Author Archives: editor

Ο συνταγματικός αναθεωρητισμός στα χρόνια της πανδημίας

Απόστολος Παπατόλιας, Διδάκτορας Δημοσίου Δικαίου και Σύμβουλος ΑΣΕΠ

Στη συγκυρία της πανδημίας αναδείχθηκαν τρεις βασικές συνταγματολογικές τάσεις. Πρώτον, εκείνες που ακολουθούν την παράδοση του «εγγυητισμού» και προβαίνουν στην καταγγελία των αντισυνταγματικών πρακτικών, όταν τα περιοριστικά μέτρα δείχνουν να αγνοούν τα όρια του Συντάγματος. Δεύτερον, οι φορμαλιστικές «νομιμοποιητικές ερμηνείες», που αναζητούν πάση θυσία ρητές  συνταγματικές προβλέψεις -ακόμη κι όταν δεν υπάρχουν, ικανές να θεμελιώσουν τους περιορισμούς των δικαιωμάτων και της δημοκρατίας. Τρίτον, οι έντονα «διαπλαστικές» ή «έκτακτες ερμηνείες» ελέω πανδημίας, που τονίζουν συνήθως την υπεροχή του συλλογικού δικαιώματος στην υγεία έναντι των άλλων θεμελιωδών δικαιωμάτων ή αγαθών.

Οι «έκτακτες» ερμηνείες συχνά μάλιστα εκτρέπονται σε πλήρως «αναθεωρητικές», στο μέτρο που αμφισβητούν ευθέως τις παραδοσιακές εγγυήσεις προστασίας  των δικαιωμάτων και προβάλλουν το νέο «παράδειγμα»  του «Συνταγματικού Κράτους (γενικευμένης) Πρόληψης».

Για την τάση αυτή,  είναι «συνταγματικό» οποιοδήποτε μέτρο αποτρέπει κινδύνους κατά της δημόσιας υγείας, ενώ τα δικαιώματα μπορούν ανά πάσα στιγμή να υποστούν μη αναλογικούς περιορισμούς με βάση τη δεσπόζουσα «αρχή της προφύλαξης».

Η «κυβερνητική ερμηνεία», που δικαιολογεί σήμερα τη νομιμότητα της γενικής προληπτικής απαγόρευσης των συναθροίσεων, χωρίς τις εγγυήσεις του άρθρου 11 του Συντάγματος (in concreto αιτιολογημένη απόφαση της τοπικά αρμόδιας αστυνομικής αρχής), έχει ένα διττό χαρακτήρα. Ακροβατεί μεταξύ μιας άτεχνης «νομιμοποιητικής ερμηνείας» που αγνοεί τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 11 και μιας πλήρως «αναθεωρητικής» προσέγγισης, που οδηγεί στην πλήρη αναστολή του δικαιώματος των συναθροίσεων, χωρίς καμία από τις εγγυήσεις (αλλά και τις προϋποθέσεις) του άρθρου 48 του Συντάγματος. Με τον τρόπο αυτό ανατρέπεται απροσχημάτιστα και απενοχοποιημένα το ερμηνευτικό κεκτημένο για τον περιορισμό των δικαιωμάτων συλλογικής έκφρασης από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Αν αυτή είναι η σύγχρονη τάση που ανέδειξε η πανδημία για την ερμηνεία του Συντάγματος, τότε  το μέλλον των δικαιωμάτων προοιωνίζεται ιδιαίτερα ζοφερό…

 

Αναδημοσίευση από τη σελίδα του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών

Η γενική απαγόρευση των υπαίθριων συναθροίσεων

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης, ΕΑΠ

Όσο και αν φαίνεται παράδοξο, το Σύνταγμα του 1975 είναι λιγότερο φιλελεύθερο ως προς το δικαίωμα της συνάθροισης από το Σύνταγμα του 1952.

Πράγματι, το Σύνταγμα του 1975 εισήγαγε για πρώτη φορά στην Ελλάδα τη δυνατότητα προληπτικής γενικής απαγόρευσης των υπαίθριων συναθροίσεων, δηλαδή της απαγόρευσής τους σε μια ολόκληρη περιοχή (π.χ. στον Νομό Αττικής) ή και σε όλη την Επικράτεια, για ορισμένες ημέρες ή για ορισμένο χρόνο. Αυτό είναι το νόημα της λέξης «γενικά» στο άρθρο 11 παρ. 2 Συντ.: «Οι υπαίθριες συναθροίσεις μπορούν να απαγορευτούν με αιτιολογημένη απόφαση της αστυνομικής αρχής, γενικά, αν εξαιτίας τους επίκειται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια…». Τούτο προκύπτει εξ αντιδιαστολής και με την επόμενη φράση στην οποία ορίζεται ότι οι συναθροίσεις αυτές μπορούν να απαγορευτούν «σε ορισμένη περιοχή, αν απειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής…». Η διάκριση ανάμεσα σε γενική απαγόρευση, που μπορεί να αφορά οποιαδήποτε συνάθροιση οπουδήποτε στη Χώρα, και ειδική απαγόρευση, που αφορά συγκεκριμένη συνάθροιση σε ορισμένη περιοχή, δεν υπήρχε στο Σύνταγμα του 1952 και για τον λόγο αυτόν γινόταν δεκτό από τη θεωρία (Αλ. Σβώλος) ότι υπό το καθεστώς του Συντάγματος αυτού ήταν επιτρεπτή μόνον η ειδική απαγόρευση. Η θέση που υποστήριξε η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων ότι η λέξη «γενικά» στο άρθρο 11 παρ. 2 Συντ. αναφέρεται σε συγκεκριμένη συνάθροιση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, αποτελεί ένα σχήμα οξύμωρο και πάντως δεν αφορά το Σύνταγμα του 1975. Το γεγονός ότι ο πρόσφατος ν. 4703/2020 για τις δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις δεν ρύθμισε την περίπτωση της γενικής απαγόρευσης, δεν σημαίνει ότι η δυνατότητα αυτή έπαυσε να υπάρχει. Ως στοιχείο της δημόσιας ασφάλειας κατά το άρθρο 11 παρ. 2 Συντ. πρέπει δε να θεωρείται και η προστασία της δημόσιας υγείας. Σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από το εάν το άρθρο 11 παρ. 2 Συντ. επιτρέπει τη γενική απαγόρευση δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων για υγειονομικούς λόγους, δεν αποκλείει τη δυνατότητα αυτή, όταν θεσπίζεται με γενικό νόμο του Κράτους που προστατεύει το αγαθό της δημόσιας υγείας, εκτός εάν η επίκληση των λόγων αυτών αποτελεί πρόφαση για την απαγόρευση συγκεκριμένων συναθροίσεων.

Η κλασική περίπτωση και ίσως η μόνη κατά την οποία δικαιολογείται γενική απαγόρευση είναι όταν υπάρχει επιδημία σε έξαρση. Όπως επισήμανε και ο Ν. Αλιβιζάτος, το άρθρο 68 παρ. 2 του ν. 4683/2020 ρυθμίζει ακριβώς την περίπτωση αυτήν, προβλέποντας ότι με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας και μετά από γνώμη της Εθνικής Επιτροπής Προστασίας της Δημόσιας Υγείας, μπορεί να επιβληθεί γενική απαγόρευση δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων για το απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα ακόμη και σε όλη την Επικράτεια. Ζήτημα αντισυνταγματικότητας του άρθρου αυτού θα μπορούσε να εγερθεί μόνον εάν το άρθρο 11 παρ. 2 Συντ. δεν προέβλεπε τη δυνατότητα γενικής απαγόρευσης ή μόνον εάν η νομοθετική απαγόρευση δεν είχε προσωρινό χαρακτήρα, και στο επίπεδο της εφαρμογής του άρθρου 68 παρ. 2 μόνον εάν η απόφαση του αρχηγού της Αστυνομίας αποτελούσε «κατάχρηση εξουσίας», δηλαδή γινόταν για άλλον σκοπό, διαφορετικό από την προστασία της δημόσιας υγείας.

 

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Πρώτο Θέμα, 16/11/2020

Η γενική απαγόρευση συναθροίσεων ως ζήτημα ερμηνείας του Συντάγματος

Αναστάσιος Παυλόπουλος, Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Α.Π.Θ.

Μέτρα που αγγίζουν τον πυρήνα θεμελιωδών δικαιωμάτων, τα οποία όσο αναγκαία και αν θεωρηθούν, θυμίζουν άλλες εποχές της σύγχρονης ιστορίας μας, που κανείς δεν θέλει να (ξανα)ζήσει, πρέπει να λαμβάνονται κατά τρόπο που, κατά το δυνατόν, θα σέβονται τη φιλελεύθερη και δημοκρατική ευαισθησία ενός λαού, που δεν έχει απωλέσει την ιστορική του μνήμη και έχει μάθει να μην υποτιμά τους κινδύνους που ελλοχεύον στην επίκληση ενός «ορατού-αόρατου» κινδύνου εκ μέρους της κρατικής εξουσίας.

Εισαγωγή, σε: Η τέταρτη αναθεώρηση του Συντάγματος του 1975 (2014-2019)

Γιώργος Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Η αναθεώρηση του 2019 αποτέλεσε, δυστυχώς, μια ακόμη χαμένη ευκαιρία για μια γενναία και νομικοπολιτικά πρόσφορη ανανέωση των συνταγματικών μας θεσμών. Στην πραγματικότητα, αυτό που παρακολουθήσαμε στις δύο Βουλές (προτείνουσα και αναθεωρητική), που διεκπεραίωσαν την όλη διαδικασία, δεν ήταν τίποτε άλλο από το χρονικό μιας προεξαγγελθείσας  αποτυχίας: το όλο εγχείρημα ξεκίνησε σε λάθος κατεύθυνση, εξελίχθηκε με λάθος τρόπο και κατέληξε σε πενιχρά  αποτελέσματα

Στον πυρήνα δε αυτής της αποτυχίας βρίσκεται η πρόδηλη ανωριμότητα, αν όχι αναξιοπιστία, των πολιτικών μας δυνάμεων και ιδίως αυτών που μπορούσαν, κατά το Σύνταγμα, να έχουν βαρύνοντα ρόλο στην σχετική διαδικασία. Αντί να ξεκινήσουν από τις θεσμικές δυσλειτουργίες που ανέδειξε ή μεγέθυνε η κρίση –παρά την αξιοσημείωτη αντοχή του ισχύοντος Συντάγματος– και να επεκταθούν και σε κάποια άλλα χρονίζοντα προβλήματα της σύγχρονης Δημοκρατίας μας, αρχικά μεν επιδόθηκαν σε άγονους μαξιμαλισμούς ενώ στη συνέχεια  περιχαρακώθηκαν πεισματικά στις θέσεις τους, σε όλες τις φάσεις της αναθεωρητικής διαδικασίας (1). Το αποτέλεσμα ήταν να απορριφθούν όλες σχεδόν οι ενδιαφέρουσες προτάσεις, ένθεν κακείθεν (2), και να καταλήξουμε, εν τέλει,  σε έναν ελάχιστο κοινό παρονομαστή, δηλαδή σε μια κολοβή, ανούσια και εν πολλοίς άγονη αναθεώρηση (3). Ειδικότερα:

 

1. Είναι προφανές, εν πρώτοις, ότι αμφότερα τα μεγάλα κόμματα αυτής της περιόδου (ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ), που διέθεταν τον αναγκαίο αριθμό βουλευτών για να αναλάβουν αλλά και για να στηρίξουν την αναθεωρητική πρωτοβουλία, αποδείχθηκαν τελικά όχι μόνον ανέτοιμα αλλά και απρόθυμα για έναν ώριμο, απροκατάληπτο και εποικοδομητικό συνταγματικό αναστοχασμό. Αντίθετα ακολούθησαν ενσλλάξ, είτε ως κυβερνητική πλειοψηφία είτε ως αξιωματική αντιπολίτευση, μια στείρα, παράδοξη και λίαν αμφιλεγόμενη τακτική, με περίσσεια διχαστικών αντιλήψεων και συμπεριφορών, που οδηγεί είτε στην ανυποληψία είτε στην άρνηση της ουσίας της συνταγματικής πολιτικής.

Με άλλα λόγια, το μεγάλο πρόβλημα σε αυτήν την αναθεώρηση δεν ήταν τόσο η απουσία  συγκροτημένων απόψεων και επεξεργασμένων προτάσεων όσο οι ανωτέρω πολιτικές παθογένειες, οι οποίες ναι μεν είναι δομικές και διαχρονικές πλην όμως μετά την κρίση είναι γνωστό ότι είχαν παροξυνθεί. Αυτό δε οδήγησε όχι μόνον σε  πολλαπλές στρεβλώσεις του νοήματος της αναθεώρησης αλλά και στην υποταγή της σε πολιτικά αφερέγγυες και θεσμικά προβληματικές  διαδικασίες. Ας δούμε όμως συγκεκριμένα, την συνταγματική πολιτική των εν λόγω κομμάτων:

 Α.   Ο κυβερνητικός τότε ΣΥΡΙΖΑ, όταν επιτέλους αποφάσισε, μετά από πολλές καθυστερήσεις, να θέσει επί τάπητος το ζήτημα της συνταγματικής αναθεώρησης,  είχε ενώπιόν του,  εναλλακτικά, δύο θεμιτές λύσεις. Αν αισθανόταν έτοιμος, με βάση τις προγραμματικές του εξαγγελίες και τις προτάσεις που είχε έως τότε επεξεργασθεί (βλ. Το Χρονικό της Αναθεώρησης), έπρεπε να ετοιμασθεί και να κατατεθεί συγκεκριμένη πρόταση (από 50 τουλάχιστον βουλευτές) για να επιληφθεί στη συνέχεια η Βουλή, που είναι η μόνη αρμόδια. Αν όμως έκρινε ότι οι προτάσεις αυτές δεν ήταν κατασταλαγμένες –που δεν ήταν– μπορούσε να δρομολογήσει, ως κόμμα, συγκεκριμένες ανοιχτές διαδικασίες πολιτικού και επιστημονικού διαλόγου. Ωστόσο, τελικά δεν επελέγη ούτε η μία ούτε η άλλη οδός. Ο τότε πρωθυπουργός αρκέσθηκε απλώς στην εξαγγελία ορισμένων βασικών κατευθύνσεων –από τις οποίες άλλες ήταν προβληματικές, άλλες συζητήσιμες και άλλες ενδιαφέρουσες– και στη συνέχεια ανέθεσε την εξειδίκευσή τους σε μια αμφιλεγόμενη διαδικασία «κοινωνικού διαλόγου», που εκπορευόταν και κατευθυνόταν εξ ολοκλήρου από την –εντελώς αναρμόδια– κυβέρνηση. Αντί δηλαδή να κατατεθούν οι προτάσεις  αυτές στη Βουλή (από 50 τουλάχιστον βουλευτές), ώστε να συγκροτηθεί η αρμόδια Επιτροπή Αναθεώρησης, παραπέμφθηκαν στις μακρόσυρτες και εν πολλοίς ανούσιες «διαδικασίες διαλόγου» μιας εν πολλοίς ακατάλληλης Επιτροπής, της οποίας μάλιστα τα πορίσματα ελάχιστα (έως καθόλου) λήφθηκαν υπ’όψιν. Με άλλα λόγια επελέγη ο λάθος «διάλογος» και χάθηκε η ευκαιρία μιας χρονικά επαρκούς, γόνιμης και εποικοδομητικής κοινοβουλευτικής διαδικασίας, η οποία θα μπορούσε να αξιοποιήσει τόσο το διαδίκτυο (με ανοιχτή διαβούλευση) όσο και την γνώμη ειδικών επιστημόνων.

Όλα αυτά προκάλεσαν πλήρη σύγχυση ως προς την θεσμική ιδιαιτερότητα της συνταγματικής αναθεώρησης, η οποία μάλιστα ήρθε να προστεθεί σε μια ακόμη μεγαλύτερη σύγχυση ως προς την ουσιαστική στόχευσή της, καθώς από την αρχή αιωρείτο η βαθύτατα λαϊκιστική λογική μιας συνολικής, εκ βάθρων και οιονεί δημοψηφισματικής αλλαγής του Συντάγματος, ερήμην τόσο των πραγματικών πολιτικών συσχετισμών όσο και –ιδίως– των ορίων που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα (που επιτρέπει μόνο Αναθεωρητική και όχι Συντακτική Συνέλευση αλλά και που αποκλείει συνταγματικά δημοψηφίσματα).

Οι τελικές βέβαια προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ πόρρω απείχαν από τους αρχικούς λεονταρισμούς, καθώς ήταν εμφανώς μετριοπαθέστερες. Ως εκ τούτου παρείχαν μεν –παρά την μεγάλη καθυστέρηση και την αδικαιολόγητα πολωτική  εκφορά τους– μια βάση για να ξεκινήσει η σχετική συζήτηση, πλην όμως κάθε άλλο παρά στοιχειοθετούσαν μια ολοκληρωμένη και συνεκτική προοδευτική συνταγματική πολιτική, όντας εν πολλοίς αφ’ενός μεν αποσπασματικές και άτολμες αφ’ετέρου δε ελλιπείς και ανεπεξέργαστες (σε σημείο που να απορεί κανείς γιατί χρειάσθηκε τόσο μακρά κυοφορία…).

Το αποτέλεσμα ήταν το όλο εγχείρημα να υποβαθμισθεί, να ατονήσει για μεγάλο διάστημα και τελικά να «στριμωχθεί» χρονικά σε μια βεβιασμένη και πιεστική διαδικασία, στο τέλος της βουλευτικής περιόδου, που άφησε ελάχιστα περιθώρια ουσιαστικού και ώριμου διαλόγου, παρά τις ομολογουμένως αξιέπαινες προσπάθειες της Επιτροπής Αναθεώρησης της προτείνουσας Βουλής.

Και σαν να μην έφθανε αυτό, οι ατυχείς επιλογές της τότε κυβερνητικής πλειοψηφίας συνεχίσθηκαν και σε επίπεδο διαδικασίας. Πράγματι, ενώ επί της ουσίας θα μπορούσε, κατά τα ανωτέρω, να αναζητηθεί πλέον η επιζητούμενη από το Σύνταγμα ευρύτερη συναίνεση, αυτή υπονομεύθηκε ευθύς εξ αρχής, λόγω της πρόταξης του ζητήματος της άνευ ετέρου δεσμευτικότητας των αποφάσεων της πρώτης (δηλ. της προτείνουσας) Βουλής έναντι της δεύτερης, και μάλιστα κατά απόλυτο τρόπο, δηλαδή ακόμα και αν αυτές  λαμβάνονται με  151 ψήφους.

Το ζήτημα αυτό από θεωρητική άποψη είναι πολύ ενδιαφέρον (όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς ανατρέχοντας στον επιστημονικό διάλογο που έχει αναπτυχθεί στο  ηλεκτρονικό περιοδικό Constitutionalism του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης»). Ωστόσο, ο πολιτικός χειρισμός του ήταν κάκιστος. Αντί να αναζητηθούν ευρείες συναινέσεις (με πάνω από 180 ψήφους) για συγκεκριμένες διατάξεις και να επιδιωχθεί μια πολιτική συμφωνία («κυρίων») ότι η κατεύθυνσή τους θα γίνει σεβαστή από την επόμενη (αναθεωρητική) Βουλή –όπως είναι και συνταγματικά ορθό, ώστε να μην επαναληφθεί το κάκιστο προηγούμενο του κοινοβουλευτικού ασυμβιβάστου στην αναθεώρηση του 2001– υιοθετήθηκε η ακόλουθη ακατανόητη τακτική: να διατρανωθεί, σε όλους τους τόνους, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα περάσει τις προτάσεις του ούτως ή άλλως, έστω και με 151, και ότι, ως εκ τούτου, θα δεσμεύσει έτσι την επόμενη Βουλή ως προς την κατεύθυνση της αναθεώρησης (παρότι αυτή δεν είναι η κρατούσα άποψη στην επιστήμη, δεν ίσχυσε έως τώρα στην κοινοβουλευτική πρακτική αλλά ούτε είναι και ορθή υπό αυτήν την εκδοχή, διότι οδηγεί στο νομικοπολιτικό παράλογο να μπορούν οι 151 της μιας Βουλής να δεσμεύουν τους 180 και πάνω της επόμενης, που έχουν, μάλιστα και πιο πρόσφατη δημοκρατική νομιμοποίηση). Παράλληλα, όμως, δεν επιδείχθηκε και καμία διάθεση συναίνεσης στις αναθεωρητικές προτάσεις των άλλων κομμάτων και πολλώ μάλλον της Νέας Δημοκρατίας…

Β. Από την άλλη, βέβαια, ούτε και η ΝΔ διακρίθηκε για τη εποικοδομητική στάση της. Ενώ διακήρυττε, πριν από τις εκλογές του 2012, ότι η αναθεώρηση αποτελούσε μια από τις πρώτες της προτεραιότητες (αναγορεύοντάς την περίπου σε πανάκεια…) και παρότι έκανε κάποιες σχετικές προεργασίες αφότου κέρδισε εκείνες τις εκλογές (Βλ. Το Χρονικό της Αναθεώρησης), τελικά  δεν ανέλαβε έγκαιρα την σχετική πρωτοβουλία κατάθεσης σχετικής πρότασης στην Βουλή  (με ευθύνη και του τότε συγκυβερνώντος ΠΑΣΟΚ). Θυμήθηκε δε την αναθεώρηση ξαφνικά,  και εντελώς προσχηματικά, μόνο λίγο πριν (και προκειμένου να αποτρέψει μέσω αυτής) τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015. Ούτε όμως ως αξιωματική αντιπολίτευση, μετά την ήττα της, ανέλαβε κάποια σχετική πρωτοβουλία, παρότι διέθετε τους απαραίτητους 50 βουλευτές. Όταν δε τελικά ο ΣΥΡΙΖΑ αποφάσισε τελικά –κατά τα ανωτέρω– να κινήσει την αναθεωρητική  διαδικασία αρχικά μεν αντέδρασε υποκριτικά για την καθυστερημένη υποβολή της πρότασης (εμφανιζόμενη πλέον σε ρόλο τιμητή…) και στην συνέχεια οχυρώθηκε πίσω από μια άκρως προβληματική άποψη (την οποία είχε πρωτοδιατυπώσει ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, στην αναθεώρηση του 2001).  Συγκεκριμένα πρότεινε, σαν απαράβατο όρο, να κατατεθούν όλες οι προτάσεις –ένθεν κακείθεν– και να ψηφισθούν χωρίς εξαίρεση από 180 τουλάχιστον βουλευτές, δηλαδή και από τα δύο κόμματα, ώστε να είναι αναθεωρητέες κατά το Σύνταγμα. Στην επόμενη δε Βουλή, όποιος κερδίσει να κάνει την αναθεώρηση που επιθυμεί, αφού χρειάζονται μόνον 151 βουλευτές για να ολοκληρωθεί η αναθεώρηση. Κάτι σαν «πάρτα όλα», δηλαδή…

Στην συνέχεια πάντως η ΝΔ μπήκε, έστω απρόθυμα και αμφίθυμα, στην επί της ουσίας συζήτηση για την αναθεώρηση, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο ότι πρέπει να είναι «λιτή» και διατυπώνοντας συγκεκριμένες προτάσεις. Κάποιες από αυτές ήταν ενδιαφέρουσες αλλά η συνολική εικόνα των θέσεων της ΝΔ για την αναθεώρηση ήταν μάλλον απογοητευτική και πάντως αναντίστοιχη  με τις προκλήσεις των καιρών. Όχι μόνον λόγω της έκδηλης ατολμίας της σε κρίσιμα προβλήματα (όπως π.χ. οι αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας και οι σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας) αλλά και επειδή οι προτάσεις της, εν πολλοίς, αναλώθηκαν σε τροποποιήσεις είτε ατυχείς είτε εμφανώς μονομερείς είτε συνταγματικά ανούσιες και εν τέλει περιττές. Σε κάθε δε περίπτωση είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό για την έλλειψη επεξεργασμένης συνταγματικής πολιτικής (και) της ΝΔ το ότι οι προτάσεις αυτές διέφεραν σε πολλά σημεία τόσο από τις προαναφερθείσες του 2014 όσο και από αυτές που υποστήριξε τελικά…

Στην Επιτροπή Αναθεώρησης της προτείνουσας Βουλής, η ΝΔ αρχικά κράτησε τα προσχήματα, αλλά οι προεκτεθέντες ατυχείς χειρισμοί του ΣΥΡΙΖΑ της έδωσαν απλόχερα το άλλοθι που αναζητούσε για να περιχαρακωθεί και πάλι στην αρχική στείρα αντιμετώπιση. Και η στάση αυτή επιβεβαιώθηκε περίτρανα όταν απέκτησε αυτή την πλειοψηφία, με τις εκλογές του 2019, καθώς κινήθηκε πλέον στην λογική της μονομερούς επιβολής μόνον των δικών της απόψεων, αγνοώντας κατά βάσιν όλες τις άλλες προτάσεις που είχαν κριθεί αναθεωρητέες.

