητάς του κατά ή μετά την καταδίκη, τροφοδοτώντας ένα αέναο κουτσομπολιό που διευρύνει τον κοινωνικό έλεγχο επί του προσώπου για ζητήματα άσχετα με την πράξη του.
Η τήρηση της δημοσιογραφικής δεοντολογίας και τα ήθη μιας κοινωνίας θα μπορούσαν να αποτελέσουν ανάχωμα στην κανιβαλική διάθεση για συνεχή στιγματισμό και κοινωνική καταδίκη. Και αν μεν η δημοσιότητα της ταυτότητας ενός επικίνδυνου εγκληματία που έχει διαφύγει της σύλληψη υπηρετεί προφανείς κοινωνικές ανάγκες όπως την ασφάλεια, είναι αμφίβολο αν οι ίδιες ανάγκες ικανοποιούνται με την δημοσιοποίηση στοιχείων της προδικασίας, με την εικόνα του προσαγόμενου στο ανακριτή, με την δημοσιοποίηση των φυγόστρατων και των φορολογικών παραβατών, πόσο μάλλον των στοιχείων της περιουσίας ενός ατόμου. Είναι επίσης προφανές ότι το δημοσιογραφικό απόρρητο και ειδικότερα όταν αυτό καλύπτει την απόκτηση πληροφορίων με παράνομο τρόπο παραβιάζοντας συχνά την ιδιωτική ζωή του ατόμου, θέτει μείζονα ζητήματα σύγκρουσης συνταγματικών δικαιωμάτων.
Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις η δημοσιότητα προσβάλλει την προσωπικότητα, τον ιδιωτικό βίο και τα προσωπικά δεδομένα του ατόμου και τον εκθέτει σε κινδύνους χωρίς να ικανοποιείται αποτελεσματικά ο σκοπός για τον οποίο επιβλήθηκαν από το νομοθέτη τα συγκεκριμένα μέτρα.
Μια κοινωνία με φιλελεύθερο Σύνταγμα και αξίες δεν μπορεί να επιτρέπει, άνευ ετέρου, την διαπόμπευση, εφόσον αναγνωρίζει την αξία του ανθρώπου ως θεμέλιο του νομικού της πολιτισμού και ως υπέρτατη κοινωνική αρχή.
Διαβάστε το κείμενο στο pdf
Ο ν. 4675/2020 (ΦΕΚ 54/Α/11.3.2020) προβλέπει ρητά ότι «Σε περιπτώσεις εμφάνισης κινδύνου διάδοσης μεταδοτικού νοσήματος, που ενδέχεται να έχει σοβαρές επιπτώσεις στη δημόσια υγεία, μπορεί να επιβάλλεται, με απόφαση του Υπουργού Υγείας, μετά από γνώμη της ΕΕΔΥ (Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων Δημόσιας Υγείας), υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού με σκοπό την αποτροπή της διάδοσης της νόσου. Με την ανωτέρω απόφαση ορίζονται η ομάδα του πληθυσμού ως προς την οποία καθίσταται υποχρεωτικός ο εμβολιασμός με καθορισμένο εμβόλιο, η τυχόν καθορισμένη περιοχή υπαγωγής στην υποχρεωτικότητα, το χρονικό διάστημα ισχύος της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού, το οποίο πρέπει πάντοτε να αποφασίζεται ως έκτακτο και προσωρινό μέτρο προστασίας της δημόσιας υγείας για συγκεκριμένη ομάδα του πληθυσμού, η ρύθμιση της διαδικασίας του εμβολιασμού…». Ειδικά στην περίπτωση της νόσου Covid-19 ισχύει και η ρύθμιση της ΠΝΠ της 25.2.2020 που κυρώθηκε με τον ν. 4682/2020, σύμφωνα με την οποία μπορεί να επιβάλλεται υποχρεωτικός εμβολιασμός στα πρόσωπα για τα οποία υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι μπορούν να μεταδώσουν άμεσα ή έμμεσα τη νόσο ή προέρχονται από περιοχές όπου έχει παρατηρηθεί μεγάλη διάδοση της νόσου. Καμία από τις διατάξεις αυτές δεν προβλέπει τη δυνατότητα υποβολής όλου του πληθυσμού σε υποχρεωτικό εμβολιασμό. Συνεπώς, αν ληφθεί μια τέτοια απόφαση για το εμβόλιο κατά του νέου κορωνοϊού, θα χρειασθεί ειδική νομοθετική ρύθμιση, αυτή τη φορά βέβαια με τυπικό νόμο και όχι ΠΝΠ, αφού στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπάρχει «απρόβλεπτη ανάγκη». Με δεδομένη την επικινδυνότητα της Covid-19 τόσο για την ατομική όσο και για τη δημόσια υγεία, το κρίσιμο συνταγματικό ερώτημα δεν είναι αν ο γενικός υποχρεωτικός εμβολιασμός είναι συνταγματικά επιτρεπτός, αλλά αν είναι συνταγματικά αναγκαίος, έτσι ώστε να είναι αντισυνταγματική, τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις, η παράλειψη του Κράτους να τον επιβάλλει. Η μετάδοση της νόσου μπορεί να μειωθεί ουσιωδώς μόνον αν εμβολιασθεί το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού –πάνω από το 75%- ώστε να δημιουργηθεί συλλογική ανοσία. Αντίθετα, αν εμβολιασθεί μόνο ένα μέρος του πληθυσμού –ας πούμε γύρω στο 50%- τότε η εξάπλωση της νόσου δεν θα διακοπεί. Δεδομένου ότι η συλλογική ανοσία είναι ένα δημόσιο αγαθό, διότι όλοι ωφελούνται από αυτήν, η υποχρέωση εμβολιασμού θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα καθήκον κοινωνικής αλληλεγγύης κατά την έννοια του άρθρου 25 παρ. 4 Συντ., το οποίο το Κράτος δικαιούται και ενδεχομένως υποχρεούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες, με τις εύλογες εξαιρέσεις που δικαιολογούνται από ιατρικούς λόγους (βλ. Χ. Ανθόπουλος, Πανδημία, δικαίωμα στην υγεία και καθήκον αλληλεγγύης, ΕφημΔΔ 1/2020). Στην περίπτωση αυτήν η ελευθερία αυτοκαθορισμού του ατόμου σε θέματα της προσωπικής του υγείας υποχωρεί έναντι του συλλογικού δικαιώματος στην υγεία, δηλαδή στην ουσία έναντι του δικαιώματος στην υγεία των άλλων (πρβλ. στο ίδιο πνεύμα και την μόλις εκδοθείσα απόφαση 2387/2020 του Δ΄ Τμήματος του ΣτΕ). Η υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού δεν μπορεί βέβαια να επιβληθεί με φυσικό καταναγκασμό αλλά μόνο με διοικητικές κυρώσεις , π.χ. με χρηματικό πρόστιμο ή με απαγόρευση πρόσβασης σε ορισμένους δημόσιους χώρους ή υπηρεσίες. Όλα αυτά μοιάζουν προς το παρόν κάπως θεωρητικά αφού τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχει προκριθεί η επιλογή της μη υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού κατά του κορωνοϊού. Μπορούν όμως να αποκτήσουν πρακτική σημασία αν αποδειχθεί ότι δεν αρκεί η απλή σύσταση για υποβολή σε εμβολιασμό.
Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ”, όπου δημοσιεύτηκε την Κυριακή 6-12-2020
Με το δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου 2016, οι Βρετανοί πολίτες αποφάσισαν με οριακή πλειοψηφία υπέρ της αποχώρισής τους από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ως ανωτέρω δημοψήφισμα αμέσως χαρακτηρίστηκε ως ένα γεωπολιτικό φαινόμενο παρόμοιας σημασίας με την πτώση του τείχους του Βερολίνου και την επανένωση της Γερμανίας αλλά και ως μια άνευ προηγουμένου χαρακτηριστική περίπτωση αλληλουχίας και αλληλεξάρτησης της εθνικής πολιτικής μιας χώρας με τη διεθνή πολιτική, τις προτεραιότητες και τις επιλογές του. Ποια η θέση του Brexit στο ιστορικό γίγνεσθαι της Ένωσης και πως συνδέεται με την αντίληψη περί ενοποιητικής διαδικασίας κατά το μοντέλο του Walter Hallstein; Συνιστούσε το Ηνωμένο Βασίλειο περισσότερο έναν «Awkward Partner» ή έναν Εξισορροπιστή εντός της Ένωσης; Ποιες οι συνέπειες του Brexit έναντι της Αρχής του Κράτους Δικαίου εντός της Ένωσης και πως επηρεάζεται η γεωπολιτική ισορροπία του Ευρωπαϊκού οικοδομήματος; Μεταβάλλεται το κανονιστικό εύρος της «Dauerverpflichtung» του άρθρου 34 παρ.2 ΣΕΕ και ποια η θέση της Ευρώπης στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ μετά τη θραύσης της τριαρχίας «Γαλλία – Γερμανία – Ηνωμένο Βασίλειο»; Σε επίπεδο ασφαλείας και άμυνας, δύναται να ισχυριστεί κανείς ότι με την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου η Ένωση εμφανίζεται ως ένα συμπαγές και ενοποιημένο σύνολο;
Το άρθρο δημοσιεύτηκε και στο περιοδικό Δημόσιο Δίκαιο, τεύχος 3-4/2020
Το βιβλίο παρουσιάζει τις ιστορικές αιτίες και την διαδρομή του Brexit κυρίως από το ιστορικό δημοψήφισμα της 23 Ιουνίου 2016 μέχρι και την 1 Φεβρουαρίου 2020, ημερομηνία της επίσημης αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μέσα από την παρουσίαση των δραματικών γεγονότων της διαδικασίας αποχώρησης που πολλές φορές προσέλαβαν την μορφή πολιτικού και ιστορικού θρίλερ, το βιβλίο επικεντρώνεται και αναλύει τα συνταγματικά ζητήματα που ανέκυψαν τόσο σε επίπεδο ΕΕ όσο και σε επίπεδο Ηνωμένου Βασιλείου.
Για να γίνουν νομικά πιο κατανοητά τα ζητήματα αυτά, παρουσιάζεται πρώτα το νομικό τους πλαίσιο και η εφαρμογή του καθ’ όλη την διαδικασία αποχώρησης. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται από πλευράς Ενωσιακού Συνταγματικού Δικαίου στην ερμηνεία του άρθρου 50 Συνθήκης ΕΕ και της νεοπαγούς ρήτρας αποχώρησης που αυτό περιέχει μετά την αναθεώρησή του με την Συνθήκη της Λισαβώνας και την πρωτόλεια εφαρμογή του στην διαδικασία του Brexit, γεγονός που οπωσδήποτε δυσκόλεψε τις περιστάσεις.
Από πλευράς βρετανικού Συνταγματικού Δικαίου παρουσιάζονται οι βασικές έννοιες και αρχές του βρετανικού πολιτεύματος, η αρχή της κοινοβουλευτικής κυριαρχίας, το βασιλικό προνόμιο, η αρχή της κοινοβουλευτικής ευθύνης της Κυβέρνησης, η αντιπροσωπευτική αρχή και το δημοψήφισμα ως νεοπαγής θεσμός του βρετανικού Συντάγματος, που απασχόλησαν κατά κόρον τις δύο πολύ σημαντικές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου του ΗΒ στις υποθέσεις Miller (No 1) και Cherry/Miller (No 2), οι οποίες χαρακτηρίστηκαν, ιδίως η πρώτη, ως οι «αποφάσεις του αιώνα» στο ΗΒ και παρουσιάζονται εκτενώς.
Το βιβλίο κλείνει εν είδη επιλόγου με το πολιτικό αποτύπωμα της αποχώρησης τόσο στο ΗΒ όσο και στην ΕΕ.
Το έργο «Ψηφιακή Ελεύθερη Έκφραση» προσεγγίζει την εξέλιξη του δικαιώματος στην ελευθερία του λόγου και του τύπου που διαμορφώνεται στο ψηφιακό και διαδικτυακό περιβάλλον, υπό την επίδραση της ευρωπαϊκής και αμερικανικής έννομης τάξης. Το έργο περιλαμβάνει τους μετασχηματισμούς των βασικών εννοιών της ελεύθερης έκφρασης στο διαδίκτυο, τη λειτουργία και επίδραση των μηχανών αναζήτησης στην διαμόρφωση της δημόσιας σφαίρας, την ανάπτυξη και επιρροή του φαινομένου των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στην εκφορά του λόγου, και τους νέους προβληματισμούς σχετικά με την ανάπτυξη της ψηφιακής αγοράς των ιδεών. Απευθύνεται τόσο στον νομικό της πράξης, δικηγόρο ή δικαστή, όσο και στον κλάδο της ενημέρωσης και της πληροφορικής.
Το κυβερνητικό νομοσχέδιο για τις προσλήψεις προβάλλεται πανηγυρικά ως μείζων μεταρρύθμιση που φιλοδοξεί ομολογημένα να υποκαταστήσει πλήρως το «Νόμο Πεπονή», αυτό το εμβληματικό νομοθέτημα της ύστερης μεταπολίτευσης που έθεσε τις βάσεις για τη συνταγματική κατοχύρωση των αρχών της αξιοκρατίας, της αντικειμενικότητας και της διαφάνειας στις προσλήψεις του Δημοσίου (Παπατόλιας 2019α, 245-279 και ΣτΕ Ολομ. 527/2015). Βεβαίως, η ανάγκη για μια σοβαρή μεταρρύθμιση στο σύστημα των προσλήψεων αναγνωρίζεται από πολλές πλευρές, οι οποίες συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι το ισχύον πλαίσιο αδυνατεί πλέον να ανταποκριθεί στις σύγχρονες απαιτήσεις της αξιοκρατικής στελέχωσης του Δημοσίου, καθώς απηχεί αντιλήψεις και προτεραιότητες μιας άλλης εποχής (Χρυσανθάκης 2010 377 επ, Σπανού 2011, 51 επ και Μακρυδημήτρης 2018, 110 επ). Το αρχικό μεταρρυθμιστικό νομοθέτημα (Ν.2190/94), άλλωστε, γεννήθηκε σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό και θεσμικό περιβάλλον, όπου κυριαρχούσε το γνωστό «σύστημα των μορίων» του Ν.1320/1983, με τα ομοιόμορφα και προκαθορισμένα κριτήρια επιλογής που αποτυπώνονταν μαθηματικά σε «μόρια» που συγκέντρωνε ο κάθε υποψήφιος. Ο έντονα τυπικός χαρακτήρας της μοριοδότησης, σε συνδυασμό με την απουσία κάθε μορφής ουσιαστικής αξιολόγησης (δεξιοτήτων ή προσωπικότητας), επικρίθηκε από μέρος του επιστημονικού κόσμου ως αυθαίρετη, ισοπεδωτική και αναξιοκρατική μεταχείριση, ενώ η καθιέρωση κοινωνικών κριτηρίων για την κάλυψη συγκεκριμένων θέσεων χαρακτηρίστηκε ως «θεσμοποιημένη μεροληψία» που εξομοίωνε αθέμιτα τη διοικητική στελέχωση με την άσκηση κοινωνικής πολιτικής υπέρ των ασθενέστερων κατηγοριών (Σπανού 1995,83, Χρυσανθάκης 1995, 95-97, Κοιμτζόγλου 2003, 108).