 

2. Συνοψίζοντας, από την μία είχαμε μια αμήχανη, αλλοπρόσαλλη συνταγματική πολιτική, με λαϊκιστικά χαρακτηριστικά, και από την άλλη μια παρελκυστική στάση, που συνοδευόταν από άρνηση της ουσίας της συνταγματικής πολιτικής, ως συμπύκνωσης συνειδητών και αξιακά φορτισμένων ιεραρχήσεων για την Δημοκρατία και τα Δικαιώματα. Το αποτέλεσμα δε αυτών των πολιτικών ανεπαρκειών και των συνακόλουθων μικροκομματικών και θεσμικά «μίζερων» τακτικισμών ήταν διττό:

Αφ’ενός μεν να απουσιάσουν εντελώς κρίσιμες αναθεωρητικές προτάσεις, όπως, ενδεικτικά, ο δικαστικός έλεγχος των παρεκτροπών των πράξεων νομοθετικού περιεχομένου –που ήταν μια από τις χειρότερες συνέπειες της κρίσης– η αναγκαία πρόσθετη θωράκιση της Δημοκρατίας μας απέναντι στον ανεχόμενο κίνδυνο του ολοκληρωτισμού αλλά και η διασφάλιση, επιτέλους, της πολυφωνίας της ΕΡΤ.

Αφ’ετέρου δε να κυριαρχήσει, σε όλες τις φάσεις της αναθεωρητικής διαδικασίας, ένα κλίμα έντονης πολιτικής καχυποψίας, με εκατέρωθεν επικρίσεις και καταλογισμό ευθυνών, που επέτρεψε τελικά σε ελάχιστες προτάσεις να τύχουν ευρύτερης συναίνεσης. Ειδικότερα:

Α. Αρκετές ενδιαφέρουσες  προτάσεις που προέρχονταν από τον ΣΥΡΙΖΑ έλαβαν κατά κανόνα οριακή πλειοψηφία στην πρώτη (προτείνουσα) Βουλή, με αποτέλεσμα να απορριφθούν τελικά από την δεύτερη (αναθεωρητική) Βουλή, στην οποία κυριαρχούσε πλέον η ΝΔ. Ιδίως αναφέρω τις προταθείσες τροποποιήσεις που αφορούσαν:

α) Την κατοχύρωση της θρησκευτικής ουδετερότητας και την καθιέρωση πρόσθετων εγγυήσεων υπέρ της θρησκευτικής ελευθερίας, οι οποίες, αν και μετριοπαθείς και συμβιβαστικές,  αντιμετωπίσθηκαν με μια προσχηματική, «θρησκόληπτη» και υποτακτική έναντι της επίσημης Εκκλησίας στάση, παρότι η πραγματικότητα βοά (με πιο πρόσφατο παράδειγμα τις ανεκδιήγητες αποφάσεις του ΣτΕ για το μάθημα των θρησκευτικών) ότι οι ισχύουσες διατάξεις ερμηνεύονται υπό θεοκρατικό πρίσμα και άρα πρέπει επιτέλους να αναθεωρηθούν. Η στάση αυτή, η οποία χαρακτηρίζει παγίως την ΝΔ, δικαιολογεί εν τέλει την άποψη ότι ο «φιλελευθερισμός» της εξαντλείται μόνο στα οικονομικά ζητήματα…

β) Την πρόταση για διαφορετική ρύθμιση του θεσμού του δημοψηφίσματος, η οποία όντως θα μπορούσε –υπό αυστηρές πάντως εγγυήσεις και προϋποθέσεις– να ενισχύσει τα κουρασμένα αντανακλαστικά της αντιπροσωπευτικής μας δημοκρατίας. Ωστόσο η πρόταση αυτή, ακόμη και υπό μετριοπαθείς και περιοριστικές εκδοχές της, συνάντησε την κάθετη άρνηση όσων κινούνται στην λογική των «τεχνικών της εξουσίας», που θεωρούν ότι για όλα τα ζητήματα δικαιούνται να ομιλούν στο όνομα του λαού αλλά ερήμην του. Στο σημείο αυτό, πάντως, πρέπει να επισημάνουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έδωσε απλόχερα επιχειρήματα στους αντιδρώντες, με το εντελώς αφερέγγυο, τόσο από θεσμική όσο και από πολιτική άποψη, δημοψήφισμα του 2015, που αποτέλεσε ζωντανή δυσφήμηση των θεσμών άμεσης λαϊκής συμμετοχής…

γ) Την θεσμική θωράκιση των κοινωνικών και των εργασιακών δικαιωμάτων, δηλαδή των δικαιωμάτων που επλήγησαν περισσότερο από την κρίση. Οι σχετικές προτάσεις, παρά τον εμφανή –και διορθωτέο– μαξιμαλισμό τους, κινούνταν κατ’αρχήν σε σωστή κατεύθυνση, πλην αυτής που προβλέπει την απαγόρευση της επίταξης προσωπικών υπηρεσιών για την αντιμετώπιση ακόμη και των πλέον ακραίων επιπτώσεων μιας απεργίας (που αντιπαρατάσσει έναν παρωχημένο και δημαγωγικό «εργατισμό» στο ευρύτερο δημόσιο συμφέρον).

δ) Την συνταγματική κατοχύρωση του αναλογικού εκλογικού συστήματος στις βουλευτικές εκλογές, η οποία μπορούσε να αποβεί σε όφελος τόσο της αρχής της ισότητας της ψήφου όσο και του πολιτικού μας συστήματος, υπό τον όρο όμως ότι θα αναπροσαρμοζόταν, ώστε η προτεινόμενη απόκλιση του 10% να αφορά το σύνολο των εδρών (δηλαδή να είναι επιτρεπτή, υπό προϋποθέσεις, η ενίσχυση του πρώτου κόμματος με 30 το πολύ έδρες από τις 300 -το 10%- ώστε να συνυπολογίζεται και το διόλου αμελητέο θέμα της κυβερνησιμότητας).

Αντίθετα, είναι λάθος η κατοχύρωση του αναλογικού συστήματος και στις δημοτικές εκλογές, διότι έχουν σημαντικές ιδιαιτερότητες σε σχέση με τις βουλευτικές εκλογές και ως εκ τούτου πρόκειται για μια υπέρμετρη και άνευ νοήματος δέσμευση του κοινού νομοθέτη.

ε) Αξιοπρόσεκτες, τέλος, ήταν και  οι απορριφθείσες από την ΝΔ  προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ (ή βουλευτών του, μαζί με άλλους) ως προς:

– τον περιορισμό των βουλευτικών θητειών σε όχι πάνω από τρεις συνεχόμενες,

– την κατοχύρωση της εκπροσώπησης του απόδημου Ελληνισμού στην Βουλή, με περιορισμένο αριθμό -μέχρι 5- βουλευτών (αυτό δεν αφορά τους εκτός επικρατείας πολίτες αλλά τους ομοεθνείς),

– την απονομή του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, για τις  αυτοδιοικητικές εκλογές, και σε αλλοδαπούς με μόνιμη εγκατάσταση στη χώρα και

-την ανάθεση στον νομοθέτη της αρμοδιότητας για τον καθορισμό του συστήματος της περιφερειακής οργάνωσης του κράτους.

Β. Επίσης,   θεωρώ ότι κακώς δεν έγιναν δεκτές, στην προτείνουσα Βουλή, κάποιες ενδιαφέρουσες προτάσεις της ΝΔ. Ενδεικτικά αναφέρω:

α) Την δυνατότητα ίδρυσης μη κρατικών Πανεπιστημίων, που προσέκρουσε στις παρωχημένες ιδεολογικές εμμονές του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος, αντί να πρωτοστατήσει στην επιβολή, από θέση ισχύος,  αυστηρών προϋποθέσεων (τόσο ως προς τον –μη κερδοσκοπικό– χαρακτήρα τους όσο και ως προς την λειτουργία τους), προτίμησε να μείνει  προσκολλημένος σε μια αδιέξοδη μάχη οπισθοφυλακών, αφήνοντας ανοιχτό τον δρόμο, όπως ήδη αποδείχθηκε, για την επιβολή, με νομοθετικά bypass, μεταλλαγμένων ΙΕΚ, χωρίς καμία από τις ακαδημαϊκές προδιαγραφές και τις εγγυήσεις εποπτείας που θα μπορούσαν να επιτευχθούν μέσω της συνταγματικής αναθεώρησης.

β) την καλύτερη και πλουραλιστικότερη ρύθμιση του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου, ώστε να μην επαναληφθούν όσα  συνέβησαν κατά την (πρώτη, μετά από πολλά χρόνια) αδειοδότηση των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών,

γ) Την θέσπιση αυστηρών εγγυήσεων ως προς την διεξαγωγή –του ισχύοντος– δημοψηφίσματος, ώστε να μην επαναληφθούν οι θεσμικές παρεκτροπές του δημοψηφίσματος του 2015.

δ) Τον εξορθολογισμό της λειτουργίας της Βουλής και την βελτίωση των κοινοβουλευτικών διαδικασιών.

ε) Την ελαφρά –έστω και άτολμη– διεύρυνση των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας, ώστε να ενισχυθεί κάπως ο ρυθμιστικός του ρόλος.

στ) Την διαφορετική διαδικασία ανάδειξη της ηγεσίας της δικαιοσύνης ώστε να αποτραπεί η –επανειλημμένως παρατηρηθείσα…– παρείσφρηση μικροκομματικών σκοπιμοτήτων.

ζ) Την αναβάθμιση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, ώστε να καταστεί, σε κάποιον βαθμό, Συνταγματικό Δικαστήριο (το έλλειμμα του οποίου καθίσταται ολοένα και εμφανέστερο.

η) Την αλλαγή της ίδιας της διαδικασίας αναθεώρησης, ώστε να καταστεί κάπως ευχερέστερη, χωρίς βέβαια να αναιρείται ο αυστηρός χαρακτήρας του Συντάγματος.

Όλες αυτές οι προτάσεις θα μπορούσαν, αν υπήρχε εποικοδομητικό κλίμα και διάθεση συναίνεσης, να είχαν γίνει  αποδεκτές από τον ΣΥΡΙΖΑ στην προτείνουσα Βουλή, υπό τον όρο όμως της προσθήκης συγκεκριμένων αυστηρών προϋποθέσεων. Ειδικότερα δε ως προς τα Πανεπιστήμια, η αποδοχή μιας αυστηρά οριοθετημένης μετάβασης σε πιο ανοιχτό θεσμικό πλαίσιο θα του είχε επιτρέψει να μην προκαλέσει γενική θυμηδία, προτείνοντας μεν θρησκευτική ουδετερότητα αλλά παραλείποντας επιτηδείως να συμπεριλάβει στην αναθεώρηση των σχέσεων Κράτους-Εκκλησίας και το κρισιμότερο όλων άρθρο 16 παρ. 2, περί «ανάπτυξης της θρησκευτικής συνείδησης», μόνο και μόνο για να μην κριθούν αναθεωρητέες και οι διατάξεις του άρθρου 16 για τα Πανεπιστήμια…

 

3. Παρά ταύτα, θα μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς, υπήρξαν και κάποιες σημαντικές διατάξεις που εν τέλει αναθεωρήθηκαν. Αυτό όμως, δυστυχώς, είναι μόνον η μισή αλήθεια, διότι ακόμη και οι συγκεκριμένες διατάξεις αναθεωρήθηκαν εν πολλοίς με λάθος τρόπο. Ειδικότερα:

Α. Η αποσύνδεση της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από τη διάλυση της Βουλής και τις πρόωρες εκλογές είναι κατ’αρχήν ορθή. Αρκεί όμως να διασφαλισθεί με άλλους τρόπους –που έχουν προταθεί– η ευρεία δημοκρατική του νομιμοποίηση, ως απαρέγκλιτη προϋπόθεση για την άσκηση του ρυθμιστικού του ρόλου. Ωστόσο, η λύση που επελέγη, δηλαδή να μπορεί ο Πρόεδρος να εκλέγεται ακόμη και με σχετική πλειοψηφία, κινείται προδήλως στην αντίθετη κατεύθυνση, οδηγώντας εν τέλει, ελαφρά τη καρδία,  στην περαιτέρω θεσμική αποδυνάμωση του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Β. Η αναθεώρηση του άρθρου 86, περί ευθύνης υπουργών, ασφαλώς και ήταν επιβεβλημένη. Ωστόσο, τα όσα συνέβησαν  στην υπόθεση Novartis αποδεικνύουν περίτρανα ότι ο περιορισμός της τροποποίησης μόνο στην –ορθή– κατάργηση της αποσβεστικής προθεσμίας είναι τεράστιο λάθος. Η Βουλή έπρεπε να απεμπλακεί συνολικά από την άσκηση ποινικής δίωξης κατά υπουργών, για τον απλούστατο λόγο ότι είναι πολιτικό και άρα εξ ορισμού μεροληπτικό σώμα. Παρότι λοιπόν δεν έχω ιδιαίτερη εμπιστοσύνη –και από προσωπική πείρα– στην πολιτική δικαιοσύνη, θεωρώ ότι ένα πολυπληθές δικαστικό όργανο (πχ η Ολομέλεια Εφετών της Αθήνας) θα ήταν απείρως προτιμότερο… Όσο δε για τη Βουλή, θα έπρεπε να περιορισθεί μόνο στον κοινοβουλευτικό έλεγχο, μέσω των εξεταστικών επιτροπών. Αυτό άλλωστε έπρεπε να κάνει και στην υπόθεση Novartis, ώστε να έχουν ήδη διερευνηθεί οι πολιτικές ευθύνες πριν οδηγηθεί σε αναζήτηση οποιωνδήποτε ποινικών ευθυνών…

Γ. Μιας δε και αναφερθήκαμε στις εξεταστικές επιτροπές, πρέπει να επισημανθεί ότι ναι μεν η τροποποίηση της σχετικής διάταξης (άρθρο 68 παρ. 2), είναι θετική, καθώς επιτρέπει την σύστασή τους ακόμη και με απόφαση 120 βουλευτών, πλην όμως είναι επίσης ελλιπής. Το κρισιμότερο πρόβλημα με αυτές τις Επιτροπές δεν είναι η απαιτούμενη πλειοψηφία αλλά το ότι στο τέλος κατατίθενται τόσα πορίσματα όσες και οι κοινοβουλευτικές ομάδες που συμμετέχουν –αναλογικά– σε αυτές. Θέτω  λοιπόν ξανά το ερώτημα: γιατί να μην προβλεφθεί ότι το πόρισμα θα το συντάσσουν προσωπικότητες υπεράνω πάσης πολιτικής υποψίας, που θα εκλέγονται από τα 3/5 της Εξεταστικής Επιτροπής; Το παράδειγμα της Ισλανδίας, όπου ο πρωθυπουργός της χώρας παραπέμφθηκε σε δίκη με βάση ένα τέτοιο πόρισμα, είναι εξόχως διδακτικό…

Δ. Αξιοπρόσεκτος είναι και ο  περιορισμός της πλειοψηφίας που απαιτείται στην  Διάσκεψη των Προέδρων (από 4/5 σε 3/5) για την επιλογή των μελών των Ανεξάρτητων Διοικητικών Αρχών (άρθρο 101). Τα 4/5 ήταν όντως μια υπερβολικά αυξημένη πλειοψηφία, που είχε βραχυκυκλώσει αρκετές φορές την λειτουργία τους. Ωστόσο, ήταν νομίζω απαραίτητη και μια πρόσθετη ασφαλιστική δικλείδα: η σύμπραξη, για την επίτευξη αυτής της πλειοψηφίας, τουλάχιστον τριών κοινοβουλευτικών ομάδων. Επιπλέον, βέβαια, θέτω και εδώ ξανά το ερώτημα: γιατί να μην εκλέγεται με την ίδια πλειοψηφία και η ηγεσία της ΕΡΤ, ώστε να παύσει επιτέλους να είναι φερέφωνο των εκάστοτε κυβερνήσεων;

Ε. Στα συν αυτής της αναθεώρησης θα μπορούσε να είναι και η απόφαση της πλειοψηφίας για συνταγματική «διασφάλιση συνθηκών αξιοπρεπούς διαβίβασης όλων των πολιτών». Ωστόσο, παρότι είμαι ο πρώτος που το πρότεινα  (βλ. Σύνταγμα και Δημοκρατία στην εποχή της Παγκοσμιοποίησης, Αθήνα 2000), θεωρώ ατυχή και «ευνουχισμένη» την σχετική διατύπωση, διότι αντί να κατοχυρώνει ένα συνολικότερο κοινωνικό δίκτυ προστασίας, που θα καθιστά δεσμευτική την πραγμάτωση των κοινωνικών δικαιωμάτων,  περιορίζεται αποκλειστικά στο –νεοφιλελεύθερης έμπνευσης– «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα»…

ΣΤ. Θετική, κατ’αρχήν, ήταν και η απρόθυμη υιοθέτηση, την τελευταία στιγμή, από την κυβερνητική πλειοψηφία, της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας, που ισχύει όχι μόνον σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες αλλά και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο και αυτή η τροποποίηση  είναι εν τέλει προβληματική, καθώς θέτει ως προϋπόθεση την συλλογή 500.000 υπογραφών όταν σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση ο απαιτούμενος αριθμός είναι 1.000.000 υπογραφές…

Ζ. Και καταλήγουμε στην πλέον προβληματική –και επίσης οψιγενή– τροποποίηση, που αφορά την ψήφο των εκτός επικρατείας πολιτών (οι οποίοι δυστυχώς αντιμετωπίσθηκαν –με επιμερισμό βέβαια ευθυνών– κατά τρόπο μικροπολιτικό, μικρόψυχο και ενίοτε προσβλητικό…). Υπό την πίεση κομμάτων της αντιπολίτευσης, η κυβέρνηση πείσθηκε τελικά όχι μόνον να εγκαταλείψει την επιστολική ψήφο, στην οποία αναφέρεται ρητά το ισχύον Σύνταγμα, αλλά και να προχωρήσει σε μια συνταγματικά ανεπίτρεπτη αναθεωρητική πρωτοβουλία: να επιβάλει πρόσθετες προϋποθέσεις (ΑΦΜ και χρόνος παραμονής), ως προς την άσκηση του  δικαιώματος του εκλέγειν, που οδηγεί σε πολίτες δύο ταχυτήτων.

Τις προϋποθέσεις όμως ως προς το δικαίωμα του εκλέγειν τις ρυθμίζει αποκλειστικά η παρ. 3 του άρθρου 51, που κατοχυρώνει την αρχή της καθολικής ψηφοφορίας και ως εκ τούτου αποκλείει κάθε άλλο προσόν, πλην της ηλικιακής ωριμότητας. Επειδή λοιπόν η διάταξη αυτή ούτε  περιλήφθηκε στις αναθεωρητέες αλλά ούτε και μπορούσε να τροποποιηθεί, διότι εξειδικεύει την –μη αναθεωρήσιμη– λαϊκή κυριαρχία του άρθρου 1 του Συντάγματος,  επελέγη ένα άλλο άρθρο, το 54, που είχε κριθεί αναθεωρητέο για διαφορετικούς λόγους (εκλογικό σύστημα και εκλογικές περιφέρειες), για να επιχειρηθεί μέσω αυτού ένα πρωτοφανές αναθεωρητικό bypass. Και αυτό βέβαια θα ελεγχθεί από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (ως Εκλογοδικείο), παρότι «προειδοποιήθηκε»,  από επίσημα και αρμόδια φευ χείλη, ότι  δεν μπορεί να διανοηθεί καν έναν τέτοιο «δικαστικό ακτιβισμό», αν η διάταξη ψηφισθεί από την συντριπτική πλειοψηφία της Βουλής…

Η. Αν θέλουμε λοιπόν να ακριβολογούμε, οι μόνες διατάξεις που τροποποιήθηκαν πράγματι χωρίς τρωτά σημεία είναι αυτές των άρθρων 62 (ως προς το ακαταδίωκτο των βουλευτών) και 96 παρ. 5 (ως προς τα στρατιωτικά δικαστήρια), ενώ ορθή πρέπει να κριθεί και η κατάργηση ορισμένων μεταβατικών διατάξεων. Αρκούν όμως αυτές οι αλλαγές, σε συνδυασμό με τα όποια θετικά σημεία των προηγούμενων, να στοιχειοθετήσουν μια όντως επιτυχημένη συνταγματική αναθεώρηση;

 

*****

Ευλόγως λοιπόν αναρωτιέται κανείς, μετά από αυτήν την σύντομη περιδιάβαση: άξιζε  όντως να σπαταληθεί και αυτή η ευκαιρία, όπως το 2008, για ένα πουκάμισο σχεδόν αδειανό; Η απάντηση βέβαια δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική, τουλάχιστον για όποιον προτιμά μια ειλικρινή και απροκατάληπτη αποτίμηση. Από την άλλη, όμως, δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι οι συνταγματικές αλλαγές δεν γίνονται σε συνθήκες πολιτικού θερμοκηπίου. Ως εκ τούτου, με το επικρατούν πολιτικό σύστημα ήταν μάλλον ματαιοπονία να αναμένει κανείς θεαματικά αποτελέσματα. Αυτές τις πολιτικές δυνάμεις έχουμε και αυτή είναι η αναθεώρηση την οποία μπορούσαν να επιτύχουν. Ως εκ τούτου, χρήσιμη μεν η ως άνω κριτική προσέγγιση του όλου αναθεωρητικού εγχειρήματος, οι βασικές πτυχές του οποίου αναδεικνύονται ανάγλυφα στην παρούσα έκδοση, αλλά σταδιακά ο προβληματισμός μας πρέπει να εστιασθεί πλέον στο μέλλον: αφ’ενός μεν στο πως θα εξειδικευθούν νομοθετικά με το προσφορότερο τρόπο οι όποιες θετικές πλευρές των τροποποιήσεων που έγιναν αφ’ετέρου δε στο πως θα ερμηνευθούν ορθότερα οι ισχύουσες διατάξεις στο σύνολό τους, μακριά από τις σειρήνες τόσο του συνταγματικού λαϊκισμού όσο και του συνταγματικού μιθριδατισμού.

 

 

Ασφάλεια ή ιδιωτικός βίος;

Αικατερίνα Π​απανικολάου, ΔΝ, δικηγόρος και μέλος στην Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών

Στις 6 Οκτωβρίου, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης (εφεξής: ΔΕΕ) εξέδωσε ακόμη μία απόφαση στο πεδίο προστασίας του ιδιωτικού βίου. Στον διαχρονικό ανταγωνισμό μεταξύ ασφάλειας και προστασίας του ιδιωτικού βίου, το ΔΕΕ υπενθύμισε και αυτή τη φορά, εμφατικά, την κρισιμότητα του διακυβεύματος, αναδιατύπωσε τους όρους του διλήμματος και επιχείρησε μια πιο εκλεπτυσμένη παράθεση των κριτηρίων στάθμισης. Η απόφαση εκδόθηκε επί τεσσάρων υποθέσεων, οι οποίες εκκινούν από την υποβολή ισάριθμων προδικαστικών ερωτημάτων που έθεσαν δικαστήρια του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γαλλίας και του Βελγίου.

Η προστασία του δικαιώματος στο κατ’ αρχήν απαραβίαστο του ιδιωτικού βίου  –του απορρήτου της ελεύθερης επικοινωνίας προφανώς περιλαμβανομένου– τυποποιείται αυτοτελώς τόσο στα καταστατικά ευρωπαϊκά κείμενα όσο και στις εθνικές νομοθεσίες των χωρών-μελών. Δεδομένου δε ότι ανάγεται στον πυρήνα της ίδιας της δημοκρατίας, είναι αυτονόητο ότι η κατ’ εξαίρεση απόκλιση από τις δεσμεύσεις του δεν μπορεί παρά να υπαγορεύεται από ανυπέρβλητους σκοπούς δημοσίου συμφέροντος: εθνική ασφάλεια, διακρίβωση της βαριάς εγκληματικότητας κ.ο.κ.

Σε σχέση με την ιστορικότητα του ζητήματος, η απόφαση της 6ης Οκτωβρίου εγγράφεται στην ευρύτερη νομολογιακή θεματική που αφορά τις προϋποθέσεις διατήρησης των δεδομένων επικοινωνίας από τους τηλεπικοινωνιακούς παρόχους. Κατά το ΔΕΕ, τέτοια διατήρηση δεν νοείται «γενικώς και αδιακρίτως», παρά μόνο υπό διαδικαστικές εγγυήσεις που συνδέονται με ορισμένο αίτημα κατά συγκεκριμένου προσώπου, σε εντοπισμένες γεωγραφικές συντεταγμένες και προσδιορισμένο χρονικό εύρος αναζήτησης. Η θέση αυτή του δικαστηρίου ωστόσο προκάλεσε αντιδράσεις στις εθνικές δικαιοταξίες, όπου οι υπηρεσίες πληροφοριών και ασφαλείας επενδύουν συχνά στις μαζικές παρακολουθήσεις και προσδοκούν πολλά από αυτές για την πρόοδο των ερευνών τους. Οι βασικές τους αντιρρήσεις αφορούσαν εξαρχής τη δυσχέρανση και αναποτελεσματικότητα της προδικασίας σε ζητήματα εθνικής ασφαλείας, τρομοκρατίας, παιδικής πορνογραφίας – βαριάς εγκληματικότητας εν γένει.

Για τον λόγο αυτό, το ζήτημα επανήλθε ενώπιον του ΔΕΕ, με νέα προδικαστικά ερωτήματα και ζητούμενο μια περισσότερο συμπεριληπτική ερμηνεία των προϋποθέσεων που, υπό εξαιρετικές συνθήκες, νομιμοποιούν τη διευρυμένη άρση του απορρήτου (μαζικές παρακολουθήσεις). Επ’ αυτού, οι θέσεις του δικαστηρίου του Λουξεμβούργου, στην απόφαση της 6ης Οκτωβρίου, διαμορφώθηκαν ως εξής:

Κατά πρώτον, το ΔΕΕ ενέμεινε στην επί της αρχής θέση του: δεν είναι ανεκτή η γενικευμένη διατήρηση δεδομένων θέσης και κίνησης, καθόσον εξ αυτών συνάγονται ούτως ή άλλως πληροφορίες που σκιαγραφούν πτυχές της προσωπικότητας και αποκαλύπτουν εσώτερες επιλογές του υποκειμένου.

Η μαζική συνεπώς και αδιαφοροποίητη διατήρηση τέτοιων δεδομένων θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη ρωγμή στην επιβεβλημένη προστασία της ιδιωτικότητας.

Κατά δεύτερον, το δικαστήριο αναγνωρίζει ως αναγκαία την κατ’ εξαίρεση απόκλιση από τον κανόνα της  προστασίας της ιδιωτικής σφαίρας για λόγους συναρτώμενους με την ασφάλεια και τη διερεύνηση της ποινικής παραβατικότητας, επισημαίνοντας συναφώς τον εγγυητικό ρόλο της πολιτείας. Σε κάθε περίπτωση, η νομιμότητα της απόφασης για διατήρηση δεδομένων από διευρυμένες άρσεις προϋποθέτει ρητή πρόβλεψη στο οικείο εθνικό κανονιστικό πλαίσιο, συνεπή τήρηση της αρχής της αναλογικότητας και εποπτεία της διαδικασίας από δικαστική ή άλλη ανεξάρτητη αρχή.

Προς αυτή την κατεύθυνση, στην υπό συζήτηση απόφαση το ΔΕΕ εξειδικεύει τις θέσεις του περαιτέρω ως εξής:

(α) Η διατήρηση δεδομένων από μαζικές παρακολουθήσεις δικαιολογείται μόνο ενόψει «σοβαρής, προβλέψιμης και επικείμενης ή ενεστώσας απειλής για την εθνική ασφάλεια, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της τρομοκρατικής επίθεσης».

(β) Διευρύνεται το πεδίο ως προς τις κατηγορίες των διατηρούμενων δεδομένων, καθώς το δικαστήριο πλέον αναγνωρίζει π.χ. ότι η μοναδική διεύθυνση διαδικτυακού πρωτοκόλλου (IP address) των υποκειμένων συμβάλλει καθοριστικά στην εξιχνίαση της παραβατικότητας.

Η υπό συζήτηση απόφαση ωστόσο είναι σημαντική όχι μόνο διότι επιχειρεί να τάμει ένα από τα πλέον αντίρροπα ζεύγη έννομων αγαθών. Αποτελεί επίσης, από άποψη μεθοδολογίας, υποδειγματικά γόνιμη διαδικασία σύγκλισης και θεσμικού διαλόγου μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του δικαστηρίου του Λουξεμβούργου. Το τελευταίο, ως θεματοφύλακας του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενωσης και χωρίς να εγκαταλείπει τον δικαιωματικό πατριωτισμό του, τείνει ευήκοα ώτα στις επιφυλάξεις των εθνικών δικαιοταξιών. Επιδιώκει δε περαιτέρω σύγκλιση εγκύπτοντας στις δυσλειτουργίες της πράξης, όπως αυτές αποτυπώνονται στους προβληματισμούς των επιχειρησιακών εθνικών αρχών. Και όλα αυτά, με προσήλωση πάντα στις διαδικαστικές εγγυήσεις και βασικό γνώμονα την αρχή της αναλογικότητας.

Σε ό,τι αφορά την εγχώρια πραγματικότητα, είναι γεγονός, όπως προκύπτει από τις ετήσιες εκθέσεις πεπραγμένων της Αρχής Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών, ότι οι άρσεις του απορρήτου που διενεργούνται κατ’ επίκληση της εθνικής ασφάλειας είναι πολλαπλάσιες των άρσεων που αφορούν τη διακρίβωση αξιόποινων πράξεων. Μέρος δε των άρσεων της πρώτης κατηγορίας διατάσσεται με κριτήριο όχι εξατομικευμένα πρόσωπα-στόχους, αλλά ορισμένη χωρική έκταση. Κατά συνεκδοχή λοιπόν, τέτοιες μη προσωποποιημένες άρσεις αφορούν το σύνολο των συνδέσεων που εμπίπτουν στα όρια των επίμαχων συντεταγμένων (χωρικές άρσεις).

Η ανάγκη για επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα, ειδικά όταν πρόκειται για ζητήματα εθνικής ασφαλείας, όπου το διακύβευμα είναι ύψιστης σημασίας και το περιθώριο αποτυχίας σχεδόν μηδενικό, ερμηνεύει, κατ’ αρχάς, την ανοχή του νόμου στις εκτεταμένες χωρικές άρσεις. Παρ’ όλα αυτά, η προφανής δυσαναλογία των άρσεων για λόγους εθνικής ασφαλείας προβληματίζει σοβαρά. Στο σημείο αυτό, έγκειται η ανάγκη διαρκούς επαγρύπνησης του κράτους δικαίου και η προσήλωση στα κριτήρια του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του ΔΕΕ. Οπερ, τόσο οι υπηρεσίες πληροφοριών και ασφαλείας που αιτούνται την άρση όσο και οι δικαστικές αρχές που τη χορηγούν, καθώς επίσης και η ανεξάρτητη αρχή στην οποία διαβιβάζονται οι σχετικές διατάξεις, οφείλουν να πιστοποιούν με πληρότητα και επιστημονική ακρίβεια την εξαιρετικότητα της συνθήκης που υπαγορεύει τη λήψη του οριακού μέτρου των διευρυμένων παρακολουθήσεων. Κάθε διαφορετική προσέγγιση είναι θεσμικά ελλειμματική για τη δημοκρατική πολιτεία. Και, τελικώς, είναι προφανές ότι η αρτιότητα της διαδικασίας ανάγεται ευθέως στην ποιότητα καθεαυτήν του κράτους δικαίου και στην ακεραιότητα των θεσμών του.

 

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Το νέο lock-down και το Σύνταγμα

Χαράλαμπος Κουρουνδής, Διδάκτορας Νομικής ΑΠΘ, μέλος ΔΣ Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης

Το νέο lock-down είναι από συνταγματική άποψη ακόμα πιο προβληματικό από το προηγούμενο. Τον Μάρτιο, ο γενικός περιορισμός (ουσιαστικά απαγόρευση με περιοριστικά οριζόμενες εξαιρέσεις) της κυκλοφορίας δικαιολογήθηκε από τη συνταγματική θεωρία κυρίως με γνώμονα την αρχή της αναλογικότητας. Το «τεστ αναλογικότητας» επιβάλλει την εξέταση της συνταγματικότητας του σκοπού των νομοθετικών περιορισμών των θεμελιωδών δικαιωμάτων, της καταλληλότητας και της αναγκαιότητάς τους και, τέλος, τη συνολική συνταγματική στάθμιση των νομοθετικών επιλογών.

Οι πράξεις και (ιδίως) οι παραλείψεις της κυβέρνησης κατά τους 8 μήνες που έχουν περάσει από τον Μάρτιο όμως, προκαλούν εύλογες απορίες για τη σημερινή απόφαση. Παρότι η κυβέρνηση είχε επικαλεστεί την ανάγκη να κερδηθεί χρόνος για την ενίσχυση του συστήματος υγείας, δεν έκανε τίποτα ουσιαστικό σ’ αυτήν την κατεύθυνση. Επιπλέον, δεν λήφθηκαν στοχευμένα μέτρα για την προστασία των ευπαθών κατηγοριών που κινδυνεύουν περισσότερο (πχ επέκταση της «βοήθειας στο σπίτι»). Αντί αυτών, είδαμε μια αντιφατική πολιτική που στοχοποιούσε τους νέους την ίδια στιγμή που αδιαφορούσε για τον συνωστισμό στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς. Η διαρκής αναφορά στην ατομική ευθύνη δεν συνοδεύτηκε από την αντίστοιχη εκπλήρωση των συνταγματικών υποχρεώσεων του κράτους απέναντι στους πολίτες.

Αυτή η εικόνα συμπληρώνεται από μια τραγελαφική προχειρότητα, που αφαιρεί το έδαφος από οποιασδήποτε προσπάθεια σοβαρής συζήτησης για την αναγκαιότητα ή την καταλληλότητα των μέτρων. Ενδεικτικά, η ΚΥΑ που προέβλεψε το lock-down στη Θεσσαλονίκη (ΦΕΚ B’ 4831) επιτρέπει από τις 21:00 ως τις 5:00 την ατομική κίνηση με κατοικίδιο ζώο αλλά όχι και χωρίς αυτό! Η μη τήρηση των κανόνων καλής νομοθέτησης σε όλη την κρίσιμη περίοδο και το αδιαφανές πέπλο που καλύπτει το σκεπτικό λήψης του εκάστοτε λαμβανόμενου μέτρου έχουν πλέον γενικευτεί.

Αντίστοιχα, το lock-down αναμένεται να επιφέρει νέο πλήγμα στις δημοκρατικές ελευθερίες. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της ελευθερίας της συνάθροισης (άρθρο 11 του Συντάγματος), η άσκηση της οποίας δεν αναφέρεται πουθενά ως εξαίρεση στην παραπάνω ΚΥΑ όπως συνέβαινε σε προηγούμενες (πχ ΦΕΚ B’ 4829). Η έμμεση αναστολή όμως ενός θεμελιώδους δικαιώματος δεν είναι συνταγματικά ανεκτή. Περαιτέρω, είναι υπαρκτός ο κίνδυνος η πανδημία να μετατραπεί σε όχημα για περιορισμό της αντιπολιτευτικής κριτικής όπως συνέβη πρόσφατα με την σκανδαλώδη επιλεκτική ενίσχυση συγκεκριμένων ΜΜΕ. Είναι αναγκαία η θεσμοθέτηση της παροχής δωρεάν ραδιοτηλεοπτικού χρόνου στα κόμματα εντός και εκτός Βουλής (και αναλογικά σε κοινωνικούς φορείς) κατά το πρότυπο των σχετικών προβλέψεων για την προεκλογική περίοδο.

Όλα τα παραπάνω δεν μειώνουν σε καμία περίπτωση τη σημασία της τήρησης των αναγκαίων υγειονομικών μέτρων για την προστασία όλων μας, ιδίως των πιο ευπαθών. Η ατομική ευθύνη όμως δεν είναι δυνατό να χρησιμοποιείται από τους κυβερνώντες ως φύλλο συκής για να κρύψει τις δικές τους παραλείψεις ενώ πρωτίστως εκείνοι είναι επιφορτισμένοι με το υψηλό καθήκον προστασίας της δημόσιας υγείας.

 

Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών την Παρασκευή 6 Νοεμβρίου

 

Το αξιόμαχο της ανεκτικής δημοκρατίας

Σπύρος Βλαχόπουλος, Καθηγητής Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, και Αλέξανδρος Κεσσόπουλος, Επίκουρος Καθηγητής Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης Πανεπιστημίου Κρήτης

Το αξιόμαχο της ανεκτικής δημοκρατίας

Ποια πρέπει να είναι η στάση μιας Δημοκρατίας απέναντι στους εχθρούς της; Πρέπει να τους αντιμετωπίζει με τα μέσα του ποινικού δικαίου ή του εκλογικού νόμου; Επιτρέπεται να αποκλείει υποψηφίους και εκλογικούς σχηματισμούς από την κρίση του εκλογικού σώματος και, εάν ναι, με ποια κριτήρια; Ποιος αποφασίζει για όλα αυτά τα θέματα; Το Σύνταγμα, ο κοινός νομοθέτης (η Βουλή) ή ο δικαστής; Όλα αυτά τα ζητήματα απασχολούν εδώ και δεκαετίες το σύγχρονο συνταγματικό δίκαιο, τέθηκαν όμως εκ νέου μετά την απόφαση του Εφετείου Αθηνών για τη Χρυσή Αυγή.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Και εν αρχή ην … το ισχύον Σύνταγμα του 1975, το οποίο δεν προβλέπει τη δυνατότητα απαγόρευσης πολιτικών κομμάτων, όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες, π.χ. στη Γερμανία. Η απαγόρευση, με απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, των πολιτικών κομμάτων «των οποίων η δράσις τείνει εις ανατροπήν του ελευθέρου δημοκρατικού πολιτεύματος» προβλεπόταν στο κυβερνητικό σχέδιο Συντάγματος, αποσύρθηκε όμως ύστερα από τις έντονες αντιδράσεις της αντιπολίτευσης. Άρα, ο συντακτικός νομοθέτης δεν αγνόησε το θέμα της απαγόρευσης των πολιτικών κομμάτων. Το αντιμετώπισε και συνειδητά απέρριψε τη δυνατότητα αυτή.

Αντιθέτως, το Σύνταγμά μας στο άρθρο 51 παρ. 3 ορίζει ότι κάποιος μπορεί να στερηθεί τα δικαιώματα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι ως συνέπεια αμετάκλητης ποινικής καταδίκης για ορισμένα εγκλήματα. Με βάση τη διάταξη αυτή, ο προηγούμενος Ποινικός Κώδικας προέβλεπε την αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων για τα κακουργήματα και για ορισμένα πλημμελήματα. Με τον νέο Ποινικό Κώδικα, η αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων καταργήθηκε ως «απαρχαιωμένη» και αντικαταστάθηκε από την «αποστέρηση της δημόσιας θέσης ή του δημόσιου ή αυτοδιοικητικού αξιώματος που κατέχει» ο δράστης. Πάντως, ο νομοθέτης μπορεί να ορίσει στον εκλογικό νόμο ότι δεν διαθέτει το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι όποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα σε ορισμένα ποινικά αδικήματα. Όλοι θα συμφωνήσουν στη αξιοποίηση της δυνατότητας αυτής και όλοι επίσης θα συμφωνήσουν ότι στα αδικήματα αυτά θα πρέπει να συμπεριλαμβάνεται και η συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση. Από εκεί και πέρα όμως, επιβάλλεται μια ψύχραιμη και συνολική αντιμετώπιση του ζητήματος, χωρίς υπερβολές, με σεβασμό στο γράμμα του Συντάγματος που προϋποθέτει αμετάκλητη ποινική καταδίκη (δηλαδή η υπόθεση να έχει περάσει και από τον Άρειο Πάγο), με γνώμονα την αρχή της αναλογικότητας και ύστερα από συνεκτίμηση του τι συμβαίνει σε άλλες έννομες τάξεις.

Στη θεωρία πληθαίνουν οι φωνές που υποστηρίζουν την ανάγκη ανάληψης νομοθετικής πρωτοβουλίας, ώστε να εκχωρηθεί στον Άρειο Πάγο η αρμοδιότητα να απαγορεύει τη συμμετοχή στις βουλευτικές εκλογές εκείνων των κομμάτων που έχουν κριθεί από τη δικαιοσύνη ως εγκληματικές οργανώσεις. Η θέση αυτή βρίσκει στήριγμα στο άρθρο 29 παρ. 1 Συντ που ορίζει ότι η οργάνωση και η δράση των πολιτικών κομμάτων οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Επίσης, η ίδια θέση προφυλάσσει όλους τους δημοκρατικούς πολίτες από το δυσάρεστο συναίσθημα να τους μοιράζονται ψηφοδέλτια της Χρυσής Αυγής στις επόμενες βουλευτικές εκλογές. Το Σύνταγμα, όμως, δεν μπορεί να ερμηνεύεται με όρους συναισθηματικούς και, επίσης, η μέθοδος υπεράσπισης της Δημοκρατίας μας δεν είναι δυνατό να διαφοροποιείται ανάλογα με τα πολιτικά επίδικα κάθε ιστορικής συγκυρίας. Σε αντίθετη περίπτωση, η κανονιστική δύναμη των συνταγματικών διατάξεων θα υποχωρούσε, καθώς θα αναγνωριζόταν de facto η δυνατότητα κάθε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας να τροποποιεί με νομοθετική ρύθμιση το περιεχόμενό τους.