O Ν.2190/1994, παρότι θεσπίστηκε για να εκσυγχρονίσει και να αναρρυθμίσει αξιοκρατικά το καθεστώς των προσλήψεων, διατήρησε στην πραγματικότητα πολλά στοιχεία του προισχύοντος πλαισίου. Έτσι, ενώ τυπικά καθιέρωνε το διαγωνισμό ως «κανόνα» για την επιλογή του προσωπικού, η πρακτική εφαρμογή του κατέληγε να αποδίδει μεγαλύτερη βαρύτητα στην «εξαίρεση» υπέρ ενός συστήματος «αυτόματης επιλογής» (Μαυρομούστακου 2016, 54-83), όπου τα κριτήρια για τον καθορισμό της σειράς προτεραιότητας αποτελούσαν προέκταση του «συστήματος των μορίων». Στο αναθεωρημένο μάλιστα Σύνταγμα του 2001 τα «προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια» της «αυτόματης επιλογής», τα οποία παρέπεμπαν περισσότερο σε «αδιάβλητες διαδικασίες» παρά σε απόδειξη της «προσωπικής αξίας» (Παπακωνσταντίνου 2007, 234 επ), καθιερώθηκαν ως ισότιμος τρόπος επιλογής με τον πανελλήνιο διαγωνισμό (Παπαδοπούλου 2002, 97-100), που εξ ορισμού θεωρούνταν ως η πιο συμβατή μέθοδος με την αξιοκρατική λογική, υπό τον όρο ότι διασφαλίζεται η ίση πρόσβαση των υποψηφίων σε αυτόν. Η «αυτόματη επιλογή», με τη σειρά της, παρότι επικρινόταν ότι παραγνώριζε τα ουσιαστικά προσόντα των υποψηφίων στο όνομα μιας αντιπαραγωγικής εξισωτικής ομοιομορφίας, συνέχισε να θεωρείται ως η πιο αξιόπιστη και η λιγότερο κοστοβόρα από διοικητικο-οικονομική σκοπιά εγγύηση έναντι της επαπειλούμενης κομματικής ανάμειξης στις προσλήψεις. Η έμφαση στη διασφάλιση της αντικειμενικότητας, της διαφάνειας και της αμεροληψίας είχε ως συνέπεια η «αξιοκρατία» να εξομοιωθεί σταδιακά με τη μοριοδότηση τυπικών προσόντων και την τυποποίηση των διαδικασιών επιλογής (Σπανού 2011, 54-55 και Μαυρομούστακου 2016, 83) .
Εκείνο, ωστόσο, που δείχνουν να αγνοούν οι σημερινές κυβερνητικές εξαγγελίες, που προβάλλουν πανηγυρικά την «επιστροφή» της αξιοκρατίας λόγω γενίκευσης του πανελλήνιου διαγωνισμού, είναι ότι τόσο ο διαγωνισμός όσο και η αυτόματη επιλογή επικρίνονταν για τον ίδιο ακριβώς λόγο: ότι είχαν εφαρμοστεί κατά τρόπο μηχανιστικό, ισοπεδωτικό και αναξιοκρατικό, καθόσον δεν αποτιμούσαν τις ουσιαστικές «ικανότητες» του υποψηφίου και δεν αξιοποιούσαν τα πορίσματα της διοικητικής ή οργανωσιακής ψυχολογίας. Η κριτική, με άλλα λόγια, που ισχύει και σήμερα στο ακέραιο, ήταν ότι με την άκρατη τυποποίηση της διαδικασίας επιλογής -είτε του διαγωνισμού είτε της σειράς προτεραιότητας με «αυτόματη επιλογή»- θυσιάζονται οι προσωπικές ικανότητες και οι πραγματικές δεξιότητες των υποψηφίων στο όνομα της τυπικής ισότητας και της ταχύτητας της επιλογής (Μακρυδημήτρης 2018, 113-115 και Παπατόλιας 2019α 301-337). Ως απάντηση στην κριτική αυτή για απρόσφορους και αφυδατωμένους διαγωνισμούς αναδύθηκε η σύγχρονη τάση «επαγγελματικοποίησης» των εξεταστικών δοκιμασιών με την εισαγωγή νέων μεθόδων διάγνωσης των ικανοτήτων που συσχετίζουν το επαγγελματικό περίγραμμα της θέσης με την «καταλληλότητα» του κάθε υποψηφίου να ασκεί συγκεκριμένα διοικητικά καθήκοντα, συμβάλλοντας στη συνολική αποδοτικότητα του συστήματος. Η στροφή στην αξιολόγηση των ουσιαστικών προσόντων συνδέθηκε στη σύγχρονη διεθνή πρακτική με καινοτόμες μεθόδους επιλογής (Παπατόλιας 2019α, 334-357), όπως τα τεστ αριθμητικού συλλογισμού ή οι δοκιμασίες «ανίχνευσης ικανοτήτων» που εφαρμόζονται ήδη στο ιδιωτικό μάνατζμεντ με μεγάλη επιτυχία. Τα ποικίλα τεστ επιλογής «νέας γενιάς» κατάφεραν, έτσι, να εμπλουτίσουν τα παραδοσιακά και απαξιωμένα «τεστ IQ» με τα σύγχρονα «τεστ ικανότητας και κλίσης», τα «τεστ γενικής πνευματικής ικανότητας», τα «τεστ καταστάσεων», τα αμφιλεγόμενα «τεστ προσωπικότητας», καθώς και τα «τεστ απόδοσης» των υποψηφίων, με «δείγμα έργου», παρόμοιου ή πανομοιότυπου με εκείνο που θα επιτελούν εάν προσληφθούν. Δεδομένου ότι οι κυβερνήσεις και οι σχεδιαστές των δημόσιων πολιτικών διαθέτουν, πλέον, ένα ευρύτατο πεδίο διακριτικής ευχέρειας ως προς την επιλογή μεθόδων πρόσληψης, κάθε σοβαρό μεταρρυθμιστικό σχέδιο οφείλει να διευκρινίζει ποιες μεθόδους προκρίνει και για ποιο λόγο, καθώς και να τις αντιστοιχεί με τις ανάγκες επιλογής κάθε συγκεκριμένης κατηγορίας προκηρυσσόμενων θέσεων. Δυστυχώς, το υπό εξέταση νομοσχέδιο, παρά τις ρητορικές διαβεβαιώσεις περί «ενίσχυσης της αξιοκρατίας», δεν φαίνεται να καλύπτει καμία από τις προϋποθέσεις μιας σύγχρονης αποτίμησης της «καταλληλότητας», καθώς ούτε άξιες λόγου καινοτομίες επιλογής εισάγει ούτε σοβαρές θεσμικές αλλαγές δρομολογεί για την αξιοκρατική αναρρύθμιση των προσλήψεων.
Ειδικότερα, το νομοσχέδιο επισύρει τις ακόλουθες επτά κριτικές παρατηρήσεις:
Επιπλέον, από τη μέχρι σήμερα διεξαγωγή γραπτών διαγωνισμών προκύπτει ότι το κόστος και ο χρόνος που απαιτήθηκαν για να καλυφθούν οι θέσεις διοικητικών ειδικοτήτων με γραπτό διαγωνισμό ήταν δυσανάλογοι σε σχέση με τους αντίστοιχους ρυθμούς στελέχωσης με σειρά προτεραιότητας, με αμφίβολο μάλιστα «αξιοκρατικό» όφελος εξαιτίας των τυποποιημένων και απαρχαιωμένων εξεταστικών διαδικασιών που μόνο τα ουσιαστικά προσόντα δεν επετύγχαναν να διαγνώσουν… Οι αδυναμίες αυτές αναγνωρίστηκαν, άλλωστε, δημόσια από το νομοθέτη του 2002 (Ν.3051/2002), που θεώρησε προσφορότερο και αποδοτικότερο για το Δημόσιο, οι διοικητικές θέσεις να καλύπτονται με σειρά προτεραιότητας και όχι με πανελλήνιο διαγωνισμό.
Άλλως ειπείν, η προσφυγή αδιακρίτως στην μέθοδο του «παραδοσιακού διαγωνισμού» για την επιλογή του πάσης φύσης προσωπικού του Δημοσίου όλων των εκπαιδευτικών βαθμίδων (πλην υποχρεωτικής εκπαίδευσης) γεννά σοβαρές επιφυλάξεις και για το αν επιτρέπει την ουσιαστική αξιολόγηση της «καταλληλότητας» των υποψηφίων και για το αν υπηρετεί τη δίκαιη και αξιοκρατική μεταχείρισή τους. Εξίσου έντονα ερωτηματικά εγείρει και η επιλογή του διαγωνισμού για τη στελέχωση μη διοικητικών ειδικοτήτων της κατηγορίας ΔΕ (όπως πληρώματα ασθενοφόρων ΕΚΑΒ, νοσηλευτές, οδηγοί), όταν η διεθνής «καλή πρακτική» επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά σε «πρακτικές δοκιμασίες» για την επιλογή του εν γένει βοηθητικού ή τεχνικού προσωπικού και απορρίπτει τις γενικού τύπου εξετάσεις. Εάν ληφθεί, μάλιστα, υπόψη ότι στην κατηγορία ΔΕ σε θέσεις χαμηλής ειδίκευσης εμφανίζονται κυρίως υποψήφιοι μεγαλύτερης ηλικίας, φαντάζει εντελώς αδικαιολόγητη η υποβολή τους σε μια διαγωνιστική διαδικασία, η οποία, σε συνδυασμό με την αγνόηση της επαγγελματικής τους διαδρομής, μειώνει δραματικά τις πιθανότητες επιλογής τους.