Κατά συνέπεια, αν συμφωνούμε ότι το Σύνταγμα πρέπει να ερμηνεύεται με μεθοδολογική συνέπεια και με το βλέμμα στραμμένο όχι μόνο στο παρόν, αλλά και στο μέλλον, οφείλουμε να απαντήσουμε στο εξής ερώτημα: Μήπως η προτεινόμενη νομοθετική εξειδίκευση του άρθρου 29 οδηγεί κατ’ ουσίαν στο ίδιο αποτέλεσμα που απέρριψε ο συντακτικός νομοθέτης το 1975, δηλαδή στην απαγόρευση των πολιτικών κομμάτων; Αν δεν μας αρέσει το μοντέλο της ανεκτικής δημοκρατίας, ας το πούμε ευθαρσώς και ας αλλάξουμε τη συνταγματική διάταξη. Περαιτέρω: Αρκεί η πρωτόδικη ποινική καταδίκη ως λόγος μη ανακήρυξης ενός πολιτικού κόμματος στις βουλευτικές εκλογές ή, αντιθέτως, αυτή θα πρέπει να έχει γίνει αμετάκλητη, όπως ορίζει το Σύνταγμα για τη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων; Και τέλος: τι θα αποφασίσει ο Άρειος Πάγος όταν δεν θέσει υποψηφιότητα το ίδιο το κόμμα που καταδικάσθηκε ως εγκληματική οργάνωση, αλλά κάποια «παραλλαγή» του με κάποια άλλη ονομασία; Τι θα αποφασίσει ο Άρειος Πάγος αν δεν θέσουν υποψηφιότητα οι ίδιοι οι καταδικασθέντες αλλά κάποιοι, κυριολεκτικά ή πολιτικά, «συγγενείς» τους; Σε τελευταία ανάλυση, σε ποιο βαθμό μπορεί μια δημοκρατία να διευρύνει τις απαγορεύσεις των πολιτικών δικαιωμάτων, ώστε να προλάβει ενδεχόμενες απόπειρες καταστρατήγησης του νόμου από τους εχθρούς της; Μήπως έτσι κινδυνεύει όχι μόνο να θέσει υπό αμφισβήτηση τον φιλελεύθερο χαρακτήρα της, αλλά και να διαμορφώσει μια πρακτική που μπορεί να εφαρμοσθεί εις βάρος άλλων πολιτικών φορέων και σε άλλες συγκυρίες;

Εάν κάτι υποβαθμίσθηκε στη συζήτηση για την απόφαση του Εφετείου Αθηνών για τη Χρυσή Αυγή, είναι η συνταγματική διάσταση της απόφασης αυτής. Δεν τονίσθηκε επαρκώς ότι μια Δημοκρατία μπορεί να αμύνεται και με τα μέσα του ποινικού δικαίου και να τιμωρεί όσους χρησιμοποιούν τα μέσα του δημοκρατικού πολιτικού αγώνα για την τέλεση εγκληματικών πράξεων. Η ποινική καταδίκη, σε συνδυασμό με την πολιτική καταδίκη της Χρυσής Αυγής στις βουλευτικές εκλογές του 2019, ήταν η καλύτερη άμυνα της Δημοκρατίας μας.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ,   7/11/2020

Σκέψεις για τις αμερικανικές εκλογές

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης ΕΑΠ

 

Την Τετάρτη το βράδυ που γράφεται το κείμενο αυτό δεν είναι ακόμη γνωστό ποιος θα είναι ο επόμενος Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Μπορούν όμως να διατυπωθούν ορισμένες πρώτες σκέψεις με βάση τα διαθέσιμα μέχρι τώρα δεδομένα.

Η πρώτη διαπίστωση είναι ότι οι Δημοκρατικοί δεν πήγαν τόσο καλά όσο περίμεναν, μάλιστα στην αρχή φαινόταν ότι η μόνη τους αληθινή νίκη θα ήταν η κατάκτηση της Αριζόνα. Αντίθετα, ο Ντόναλντ Τραμπ αποδείχθηκε ένας πολύ ισχυρός και ανταγωνιστικός υποψήφιος και το πρωί της Τετάρτης είχε αποκτήσει ένα προβάδισμα νίκης μετά την επικράτησή του στη Φλόριντα, στο Οχάιο και στην Αϊόβα.

Η δεύτερη διαπίστωση είναι ότι καθοριστικό ρόλο στην επανεκλογή ή όχι του Τραμπ θα παίξει η ψήφος στη «Ζώνη της Σκουριάς» (Rust Belt), δηλαδή στις οικονομικές και γεωγραφικές περιοχές που αποτελούσαν την πρώην βιομηχανική καρδιά των Ηνωμένων Πολιτειών. Το Οχάϊο ήταν μια από αυτές, το οποίο ήταν όμως πάντοτε ένα «αναποφάσιστο κράτος» (swing state), άλλοτε με τους Δημοκρατικούς άλλοτε με τους Ρεπουμπλικάνους. Η μεγάλη έκπληξη των εκλογών του 2016 ήταν η διείσδυση και η επικράτηση του Τραμπ στις άλλες τρεις περιοχές του Rust Belt, στην Πενσυλβάνια, στο Μίσιγκαν και στο Ουισκόνσιν, ιστορικά προπύργια της αμερικανικής εργατικής τάξης και του Δημοκρατικού Κόμματος. Από τη στιγμή που το Δημοκρατικό Κόμμα εγκατέλειψε ήδη από την εποχή του Κλίντον τη μεταρρυθμιστική πολιτική για τη διανομή του κοινωνικού πλούτου του Ρούζβελτ και του Λύντον Τζόνσον και εστίασε το ενδιαφέρον του στα πολιτισμικά ζητήματα και στη συγκρότηση πολυφυλετικών συμμαχιών, οι οποίες δεν είναι πάντοτε αποτελεσματικές για τη νίκη στις μεμονωμένες Πολιτείες, αλλά μόνο σε εθνικό επίπεδο, άρχισε να κλονίζεται η κυριαρχία του σε αυτές τις περιοχές. Για την λευκή εργατική τάξη του Rust Belt η Χίλαρυ Κλίντον εκπροσωπούσε την παγκοσμιοποίηση, τον κοσμοπολιτισμό και την αποβιομηχάνιση. Αυτό το χάσμα ανάμεσα στην υποψήφια των Δημοκρατικών και στους «ξεχασμένους» των παρηκμασμένων βιομηχανικών περιοχών το κάλυψε επιτήδεια ο Ντόναλντ Τραμπ, προαναγγέλλοντας από το Μίσιγκαν στην τελευταία προεκλογική του ομιλία το 2016 ότι «the American working class is going to strike back». Ο Τζο Μπάιντεν ισορρόπησε κάπως τα πράγματα, κέρδισε το Ουισκόνσιν και το Μίσιγκαν, μπορεί στο τέλος να τα καταφέρει και στην Πενσυλβάνια, αν πάρει το 75% της επιστολικής ψήφου. Ίσως την Πέμπτη το πρωί να φθάσει τους 270 εκλέκτορες και να εκλεγεί Πρόεδρος, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της Πενσυλβάνια. Η απέραντη αμερικανική ενδοχώρα και ιδίως οι αγροτικές περιοχές εξακολουθούν να είναι «κόκκινες», όμως ο Μπάιντεν συνολικά έχει λάβει γύρω στις 3.000.000 ψήφους περισσότερες από τον Τραμπ. Είναι λοιπόν πολύ κοντά σε μια διπλή εκλογική νίκη, τόσο στο επίπεδο των εκλεκτόρων όσο και στο επίπεδο της εθνικής ψήφου, μια νίκη εναντίον του ισχύοντος εκλογικού συστήματος, αδιανόητου για τα ευρωπαϊκά standards, αφού επιτρέπει την εκλογή Προέδρου σε εκείνον που έχει πάρει λιγότερες ψήφους σε εθνικό επίπεδο αλλά έχει κερδίσει τα κρίσιμα swing states, όπως έγινε το 2016. Δεν είναι μια καινούργια συζήτηση, που γίνεται όμως περισσότερο στην Ευρώπη παρά στις Ηνωμένες Πολιτείες, για τον παρωχημένο και αντιδημοκρατικό χαρακτήρα του αμερικανικού Συντάγματος, το οποίο, μεταξύ άλλων παρέχει στον Πρόεδρο το δικαίωμα διορισμού ισοβίων συνταγματικών δικαστών, αν διαθέτει την πλειοψηφία της Γερουσίας. Η εμπειρία της προεδρίας Τραμπ επαναφέρει το θέμα αυτό στο προσκήνιο, αλλά οι δυνατότητες εκλογίκευσης του αμερικανικού Συντάγματος είναι σχεδόν ανύπαρκτες, αφού η διαδικασία αναθεώρησής του το καθιστά ουσιαστικά μη αναθεωρήσιμο.

Πρόλογος σε: Άρης Ασκητής, Ψηφιακή ελευθερία της έκφρασης: κράτος, κοινωνικά δίκτυα και μηχανές αναζήτησης μεταξύ ιδιωτικοποίησης του ελέγχου και ελέγχου του ιδιώτη, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη (2020)

Παναγιώτης Μαντζούφας, Καθηγητής Νομικής Σχολής του ΑΠΘ

Σε ένα περιβάλλον διαδικτυακής υπερδραστηριότητας τόσο τα κράτη όσο και οι διεθνείς οργανισμοί στην προσπάθειά τους να προστατεύσουν σημαντικά έννομα αγαθά όπως η προσωπικότητα και η δημόσια τάξη στην ευρύτερη της διάσταση (π.χ προστασία της κοινωνικής ειρήνης και προστασία από την διακίνηση παραπλανητικών ή σκοπίμως αναληθών γεγονότων και πληροφοριών) θέτουν σε δοκιμασία την ίδια την ελευθερία της έκφρασης ενθαρρύνοντας πρακτικές έμμεσης λογοκρισίας.

Οι μεγάλες διαδικτυακές εταιρίες, όπως η Google και η Facebook, σπεύδουν συχνά να συμμορφωθούν σε μέτρα  και υποδείξεις κυβερνήσεων περιοριστικά της ελευθερίας της έκφρασης των χρηστών  και προς αποφυγή κυρώσεων, όταν, μέσω των ιστοσελίδων που φιλοξενούν, ασκείται κριτική σε κρατικές ενέργειες. Η στάση αυτή δεν αποτελεί μια απλή συμμόρφωση στις επιταγές του νομοθέτη αλλά οι ίδιες οι εταιρίες την αντιλαμβάνονται ως το τίμημα που πληρώνουν προκειμένου να διατηρήσουνε την θέση τους σε μεγάλες αγορές -χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της συμπεριφοράς τους στην Κίνα-  και την κερδοφόρα διαφημιστική αξιοποίηση των προσωπικών δεδομένων των χρηστών. Επιπλέον, οι ίδιες αυτές εταιρίες συνεργάζονται συχνά με τις κυβερνήσεις, προωθώντας σε αυτές δεδομένα πολιτών -ενδεικτικό είναι το παράδειγμα του προγραμματιστή Σνόουντεν  ο οποίος κατηγορείται ότι αποκάλυψε τον τρόπο με τον οποίο  δεδομένα πολιτών διοχετεύονταν στην υπηρεσία εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ-, με την δικαιολογία ότι με τον τρόπο αυτό εντοπίζονται υποθέσεις τρομοκρατίας, διεθνούς εγκληματικότητας και γενικότερα απειλών της εθνικής ασφάλειας.

Με τις νέες αυτές διαδικτυακές προκλήσεις της ελευθερίας της έκφρασης ασχολείται στην πολύ ενδιαφέρουσα μονογραφία του  ο δικηγόρος και εμπειρογνώμονας σε θέματα προσωπικών δεδομένων Αρ. Ασκητής, διπλωματούχος του μεταπτυχιακού προγράμματος του τομέα Δημοσίου Δικαίου και πολιτικής επιστήμης της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ.

Η πρωτοτυπία δεν περιορίζεται μόνο στην επιλογή του θέματος και των επιμέρους ζητημάτων που θίγονται στην μονογραφία αλλά επεκτείνεται και στην προσέγγιση και ειδικότερα στις ενδιαφέρουσες ερμηνευτικές θέσεις που υιοθετούνται, εμπνευσμένες κατά κύριο λόγο από την αμερικάνικη συζήτηση, και τις σχετικές θεωρίες. Η συζήτηση αυτή, όπως αναπτύσσεται από τον συγγραφέα, μας εισάγει σε προβληματισμούς που δεν έχουν απασχολήσει σε βάθος την ελληνική νομική επιστήμη και τους συναφείς κλάδους των επιστημών που ασχολούνται με το διαδίκτυο.

Ο Ασκητής εισφέρει στο κεφάλαιο που αφορά στο περιεχόμενο της συνταγματικής κατοχύρωσης της ελευθερίας του τύπου στο άρθρο 14 παρ. 2 Σ την άποψη ότι η ελευθερία του τύπου δεν περιορίζεται μόνο στην αξίωση αποχής του κράτους από την επέμβαση στην εκδοτική-δημοσιογραφική ελευθερία, αλλά επεκτείνεται και στην προστασία της εκάστοτε διαθέσιμης τεχνολογίας μετάδοσης γεγονότων και γνωμών.  Η αξιοποίηση της καινοτομίας μετάδοσης ειδήσεων και της τεχνολογικής υποδομής είναι καθοριστική για την έμπρακτη υλοποίηση του δικαιώματος. Στην σύγχρονη εποχή, η ψηφιακή ελευθερία της έκφρασης και το μέσο του διαδικτύου που την αξιοποιεί, δεν επηρεάζεται από το δικαίωμα στην κυριότητα των μέσων μετάδοσης, όπως συμβαίνει  με τα κλασικά ΜΜΕ (εφημερίδες τηλεόραση, ραδιόφωνο) και τις δεσμεύσεις που τυχόν απορρέουν από το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς.

Στο πεδίο της διαδικτυακής επικοινωνίας και της ελευθερίας του λόγου, το κράτος αδυνατεί, και ως εκ τούτου αποφεύγει, να ασκήσει την εν πολλοίς παρωχημένη -κυρίως διότι είναι απρόσφορη τεχνολογικά- λογοκρισία, αλλά συχνά καλείται, ως εκδήλωση της προστατευτικής του  λειτουργίας, να διαφυλάξει τον πυρήνα της ίδιας αυτής ελευθερίας.

Τα προβλήματα  συνδέονται με το γεγονός ότι επειδή το διαδίκτυο είναι κατεξοχήν αποκεντρωμένο και παγκοσμιοποιημένο είναι αφενός δύσκολος ο έλεγχός του από το κράτος και αφετέρου είναι προβληματικός ο επιμερισμός της κάθε είδους ευθύνης σε περίπτωση παραβιάσεων της νομοθεσίας. Επιπλέον, δυσχεραίνεται η προσπάθεια των διωκτικών αρχών να αντιμετωπίσουν το έγκλημα στο κυβερνοχώρο, διότι εμπλέκονται πολλές διαφορετικές δικαιοδοσίες με δυσκαθόριστα όρια. Επίσης, η ίδια η δομή του διαδικτύου διευκολύνει την μυστικότητα της επικοινωνίας μέσω της κρυπτογραφίας και την ανώνυμης αποστολής μηνυμάτων, χαρακτηριστικό που ενώ διευρύνει την άσκηση δικαιωμάτων παράλληλα ευνοεί και τις παράνομες δραστηριότητες.

Το καινοφανές στοιχείο που εντοπίζει ο Α.Ασκητής στην σύγχρονη πρακτική των εταιριών του διαδικτύου είναι η εκτεταμένη χρήση αλγορίθμων μέσω των οποίων διαμορφώνεται, με αυτοματοποιημένο τρόπο, το καταναλωτικό ή/και το πολιτικό προφίλ των χρηστών προκειμένου να αξιοποιηθεί από την  στοχευμένη διαφήμιση προϊόντων και υπηρεσιών και να επιτευχθεί ο επηρεασμός της πολιτικής τους συμπεριφοράς. Είναι γνωστή και υπό διερεύνηση από τις αμερικάνικες αρχές, η υπόθεση των δεδομένων πολιτών που μετείχαν σε επιστημονικά έρευνα, τα οποία πουλήθηκαν στους υπευθύνους της προεκλογικής εκστρατείας του Τραμπ, καθώς και ο ρόλος των λεγόμενων fake news που φημολογείται ότι διοχετεύτηκαν από το ίδιο επιτελείο εις βάρος της συνυποψήφιάς του Χ.Κλίντον, πρακτικές που, κατά εκτιμήσεις, επηρέασαν καθοριστικά το αποτέλεσμα των τελευταίων προεδρικών εκλογών στην ΗΠΑ.

Με αυτά τα δεδομένα, οι πολίτες έχοντας καλύψει τις περισσότερες από τις επιθυμίες τους  θα έχουν την ψευδαίσθηση της ελευθερίας της επιλογής. Στην πραγματικότητα οι ζωές τους, οι πληροφορίες που θα καταναλώνουν και οι επιλογές που θα κάνουν, ακόμα και στο πεδίο της πολιτικής, θα είναι προκαθορισμένες από αλγόριθμους που θα ελέγχουν εταιρίες, με προϋπολογισμούς μεγαλύτερους από πολλά μικρά και μεσαία κράτη, οι οποίες ουσιαστικά δεν θα λογοδοτούν σε κανέναν, παρά τις προσπάθειες των κρατών, όπως η πρόσφατη κλήση σε «απολογία» των πέντε μεγαλύτερων εταιριών τεχνολογίας του διαδικτύου από επιτροπή του Κογκρέσου των ΗΠΑ.

Ο Α. Ασκητής εντοπίζει και αποτιμά και μια άλλη διαδεδομένη πρακτική των εταιριών του διαδικτύου που έχει επιπτώσεις στην ελευθερία του λόγου, όπως, η αφαίρεση ή η τροποποίηση του λόγου χρηστών, εξαιτίας του περιεχομένου του, ιδίως όταν εκφέρονται μέσω αυτού ανεπιθύμητες πολιτικές θέσεις. Εδώ οι εταιρίες υπερβαίνουν τον ρόλο τους ως διαύλων μετάδοσης γνωμών και θέσεων των χρηστών και παίρνουν το ρόλο του ομιλητή που διεκδικεί  για τον εαυτό του το δικαίωμα της επιλογής και την αντίστοιχη προστασία, αρκεί, σημειώνει ο συγγραφέας, να υπάρχει προβλεψιμότητα και διαφάνεια ως προς τους λόγους για τους οποίους ασκείται  αυτή η ιδιωτική λογοκρισία. Στο πεδίο αυτό, ο συγγραφέας θεωρεί ότι μόνο λόγοι δημοσίου συμφέροντος που συνδέονται με την προστασία αγαθών, όπως η ανηλικότητα, η καταπολέμηση των διακρίσεων και του λόγου μίσους καθώς και για λόγους υγείας και εθνικής ασφάλειας, δικαιολογούν περιορισμούς.

Επιρροή στην ελευθερία του λόγου ασκούν, όπως επισημαίνεται, και οι ίδιες οι μηχανές αναζήτησης, όταν ο χρήστης αναζητά πληροφορίες, οι οποίες μολονότι αντλούνται με την χρήση αυτοματοποιημένων αλγορίθμων, ενσωματώνουν στο αποτέλεσμα της αναζήτησης τις βασικές επιλογές της πλατφόρμας και άρα επιτελούν, όπως αναγνώρισε η αμερικάνικη νομολογία, μια λειτουργία ελευθερίας του λόγου. Προς την αναγνώριση ευθύνης για την μετάδοση και φιλοξενία πληροφοριών κινείται με διστακτικά βήματα και η νομοθεσία της ΕΕ, ιδίως σε θέματα προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας, και εφόσον υπάρχει γνώση της παραβατικότητας του περιεχομένου των ιστοσελίδων που φιλοξενούνται.

Στις περιπτώσεις αυτές εύλογα προτείνεται  από τον Α.Ασκητή, η θεωρία του συμβούλου, έναντι των θεωριών του εκδότη και του αγωγού. Σύμφωνα με την θεωρία αυτή η μηχανή αναζήτησης -και οι υπεύθυνοι για την λειτουργία της- δεν αποτελεί έναν απρόσωπο αγωγό του λόγου, αλλά δεν μπορεί να έχει και την  πλήρη ευθύνη του εκδότη του, αλλά φέρει ευθύνη και οφείλει να δεχθεί την κρατική παρέμβαση όταν περιορίζει την διαθεσιμότητα του περιεχομένου σε περιπτώσεις π.χ ιστοσελίδων διχαστικού λόγου ή λόγου που διαδίδει απόψεις και μεταδίδει πρακτικές τρομοκρατών.

Στο δεύτερο μέρος της μονογραφίας που είναι αφιερωμένο στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης(ΜΚΔ) ο συγγραφέας ξεκινά από την διαπίστωση ότι ορισμένα ΜΚΔ, όπως το Facebook και το Twitter, απολαμβάνουν αναγνωρισιμότητας και καθίστανται βασική πηγή δημοσιεύσεων πληροφοριών με εμβέλεια μεγαλύτερη από τα κλασικά έντυπα και εφημερίδες. Ως εκ τούτου, δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται από την νομική επιστήμη ως απλές πλατφόρμες που παρέχουν δίοδο στην πληροφόρηση αλλά με παραγωγούς περιεχομένου, καθώς συχνά προβαίνουν, έστω και δια της απλής επιλογής, σε επεξεργασία του περιεχομένου όσων ειδήσεων φιλοξενούν. Τι διαφορετικό είναι άραγε ο «καθορισμός πολιτικών» που προβλέπεται από τις ανωτέρω πλατφόρμες, δίκην υποχρεωτικών όρων συναλλαγών, που θα πρέπει να πληροί κάθε ανάρτηση;

Οι εν λόγω διαδικτυακοί πάροχοι καθορίζοντας τις επιτρεπτέες πολιτικές έκφρασης στις πλατφόρμες τους, αποκτούν την ισχύ ενός ενδιάμεσου φορέα με καθοριστική επιρροή στην άσκηση του δικαιώματος πέραν του νομοθέτη και του ίδιου του υποκειμένου του δικαιώματος της έκφρασης οι απόψεις του οποίου φιλοξενούνται σε ένα ΜΚΔ.  Η δυνατότητα αυτή τους δίνει το περιθώριο να επεμβαίνουν προληπτικά στο περιεχόμενο των αναρτήσεων όταν κρίνεται, συχνά μέσω αλγορίθμων, ότι παραβιάζονται όροι χρήσης της πλατφόρμας. Ασκείται με άλλα λόγια μια μορφή προληπτικής, αλλά και κατασταλτικής, λογοκρισίας από ένα ιδιωτικό φορέα, με την ανοχή του κράτους.

Η ολιγοπωλιακή συγκέντρωση των ΜΚΔ σε λίγες εταιρίες οι οποίες δραστηριοποιούνται σε ένα υπερεθνικό περιβάλλον όπου απουσιάζει οποιαδήποτε ενιαία ρυθμιστική πρόβλεψη, θέτει δυσεπίλυτα ζητήματα προστασίας της ελευθερίας του λόγου και ευθύνης που αν δεν αντιμετωπιστούν σε παγκόσμιο επίπεδο με συμφωνίες και κώδικες συμπεριφοράς μεταξύ των  συγκεκριμένων εταιριών και διεθνών οργανισμών και κρατών θα αναπαράγονται συνεχώς θεωρίες συνωμοσίας, κακόβουλα ψεύδη και δολοφονίες χαρακτήρων.

Ο προβληματισμός που αναπτύσσεται από τον Α.Ασκητή πάνω στα ανωτέρω ζητήματα  είναι πολύπλευρος καθώς συγκρίνει τα μέτρα που έλαβαν οι ΗΠΑ με τα αντίστοιχα μέτρα της ΕΕ, προσθέτοντας μάλιστα και την πρωτότυπη διάσταση να γίνεται χρήση των ΜΚΔ από τα ίδια τα κυβερνητικά όργανα, όταν τα τελευταία χρησιμοποιούν τις πλατφόρμες για ανακοινώσεις αλλά και δημοσιοποίηση σκέψεων στελεχών πάνω σε ζητήματα της επικαιρότητας. Στο συγκεκριμένο κεφάλαιο αξιολογούνται περιοριστικά μέτρα που έλαβαν ορισμένες πολιτείες των ΗΠΑ εις βάρος χρηστών των ΜΚΔ που έχουν καταδικαστεί για συγκεκριμένα ποινικά εγκλήματα(ρύθμιση που κρίθηκε αντισυνταγματική απ’ το Supreme Court), όπως και οι διαγραφές που επέβαλε το Twitter στο προσωπικό λογαριασμό του Προέδρου Τραμπ για διάδοση αναληθών γεγονότων.

Αντίστοιχα ζητήματα τίθενται και στην περίπτωση του ελέγχου των Fake news κυρίως ως προς το αν η ευθύνη του ελέγχου πρέπει να ανατίθεται σε ανεξάρτητες αρχές ή σε μηχανισμούς που θα εγκαθιστούν οι ίδιες οι εταιρίες και βέβαια τις επιπτώσεις που θα έχει η μία ή η άλλα επιλογή ως προς το επίπεδο προστασίας της ελευθερίας του λόγου.

Από τα ανωτέρω νομίζω ότι γίνεται σαφές  ότι η συμβολή του Α. Ασκητή στην μελέτη της ψηφιακής ελευθερίας του λόγου είναι σημαντική, όχι μόνο διότι μεταφέρει πληροφορίες και προβληματισμούς από την αμερικάνικη συζήτηση, αλλά προβαίνει και σε καίριες συγκρίσεις και χαρτογραφεί το πεδίο θέτοντας βασικά ορόσημα για να πλοηγηθεί κανείς με ασφάλεια στα νέα αυτά πεδία της νομικής επιστήμης.

 

Το κείμενο δημοσιεύεται και στο τεύχος Νοεμβρίου του περ. Book’s Journal

 

 

 

 

 

 

 

 

Τα ελληνικά δικαστήρια και το δίκαιο του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων

Ιωσήφ Κτενίδης, Αναπληρωτής καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Όπως επισήμανε ο Πρόεδρος του ΔΕΕ, η πρόκληση που τίθεται σε όσους επιφορτίζονται με την εφαρμογή του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων κατά τη δεύτερη δεκαετία ισχύος του, είναι να συμβάλλουν στην εξέλιξή του Χάρτη σε μια «πραγματικότητα για όλους» («a reality for all»), ώστε να διασφαλισθεί η ωφέλεια όλων των υποκειμένων του δικαίου από την πολυεπίπεδη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ευρώπη. Οι εθνικοί δικαστές είναι αυτοί που επιφορτίζονται, κατά κύριο λόγο, με την εφαρμογή του Χάρτη και από αυτούς εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό, η «πραγματική» λειτουργία του προς όφελος των πολιτών

Στη μελέτη αυτή εξετάζεται η υποδοχή του δικαίου του Χάρτη από τους Έλληνες δικαστές και η ένταξη των κανόνων που απορρέουν από τις διατάξεις του στον δικανικό συλλογισμό. Επισημαίνονται οι ιδιαιτερότητες του ρόλου του εθνικού δικαστή όταν εφαρμόζει τον Χάρτη και παρατίθενται στοιχεία με βάση τα προδικαστικά ερωτήματα που έχουν υποβάλει τα ελληνικά δικαστήρια για διατάξεις του Χάρτη.

Το κύριο μέρος της μελέτης αφορά δύο ζητήματα: τη θέση της εθνικής νομολογίας για το πεδίο εφαρμογής του Χάρτη και τον τρόπο με τον οποίο ο Έλληνας δικαστής προσεγγίζει την ταυτόχρονη εφαρμογή σε μια υπόθεση διατάξεων του Χάρτη, της ΕΣΔΑ και του Συντάγματος που ενδεχομένως εγγυώνται διαφορετικό επίπεδο προστασίας συγκεκριμένου δικαιώματος. Η ανάλυση βασίζεται κυρίως στην εθνική νομολογία για τα μέτρα αντιμετώπισης της δημοσιονομικής κρίσης και για την εφαρμογή του άρθρου 50 ΧΘΔ που κατοχυρώνει την αρχή ne bis in idem, η οποία είναι η διάταξη του Χάρτη που εφαρμόζεται με τη μεγαλύτερη συχνότητα από τα Ελληνικά δικαστήρια.

Η μελέτη προσπαθεί να αναδείξει και να σχολιάσει τη μεθοδολογία που έχουν αναπτύξει τα ελληνικά δικαστήρια για την αντιμετώπιση των δύσκολων νομικών ερωτημάτων που τίθενται στο πλαίσιο αυτό, υπό το φως της νομολογίας του ΔΕΕ και της στάσης δικαστηρίων άλλων κρατών μελών, ιδίως του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου. Η πρόσφατη απόφαση 359/2020 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας σχολιάζεται ως ενδεικτική του σημαντικού βαθμού ενσωμάτωσης του κεκτημένου του Χάρτη στην εθνική νομολογία.

 

 

 

 

 

Γ.Χ. Σωτηρέλης / Θ.Γ. Ξηρός, Η τέταρτη αναθεώρηση του Συντάγματος του 1975 (2014-2019), εκδ. Παπαζήση 2020

Η αναθεώρηση του Συντάγματος της Ελλάδας διεξάγεται σε δύο διακριτές μεταξύ τους φάσεις, ενώπιον της προτείνουσας  και, αντιστοίχως, της Αναθεωρητικής Βουλής. Στις επιμέρους στιγμές τους παράγεται πλούσιο υλικό. Το συνθέτουν οι υποβληθείσες προτάσεις των κοινοβουλευτικών ομάδων, οι μεμονωμένες τροπολογίες βουλευτών, οι εκθέσεις των δύο Επιτροπών Αναθεώρησης, τα πρακτικά της συζήτησής τους στην Ολομέλεια και τα αποτελέσματα των ψηφοφοριών που την ακολουθούν κάθε φορά. Στο υλικό αυτό αποτυπώνεται, αναλυτικά και στην εξέλιξή της, η αναθεωρητική πρωτοβουλία και αναδεικνύονται οι επιδιωκόμενοι από τον συνταγματικό νομοθέτη σκοποί. Παράλληλα με την κοινοβουλευτική διαδικασία αναπτύσσεται διάλογος των εκπροσώπων της επιστήμης και των πολιτικών πρωταγωνιστών με αρθρογραφία τους σε επιστημονικά περιοδικά ή/και στον ημερήσιο-εβδομαδιαίο Τύπο. Οι συμβολές τους συνδιαμορφώνουν την κατεύθυνση και, εν πολλοίς, το περιεχόμενο των προς αναθεώρηση διατάξεων. Η πρωτογενής κοινοβουλευτική παραγωγή, η αρθρογραφία και το χρονικό της Τέταρτης (2019) Αναθεώρησης του ισχύοντος Συντάγματος αποτελούν πολύτιμες πηγές για την ιστορική και τη συστηματική ερμηνεία του Καταστατικού μας Χάρτη. Συγκεντρώθηκαν στον ανά χείρας τόμο, προσφέροντας σε όλους όσοι θελήσουν να εγκύψουν και να εμβαθύνουν στο πρόσφατο αναθεωρητικό εγχείρημα το βασικό του corpus.

 

 

Εισαγωγή Γ. Σωτηρέλη

 

Η αναθεώρηση του 2019 αποτέλεσε, δυστυχώς, μια ακόμη χαμένη ευκαιρία για μια γενναία και νομικοπολιτικά πρόσφορη ανανέωση των συνταγματικών μας θεσμών. Στην πραγματικότητα, αυτό που παρακολουθήσαμε στις δύο Βουλές (προτείνουσα και αναθεωρητική), που διεκπεραίωσαν την όλη διαδικασία, δεν ήταν τίποτε άλλο από το χρονικό μιας προεξαγγελθείσας  αποτυχίας: το όλο εγχείρημα ξεκίνησε σε λάθος κατεύθυνση, εξελίχθηκε με λάθος τρόπο και κατέληξε σε πενιχρά  αποτελέσματα

Στον πυρήνα δε αυτής της αποτυχίας βρίσκεται η πρόδηλη ανωριμότητα, αν όχι αναξιοπιστία, των πολιτικών μας δυνάμεων και ιδίως αυτών που μπορούσαν, κατά το Σύνταγμα, να έχουν βαρύνοντα ρόλο στην σχετική διαδικασία. Αντί να ξεκινήσουν από τις θεσμικές δυσλειτουργίες που ανέδειξε ή μεγέθυνε η κρίση –παρά την αξιοσημείωτη αντοχή του ισχύοντος Συντάγματος– και να επεκταθούν και σε κάποια άλλα χρονίζοντα προβλήματα της σύγχρονης Δημοκρατίας μας, αρχικά μεν επιδόθηκαν σε άγονους μαξιμαλισμούς ενώ στη συνέχεια  περιχαρακώθηκαν πεισματικά στις θέσεις τους, σε όλες τις φάσεις της αναθεωρητικής διαδικασίας (1). Το αποτέλεσμα ήταν να απορριφθούν όλες σχεδόν οι ενδιαφέρουσες προτάσεις, ένθεν κακείθεν (2), και να καταλήξουμε, εν τέλει,  σε έναν ελάχιστο κοινό παρονομαστή, δηλαδή σε μια κολοβή, ανούσια και εν πολλοίς άγονη αναθεώρηση (3). Ειδικότερα:

 

  1. Είναι προφανές, εν πρώτοις, ότι αμφότερα τα μεγάλα κόμματα αυτής της περιόδου (ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ), που διέθεταν τον αναγκαίο αριθμό βουλευτών για να αναλάβουν αλλά και για να στηρίξουν την αναθεωρητική πρωτοβουλία, αποδείχθηκαν τελικά όχι μόνον ανέτοιμα αλλά και απρόθυμα για έναν ώριμο, απροκατάληπτο και εποικοδομητικό συνταγματικό αναστοχασμό. Αντίθετα ακολούθησαν ενσλλάξ, είτε ως κυβερνητική πλειοψηφία είτε ως αξιωματική αντιπολίτευση, μια στείρα, παράδοξη και λίαν αμφιλεγόμενη τακτική, με περίσσεια διχαστικών αντιλήψεων και συμπεριφορών, που οδηγεί είτε στην ανυποληψία είτε στην άρνηση της ουσίας της συνταγματικής πολιτικής.

 

Με άλλα λόγια, το μεγάλο πρόβλημα σε αυτήν την αναθεώρηση δεν ήταν τόσο η απουσία  συγκροτημένων απόψεων και επεξεργασμένων προτάσεων όσο οι ανωτέρω πολιτικές παθογένειες, οι οποίες ναι μεν είναι δομικές και διαχρονικές πλην όμως μετά την κρίση είναι γνωστό ότι είχαν παροξυνθεί. Αυτό δε οδήγησε όχι μόνον σε  πολλαπλές στρεβλώσεις του νοήματος της αναθεώρησης αλλά και στην υποταγή της σε πολιτικά αφερέγγυες και θεσμικά προβληματικές  διαδικασίες. Ας δούμε όμως συγκεκριμένα, την συνταγματική πολιτική των εν λόγω κομμάτων:

 Α.   Ο κυβερνητικός τότε ΣΥΡΙΖΑ, όταν επιτέλους αποφάσισε, μετά από πολλές καθυστερήσεις, να θέσει επί τάπητος το ζήτημα της συνταγματικής αναθεώρησης,  είχε ενώπιόν του,  εναλλακτικά, δύο θεμιτές λύσεις. Αν αισθανόταν έτοιμος, με βάση τις προγραμματικές του εξαγγελίες και τις προτάσεις που είχε έως τότε επεξεργασθεί (βλ. Το Χρονικό της Αναθεώρησης), έπρεπε να ετοιμασθεί και να κατατεθεί συγκεκριμένη πρόταση (από 50 τουλάχιστον βουλευτές) για να επιληφθεί στη συνέχεια η Βουλή, που είναι η μόνη αρμόδια. Αν όμως έκρινε ότι οι προτάσεις αυτές δεν ήταν κατασταλαγμένες –που δεν ήταν– μπορούσε να δρομολογήσει, ως κόμμα, συγκεκριμένες ανοιχτές διαδικασίες πολιτικού και επιστημονικού διαλόγου. Ωστόσο, τελικά δεν επελέγη ούτε η μία ούτε η άλλη οδός. Ο τότε πρωθυπουργός αρκέσθηκε απλώς στην εξαγγελία ορισμένων βασικών κατευθύνσεων –από τις οποίες άλλες ήταν προβληματικές, άλλες συζητήσιμες και άλλες ενδιαφέρουσες– και στη συνέχεια ανέθεσε την εξειδίκευσή τους σε μια αμφιλεγόμενη διαδικασία «κοινωνικού διαλόγου», που εκπορευόταν και κατευθυνόταν εξ ολοκλήρου από την –εντελώς αναρμόδια– κυβέρνηση. Αντί δηλαδή να κατατεθούν οι προτάσεις  αυτές στη Βουλή (από 50 τουλάχιστον βουλευτές), ώστε να συγκροτηθεί η αρμόδια Επιτροπή Αναθεώρησης, παραπέμφθηκαν στις μακρόσυρτες και εν πολλοίς ανούσιες «διαδικασίες διαλόγου» μιας εν πολλοίς ακατάλληλης Επιτροπής, της οποίας μάλιστα τα πορίσματα ελάχιστα (έως καθόλου) λήφθηκαν υπ’όψιν. Με άλλα λόγια επελέγη ο λάθος «διάλογος» και χάθηκε η ευκαιρία μιας χρονικά επαρκούς, γόνιμης και εποικοδομητικής κοινοβουλευτικής διαδικασίας, η οποία θα μπορούσε να αξιοποιήσει τόσο το διαδίκτυο (με ανοιχτή διαβούλευση) όσο και την γνώμη ειδικών επιστημόνων.

Όλα αυτά προκάλεσαν πλήρη σύγχυση ως προς την θεσμική ιδιαιτερότητα της συνταγματικής αναθεώρησης, η οποία μάλιστα ήρθε να προστεθεί σε μια ακόμη μεγαλύτερη σύγχυση ως προς την ουσιαστική στόχευσή της, καθώς από την αρχή αιωρείτο η βαθύτατα λαϊκιστική λογική μιας συνολικής, εκ βάθρων και οιονεί δημοψηφισματικής αλλαγής του Συντάγματος, ερήμην τόσο των πραγματικών πολιτικών συσχετισμών όσο και –ιδίως– των ορίων που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα (που επιτρέπει μόνο Αναθεωρητική και όχι Συντακτική Συνέλευση αλλά και που αποκλείει συνταγματικά δημοψηφίσματα).

Οι τελικές βέβαια προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ πόρρω απείχαν από τους αρχικούς λεονταρισμούς, καθώς ήταν εμφανώς μετριοπαθέστερες. Ως εκ τούτου παρείχαν μεν –παρά την μεγάλη καθυστέρηση και την αδικαιολόγητα πολωτική  εκφορά τους– μια βάση για να ξεκινήσει η σχετική συζήτηση, πλην όμως κάθε άλλο παρά στοιχειοθετούσαν μια ολοκληρωμένη και συνεκτική προοδευτική συνταγματική πολιτική, όντας εν πολλοίς αφ’ενός μεν αποσπασματικές και άτολμες αφ’ετέρου δε ελλιπείς και ανεπεξέργαστες (σε σημείο που να απορεί κανείς γιατί χρειάσθηκε τόσο μακρά κυοφορία…).

Το αποτέλεσμα ήταν το όλο εγχείρημα να υποβαθμισθεί, να ατονήσει για μεγάλο διάστημα και τελικά να «στριμωχθεί» χρονικά σε μια βεβιασμένη και πιεστική διαδικασία, στο τέλος της βουλευτικής περιόδου, που άφησε ελάχιστα περιθώρια ουσιαστικού και ώριμου διαλόγου, παρά τις ομολογουμένως αξιέπαινες προσπάθειες της Επιτροπής Αναθεώρησης της προτείνουσας Βουλής.

Και σαν να μην έφθανε αυτό, οι ατυχείς επιλογές της τότε κυβερνητικής πλειοψηφίας συνεχίσθηκαν και σε επίπεδο διαδικασίας. Πράγματι, ενώ επί της ουσίας θα μπορούσε, κατά τα ανωτέρω, να αναζητηθεί πλέον η επιζητούμενη από το Σύνταγμα ευρύτερη συναίνεση, αυτή υπονομεύθηκε ευθύς εξ αρχής, λόγω της πρόταξης του ζητήματος της άνευ ετέρου δεσμευτικότητας των αποφάσεων της πρώτης (δηλ. της προτείνουσας) Βουλής έναντι της δεύτερης, και μάλιστα κατά απόλυτο τρόπο, δηλαδή ακόμα και αν αυτές  λαμβάνονται με  151 ψήφους.

Το ζήτημα αυτό από θεωρητική άποψη είναι πολύ ενδιαφέρον (όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς ανατρέχοντας στον επιστημονικό διάλογο που έχει αναπτυχθεί στο  ηλεκτρονικό περιοδικό Constitutionalism του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης»). Ωστόσο, ο πολιτικός χειρισμός του ήταν κάκιστος. Αντί να αναζητηθούν ευρείες συναινέσεις (με πάνω από 180 ψήφους) για συγκεκριμένες διατάξεις και να επιδιωχθεί μια πολιτική συμφωνία («κυρίων») ότι η κατεύθυνσή τους θα γίνει σεβαστή από την επόμενη (αναθεωρητική) Βουλή –όπως είναι και συνταγματικά ορθό, ώστε να μην επαναληφθεί το κάκιστο προηγούμενο του κοινοβουλευτικού ασυμβιβάστου στην αναθεώρηση του 2001– υιοθετήθηκε η ακόλουθη ακατανόητη τακτική: να διατρανωθεί, σε όλους τους τόνους, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα περάσει τις προτάσεις του ούτως ή άλλως, έστω και με 151, και ότι, ως εκ τούτου, θα δεσμεύσει έτσι την επόμενη Βουλή ως προς την κατεύθυνση της αναθεώρησης (παρότι αυτή δεν είναι η κρατούσα άποψη στην επιστήμη, δεν ίσχυσε έως τώρα στην κοινοβουλευτική πρακτική αλλά ούτε είναι και ορθή υπό αυτήν την εκδοχή, διότι οδηγεί στο νομικοπολιτικό παράλογο να μπορούν οι 151 της μιας Βουλής να δεσμεύουν τους 180 και πάνω της επόμενης, που έχουν, μάλιστα και πιο πρόσφατη δημοκρατική νομιμοποίηση). Παράλληλα, όμως, δεν επιδείχθηκε και καμία διάθεση συναίνεσης στις αναθεωρητικές προτάσεις των άλλων κομμάτων και πολλώ μάλλον της Νέας Δημοκρατίας…

 

Β. Από την άλλη, βέβαια, ούτε και η ΝΔ διακρίθηκε για τη εποικοδομητική στάση της. Ενώ διακήρυττε, πριν από τις εκλογές του 2012, ότι η αναθεώρηση αποτελούσε μια από τις πρώτες της προτεραιότητες (αναγορεύοντάς την περίπου σε πανάκεια…) και παρότι έκανε κάποιες σχετικές προεργασίες αφότου κέρδισε εκείνες τις εκλογές (Βλ. Το Χρονικό της Αναθεώρησης), τελικά  δεν ανέλαβε έγκαιρα την σχετική πρωτοβουλία κατάθεσης σχετικής πρότασης στην Βουλή  (με ευθύνη και του τότε συγκυβερνώντος ΠΑΣΟΚ). Θυμήθηκε δε την αναθεώρηση ξαφνικά,  και εντελώς προσχηματικά, μόνο λίγο πριν (και προκειμένου να αποτρέψει μέσω αυτής) τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015. Ούτε όμως ως αξιωματική αντιπολίτευση, μετά την ήττα της, ανέλαβε κάποια σχετική πρωτοβουλία, παρότι διέθετε τους απαραίτητους 50 βουλευτές. Όταν δε τελικά ο ΣΥΡΙΖΑ αποφάσισε τελικά –κατά τα ανωτέρω– να κινήσει την αναθεωρητική  διαδικασία αρχικά μεν αντέδρασε υποκριτικά για την καθυστερημένη υποβολή της πρότασης (εμφανιζόμενη πλέον σε ρόλο τιμητή…) και στην συνέχεια οχυρώθηκε πίσω από μια άκρως προβληματική άποψη (την οποία είχε πρωτοδιατυπώσει ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, στην αναθεώρηση του 2001).  Συγκεκριμένα πρότεινε, σαν απαράβατο όρο, να κατατεθούν όλες οι προτάσεις –ένθεν κακείθεν– και να ψηφισθούν χωρίς εξαίρεση από 180 τουλάχιστον βουλευτές, δηλαδή και από τα δύο κόμματα, ώστε να είναι αναθεωρητέες κατά το Σύνταγμα. Στην επόμενη δε Βουλή, όποιος κερδίσει να κάνει την αναθεώρηση που επιθυμεί, αφού χρειάζονται μόνον 151 βουλευτές για να ολοκληρωθεί η αναθεώρηση. Κάτι σαν «πάρτα όλα», δηλαδή…

Στην συνέχεια πάντως η ΝΔ μπήκε, έστω απρόθυμα και αμφίθυμα, στην επί της ουσίας συζήτηση για την αναθεώρηση, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο ότι πρέπει να είναι «λιτή» και διατυπώνοντας συγκεκριμένες προτάσεις. Κάποιες από αυτές ήταν ενδιαφέρουσες αλλά η συνολική εικόνα των θέσεων της ΝΔ για την αναθεώρηση ήταν μάλλον απογοητευτική και πάντως αναντίστοιχη  με τις προκλήσεις των καιρών. Όχι μόνον λόγω της έκδηλης ατολμίας της σε κρίσιμα προβλήματα (όπως π.χ. οι αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας και οι σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας) αλλά και επειδή οι προτάσεις της, εν πολλοίς, αναλώθηκαν σε τροποποιήσεις είτε ατυχείς είτε εμφανώς μονομερείς είτε συνταγματικά ανούσιες και εν τέλει περιττές. Σε κάθε δε περίπτωση είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό για την έλλειψη επεξεργασμένης συνταγματικής πολιτικής (και) της ΝΔ το ότι οι προτάσεις αυτές διέφεραν σε πολλά σημεία τόσο από τις προαναφερθείσες του 2014 όσο και από αυτές που υποστήριξε τελικά…

Στην Επιτροπή Αναθεώρησης της προτείνουσας Βουλής, η ΝΔ αρχικά κράτησε τα προσχήματα, αλλά οι προεκτεθέντες ατυχείς χειρισμοί του ΣΥΡΙΖΑ της έδωσαν απλόχερα το άλλοθι που αναζητούσε για να περιχαρακωθεί και πάλι στην αρχική στείρα αντιμετώπιση. Και η στάση αυτή επιβεβαιώθηκε περίτρανα όταν απέκτησε αυτή την πλειοψηφία, με τις εκλογές του 2019, καθώς κινήθηκε πλέον στην λογική της μονομερούς επιβολής μόνον των δικών της απόψεων, αγνοώντας κατά βάσιν όλες τις άλλες προτάσεις που είχαν κριθεί αναθεωρητέες.