Πέρα από λειτουργικά και επιχειρησιακά ατελέσφορη, η μη προσμέτρηση της εμπειρίας είναι και καταφανώς άδικη, ιδίως στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία της κρίσης που ωθεί συνεχώς αυξανόμενο αριθμό υποψηφίων μεγαλύτερης ηλικίας στην αναζήτηση θέσεων απασχόλησης στο Δημόσιο, ανεξαρτήτως εκπαιδευτικής βαθμίδας. Πρέπει, επομένως, να αναδειχθεί στο δημόσιο διάλογο ότι η καλλιέργεια προσδοκιών επιτυχίας στις νεότερες ηλικίες χάνει το θεμιτό χαρακτήρα της (Μολύβας 2018, 157-233) εάν συνοδεύεται από συνθήκες «κοινωνικού δαρβινισμού» για τους αρχαιότερους και εμπειρότερους, που αποδεικνύονται πιο ευάλωτοι στην κρίση (Παπατόλιας 2020).
Παράλληλα, είναι κρίσιμο να επισημανθεί ότι η αποκλειστική μέριμνα για την επιτάχυνση των διαδικασιών επιλογής και τη διευκόλυνση της κατάταξης των υποψηφίων, τη στιγμή που δεν αξιοποιείται καμία σύγχρονη τεχνική για τη διάγνωση των επαγγελματικών δεξιοτήτων και της «εργασιακής αποτελεσματικότητας», απέχει πόρρω από το αξιοκρατικό ιδεώδες υπό κάθε δυνατή εκδοχή του της (Μολύβας 2018,17-37 και Παπατόλιας 2019β, 470 επ). Τούτο διότι η πρόβλεψη μιας ισοπεδωτικής ή καταφανώς άδικης αντιμετώπισης, που ακυρώνει κρίσιμα στοιχεία της «προσωπικής αξίας» για λόγους αυτοματοποίησης της αξιολόγησης και διασφάλισης της ταχύτητας στην επιλογή, περισσότερο παραπέμπει σε έκτακτο καθεστώς στελέχωσης παρά σε παγιωμένες συνθήκες αξιοκρατίας…
Στο προτεινόμενο νομοσχέδιο, η επιδίωξη μιας σταθμισμένης μοριοδότησης των εκπαιδευτικών κριτηρίων (τίτλων σπουδών, ξένων γλωσσών) και της επαγγελματικής εμπειρίας, που θα επέτρεπε τη δημιουργική σύνθεση των διαφορετικών παραμέτρων της «προσωπικής αξίας», δείχνει να υποχωρεί άτακτα έναντι της πανάκειας ενός ατελούς και φορμαλιστικά δομημένου διαγωνισμού. Μια εύλογη διαβάθμιση της βαρύτητας της μοριοδότησης, σε ένα πιο ισορροπημένο και πολυπαραμετρικό σύστημα επιλογής είναι, επομένως, πιο αναγκαία από ποτέ. Θα τολμούσαμε, μάλιστα, να την ποσοτικοποιήσουμε ως εξής: το 65% ή το 70% της συνολικής βαθμολογίας να προκύπτει από την επίδοση των υποψηφίων στο γραπτό διαγωνισμό, το 20% ή το 15% από διαβαθμισμένα εκπαιδευτικά κριτήρια, το 10% από την πιστοποιημένη επαγγελματική προϋπηρεσία τους και το 5%, τέλος, από σταθμισμένα κοινωνικά κριτήρια για όσες ευάλωτες κατηγορίες δεν τοποθετούνται απευθείας στο Δημόσιο.
Εν κατακλείδι, το νομοσχέδιο απηχεί μια μάλλον προβληματική, εάν όχι στρεβλή, αντίληψη περί αξιοκρατίας, καθώς επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στην επιτάχυνση των διαδικασιών επιλογής και στη δημόσια προσφορά νέων ευκαιριών πρόσληψης που αποδεσμεύονται από απαιτητικές και εκλεπτυσμένες δοκιμασίες των ουσιαστικών προσόντων, παρά τις ρητορικά υπερχειλείς παραπομπές στην «καταλληλότητα». Η γενικευμένη προσφυγή στο διαγωνισμό, με αναφορά στο δοκιμασμένο ιδεολογικά πρότυπο των πανελληνίων εξετάσεων, καλλιεργεί, έτσι, προσδοκίες επιτυχίας σε όσους αισθάνονται ότι μεγαλώνουν οι πιθανότητές τους να εξασφαλίσουν μια «θέση στον ήλιο» είτε λόγω καλύτερης προετοιμασίας είτε από εύνοια της τύχης σε μια στιγμιαία διαδικασία σύγκρισης, κατά το γνωστό ποδοσφαιρικό αξίωμα «έντεκα εμείς, έντεκα κι αυτοί»… Εάν κάτι, λοιπόν, έρχεται δυναμικά στο προσκήνιο με το υπό κρίση νομοσχέδιο, αυτό δεν είναι η «στοχευμένη επιλογή» του διοικητικού προσωπικού, αλλά η «δημοκρατική υπόσχεση» της αξιοκρατίας: μια γνωστή και άκρως αποτελεσματική ιδεολογική λειτουργία παραγωγής κοινωνικών προσδοκιών (Χρυσανθάκης 2010, 378), οριστικά όμως αποξενωμένων από τις πραγματικές προϋποθέσεις των ίσων ευκαιριών, της δίκαιης μεταχείρισης των υποψηφίων και της ουσιαστικής αποτίμησης της «προσωπικής αξίας» τους.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
-Κοϊμτζόγλου, Ι. (2003), Η αρχή της αξιοκρατίας στο δημόσιο δίκαιο, Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή.
-Μακρυδημήτρης, Αντ. (2018), «Αξιοκρατία δεν είναι μόνο η αντικειμενικότητα», in Επιλογή Ανθρώπινου Δυναμικού στον Δημόσιο Τομέα: Νέες Τάσεις και Προκλήσεις, Πρακτικά 1ου Διεθνούς Συνεδρίου ΑΣΕΠ, 11-2017, σ.110 επ..
-Μαυρομούστακου, Η. (2016), Αξιολόγηση δημοσίων υπαλλήλων. Πρόσληψη και υπηρεσιακή εξέλιξη, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα.
-Μολύβας, Γρ. (2018), Αξιοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη, Πόλις, Αθήνα.
-Παπατόλιας, Απ. (2019α), Η αξιοκρατία ως αρχή και ως δικαίωμα. Θεωρητικές καταβολές, συνταγματική θεμελίωση και θεσμική πρακτική, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2019, σελ. 428.
-Παπατόλιας, Απ. (2019β), Οι μεταμορφώσεις της αξιοκρατίας. Από τον πρώιμο φιλελευθερισμό στη ρωλσιανή σύνθεση, ΕφΔΔ-4, 2019, σελ. 470 – 495.
-Παπατόλιας, Απ. (2020), «Αξιοκρατία και προσλήψεις. Μέρος 1ο: Η “αλληλέγγυα” αξιοκρατία», ΕφΣυν, 23 -11- 2020
-Παπαδοπούλου, Ολ. (2002), «Η δημόσια υπαλληλία: Η τροποποίηση του άρθρου 103 στην αναθεώρηση του Συντάγματος» in Αντ. Μακρυδημήτρης – Ολ. Ζύγουρα (επιμ.), Η Διοίκηση και το Σύνταγμα. Η αναθεώρηση του Συντάγματος και η εκτελεστική εξουσία, Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή.