  1. Συνοψίζοντας, από την μία είχαμε μια αμήχανη, αλλοπρόσαλλη συνταγματική πολιτική, με λαϊκιστικά χαρακτηριστικά, και από την άλλη μια παρελκυστική στάση, που συνοδευόταν από άρνηση της ουσίας της συνταγματικής πολιτικής, ως συμπύκνωσης συνειδητών και αξιακά φορτισμένων ιεραρχήσεων για την Δημοκρατία και τα Δικαιώματα. Το αποτέλεσμα δε αυτών των πολιτικών ανεπαρκειών και των συνακόλουθων μικροκομματικών και θεσμικά «μίζερων» τακτικισμών ήταν διττό:

Αφ’ενός μεν να απουσιάσουν εντελώς κρίσιμες αναθεωρητικές προτάσεις, όπως, ενδεικτικά, ο δικαστικός έλεγχος των παρεκτροπών των πράξεων νομοθετικού περιεχομένου –που ήταν μια από τις χειρότερες συνέπειες της κρίσης– η αναγκαία πρόσθετη θωράκιση της Δημοκρατίας μας απέναντι στον ανεχόμενο κίνδυνο του ολοκληρωτισμού αλλά και η διασφάλιση, επιτέλους, της πολυφωνίας της ΕΡΤ.

Αφ’ετέρου δε να κυριαρχήσει, σε όλες τις φάσεις της αναθεωρητικής διαδικασίας, ένα κλίμα έντονης πολιτικής καχυποψίας, με εκατέρωθεν επικρίσεις και καταλογισμό ευθυνών, που επέτρεψε τελικά σε ελάχιστες προτάσεις να τύχουν ευρύτερης συναίνεσης. Ειδικότερα:

Α. Αρκετές ενδιαφέρουσες  προτάσεις που προέρχονταν από τον ΣΥΡΙΖΑ έλαβαν κατά κανόνα οριακή πλειοψηφία στην πρώτη (προτείνουσα) Βουλή, με αποτέλεσμα να απορριφθούν τελικά από την δεύτερη (αναθεωρητική) Βουλή, στην οποία κυριαρχούσε πλέον η ΝΔ. Ιδίως αναφέρω τις προταθείσες τροποποιήσεις που αφορούσαν:

α) Την κατοχύρωση της θρησκευτικής ουδετερότητας και την καθιέρωση πρόσθετων εγγυήσεων υπέρ της θρησκευτικής ελευθερίας, οι οποίες, αν και μετριοπαθείς και συμβιβαστικές,  αντιμετωπίσθηκαν με μια προσχηματική, «θρησκόληπτη» και υποτακτική έναντι της επίσημης Εκκλησίας στάση, παρότι η πραγματικότητα βοά (με πιο πρόσφατο παράδειγμα τις ανεκδιήγητες αποφάσεις του ΣτΕ για το μάθημα των θρησκευτικών) ότι οι ισχύουσες διατάξεις ερμηνεύονται υπό θεοκρατικό πρίσμα και άρα πρέπει επιτέλους να αναθεωρηθούν. Η στάση αυτή, η οποία χαρακτηρίζει παγίως την ΝΔ, δικαιολογεί εν τέλει την άποψη ότι ο «φιλελευθερισμός» της εξαντλείται μόνο στα οικονομικά ζητήματα…

β) Την πρόταση για διαφορετική ρύθμιση του θεσμού του δημοψηφίσματος, η οποία όντως θα μπορούσε –υπό αυστηρές πάντως εγγυήσεις και προϋποθέσεις– να ενισχύσει τα κουρασμένα αντανακλαστικά της αντιπροσωπευτικής μας δημοκρατίας. Ωστόσο η πρόταση αυτή, ακόμη και υπό μετριοπαθείς και περιοριστικές εκδοχές της, συνάντησε την κάθετη άρνηση όσων κινούνται στην λογική των «τεχνικών της εξουσίας», που θεωρούν ότι για όλα τα ζητήματα δικαιούνται να ομιλούν στο όνομα του λαού αλλά ερήμην του. Στο σημείο αυτό, πάντως, πρέπει να επισημάνουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έδωσε απλόχερα επιχειρήματα στους αντιδρώντες, με το εντελώς αφερέγγυο, τόσο από θεσμική όσο και από πολιτική άποψη, δημοψήφισμα του 2015, που αποτέλεσε ζωντανή δυσφήμηση των θεσμών άμεσης λαϊκής συμμετοχής…

γ) Την θεσμική θωράκιση των κοινωνικών και των εργασιακών δικαιωμάτων, δηλαδή των δικαιωμάτων που επλήγησαν περισσότερο από την κρίση. Οι σχετικές προτάσεις, παρά τον εμφανή –και διορθωτέο– μαξιμαλισμό τους, κινούνταν κατ’αρχήν σε σωστή κατεύθυνση, πλην αυτής που προβλέπει την απαγόρευση της επίταξης προσωπικών υπηρεσιών για την αντιμετώπιση ακόμη και των πλέον ακραίων επιπτώσεων μιας απεργίας (που αντιπαρατάσσει έναν παρωχημένο και δημαγωγικό «εργατισμό» στο ευρύτερο δημόσιο συμφέρον).

δ) Την συνταγματική κατοχύρωση του αναλογικού εκλογικού συστήματος στις βουλευτικές εκλογές, η οποία μπορούσε να αποβεί σε όφελος τόσο της αρχής της ισότητας της ψήφου όσο και του πολιτικού μας συστήματος, υπό τον όρο όμως ότι θα αναπροσαρμοζόταν, ώστε η προτεινόμενη απόκλιση του 10% να αφορά το σύνολο των εδρών (δηλαδή να είναι επιτρεπτή, υπό προϋποθέσεις, η ενίσχυση του πρώτου κόμματος με 30 το πολύ έδρες από τις 300 -το 10%- ώστε να συνυπολογίζεται και το διόλου αμελητέο θέμα της κυβερνησιμότητας).

Αντίθετα, είναι λάθος η κατοχύρωση του αναλογικού συστήματος και στις δημοτικές εκλογές, διότι έχουν σημαντικές ιδιαιτερότητες σε σχέση με τις βουλευτικές εκλογές και ως εκ τούτου πρόκειται για μια υπέρμετρη και άνευ νοήματος δέσμευση του κοινού νομοθέτη.

ε) Αξιοπρόσεκτες, τέλος, ήταν και  οι απορριφθείσες από την ΝΔ  προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ (ή βουλευτών του, μαζί με άλλους) ως προς:

– τον περιορισμό των βουλευτικών θητειών σε όχι πάνω από τρεις συνεχόμενες,

– την κατοχύρωση της εκπροσώπησης του απόδημου Ελληνισμού στην Βουλή, με περιορισμένο αριθμό -μέχρι 5- βουλευτών (αυτό δεν αφορά τους εκτός επικρατείας πολίτες αλλά τους ομοεθνείς),

– την απονομή του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, για τις  αυτοδιοικητικές εκλογές, και σε αλλοδαπούς με μόνιμη εγκατάσταση στη χώρα και

-την ανάθεση στον νομοθέτη της αρμοδιότητας για τον καθορισμό του συστήματος της περιφερειακής οργάνωσης του κράτους.

 

Β. Επίσης,   θεωρώ ότι κακώς δεν έγιναν δεκτές, στην προτείνουσα Βουλή, κάποιες ενδιαφέρουσες προτάσεις της ΝΔ. Ενδεικτικά αναφέρω:

α) Την δυνατότητα ίδρυσης μη κρατικών Πανεπιστημίων, που προσέκρουσε στις παρωχημένες ιδεολογικές εμμονές του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος, αντί να πρωτοστατήσει στην επιβολή, από θέση ισχύος,  αυστηρών προϋποθέσεων (τόσο ως προς τον –μη κερδοσκοπικό– χαρακτήρα τους όσο και ως προς την λειτουργία τους), προτίμησε να μείνει  προσκολλημένος σε μια αδιέξοδη μάχη οπισθοφυλακών, αφήνοντας ανοιχτό τον δρόμο, όπως ήδη αποδείχθηκε, για την επιβολή, με νομοθετικά bypass, μεταλλαγμένων ΙΕΚ, χωρίς καμία από τις ακαδημαϊκές προδιαγραφές και τις εγγυήσεις εποπτείας που θα μπορούσαν να επιτευχθούν μέσω της συνταγματικής αναθεώρησης.

β) την καλύτερη και πλουραλιστικότερη ρύθμιση του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου, ώστε να μην επαναληφθούν όσα  συνέβησαν κατά την (πρώτη, μετά από πολλά χρόνια) αδειοδότηση των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών,

γ) Την θέσπιση αυστηρών εγγυήσεων ως προς την διεξαγωγή –του ισχύοντος– δημοψηφίσματος, ώστε να μην επαναληφθούν οι θεσμικές παρεκτροπές του δημοψηφίσματος του 2015.

δ) Τον εξορθολογισμό της λειτουργίας της Βουλής και την βελτίωση των κοινοβουλευτικών διαδικασιών.

ε) Την ελαφρά –έστω και άτολμη– διεύρυνση των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας, ώστε να ενισχυθεί κάπως ο ρυθμιστικός του ρόλος.

στ) Την διαφορετική διαδικασία ανάδειξη της ηγεσίας της δικαιοσύνης ώστε να αποτραπεί η –επανειλημμένως παρατηρηθείσα…– παρείσφρηση μικροκομματικών σκοπιμοτήτων.

ζ) Την αναβάθμιση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, ώστε να καταστεί, σε κάποιον βαθμό, Συνταγματικό Δικαστήριο (το έλλειμμα του οποίου καθίσταται ολοένα και εμφανέστερο.

η) Την αλλαγή της ίδιας της διαδικασίας αναθεώρησης, ώστε να καταστεί κάπως ευχερέστερη, χωρίς βέβαια να αναιρείται ο αυστηρός χαρακτήρας του Συντάγματος.

Όλες αυτές οι προτάσεις θα μπορούσαν, αν υπήρχε εποικοδομητικό κλίμα και διάθεση συναίνεσης, να είχαν γίνει  αποδεκτές από τον ΣΥΡΙΖΑ στην προτείνουσα Βουλή, υπό τον όρο όμως της προσθήκης συγκεκριμένων αυστηρών προϋποθέσεων. Ειδικότερα δε ως προς τα Πανεπιστήμια, η αποδοχή μιας αυστηρά οριοθετημένης μετάβασης σε πιο ανοιχτό θεσμικό πλαίσιο θα του είχε επιτρέψει να μην προκαλέσει γενική θυμηδία, προτείνοντας μεν θρησκευτική ουδετερότητα αλλά παραλείποντας επιτηδείως να συμπεριλάβει στην αναθεώρηση των σχέσεων Κράτους-Εκκλησίας και το κρισιμότερο όλων άρθρο 16 παρ. 2, περί «ανάπτυξης της θρησκευτικής συνείδησης», μόνο και μόνο για να μην κριθούν αναθεωρητέες και οι διατάξεις του άρθρου 16 για τα Πανεπιστήμια…

 

  1. Παρά ταύτα, θα μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς, υπήρξαν και κάποιες σημαντικές διατάξεις που εν τέλει αναθεωρήθηκαν. Αυτό όμως, δυστυχώς, είναι μόνον η μισή αλήθεια, διότι ακόμη και οι συγκεκριμένες διατάξεις αναθεωρήθηκαν εν πολλοίς με λάθος τρόπο. Ειδικότερα:

 

Α. Η αποσύνδεση της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από τη διάλυση της Βουλής και τις πρόωρες εκλογές είναι κατ’αρχήν ορθή. Αρκεί όμως να διασφαλισθεί με άλλους τρόπους –που έχουν προταθεί– η ευρεία δημοκρατική του νομιμοποίηση, ως απαρέγκλιτη προϋπόθεση για την άσκηση του ρυθμιστικού του ρόλου. Ωστόσο, η λύση που επελέγη, δηλαδή να μπορεί ο Πρόεδρος να εκλέγεται ακόμη και με σχετική πλειοψηφία, κινείται προδήλως στην αντίθετη κατεύθυνση, οδηγώντας εν τέλει, ελαφρά τη καρδία,  στην περαιτέρω θεσμική αποδυνάμωση του Προέδρου της Δημοκρατίας.

 

Β. Η αναθεώρηση του άρθρου 86, περί ευθύνης υπουργών, ασφαλώς και ήταν επιβεβλημένη. Ωστόσο, τα όσα συνέβησαν  στην υπόθεση Novartis αποδεικνύουν περίτρανα ότι ο περιορισμός της τροποποίησης μόνο στην –ορθή– κατάργηση της αποσβεστικής προθεσμίας είναι τεράστιο λάθος. Η Βουλή έπρεπε να απεμπλακεί συνολικά από την άσκηση ποινικής δίωξης κατά υπουργών, για τον απλούστατο λόγο ότι είναι πολιτικό και άρα εξ ορισμού μεροληπτικό σώμα. Παρότι λοιπόν δεν έχω ιδιαίτερη εμπιστοσύνη –και από προσωπική πείρα– στην πολιτική δικαιοσύνη, θεωρώ ότι ένα πολυπληθές δικαστικό όργανο (πχ η Ολομέλεια Εφετών της Αθήνας) θα ήταν απείρως προτιμότερο… Όσο δε για τη Βουλή, θα έπρεπε να περιορισθεί μόνο στον κοινοβουλευτικό έλεγχο, μέσω των εξεταστικών επιτροπών. Αυτό άλλωστε έπρεπε να κάνει και στην υπόθεση Novartis, ώστε να έχουν ήδη διερευνηθεί οι πολιτικές ευθύνες πριν οδηγηθεί σε αναζήτηση οποιωνδήποτε ποινικών ευθυνών…

 

Γ. Μιας δε και αναφερθήκαμε στις εξεταστικές επιτροπές, πρέπει να επισημανθεί ότι ναι μεν η τροποποίηση της σχετικής διάταξης (άρθρο 68 παρ. 2), είναι θετική, καθώς επιτρέπει την σύστασή τους ακόμη και με απόφαση 120 βουλευτών, πλην όμως είναι επίσης ελλιπής. Το κρισιμότερο πρόβλημα με αυτές τις Επιτροπές δεν είναι η απαιτούμενη πλειοψηφία αλλά το ότι στο τέλος κατατίθενται τόσα πορίσματα όσες και οι κοινοβουλευτικές ομάδες που συμμετέχουν –αναλογικά– σε αυτές. Θέτω  λοιπόν ξανά το ερώτημα: γιατί να μην προβλεφθεί ότι το πόρισμα θα το συντάσσουν προσωπικότητες υπεράνω πάσης πολιτικής υποψίας, που θα εκλέγονται από τα 3/5 της Εξεταστικής Επιτροπής; Το παράδειγμα της Ισλανδίας, όπου ο πρωθυπουργός της χώρας παραπέμφθηκε σε δίκη με βάση ένα τέτοιο πόρισμα, είναι εξόχως διδακτικό…

 

Δ. Αξιοπρόσεκτος είναι και ο  περιορισμός της πλειοψηφίας που απαιτείται στην  Διάσκεψη των Προέδρων (από 4/5 σε 3/5) για την επιλογή των μελών των Ανεξάρτητων Διοικητικών Αρχών (άρθρο 101). Τα 4/5 ήταν όντως μια υπερβολικά αυξημένη πλειοψηφία, που είχε βραχυκυκλώσει αρκετές φορές την λειτουργία τους. Ωστόσο, ήταν νομίζω απαραίτητη και μια πρόσθετη ασφαλιστική δικλείδα: η σύμπραξη, για την επίτευξη αυτής της πλειοψηφίας, τουλάχιστον τριών κοινοβουλευτικών ομάδων. Επιπλέον, βέβαια, θέτω και εδώ ξανά το ερώτημα: γιατί να μην εκλέγεται με την ίδια πλειοψηφία και η ηγεσία της ΕΡΤ, ώστε να παύσει επιτέλους να είναι φερέφωνο των εκάστοτε κυβερνήσεων;

 

Ε. Στα συν αυτής της αναθεώρησης θα μπορούσε να είναι και η απόφαση της πλειοψηφίας για συνταγματική «διασφάλιση συνθηκών αξιοπρεπούς διαβίβασης όλων των πολιτών». Ωστόσο, παρότι είμαι ο πρώτος που το πρότεινα  (βλ. Σύνταγμα και Δημοκρατία στην εποχή της Παγκοσμιοποίησης, Αθήνα 2000), θεωρώ ατυχή και «ευνουχισμένη» την σχετική διατύπωση, διότι αντί να κατοχυρώνει ένα συνολικότερο κοινωνικό δίκτυ προστασίας, που θα καθιστά δεσμευτική την πραγμάτωση των κοινωνικών δικαιωμάτων,  περιορίζεται αποκλειστικά στο –νεοφιλελεύθερης έμπνευσης– «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα»…

 

ΣΤ. Θετική, κατ’αρχήν, ήταν και η απρόθυμη υιοθέτηση, την τελευταία στιγμή, από την κυβερνητική πλειοψηφία, της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας, που ισχύει όχι μόνον σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες αλλά και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο και αυτή η τροποποίηση  είναι εν τέλει προβληματική, καθώς θέτει ως προϋπόθεση την συλλογή 500.000 υπογραφών όταν σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση ο απαιτούμενος αριθμός είναι 1.000.000 υπογραφές…

 

Ζ. Και καταλήγουμε στην πλέον προβληματική –και επίσης οψιγενή– τροποποίηση, που αφορά την ψήφο των εκτός επικρατείας πολιτών (οι οποίοι δυστυχώς αντιμετωπίσθηκαν –με επιμερισμό βέβαια ευθυνών– κατά τρόπο μικροπολιτικό, μικρόψυχο και ενίοτε προσβλητικό…). Υπό την πίεση κομμάτων της αντιπολίτευσης, η κυβέρνηση πείσθηκε τελικά όχι μόνον να εγκαταλείψει την επιστολική ψήφο, στην οποία αναφέρεται ρητά το ισχύον Σύνταγμα, αλλά και να προχωρήσει σε μια συνταγματικά ανεπίτρεπτη αναθεωρητική πρωτοβουλία: να επιβάλει πρόσθετες προϋποθέσεις (ΑΦΜ και χρόνος παραμονής), ως προς την άσκηση του  δικαιώματος του εκλέγειν, που οδηγεί σε πολίτες δύο ταχυτήτων.