-Παπακωνσταντίνου, Α. (2007), «Η συνταγματική αρχή της αξιοκρατίας και το νέο σύστημα επιλογής προϊσταμένων οργανικών μονάδων του Δημοσίου» Εφημ.Δ.Δ., 2007, σ.234 επ..
-Σπανού, Κ. (1995), «Σε αναζήτηση του εκσυγχρονισμού: οι πολιτικές προσλήψεων στο Δημόσιο και οι μεταρρυθμίσεις τους» in Αντ. Μακρυδημήτρης (επιμ.), Προβλήματα διοικητικής μεταρρύθμισης, Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, σ.65 επ.
-Σπανού, Κ. (2011), «Η αναμόρφωση του συστήματος προσλήψεων. Παλιές προκλήσεις και νέες απαντήσεις» in Χ. Χρυσανθάκης (πρόλ.-επιμ.), Η πρόσφατη διοικητική μεταρρύθμιση. Αναδιάρθρωση της Κεντρικής Διοίκησης και σύστημα προσλήψεων – Νομικές, συστηματικές και οργανωτικές διαστάσεις, σ.51 επ.
Χαραλαμπογιάννη, Β. (2020), «Μεταρρύθμιση ΑΣΕΠ, ενίσχυση της αξιοκρατίας», «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 22-11-2020.
-Χρυσανθάκης, Χ. (1995), «Τα κριτήρια στελέχωσης των θέσεων της Δημόσιας Διοίκησης», in Αντ. Μακρυδημήτρης (επιμ.), Προβλήματα διοικητικής μεταρρύθμισης, Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, σ.95 επ.
-Χρυσανθάκης, Χ. (2010), «Οι προσλήψεις και πάλι στην επικαιρότητα: ο Ν.3812/2009», ΘΠΔΔ4/2010, σ.377 επ.
Φαίνεται ότι το νέο τοτέμ του ελληνικού συνταγματικού δικαίου είναι η δημόσια υγεία. Η δημόσια υγεία θεωρείται πλέον από πολλούς έγκριτους συνταγματολόγους το υπέρτατο αγαθό, μπροστά στο οποίο υποτάσσονται τα πάντα στο Σύνταγμα, ιδίως τα θεμελιώδη δικαιώματά μας. Τα τελευταία χρόνια η μόδα τέτοιων τοτέμ συνηθίζεται, αν θυμηθούμε λίγο παλιότερα τη «δημόσια ασφάλεια» και, με τη χρεωκοπία, την «εθνική οικονομία» ή ακόμη την «ευρωπαϊκή προοπτική». Όλα αυτά υποτίθεται ότι εκφράζουν υπερσυνταγματικές αξίες και υποστηρίζονται από σοβαρούς νομικούς, όχι μόνο στη χώρα μας…
Το άγχος για να στερεωθεί το τοτέμ της δημόσιας υγείας εν μέσω πανδημίας, είναι τέτοιο, που οι «πρόθυμοι» δεν προβληματίζονται ιδιαίτερα για το πώς το «λανσάρουν»: άλλοτε υποστηρίζουν ότι «μα, το λέει το Σύνταγμα» (όταν επικαλούνται διατάξεις, όπως στα άρθ. 5, 11, 18 ή 22), άλλοτε προτείνουν να ξεφύγουμε από τον «ατομοκεντρισμό» και να δούμε όλο το Σύνταγμα και την επιστημολογία του συνταγματικού δικαίου «αλλιώς». Μικρό το κακό, αυτά είναι λεπτομέρειες…
Υγεία
Τι είναι λοιπόν για το Σύνταγμα το περίφημο αγαθό της «υγείας»;
Το ατομικό δικαίωμα στην υγεία συνδέεται, ασφαλώς, με το έννομο αγαθό της ζωής. Κάτι περισσότερο: αποδεικνύει γιατί και η ζωή η ίδια είναι θεμελιώδες δικαίωμα κι όχι «υπέρτατη αξία» -άρα, υποχρέωσή μας-, όπως υπονοούν κάποιοι. Η άρνηση θεραπείας (treatment refusal) -με την οποία δεν συναινούμε σε ιατρικές πράξεις, ασκώντας το δικαίωμα στην υγεία- έχει ως λογικό επακόλουθο την ελεύθερη διάθεση της ζωής μας: οι Μάρτυρες του Ιεχωβά ή οι απεργοί πείνας που διακινδυνεύουν τη ζωή τους, λοιπόν, ασκούν θεμελιώδες δικαίωμα, που ο γιατρός οφείλει να σέβεται ως το τέλος, όπως και τα όργανα του κράτους αν εμπλακούν (εισαγγελείς, αστυνομία κ.λπ.). Όσοι επιμένουν ότι η ζωή δεν είναι δικαίωμα, αλλά κάποιος αναγκαίος όρος που επιβάλλει η ανθρώπινη αξία, δεν κάνουν άλλο από το να ανακηρύσσουν την τελευταία σαν ένα είδος «χωροφύλακα» (“le flic dans la tete”) της συνείδησης και της ελεύθερης βούλησής μας. Αγνοούν, έτσι, ότι η ανθρώπινη αξία -όπου την προβλέπουν τα συνταγματικά κείμενα- αναλύεται μόνο σε δικαιώματα του υποκειμένου της, χωρίς να αφήνει κανένα «υπόλοιπο»: γι’ αυτό, ούτε το έμβρυο ούτε ο νεκρός αναγνωρίζονται ως υποκείμενα ανθρώπινης αξίας, αφού δεν είναι νοητό να ασκούν δικαιώματα, γι’ αυτό επίσης Συντάγματα που δεν περιλαμβάνουν καν την ανθρώπινη αξία δεν είναι λιγότερο δημοκρατικά απ’ όσα την «κατοχυρώνουν».
Η υγεία είναι λοιπόν, κατ’ αρχήν, περιοχή αυτοκαθορισμού, ελεύθερη από επεμβάσεις τρίτων, ακόμη κι αν αυτοί είναι οι γιατροί ή όργανα του κράτους (από τον πρωθυπουργό, ως τον τελευταίο αστυφύλακα της πολιτικής προστασίας…). Δεν χρειάζεται να θυμόμαστε ότι όλα τα παραπάνω είναι κοινός τόπος στη βιοηθική και το δίκαιο που ειδικεύεται σε τέτοια θέματα, τα τελευταία 70 χρόνια.
Αν ο κίνδυνος για τη δημόσια υγεία απειλεί τεκμηριωμένα τη δημόσια ασφάλεια, όπου η τελευταία δικαιολογεί περιορισμούς (π.χ. στο δικαίωμα του συνέρχεσθαι) αυτοί προστίθενται στους προηγούμενους. Αλλά μέχρι εκεί: άλλοι περιορισμοί (στην ιδιωτική ζωή, στην ελευθερία της έκφρασης, στην οικονομική ελευθερία κ.λπ.) δεν δικαιολογούνται από το Σύνταγμα. Αν το κράτος τους θεωρεί αναγκαίους, είτε θα πρέπει να πείσει τους πολίτες να τους δεχθούν εκούσια (δηλαδή, χωρίς να απειλεί με κυρώσεις) είτε θα πρέπει να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 48, αν συντρέχουν οι (αυστηροί) όροι του.
Πάντως αυτές οι προβλέψεις του Συντάγματος είναι και οι μόνες που επιτρέπουν στην κρατική εξουσία να έχει λόγο για το τι κάνουμε με την προσωπική μας υγεία, για το πώς οριοθετείται δηλαδή το ατομικό μας δικαίωμα.
Πανδημία
Όλα τα παραπάνω δείχνουν γιατί πρέπει να είμαστε ψύχραιμοι με τα «συνταγματικά» της πανδημίας.
Αυτό σημαίνει, ότι τα αρμόδια όργανα του κράτους είναι τα μόνα υπεύθυνα και πάλι για ό,τι αποφασίζεται -και όχι η «επιστήμη» γενικώς-, ακόμη και αν απλώς προσυπογράφουν τη γνώμη των υγειονομικών συμβούλων τους. Είναι επίσης υπεύθυνα για το αν πράγματι ακολουθούν, έστω, αυτή τη γνώμη: κανείς υγειονομικός που σέβεται τη δουλειά του δεν συμβουλεύει αποφυγή του συνωστισμού, με εξαίρεση τα μέσα μεταφοράς ή τους επαγγελματικούς αγώνες ποδοσφαίρου ή -το χειρότερο- τα νοσοκομεία που πολιορκούνται από τρομοκρατημένους πολίτες!
Η αναλογικότητα εξαρτάται ιδίως από δύο παράγοντες: α) την έγκαιρη συλλογή επαρκών δεδομένων για την πανδημία με τη διενέργεια μαζικών τεστ και β) την έγκαιρη εκπλήρωση του καθήκοντος του κράτους να φροντίζει την υγεία των πολιτών επενδύοντας σε πόρους για την αντιμετώπιση της απειλής (εξασφάλιση επαρκούς αριθμού τεστ, επαρκούς υγειονομικού προσωπικού, συμβατικού νοσοκομειακού εξοπλισμού, ΜΕΘ, αναπνευστήρων κ.λπ.).
Και οι δύο αυτοί παράγοντες εξαρτώνται από πολιτικές αποφάσεις αποκλειστικά, που σηματοδοτούν ακριβώς την εγρήγορση του κράτους μπροστά στον κίνδυνο. Διότι οι υγειονομικές συμβουλές βασίζονται εξ ορισμού στη διαθεσιμότητα πόρων σε δεδομένο τόπο και χρόνο: όταν δεν διατίθενται πόροι, είναι φυσικό να συνιστώνται από τους γιατρούς περιορισμοί στην ελευθερία. Τι άλλο να μας πουν;
Συμπέρασμα
Συνοψίζοντας, διαπιστώνουμε ότι η κρατική εξουσία έχει από το Σύνταγμα τρία όπλα που μπορεί να τα χρησιμοποιήσει για την αντιμετώπιση όχι μόνο αυτής της πανδημίας, αλλά οποιουδήποτε κινδύνου για τη δημόσια υγεία, όσο σοβαρός κι αν είναι
Αποτελεί αποκλειστική ευθύνη του κράτους (όχι των υγειονομικών συμβούλων του), αν δεν επιστρατεύει κάποιο από αυτά τα όπλα, εν όψει άλλων προτεραιοτήτων, όπως π.χ. της (εμμονικής ή ίσως φοβικής) συμμόρφωσης με διεθνείς δημοσιονομικές υποχρεώσεις (μνημονιακές απαιτήσεις) ακόμη και όταν φτάνει να κινδυνεύει η υγεία όλων μας, της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, της εκπαίδευσης, του τουρισμού, των αθλητικών δραστηριοτήτων κ.λπ. Δεν είναι λοιπόν «εμπόδιο» το Σύνταγμα: δεν μένει και τίποτε άλλο να επιτρέψει! Όλα γίνονται, αρκεί οι αρμόδιοι να αναλαμβάνουν πράγματι την ευθύνη.
Αυτό το τελευταίο -η ευθύνη όχι των πολιτών ή των γιατρών, αλλά του ίδιου του κράτους- ενοχλεί πολύ τους οπαδούς του τοτέμ της δημόσιας υγείας, τους κάθε προέλευσης «πρόθυμους» (συνταγματολόγους και πολιτικούς), που δεν μπορούν να δεχθούν την προτεραιότητα των συνταγματικών μας δικαιωμάτων, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες.
Υπάρχει κάτι βαθύτερο εδώ, που αφορά ειδικά την ελληνική κοινότητα του συνταγματικού δικαίου (ακόμη ειδικότερα, τον Όμιλο Μάνεση): το αν πράγματι πιστεύουμε στην ισχύ των κανόνων ή, αντίθετα, σε κρυφές ή δηλωμένες πολιτικές ατζέντες, δεξιόστροφες, αριστερόστροφες, «εκσυγχρονιστικές», «πατριωτικές», «προοδευτικές», «μεταρρυθμιστικές» και πάει λέγοντας.
Η ισχύς των κανόνων μας υποχρεώνει να υποτάσσουμε τις ερμηνευτικές μας επιλογές στο αξίωμα της Ελευθερίας «του Ανθρώπου και του Πολίτη»: αυτό είναι το μόνο «ταμπού» για κάθε αξιοπρεπή άνθρωπο σε μια δημοκρατική κοινωνία, ένα ταμπού που θεμελίωσε τον συνταγματισμό και που απαγορεύεται σε οποιονδήποτε (αλλά σε οποιονδήποτε!…) να το αγγίξει.
Μας υποχρεώνει, με άλλα λόγια, να επιβεβαιώνουμε επί πλέον -ακόμη και στα πολύ δύσκολα- ότι το συνταγματικό δίκαιο είναι η «τεχνική της πολιτικής ελευθερίας» και γι’ αυτό ακριβώς έχει απαιτήσεις επιστημονικού κλάδου κι όχι χαριτωμένης ρητορικής.
Tο αξιοκρατικό ιδεώδες γνωρίζει τις τελευταίες δεκαετίες μια συστηματική αμφισβήτηση που αντανακλά ένα συνολικότερο πρόβλημα νομιμοποίησης του συστήματος κατανομής των θέσεων και των πόρων στις σύγχρονες δημοκρατίες. Στην πραγματικότητα, όσο αποκλείονται μεγάλες μάζες του πληθυσμού από τα αγαθά της εκπαίδευσης, της πρόνοιας, της απασχόλησης και των θέσεων ευθύνης, τόσο περισσότερο διαψεύδεται η «δημοκρατική υπόσχεση» της αξιοκρατίας για κοινωνική ανέλιξη και κινητικότητα.
Αυτός είναι ο λόγος που ο Ντ. Τραμπ δεν δίσταζε να αυτοπαρουσιαστεί το 2016 ως ο «υποψήφιος πρόεδρος ενάντια στην αξιοκρατία», που ανταμείβει τους ανθρώπους αποκλειστικά βάσει των ικανοτήτων και των πτυχίων τους, συνθλίβοντας όσους δεν έχουν τα «προσόντα» να επιβιώσουν στον ανελέητο ανταγωνισμό. Αυτή τη δυσανεξία έναντι των «άξιων» ελίτ, που συμβόλιζαν τα στεγανά στην εκπαίδευση, την αγορά εργασίας και τη διοικητική λειτουργία, προσπαθούσε να διασκεδάσει και ο Μπ. Ομπάμα στην πρώτη του προεκλογική καμπάνια, όταν τόνιζε την αυξημένη ευθύνη των «άξιων» και «επιτυχημένων» να νοιαστούν για τους λιγότερο ευνοημένους συμπολίτες τους.
Στη χώρα μας, αντιθέτως, εκδηλώνεται, στην κορύφωση της πανδημικής κρίσης, μια τάση επιστροφής στο κλασικό αξιοκρατικό ιδεώδες, με το νομοσχέδιο του υπουργείου Εσωτερικών για την αλλαγή του «νόμου Πεπονή» να προβάλλεται ως μια ιστορική μεταρρύθμιση που αποκαθιστά την «αξιοκρατία» και τις «ίσες ευκαιρίες» στις προσλήψεις του Δημοσίου. Πρόκειται για πρωτοβουλία με σημαίνουσες ιδεολογικές-αξιακές προεκτάσεις, που είναι σκόπιμο να αναδειχθούν στον δημόσιο διάλογο, καθόσον απηχούν διακριτές αντιλήψεις περί αξιοκρατίας και εμπνέουν διαφορετικές τοποθετήσεις «επί της αρχής» του νομοσχεδίου.
Στο ιδεώδες της αρχαιότητας, «αξιοκρατία» είναι η λειτουργία της πολιτείας να τοποθετεί κατάλληλα τους πολίτες, προκειμένου ο καθένας να επιτελεί το δικό του έργο σε ένα λειτουργικό σύνολο. Στη φιλελεύθερη αντίληψη, η «αξιοκρατία» υποδηλώνει τη διαφορετική ανταμοιβή των ανθρώπων ανάλογα με τα χαρίσματά τους.