Τις προϋποθέσεις όμως ως προς το δικαίωμα του εκλέγειν τις ρυθμίζει αποκλειστικά η παρ. 3 του άρθρου 51, που κατοχυρώνει την αρχή της καθολικής ψηφοφορίας και ως εκ τούτου αποκλείει κάθε άλλο προσόν, πλην της ηλικιακής ωριμότητας. Επειδή λοιπόν η διάταξη αυτή ούτε  περιλήφθηκε στις αναθεωρητέες αλλά ούτε και μπορούσε να τροποποιηθεί, διότι εξειδικεύει την –μη αναθεωρήσιμη– λαϊκή κυριαρχία του άρθρου 1 του Συντάγματος,  επελέγη ένα άλλο άρθρο, το 54, που είχε κριθεί αναθεωρητέο για διαφορετικούς λόγους (εκλογικό σύστημα και εκλογικές περιφέρειες), για να επιχειρηθεί μέσω αυτού ένα πρωτοφανές αναθεωρητικό bypass. Και αυτό βέβαια θα ελεγχθεί από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (ως Εκλογοδικείο), παρότι «προειδοποιήθηκε»,  από επίσημα και αρμόδια φευ χείλη, ότι  δεν μπορεί να διανοηθεί καν έναν τέτοιο «δικαστικό ακτιβισμό», αν η διάταξη ψηφισθεί από την συντριπτική πλειοψηφία της Βουλής…

 

Η. Αν θέλουμε λοιπόν να ακριβολογούμε, οι μόνες διατάξεις που τροποποιήθηκαν πράγματι χωρίς τρωτά σημεία είναι αυτές των άρθρων 62 (ως προς το ακαταδίωκτο των βουλευτών) και 96 παρ. 5 (ως προς τα στρατιωτικά δικαστήρια), ενώ ορθή πρέπει να κριθεί και η κατάργηση ορισμένων μεταβατικών διατάξεων. Αρκούν όμως αυτές οι αλλαγές, σε συνδυασμό με τα όποια θετικά σημεία των προηγούμενων, να στοιχειοθετήσουν μια όντως επιτυχημένη συνταγματική αναθεώρηση;

 

*****

Ευλόγως λοιπόν αναρωτιέται κανείς, μετά από αυτήν την σύντομη περιδιάβαση: άξιζε  όντως να σπαταληθεί και αυτή η ευκαιρία, όπως το 2008, για ένα πουκάμισο σχεδόν αδειανό; Η απάντηση βέβαια δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική, τουλάχιστον για όποιον προτιμά μια ειλικρινή και απροκατάληπτη αποτίμηση. Από την άλλη, όμως, δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι οι συνταγματικές αλλαγές δεν γίνονται σε συνθήκες πολιτικού θερμοκηπίου. Ως εκ τούτου, με το επικρατούν πολιτικό σύστημα ήταν μάλλον ματαιοπονία να αναμένει κανείς θεαματικά αποτελέσματα. Αυτές τις πολιτικές δυνάμεις έχουμε και αυτή είναι η αναθεώρηση την οποία μπορούσαν να επιτύχουν. Ως εκ τούτου, χρήσιμη μεν η ως άνω κριτική προσέγγιση του όλου αναθεωρητικού εγχειρήματος, οι βασικές πτυχές του οποίου αναδεικνύονται ανάγλυφα στην παρούσα έκδοση, αλλά σταδιακά ο προβληματισμός μας πρέπει να εστιασθεί πλέον στο μέλλον: αφ’ενός μεν στο πως θα εξειδικευθούν νομοθετικά με το προσφορότερο τρόπο οι όποιες θετικές πλευρές των τροποποιήσεων που έγιναν αφ’ετέρου δε στο πως θα ερμηνευθούν ορθότερα οι ισχύουσες διατάξεις στο σύνολό τους, μακριά από τις σειρήνες τόσο του συνταγματικού λαϊκισμού όσο και του συνταγματικού μιθριδατισμού.

 

 

Η επόμενη μέρα στην καταπολέμηση του νεοναζισμού: Η αναγκαία θεσμική θωράκιση της Δημοκρατίας μέσω του Εκλογικού Δικαίου

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Με την ιστορικής σημασίας καταδίκη τόσο της ηγεσίας της Χρυσής Αυγής, για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, όσο και των εκτελεστικών βραχιόνων της, έκλεισε ένα σημαντικό κεφάλαιο στον αγώνα κατά του νεοναζισμού, το φάντασμα του οποίου επλανάτο εφιαλτικά πάνω από τον ουρανό της χώρας μας μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης.

Ωστόσο, όπως ήδη έχω επισημάνει και σε προηγούμενο άρθρο, ο αγώνας αυτός δεν τελείωσε. Η Δημοκρατία μας πρέπει να αποδείξει ότι όχι μόνον είναι σε θέση να αντιμετωπίσει δικαστικά όσους εγκληματούν εις βάρος αυτής και των αξιών της -και προεχόντως εις βάρος της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας- αλλά και ότι μπορεί να θωρακισθεί θεσμικά και πολιτισμικά, τόσο απέναντι στον νεοναζισμό, που αποτελεί σήμερα την μείζονα απειλή εναντίον της, όσο και απέναντι σε κάθε είδους ολοκληρωτισμό.

Σε προηγούμενες παρεμβάσεις στάθηκα ιδιαίτερα στην ανάγκη να εκριζωθούν οι θύλακοι της Χρυσής Αυγής στους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους (στρατός, αστυνομία και πολιτική δικαιοσύνη), να εκπονηθεί ένα ολοκληρωμένο σχέδιο δημοκρατικής αγωγής στα σχολεία και τέλος να αναληφθούν δύο αλληλένδετες νομοθετικές πρωτοβουλίες στο πεδίο των πολιτικών δικαιωμάτων. Τις πρωτοβουλίες αυτές θεωρώ πλέον χρήσιμο, με δεδομένο το πέρας του δικαστικού σκέλους της αντιμετώπισης της Χρυσής Αυγής, να εξειδικεύσω:

  1. Η επιβαλλόμενη αναρρύθμιση της στέρησης των εκλογικών δικαιωμάτων

Η πρώτη νομοθετική πρωτοβουλία, όπως ήδη έχω επισημάνει, πρέπει να αφορά την ρύθμιση, μέσω του Εκλογικού Νόμου, της στέρησης των εκλογικών δικαιωμάτων, για όσους έχουν διαπράξει ορισμένα ειδεχθή εγκλήματα (μεταξύ των οποίων, βέβαια, την πρωτοκαθεδρία πρέπει να κατέχουν αυτά που στρέφονται κατά των ιστορικών θεμελίων και κατακτήσεων της Πολιτικής Δημοκρατίας και του Κράτους Δικαίου). Είναι γνωστό ότι μια τέτοια ρύθμιση υπήρχε, έως πρόσφατα, στον Ποινικό Κώδικα, καθώς ο Έλληνας νομοθέτης είχε παραδοσιακά επιλέξει η στέρηση των εκλογικών δικαιωμάτων να επιβάλλεται ως παρεπόμενη ποινή. Οι σχετικές ρυθμίσεις καταργήθηκαν λίγο πριν από τις τελευταίες εκλογές, με μια ατυχή και σε κάθε περίπτωση αμφιλεγόμενη, ως προς το “timing”, πολιτική επιλογή (που δεν νοείται, βέβαια, να καταλογίζεται στους πολλούς και αξιόλογους επιστήμονες, που πρότειναν σε ανύποπτο χρόνο -ήδη από το 2012- την εν λόγω κατάργηση). Ωστόσο, ανεξάρτητα από τις όποιες σκοπιμότητες υπαγόρευσαν αυτήν την χρονική επιλογή -αλλά και την ψήφιση της κατάργησης από όσους την ψήφισαν…- επί της ουσίας η ζημία δεν είναι ανεπανόρθωτη. Πράγματι, όπως επισημαίνεται και στην εισηγητική έκθεση για τον νέο Ποινικό Κώδικα, το ζήτημα της στέρησης των εκλογικών δικαιωμάτων δεν συνδέεται κατ’ανάγκην με την επιβολή παρεπόμενης ποινής, καθώς είναι δυνατόν -και μάλλον ορθότερο- η ρύθμιση αυτή να γίνει με τον Εκλογικό Νόμο. Με την λύση αυτήν, μάλιστα, επιλύεται και το πρόβλημα της μη αναδρομικότητας, που θα ανέκυπτε, ως προς τους καταδικασθέντες χρυσαυγίτες, αν επιλεγόταν η επαναφορά της στέρησης των εκλογικών δικαιωμάτων, ως παρεπόμενης ποινής, στον Ποινικό Κώδικα.

Και επειδή εξακολουθούν να υπάρχουν ορισμένες παρανοήσεις στον δημόσιο διάλογο, πρέπει να διευκρινισθούν τα εξής:

Α. Από την συνδυαστική ερμηνεία των άρθρων 51 παρ. 3 και 55 προκύπτει σαφώς ότι η στέρηση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι νοείται μόνον ως συνέπεια της νομοθετικής στέρησης του δικαιώματος του εκλέγειν και όχι αυτοτελώς, όπως υποστηρίζουν, ελαφρά τη καρδία, διάφοροι δημοσιολογούντες. Με άλλα λόγια, ο Εκλογικός Νόμος θα προβλέψει τα αδικήματα που συνεπάγονται την στέρηση του δικαιώματος του εκλέγειν (άρθρο 51 παρ. 3) καθώς και την χρονική της διάρκεια. Η ρύθμιση δε αυτή θα σημαίνει, αυτοδικαίως, και στέρηση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι, για το ίδιο χρονικό διάστημα, καθώς το δικαίωμα του εκλέγειν είναι νόμιμη προϋπόθεση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι (άρθρο 55).

Με την ευκαιρία δε πρέπει να παρατηρηθεί ότι η στέρηση είναι ο μόνος περιορισμός του δικαιώματος του εκλέγεσθαι που μπορεί να επιβληθεί νομοθετικά, δεδομένου ότι τα κωλύματα εκλογιμότητας -για τα οποία επίσης καλλιεργούνται σχετικές ορολογικές συγχύσεις- ρυθμίζονται αποκλειστικά από το Σύνταγμα (άρθρο 56).

Β. Για να επιβληθεί στέρηση του δικαιώματος του εκλέγειν (και κατ’επέκτασιν του εκλέγεσθαι) απαρέγκλιτη συνταγματική προϋπόθεση είναι να έχει επιβληθεί αμετάκλητη ποινή (άρθρο 51 παρ. 3). Αυτό σημαίνει, εφόσον βέβαια έχουν ασκηθεί τα προβλεπόμενα ένδικα μέσα, ότι πρέπει να έχει ολοκληρωθεί και ο αναιρετικός έλεγχος από τον Άρειο Πάγο. Άρα, οι προτεινόμενες ρυθμίσεις στον Εκλογικό Νόμο, στις οποίες φαίνεται πλέον να συγκλίνουν όλα τα κόμματα, είναι μάλλον αδύνατον, από χρονική άποψη, να αποτρέψουν την κάθοδο των ήδη πρωτοδίκως καταδικασθέντων χρυσαυγιτών, ως υποψηφίων, στις αμέσως επόμενες βουλευτικές εκλογές. Το ίδιο βέβαια θα ίσχυε, χρονικά, ακόμη και αν δεν είχε καταργηθεί ο προηγούμενος Ποινικός Κώδικας, που προέβλεπε την στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων ως παρεπόμενη ποινή.

 

  1. Η αναγκαία νέα ρύθμιση για την ίδρυση των πολιτικών κομμάτων και την ανακήρυξη των εκλογικών συνδυασμών τους

 

Με βάση τα ανωτέρω, ανακύπτει ένα θεσμικό παράλογο, το οποίο ήδη εκφράζεται ως απορία από πολλούς δημοκρατικούς πολίτες: μα είναι δυνατόν τα καταδικασθέντα με τόσο βαριές ποινές ηγετικά στελέχη της Χρυσής Αυγής να μπορούν να κατέλθουν στις εκλογές είτε με το ίδιο κόμμα, παρότι αυτό λειτουργούσε ως προκάλυμμα εγκληματικής οργάνωσης, είτε μετέχοντας στην ηγεσία και στους συνδυασμούς άλλων παρεμφερών (νεοναζιστικών) κομμάτων;

Τι να κάνουμε; Απαντούν οι εκπρόσωποι ενός αφελούς και επιπόλαιου -κατά την άποψή μου- νομικού φιλελευθερισμού. Αφού το Σύνταγμά μας απαγορεύει να τεθεί ένα κόμμα εκτός νόμου (κάτι το οποίο όντως ισχύει, κατ’αρχήν) δεν μπορούμε και δεν πρέπει να σκεφθούμε τίποτε άλλο, ισχυρίζονται, από το να αφήσουμε στους πολίτες τον τελευταίο λόγο, ώστε να καταδικασθεί η Χρυσή Αυγή και κάθε άλλο παρόμοιο κόμμα αποκλειστικά και μόνον μέσω των εκλογών.

Με άλλα λόγια, η άποψη αυτή αναγνωρίζει δύο μόνον νομοθετικές επιλογές στην σύγχρονη Δημοκρατία, ως προς την αντιμετώπιση των νεοναζιστικών κομμάτων: είτε θα τα θέσει εκτός νόμου, ως «μαχόμενη Δημοκρατία» -κάτι που δεν κάνει η δική μας, σε αντίθεση πχ με την Γερμανία- είτε θα αποφύγει κάθε σχετική νομοθετική παρέμβαση, για τον δημοκρατικό έλεγχο της δράσης τους, ως «ανεκτική Δημοκρατία». Ωστόσο, μια τέτοια προσέγγιση πάσχει πολλαπλά, πρώτον, διότι κινείται αποκλειστικά στην λογική του άσπρου μαύρου, ερειδόμενη σε μια παρωχημένη -και ιστορικά αποτυχημένη- διάζευξη και παραβλέποντας όλες τις άλλες δυνατές θεσμικές αποχρώσεις, και δεύτερον, γιατί παραγνωρίζει τόσο τα όρια της «ανεκτικότητας» της σύγχρονης Δημοκρατίας όσο και το πλούσιο θεσμικό οπλοστάσιο που διαθέτει, ειδικότερα, η Ελληνική Δημοκρατία, με βάση το ισχύον Σύνταγμα. Ειδικότερα:

Α. Η Δημοκρατία είναι όντως ένα ανεκτικό πολίτευμα. Για να ακριβολογούμε, μάλιστα, είναι μακράν το ανεκτικότερο, στην ιστορία των πολιτευμάτων. Δεν διώκει ούτε περιορίζει ακόμη και τις πλέον αντίθετες προς αυτήν απόψεις, ούτε καν αυτές που καταλήγουν στην ριζική και εκ βάθρων αμφισβήτησή της. Υπό αυτό το πρίσμα, η Δημοκρατία ανέχεται ακόμη και τις ποικιλώνυμες αντιδημοκρατικές ιδέες, δηλαδή αυτές που προπαγανδίζουν σαν αναγκαία την ανατροπή της, προκειμένου να επιβληθούν ολοκληρωτικά καθεστώτα.

Ωστόσο, ανεκτικότητα δεν σημαίνει και αδυναμία. Η Δημοκρατία, με το να είναι ανεκτική δεν σημαίνει ότι είναι και ασθενής. Το αντίθετο μάλιστα. Όταν χρειασθεί, μπορεί ταυτόχρονα να είναι και μαχόμενη Δημοκρατία, που ξέρει να αμύνεται και να αντιμετωπίζει σθεναρά τους εχθρούς της, σε περίπτωση που αυτοί περνούν από τα λόγια στα έργα, δηλαδή σε βίαιες εγκληματικές πράξεις.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι επιστρατεύει μέσα και πρακτικές που βρίσκονται έξω από το συνταγματικό και αξιακό της πλαίσιο, διότι τότε θα έτεινε να μοιάζει στο «θηρίο», για να παραφράσουμε τον αείμνηστο Μάνο Χατζηδάκη. Σημαίνει όμως, και σε αυτό θέλω να επιμείνω, ότι αξιοποιεί όλες τις παρεχόμενες συνταγματικές δυνατότητες, προκειμένου να αντιμετωπίσει κάθε οργανωμένη προσπάθεια για την έμπρακτη υπονόμευση ή/και την ανατροπή της. Αυτό ακριβώς έπραξε με την νομοθετική ρύθμιση περί «εγκληματικών οργανώσεων», που επίσης αντιμετωπίσθηκε αφοριστικά από εκπροσώπους του ως άνω νομικού φιλελευθερισμού, αλλά αποδείχθηκε πολύτιμο θεσμικό εργαλείο για την δικαστική αντιμετώπιση της Χρυσής Αυγής. Και αυτό πρέπει να πράξει και τώρα, μέσω μιας δεύτερης νομοθετικής πρωτοβουλίας στο πεδίο του Εκλογικού Δικαίου, σύμφωνα με όσα εκτίθενται αμέσως παρακάτω.

Β. Η δεύτερη επιβαλλόμενη νομοθετική πρωτοβουλία, την οποία είχα προτείνει ήδη από το 2013 -με αποτέλεσμα να υποστώ χυδαίες επιθέσεις από την Χρυσή Αυγή και ακόμη χυδαιότερες από την εφημερίδα που ονομάζεται, κατ’ευφημισμόν, «Δημοκρατία»…- είναι η θέσπιση νέων όρων και προϋποθέσεων τόσο για την ίδρυση πολιτικού κόμματος όσο και για την ανακήρυξη των εκλογικών του συνδυασμών από το Α΄ Τμήμα του Αρείου Πάγου. Ειδικότερα:

Όπως είναι γνωστό, το άρθρο 29 του Συντάγματος περιέχει, ως προς τα πολιτικά κόμματα, μια ρητή επιταγή, σύμφωνα με την οποία «η οργάνωση και η δράση τους οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του πολιτεύματος». Είναι αλήθεια ότι η επιταγή αυτή δεν συνοδεύεται, με συνειδητή επιλογή του συνταγματικού νομοθέτη, από κάποια συγκεκριμένη πρόβλεψη, ως προς την δυνατότητα διάλυσης πολιτικών κομμάτων ή θέσης τους εκτός νόμου. Από αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν συνάγεται ότι το άρθρο 29 δεν επιτρέπει νομοθετική παρέμβαση, στο πεδίο του Εκλογικού Δικαίου, ως προς πολιτικά κόμματα που δεν πληρούν την ως άνω συνταγματική προϋπόθεση. Η θέση αυτή, που προβάλλεται μετ’επιτάσεως κατά καιρούς, με το ειδικότερο επιχείρημα ότι η ως άνω διάταξη του άρθρου 29 είναι «κανονιστικά ατελής» και έχει απλώς «παιδαγωγικό χαρακτήρα», κατά την άποψή μου ουδόλως ευσταθεί. Και τούτο διότι μια τέτοια προσέγγιση υποβαθμίζει πλήρως την εν λόγω διάταξη, όχι μόνον υποτάσσοντάς την πλήρως στην προεκτεθείσα λογική του άσπρου μαύρου (: είτε απαγόρευση είτε καμία νομοθετική παρέμβαση) αλλά και διότι παραβλέπει, παραδόξως, το ότι έχουν ήδη υπάρξει αλλά και εξακολουθούν να υπάρχουν νομοθετικές ρυθμίσεις που την εξειδικεύουν. Διότι τι άλλο ήταν η ρύθμιση της παρ. 2 του νδ 59/1974 σύμφωνα με την οποία «Τα πολιτικά κόμματα, υφιστάμενα ή εφεξής ιδρυόμενα, υποχρεούνται όπως προ της αναλήψεως οιασδήποτε δραστηριότητος καταθέσουν εις τον Εισαγγελέα του Άρειου Πάγου δήλωσίν του Αρχηγού της Διοικούσης Επιτροπής αυτών περιλαμβάνουσαν ότι αι αρχαί του κόμματος αντιτίθενται προς πάσαν ενέργειαν αποσκοπούσαν εις την βί κατάληψιν τς εξουσίας ή την ανατροπν του ελευθέρου δημοκρατικού πολιτεύματος»; Δεν είναι, στην πραγματικότητα, ρύθμιση εκτελεστικού νόμου, αφού το νδ 59/1974 θεσπίσθηκε μεν πριν από την ψήφιση του Συντάγματος αλλά όχι μόνον ίσχυσε έως το 2002 αλλά και αποτέλεσε την βάση για την απαγόρευση, από το αρμόδιο Α΄ Τμήμα του Αρείου Πάγου, της καθόδου συγκεκριμένων κομμάτων στις εκλογές; Αλλά και η επακολουθήσασα νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 29 παρ. 1 του ν. 3023/2002, που επιτάσσει τα κόμματα να δηλώνουν στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ότι η οργάνωση και η δράση τους εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, δεν αποτελεί νομοθετική εξειδίκευση του άρθρου 29 του Συντάγματος, το οποίο πουθενά δεν αναφέρεται σε τέτοια δήλωση ούτε εξουσιοδοτεί ρητά τον νομοθέτη να την προβλέψει; Πολλώ δε μάλλον όταν και αυτή η διάταξη εφαρμόσθηκε στην πράξη -δηλαδή δεν παρέμεινε “lex imperfecta”- και οδήγησε επίσης στην απαγόρευση εντέλει της καθόδου στις εκλογές συγκεκριμένου «νεοφασιστικού» κόμματος…

Όταν λοιπόν θεωρούνται σύμφωνες με το άρθρο 29 του Συντάγματος νομοθετικές εξειδικεύσεις των επιταγών του -αλλά και οι συνακόλουθες μη ανακηρύξεις κομμάτων που απλώς απέφυγαν να κάνουν την σχετική δήλωση ή επέλεξαν όνομα που υπονοούσε μη εξυπηρέτηση της ελεύθερης λειτουργίας του πολιτεύματός- δεν είναι φαρισαϊσμός να ισχυρίζεται κανείς ότι ο νομοθέτης δεν μπορεί να αναλάβει και άλλες ανάλογες νομοθετικές πρωτοβουλίες, μέσω του Εκλογικού Δικαίου;

Όταν αναφερόμαστε, βέβαια, σε νομοθετικές πρωτοβουλίες, αυτές προφανώς δεν θα αφορούν μια συνολική και ασφυκτική ρύθμιση της λειτουργίας των κομμάτων, δεδομένου του ιδιαίτερου χαρακτήρα τους ως ιδιότυπου διφυούς διαμεσολαβητικού πολιτικού θεσμού, που συνδέεται τόσο με την κοινωνία των πολιτών όσο και με το συνταγματικό κράτος. Τίποτε όμως δεν εμποδίζει τον νομοθέτη αφενός μεν να θέσει ορισμένες γενικές αρχές, που θα δίνουν συγκεκριμένο περιεχόμενο στην σχετική επιταγή του άρθρου 29 παρ. 1 του Συντάγματος, για οργάνωση και δράση των πολιτικών κομμάτων που θα εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του πολιτεύματος, αφ’ετέρου δε για να διασφαλίσει ότι στις εκλογές δεν θα ανακηρύσσονται από το αρμόδιο Α΄ Τμήμα του Αρείου Πάγου οι συνδυασμοί εκείνων των πολιτικών κομμάτων, τα οποία αποδεδειγμένα πλέον, με βάση δικαστική απόφαση, δεν πληρούν πράγματι τις ως άνω συνταγματικές προδιαγραφές.