Στο πρώιμο δημοκρατικό ιδεώδες, οι δημόσιες θέσεις επιφυλάσσονται σε όσους διακρίνονται σε συνθήκες ίσων ευκαιριών για το ταλέντο και την προσπάθειά τους. Στη βιομηχανική εποχή, τέλος, η «αξιοκρατία» παραπέμπει στη διάγνωση της «καταλληλότητας», δηλαδή τη συσχέτιση των προσωπικών ικανοτήτων με τα καθήκοντα μιας θέσης, ενώ «άξιος» θεωρείται εκείνος που συμβάλλει περισσότερο στην καλή λειτουργία μιας οργάνωσης.
Εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι το αξιοκρατικό ιδεώδες υπόκειται σε πολλαπλές ιδεολογικο-πολιτικές αναγνώσεις. Αλλιώς το αντιλαμβάνονται οι νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις και αλλιώς η σύγχρονη προοδευτική σκέψη. Για τον νεοφιλελευθερισμό, η «αξιοκρατική αρχή» εξαντλείται στην ανταμοιβή της επίδοσης ή της αριστείας, παραβλέποντας ή θεωρώντας φυσικές τις ανισότητες που επιδρούν στην «αξία» του καθενός.
Οι σύγχρονες εξελίξεις μάς καλούν, αντιθέτως, να επαναπροσδιορίσουμε την αξιοκρατία όχι μονοσήμαντα ως δικαιολογημένη μορφή ανισότητας, αλλά και ως θεμέλιο μιας δικαιότερης κατανομής των θέσεων. Αυτή η «δίκαιη» ή «αλληλέγγυα αξιοκρατία» δεν εξαντλείται στις τυπικά «ίσες ευκαιρίες», αλλά εμπλουτίζεται με τις θετικές δράσεις της πολιτείας που ισοσκελίζουν την υστέρηση όσων εμποδίζονται από φυσικά ή κοινωνικά αίτια να συμμετέχουν ισότιμα στον ανταγωνισμό. Αποδίδει έμφαση στα «θετικά κοινωνικά μέτρα» (υποτροφίες, πρόσθετη στήριξη) που επιτρέπουν στους «άξιους» υποψηφίους να ξεπεράσουν τα μειονεκτήματα της καταγωγής τους, ενώ επιβάλλει και την απευθείας επιλογή όσων (ευάλωτες ομάδες) δεν θα είχαν ποτέ την ευκαιρία να αποδείξουν τις ικανότητές τους.
Ενα δίκαιο αξιοκρατικό σύστημα επιλογής αξιοποιεί κάθε δυνατή τεχνική της οργανωσιακής ψυχολογίας ή της διοικητικής επιστήμης, προκειμένου να διαγνώσει τις πολύμορφες ικανότητες των υποψηφίων και να κατανείμει ορθολογικά τα καθήκοντά τους. Στο σύστημα αυτό, τα κριτήρια της «αξίας» υπερβαίνουν το ανταγωνιστικό πρότυπο της αγοράς και ανταμείβουν εξίσου τις «κοινωνικές ικανότητες» των υποψηφίων, όπως η συνεργατικότητα, η προσαρμοστικότητα ή η καταλληλότητά τους να προασπίζουν το δημόσιο συμφέρον.
Μια ατομικιστική έννοια όπως η «προσωπική αξία» εμβολιάζεται από τις διανεμητικές αξίες της αλληλεξάρτησης και της αμοιβαιότητας, ενώ η «αξιοκρατία», εκτός από την εύνοια στους ταλαντούχους, επεκτείνεται και στις «εγγυήσεις σταδιοδρομίας» όσων διαθέτουν λιγότερους πόρους στην κοινωνία. Οι αντιλήψεις της επιβράβευσης του ταλέντου και της αριστείας συνδυάζονται έτσι με τις εξισωτικές πολιτικές των «ελάχιστα εγγυημένων ικανοτήτων», που μεριμνούν για τους αδύναμους κρίκους της «πάλης των θέσεων», ιδίως σε περιόδους έντονης κοινωνικής διακινδύνευσης όπως σήμερα.
Είναι σαφές ότι η επιδίωξη της αξιοκρατίας αφήνει τον δρόμο ανοιχτό σε εναλλακτικές και συχνά αντικρουόμενες επιλογές στο επίπεδο των δημόσιων πολιτικών για τις προσλήψεις. Το ποια αντίληψη περί αξιοκρατίας υπηρετεί η προτεινόμενη μεταρρύθμιση θα εξεταστεί στο επόμενο σημείωμά μας. Εν τω μεταξύ, ας διατυπώσουμε την ευχή να μην υποτιμηθεί στην εν εξελίξει διαβούλευση το αξιακό και ιδεολογικό πρόσημο των αλλαγών χάριν μιας τεχνικής – αφυδατωμένης ή μιας συγκυριακής – μικροπολιτικής προσέγγισής τους από τις κοινοβουλευτικές δυνάμεις και τους κοινωνικο-επιστημονικούς φορείς της χώρας.
Αναδημοσίευση από την Εφημερίδα των Συντακτών
Κύρια σημεία ομιλίας του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας και Επίτιμου Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, κ. Προκοπίου Παυλοπούλου, κατά την διαδικτυακή συζήτηση που οργάνωσε ο φορέας «ARGO – Brussels Hellenic Network», με θέμα: «Το φαινόμενο της “Τεχνολογικής Ανεργίας”: Προβληματικές πτυχές της “Τεχνολογικής Επανάστασης”»
Ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος μίλησε στην Διαδικτυακή Συζήτηση που οργάνωσε ο φορέας «ARGO – Brussels Hellenic Network», με θέμα: «Το φαινόμενο της “Τεχνολογικής Ανεργίας”: Προβληματικές πτυχές της “Τεχνολογικής Επανάστασης”». Στο πλαίσιο της ομιλίας αυτής ο κ. Προκόπιος Παυλόπουλος επισήμανε, μεταξύ άλλων, και τα εξής:
«Η σχέση του σύγχρονου Ανθρώπου με την Τεχνολογία και τα επιτεύγματά της, κατεξοχήν δε τα τελευταία χρόνια, είναι γεμάτη αντιφάσεις, που τις δημιουργούν από την μια πλευρά η, καθ’ όλα δικαιολογημένη, «υπερηφάνεια» του δημιουργού απέναντι στα δημιουργήματά του, απόρροια του «φαουστικού» χαρακτήρα του Δυτικοευρωπαϊκού Πολιτισμού, ο οποίος εκφράζεται και με τον πόθο για το άπειρο. Και, από την άλλη πλευρά, το δέος και ο συνακόλουθος φόβος απέναντι στα δημιουργήματα αυτά. Οι ίδιες ως άνω αντιφάσεις, οι εκφάνσεις τους και οι αιτίες τους εξηγούν και το πώς και γιατί ο σύγχρονος Άνθρωπος δεν καταφέρνει πάντοτε να «ισορροπήσει» κατά την στάθμιση των επιπτώσεων της τεχνολογικής προόδου, ειδικότερα δε κατά την στάθμιση των θετικών και των αρνητικών της πλευρών.
Α. Η βασική και στοιχειώδης παραδοχή συνίσταται στο ότι η Τεχνολογία αποτελεί ένα από τα «ευγενέστερα» επιτεύγματα του Πνεύματος.
Β. Μια από αυτές τις αρνητικές πλευρές της εξέλιξης της Τεχνολογίας στην εποχή μας είναι και εκείνη που αφορά την λεγόμενη «Τεχνολογική Ανεργία».
Γ. Ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει το γεγονός, ότι η σύγχρονη τεχνολογική πρόοδος έχει σαφώς ευεργετικές επιπτώσεις όσον αφορά το πεδίο της ανθρώπινης εργασίας.
Δ. Υπό τα δεδομένα αυτά αποκτά εξαιρετική επικαιρότητα η διαπίστωση του Yuval Noah Harari, στο τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «21 Lessons for the 21st Century» εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2018), σύμφωνα με την οποία στην σύγχρονη Φιλελεύθερη Δημοκρατία – ο μεγάλος κίνδυνος δεν είναι, βεβαίως, η κατά κυριολεξία εκμετάλλευση του Ανθρώπου από τον Άνθρωπο, όπως είχε φαντασθεί ο Karl Marx.
Ε. Είναι επίσης προφανές ότι για την αντιμετώπιση αυτής της καταθλιπτικής πορείας των πληττόμενων από την «Τεχνολογική Ανεργία» κοινωνικών συνόλων πρέπει να γίνουν αμέσως σταθερά βήματα αναπλήρωσης των χαμένων θέσεων εργασίας στα εξής πεδία:
Η «Τεχνολογική Ανεργία» δεν συνιστά μοιραία -με άλλα λόγια νομοτελειακή- παρενέργεια της τεχνολογικής προόδου. Είναι μεν γεγονός ότι η πρόοδος αυτή προκαλεί και σημαντική -και ραγδαίως, δυστυχώς, εξελισσόμενη- απώλεια θέσεων εργασίας σε πολλούς τομείς απασχόλησης, οι οποίοι μας είναι εξαιρετικά οικείοι από το παρελθόν. Ταυτοχρόνως δε -και συνακόλουθα- διαμορφώνει ένα βαρύ κλίμα αβεβαιότητας και περιθωριοποίησης των μελών κάθε κοινωνικού συνόλου, τα οποία είναι τα θύματα της ως άνω συγκλονιστικής κοινωνικής και οικονομικής αλλαγής. Και τούτο διότι τίποτα δεν μας εμποδίζει να χρησιμοποιήσουμε τα νέα μέσα της τεχνολογικής προόδου, προκειμένου οι θέσεις εργασίας που χάνονται ν’ αντικατασταθούν, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, με νέες, και μάλιστα εξαιρετικά παραγωγικές.»
Δεν γνωρίζουμε ακόμη την αιτιολογία της απόφασης, προσωρινής διαταγής του ΣτΕ, που έκρινε την συνταγματικότητα των συναθροίσεων. Μπορούμε όμως να υποθέσουμε και να διατυπώσουμε κάποιες σκέψεις συνοψίζοντας την επιχειρηματολογία που έχει ήδη αναπτυχθεί στον δημόσιο διάλογο από όσους υποστήριξαν την συνταγματικότητά της.
Η απόφαση του Αρχηγού της Αστυνομίας για απαγόρευση τεσσάρων μόνον ημερών λήφθηκε σύμφωνα με νόμο που κύρωσε την Π. Ν. Π. που πρόβλεπε τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την προστασία του πληθυσμού από τις νοσογόνες και θανατηφόρες συνέπειες της Πανδημίας.
Μεταξύ πολλών άλλων μέτρων που προβλέφθηκαν, όπως η απαγόρευση της κυκλοφορίας και ο αναγκαστικός εγκλεισμός στο σπίτι, το κλείσιμο καταστημάτων, η απαγόρευση εργασίας κ.ά., ήταν και η ρητή πρόβλεψη της δυνατότητας να απαγορευτούν συναθροίσεις ή συγκεντρώσεις περισσοτέρων ατόμων.
Οι αποφάσεις λαμβάνονταν μετά από αιτιολογημένη εισήγηση της αρμόδιας υγειονομικής επιτροπής και απέβλεπαν στην εξυπηρέτηση ενός προφανούς σκοπού: στην προστασία της δημόσιας υγείας και της ζωής των πολιτών.
Ήταν εξίσου προφανές και αυτονόητο ότι τα δυσάρεστα και δραστικά αυτά μέτρα έπλητταν άμεσα και καίρια πολλές, ταυτόχρονα, θεμελιώδεις ελευθερίες όλων των πολιτών, όπως την προσωπική ελευθερία, την ελευθερία κίνησης και διαμονής, της εργασίας κ.α., καθώς και το συνταγματικό δικαίωμα των συναθροίσεων που κατοχυρώνεται ρητά στο άρθρο 11 του Συντάγματος.
Δεν γνωρίζω όλο αυτό το διάστημα από την πρώτη καραντίνα να έχει εκδοθεί απόφαση δικαστική, ακόμη και με την διαδικασία της προσωρινής προστασίας, που να έχει κρίνει την συνταγματικότητα ή αντισυνταγματικότητα μέτρων. Η του ΣτΕ είναι η πρώτη και σημαντική διότι προέρχεται από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο.
Όσοι υποστήριζαν την αντισυνταγματικότητα του μέτρου πρόβαλαν ως επιχείρημα την γραμματική ερμηνεία της παραγράφουν 2 του άρθρου 11, που ορίζει ότι η αστυνομία μπορεί να απαγορεύσει «γενικά», άρα ακόμη και σε όλη την Επικράτεια, μια δημόσια συνάθροιση μόνον «όταν επίκειται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια»…κλπ.» και όχι για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας.
Το ερώτημα που ανάκυπτε ήταν αν, εν όψει του γενικού νόμου 4683/ 2020 που προαναφέραμε και που επέτρεπε τον δραστικό περιορισμό συνταγματικών ελευθεριών για επιτακτικούς λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, μπορούσε να συμπεριληφθεί και η ελευθερία των συναθροίσεων. Τούτο θα μπορούσε να γίνει αν ερμηνεύαμε τη «δημόσια ασφάλεια» διασταλτικά έτσι ώστε να συμπεριλάβουμε και την υγειονομική ασφάλεια των πολιτών, δηλαδή την δημόσια υγεία.
Μια τέτοια ερμηνεία ήταν κατά την γνώμη μου θεμιτή και μάλιστα επιβεβλημένη, λόγω των εξαιρετικών συνθηκών διακινδύνευσης της δημόσιας υγείας, του επικείμενου κινδύνου θανάτωσης ασθενών και της εξαιρετικής νομοθεσίας που προέβλεπε τον δραστικό περιορισμό γενικά των ελευθερίων για λόγους δημόσια υγείας.
Η προστασία της δημόσιας υγείας είναι, χωρίς αμφιβολία, ένας σκοπός δημοσίου συμφέροντος, και μάλιστα συνταγματικά προστατευόμενος, ισάξιος και ομοιογενής της δημόσιας ασφάλειας. Διότι η επίκλησή της δικαιολογεί κατά το Σύνταγμα, άλλοτε την επίταξη προσωπικών υπηρεσιών (άρθρο 22 παρ. 4Σ), δηλαδή την αναγκαστική εργασία, άλλοτε την επίταξη ατομικής ιδιοκτησίας, δηλαδή ιδιωτικών κλινικών ή κέντρων υγείας για τη «θεραπεία άμεσης κοινωνικής ανάγκης που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη ή υγεία» (άρθρο 5 παρ. 5) και άλλοτε, τέλος, την επιβολή ατομικών διοικητικών μέτρων, π.χ. εκτόπισης ή αναγκαστικής περίθαλψης σε σανατόριο λόγω λοιμώδους μεταδοτικής νόσου (άρθρο 5 παρ. 5, ερμηνευτική δήλωση).
Λαμβάνοντας επομένως υπόψη τις εξαιρετικές περιστάσεις προστασίας της δημόσιας υγείας και την άμεση διακινδύνευση της ζωής πολιτών, καθώς και την εξαιρετική νομοθεσία που προβλέπει ρητά μέτρα περιορισμού των ατομικών ελευθεριών, νομιμοποιούμαστε να ερμηνεύσουμε διασταλτικά και την απαγόρευση δημοσίων συναθροίσεων για σοβαρούς λόγους δημόσιας ασφάλειας συμπεριλαμβάνοντας και την προστασία της δημόσιας υγείας. Ερμηνεύουμε έτσι το Σύνταγμα σύμφωνα με την
ratio της διάταξης του άρθρου 11Σ και σε αρμονία με την συνταγματική απαίτηση της προστασίας της δημόσια υγείας ως σκοπού δημοσίου συμφέροντος.
Αν η απαγόρευση των συναθροίσεων κρινόταν αντισυνταγματική τότε θα έπρεπε κατά λογική αναγκαιότητα να θεωρηθούν αντισυνταγματικά και όλα τα περιοριστικά των ελευθεριών μέτρα, που έχουν ληφθεί μέχρι τώρα. Κάτι τέτοιο όμως θα άγγιζε να όρια του παραλόγου και όχι μόνο τα όρια του Συντάγματος.
Aναδημοσίευση από την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 18/11/2020