Με άλλα λόγια, αυτό που προτείνω δεν είναι τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο από το να εγκαταλειφθεί η θεσμική εθελοτυφλία που αποτυπώνεται στο εξής απλό ερώτημα: είναι δυνατόν να μπορεί να απαγορευθεί, όπως ισχύει σήμερα, η κάθοδος στις εκλογές ενός κόμματος, με βάση αυτά που λέει ή δεν λέει στο καταστατικό του ως προς την οργάνωση και την δράση του (ή ακόμη και με βάση το όνομά του, όπως συνέβη στην περίπτωση του «νεοφασιστικού κόμματος»), αλλά να διατυπώνονται διάφορες αδικαιολόγητες επιφυλάξεις κάθε φορά που προτείνεται να αλλάξει απλώς η σχετική ρύθμιση, ώστε να προβλεφθεί ένας ουσιαστικότερος και δραστικότερος έλεγχος -από δικαστικά όργανα και με μείζονες διαδικαστικές εγγυήσεις- τόσο ως προς τον έλεγχο της οργάνωσης και δράσης των κομμάτων (ώστε να αποτραπούν «τάγματα εφόδου») όσο και ως προς το τυχόν εγκληματικό -εις βάρος της Δημοκρατίας- παρελθόν των στελεχών και των υποψηφίων του; Και γιατί άραγε ο έλεγχος αυτός να περιορίζεται μόνο στην αρχική κάθοδο ενός κόμματος στις εκλογές και να μην μπορεί να επεκταθεί και στην κάθε φορά ανακήρυξη των συνδυασμών του, ώστε να ελέγχονται οι τυχόν βίαιες και εγκληματικές ενέργειες που έχουν διαπράξει, στο ενδιάμεσο διάστημα, είτε το ίδιο το κόμμα, ως μανδύας εγκληματικής οργάνωσης, είτε τα στελέχη του; Από που προκύπτει δηλαδή, εν τέλει, ότι με βάση το Εκλογικό Δίκαιο μπορούν μεν να ελεγχθούν οι δηλώσεις και οι καταστατικές αρχές ενός κόμματος -ως προς την οργάνωση και την δράση του- αλλά δεν μπορεί να ελεγχθεί, σε οποιοδήποτε επόμενο πρόσφορο εκλογικό στάδιο, η έμπρακτη και δικαστικά αποδεδειγμένη προσβολή της ελεύθερης λειτουργίας του πολιτεύματος;

 

Με βάση τα ανωτέρω, είναι νομίζω καιρός πρώτον να ξεφύγουμε από αυτές τις ερμηνευτικές αγκυλώσεις (τις οποίες αν προεκτείνει κανείς θα μπορούσε να ισχυρισθεί, ελαφρά τη καρδία, ότι ούτε καν η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1, περί σεβασμού και προστασίας της αξίας του ανθρώπου, δεν θα μπορούσε να εξειδικευθεί νομοθετικά, καθώς ούτε εκεί προβλέπεται επιφύλαξη του νόμου…) και δεύτερον να συνειδητοποιήσουμε ότι οι επιβαλλόμενες νομοθετικές παρεμβάσεις, μέσω του Εκλογικού Δικαίου, δεν αναφέρονται επουδενί στην ιδεολογία ενός κόμματος, όσο αντιδημοκρατική και αν είναι, διότι τότε θα επρόκειτο για «κυνήγι μαγισσών». Αναφέρονται αντίθετα σε «οργάνωση και δράση», δηλαδή σε προετοιμασία και εκτέλεση βίαιων και εγκληματικών πράξεων κατά της Δημοκρατίας.

Ειδικότερα, και συνοψίζοντας πλέον, η προστασία της Δημοκρατίας επιτάσσει να αναληφθεί μια πρόσθετη νομοθετική πρωτοβουλία, που θα συμπληρώσει αυτήν για την στέρηση των εκλογικών δικαιωμάτων και θα ολοκληρώσει έτσι την θεσμική θωράκισή της μέσω του Εκλογικού Δικαίου. Με βάση δε αυτήν, το Α΄ Τμήμα του Αρείου Πάγου, που θα είναι πλέον αρμόδιο για τον έλεγχο της συνδρομής των ως άνω συνταγματικών προϋποθέσεων του άρθρου 29 παρ. 1 του Συντάγματος, τόσο όταν ιδρύεται ένα κόμμα όσο και όταν ανακηρύσσονται οι συνδυασμοί του, δεν θα επιτρέπει την κάθοδο στις εκλογές και δεν θα προβαίνει σε ανακήρυξη, αντίστοιχα, εκείνων των κομμάτων που η οργάνωση και η δράση τους αποδεδειγμένα -βάσει δικαστικής απόφασης- δεν εξυπηρετούν την ελεύθερη λειτουργία του πολιτεύματος. Και τέτοια κόμματα, προεχόντως, πρέπει κατά την άποψή μου να θεωρούνται αυτά των οποίων η ηγεσία και οι υποψήφιοι έχουν καταδικασθεί για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης ή οργάνωσης που αποσκοπεί στην ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος. Αυτό δε ισχύει, βεβαίως, όχι μόνον όταν το κόμμα ταυτίζεται κατ’ουσίαν, με την εγκληματική οργάνωση αλλά και όταν πρόκειται για φαινομενικά νέο κόμμα, στην ηγεσία και στους συνδυασμούς του οποίου μετέχουν οι ως άνω καταδικασθέντες. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, μάλιστα, η προστασία της Δημοκρατίας επιβάλλει να αρκεσθούμε ακόμη και σε απλώς οριστική απόφαση, δεδομένου ότι το άρθρο 29 δεν περιέχει καμία πρόβλεψη περί αμετάκλητης καταδίκης, όπως το άρθρο 51 παρ. 3, που αφορά αποκλειστικά και μόνον τους υποψηφίους. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί βέβαια ότι έτσι εισάγεται στέρηση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι από το παράθυρο, μέσω της ρύθμισης της ανακήρυξης των κομμάτων. Ωστόσο αυτό ουδόλως ευσταθεί, διότι τίποτε δεν αποκλείει οι καταδικασθέντες να κατέρχονται στις εκλογές ως μεμονωμένοι υποψήφιοι, ακόμη και με βελτίωση, δυνητικά, των σχετικών προϋποθέσεων του εκλογικού συστήματος.

Εν κατακλείδι, η Δημοκρατία πρέπει να είναι ανεκτική αλλά δεν πρέπει να είναι αφελής και επιπόλαιη. Πολλώ δε μάλλον δεν πρέπει να υποκύπτει σε έναν «μη μου άπτου» νομικό φιλελευθερισμό, που βλέπει το δένδρο -τα δικαιώματα των καταδικασθέντων και των εγκληματικών τους οργανώσεων που παριστάνουν τα πολιτικά κόμματα- αλλά χάνει το δάσος, δηλαδή την απόπειρα ανατροπής των δημοκρατικών και δικαιοκρατικών θεμελίων του πολιτεύματος με βίαιες εγκληματικές ενέργειες. Το φαινόμενο της Χρυσής Αυγής μπορεί όντως να βρίσκεται σε πολιτική αποδρομή. Τίποτε όμως δεν αποκλείει, εν όψει και των τεράστιων οικονομικών δυσκολιών που θα αντιμετωπίσουμε και στο μέλλον -αλλά και εν όψει της «ιδεολογίας του εσωτερικού εχθρού» που συνεχίζουν δυστυχώς να καλλιεργούν τα δύο μεγάλα κόμματα- να μας προκύψει ένα νέο νεοναζιστικό μόρφωμα, που θα οργανώσει νέα τάγματα εφόδου και νέα δολοφονικά πογκρόμ, προβάλλοντας σαν ήρωες τους εγκληματίες και σαν πολιτική δίωξη την καταδίκη τους.

Και είναι αλήθεια βέβαια ότι σε μια τέτοια περίπτωση οι νομοθετικές παρεμβάσεις από μόνες τους δεν αρκούν. Τουλάχιστον όμως η Δημοκρατία μας δεν πρέπει να δώσει την χαρά σε ένα τέτοιο μόρφωμα να συμπεριλάβει στην ηγεσία του και στους συνδυασμούς του αυτούς που διηύθυναν χωρίς κανέναν ενδοιασμό μια τόσο αδίστακτη εγκληματική οργάνωση, όπως η Χρυσή Αυγή, και επομένως διαθέτουν κατά κόρον το “know how”, ώστε να το επαναλάβουν…

 

Δημοσιεύθηκε στην ηλεκτρονική εφημερίδα iEidiseis.gr, 27.10.2020

Η. Κουβαράς, Οι συνέπειες της δικαστικής απόφασης ως θεμέλιο των νομικών κρίσεων, Νομική Βιβλιοθήκη, 2020 (Πρόλογος Σπ. Βλαχόπουλος)

Βιβλιοκρισία: Eυγενία Πρεβεδούρου, Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Στις αμφίρροπες ιδίως υποθέσεις, τόσο κατά τη μονήρη επεξεργασία όσο και στις διασκέψεις των πολυμελών σχηματισμών, ο συλλογισμός του δικαστή έρχεται κάποια κρίσιμη στιγμή αντιμέτωπος, σχεδόν αναπόφευκτα, με τις πιθανολογούμενες συνέπειες από την έκβαση της υπόθεσης. Στις περιπτώσεις αυτές, το περιεχόμενο των συνεπειών της απόφασης και τελικά το αποδιδόμενο σε αυτές πρόσημο παρίσταται ενίοτε καθοριστικό για την πορεία που θα ακολουθήσει η υπόθεση στο ερμηνευτικό σταυροδρόμι που αντιμετωπίζει.

Η ανωτέρω διεργασία ανάγεται στο στάδιο της διερεύνησης, της αναζήτησης δηλαδή από τον εφαρμοστή του δικαίου, της ορθής ερμηνευτικής λύσης. Στη συνέχεια, όταν έρχεται η ώρα να διαστρωθεί η αιτιολογία της απόφασης, η παράμετρος των συνεπειών υποβαθμίζεται και ενίοτε μάλιστα αποσιωπάται. Μια αμηχανία εγείρεται ως προς το κατά πόσο το ερμηνευτικό αυτό κριτήριο μπορεί με κάποιον τρόπο να θεμελιώσει τη λύση που προκρίθηκε. Ο δικαστής αποστασιοποιείται και αναζητεί ασφάλεια στο γράμμα ή την τελεολογία της διάταξης για να συγκροτήσει μια συνεπή και σύμφωνη με τα κριτήρια του θετικού δικαίου αιτιολογία. Η προαναφερθείσα διαδρομή έχει τελικά ως αποτέλεσμα ένα μέρος -και ενδεχομένως μάλιστα το πλέον καθοριστικό- από τον προσωπικό στοχασμό του δικαστή πάνω στην υπόθεση ή τις ζυμώσεις της διάσκεψης, τα οποία και οδήγησαν στη συγκεκριμένη ερμηνευτική λύση, να μην αποτυπώνεται στην αιτιολογία της απόφασης ή να παρατίθεται υπό επικουρική εκδοχή, υποβαθμισμένα και άνευρα.

Η εν λόγω μελέτη, καρπός μεταδιδακτορικής έρευνας του συγγραφέα υπό την αιγίδα του Τομέα Δημοσίου Δικαίου της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ με επιβλέποντα Καθηγητή τον κ. Σπύρο Βλαχόπουλο, εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο οι συνέπειες της απόφασης λαμβάνονται υπόψη στο δικαιοδοτικό έργο και περαιτέρω τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τούτο παρίσταται ανεκτό αλλά και (υπό όρους) επιβεβλημένο. Ο συγγραφέας παρατηρεί τις τελευταίες δεκαετίες, τόσο διεθνώς όσο και εγχώρια, μια αλλαγή επιστημονικού υποδείγματος στη νομική επιστήμη, όσον αφορά τη συγκρότηση της δικαστικής αιτιολογίας, καθόσον οι κλασσικές μέθοδοι ερμηνείας επανεξετάζονται ως προς την επάρκεια τους για την επίλυση των ζητημάτων που ανακύπτουν στην πράξη.

Στο Πρώτο Μέρος της μελέτης διερευνώνται οι μορφές με τις οποίες λαμβάνει χώρα στη δικαιοδοτική πράξη η θεμελίωση των νομικών κρίσεων στις συνέπειες της ερμηνευτικής εκδοχής και συστηματοποιούνται οι τύποι υπό τους οποίους διατυπώνεται το συνεπειοκρατικό επιχείρημα. Η νομολογιακή έρευνα καταλήγει στη διαπίστωση μιας εντυπωσιακής πολυμορφίας, την οποία δύναται να προσλαμβάνει η συνεκτίμηση των συνεπειών της εκάστοτε ερμηνευτικής εκδοχής στο δικανικό συλλογισμό. Στο Δεύτερο Μέρος της μελέτης, η ίδια προβληματική προσεγγίζεται στο πλαίσιο μιας κριτικής θεώρησης, δεοντολογικά, ήτοι προεχόντως από μεθοδολογική, αλλά και από δικαιοπολιτική σκοπιά, καθόσον εξετάζεται η συμβατότητα της συνεπειοκρατικής ερμηνείας με τις βασικές θέσεις της σύγχρονης μεθοδολογίας του δικαίου.

Περιεχόμενα

 

Βιβλιοκρισία: Ευγενία Πρεβεδούρου

  1. Ένα ωραίο βιβλίο για την εξέλιξη των μεθόδων εργασίας του διοικητικού δικαστή αποτελεί η μελέτη του κ. Ηλία Κουβαρά, που πραγματεύεται τις συνέπειες της δικαστικής απόφασης ως θεμέλιο των νομικών κρίσεων. Πρόκειται για το αποτέλεσμα της μεταδιδακτορικής έρευνας του συγγραφέα υπό την αιγίδα του Τομέα Δημοσίου Δικαίου της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ με επιβλέποντα τον Καθηγητή Σπύρο Βλαχόπουλο. Παρόλο που η διοικητική δικαιοσύνη φαίνεται να είναι, τα τελευταία χρόνια, ένα από τα πιο ελκυστικά ερευνητικά αντικείμενα της επιστήμης του δικαίου στην Ελλάδα, το σύνολο, σχεδόν, των σχετικών εργασιών επικεντρώνεται στην ανάγκη ταχύτερης απονομής της και σε οργανωτικά ζητήματα, όπως η χωροταξία των δικαστηρίων, η εκπαίδευση των δικαστών και η αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών. Η έρευνα, αντίθετα, του κ. Κουβαρά εστίασε στη μέθοδο λειτουργίας του δικαστή και, κατά συνεκδοχή, στην ίδια τη φύση του δικαιοδοτικού έργου. Δεν κινείται, ωστόσο, στο πνεύμα των κλασικών έργων της κατηγορίας αυτής, όπως οι διατριβές των καθηγητών Yves Gaudemet, Les méthodes du juge administratif[1], και Théodore Fortsakis, Conceptualisme et empirisme en droit administratif français[2], ή το δοκίμιο του Προέδρου Roger Latournerie, Essai sur les méthodes juridictionnelles du Conseil d’Etat[3], που στηρίχθηκαν στην ιδιαιτερότητα της διοικητικής δικαιοσύνης και αναζήτησαν τη μέθοδο εργασίας του δικαστή μέσα από τις μεγάλες νομολογιακές κατασκευές, οι οποίες διαμόρφωσαν ή προήγαγαν το διοικητικό δίκαιο. Ο κ. Κουβαράς υιοθέτησε άλλη οπτική και άλλα εργαλεία, αυτά της μεθοδολογίας του δικαίου, της ανάλυσης του μεθοδικού σχηματισμού των δικανικών κρίσεων[4]. Εξετάζει ειδικότερα τη (συν)εκτίμηση από τον διοικητικό, κυρίως, δικαστή των συνεπειών της απόφασής του για την ερμηνευτική λύση που θα προκρίνει καθώς και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η αναγωγή στις συνέπειες παρίσταται ανεκτή ή και επιβάλλεται. Ο συγγραφέας εντοπίζει, σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο, μια «αλλαγή επιστημονικού υποδείγματος στη νομική επιστήμη» όσον αφορά τη συγκρότηση της αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων, στο μέτρο που οι κλασσικές μέθοδοι ερμηνείας επανεξετάζονται, τις τελευταίες δεκαετίες, ως προς την επάρκειά τους για την επίλυση των ζητημάτων που ανακύπτουν στην πράξη. Υποστηρίζει ότι, σε «αμφίρροπες», ιδίως, υποθέσεις, οι συνέπειες που μπορεί να έχει η δικανική κρίση καθορίζουν το περιεχόμενό της, ακόμη και κατ’ απόκλιση από αυτό που υπαγορεύει, ενδεχομένως, η αυστηρώς νομική προσέγγιση.
  2. Στο πρώτο μέρος βιβλίου, εξετάζεται η συνεπειοκρατική θεμελίωση των νομικών κρίσεων στις δικαστικές αποφάσεις, όπως εμφανίζεται στην πράξη. Κατ’ αρχάς, συστηματοποιούνται οι εκφάνσεις αυτής της μεθόδου εργασίας του δικαστή, η οποία διακρίνεται από συναφείς έννοιες, όπως η τελολογική ερμηνεία, το επιχείρημα της εις άτοπον επαγωγής και ο λεγόμενος «ωφελιμισμό» (aggregate well-being or wellfare), και, στη συνέχεια, παρουσιάζονται οι μορφές με τις οποίες διατυπώνεται το συνεπειοκρατικό επιχείρημα σε βασικά δικαιοδοτικά συστήματα και στην ενωσιακή έννομη τάξη. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το δεύτερο κεφάλαιο, στο οποίο διερευνώνται οι μορφές που προσλαμβάνει η συνεκτίμηση των συνεπειών της δικαστικής απόφασης στην εγχώρια νομολογία, με την ανάλυση σημαντικών αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, κυρίως.

Αναλύεται, αρχικά, η «ρητή θεμελίωση του δικανικού συλλογισμού στις συνέπειες της απόφασης», υπό το πρίσμα του ουσιαστικού και του δικονομικού δικαίου. Κατά τον συγγραφέα, οι συνέπειες αυτές ανάγονται, πρώτον, στη διαφύλαξη της συστηματικής και τελεολογικής ενότητας της έννομης τάξης, ιδίως στην περίπτωση συνύπαρξης πλειόνων δικαιοταξιών (εθνικής, ενωσιακής, διεθνούς) ή περισσότερων επιδιωκόμενων σκοπών (πρακτική εναρμόνιση μέσω στάθμισης των συνεπειών των εφαρμοζόμενων συνταγματικών διατάξεων) και, δεύτερον, στον έλεγχο συμβατότητας της ερμηνευτικής εκδοχής με την πραγματικότητα, προς αποσόβηση άτοπων καταστάσεων. Σε δικονομικό επίπεδο, η «συνεπειοκρατική» προσέγγιση βρίσκει νομοθετική κατοχύρωση σε πολλές διατάξεις του θετικού δικαίου, όπως το άρθρο 32 παρ. 2 του ΠΔ 18/1989 για την κατάργηση της δίκης, το άρθρο 1 του Ν. 3900/2020 για την απευθείας εισαγωγή υπόθεσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας, τα άρθρα 53-58 του Ν. 4055/2012 για την δίκαιη ικανοποίηση λόγω μεγάλης διάρκειας της δίκης και, βεβαίως, το άρθρο 22 του Ν. 4274/2014, για την ενίσχυση των εξουσιών του ακυρωτικού δικαστή και τη ρητή αναγνώριση της δυνατότητας εκτίμησης των συνεπειών. Επί τη βάσει συνεπειοκρατικής προσέγγισης, ο δικαστής δέπλασε τις προϋποθέσεις του παραδεκτού, διευρύνοντας την πρόσβαση στο δικαστήριο, αλλά και τους κανόνες της απόδειξης. Στη συνέχεια, στο πεδίο των «κεκαλυμμένων», όπως τις αποκαλεί ο συγγραφέας, συνεπειοκρατικών σταθμίσεων στη δικανική κρίση, επισημαίνει ότι η προσμέτρηση των συνεπειών λαμβάνει χώρα κατά την εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών, όπως το δημόσιο συμφέρον, και την εφαρμογή γενικών αρχών του δικαίου, όπως η αρχή της ισότητας, της χρηστής διοίκησης, της ασφάλειας δικαίου, της διοικητικής αποτελεσματικότητας και οι αρχές του περιβαλλοντικού δικαίου. Στο ίδιο αυτό πεδίο, εντάσσονται και τα δύο βασικά μεθοδολογικά εργαλεία του δικαστή μέσω των οποίων ελέγχει τις συνέπειες όχι μόνο της διοικητικής δράσης αλλά και των νομοθετικών επιλογών. Πρόκειται, αφενός, για την αρχή της αναλογικότητας, που εμπεριέχει την εκτίμηση των συνεπειών της απόφασης, καθώς ο έλεγχος της προσφορότητας, της αναγκαιότητας και της σχέσης κόστους-οφέλους του ελεγχόμενου μέτρου υποδηλώνει αναπόφευκτα μια στάθμιση ανάμεσα στα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της προκρινόμενης λύσης και, αφετέρου, για την αρχή της πρακτικής εναρμόνισης των συνταγματικώς αναγνωρισμένων αγαθών, που συχνά εκφράζεται ομοίως ως στάθμιση κόστους (επαπειλούμενη βλάβη του περιβάλλοντος) και οφέλους (από την εκτέλεση ορισμένου δημοσίου έργου).

  1. Το δεύτερο μέρος του έργου είναι αφιερωμένο στην κριτική θεώρηση της συνεπειοκρατικής θεμελίωσης των νομικών κρίσεων, οι εκφάνσεις της οποίας αναλύθηκαν παραπάνω. Η παρουσίαση εδώ γίνεται σε αφηρημένο, θεωρητικό επίπεδο. Το πρώτο κεφάλαιο αφορά τη συμβατότητα της συνεπειοκρατικής ερμηνείας με την κλασική μεθοδολογία του δικαίου. Ειδικότερα, σε ένα πρώτο στάδιο διερευνώνται, οι περίπλοκες νοητικές διεργασίες που συνθέτουν τη δικανική κρίση μέχρι την ολοκλήρωση του δικανικού συλλογισμού. Η μεθοδολογία του δικαίου διακρίνει στις εν λόγω διανοητικές εργασίες τη διερεύνηση (ή την ανακάλυψη του εφαρμοστέου κανόνα) και την αιτιολόγηση, την εφαρμογή και την ερμηνεία με τις γνωστές μεθόδους που δεν φαίνεται να υπόκεινται σε κάποια ιεράρχηση, τα είδη των επιχειρημάτων που περιλαμβάνει η δικαστική αιτιολογία, μεταξύ των οποίων καταλέγονται και τα συνεπειοκρατικά επιχειρήματα. Στη συνέχεια, εξετάζονται τα κριτήρια εγκυρότητας των νομικών επιχειρημάτων, ζήτημα που παραμένει ανοικτό για την επιστήμη, ελλείψει σαφών κανόνων στο θετικό δίκαιο που να προσδιορίζουν τα αποδεκτά επιχειρήματα στη δικαστική αιτιολογία. Τελικά, η τεκμηρίωση των δικαστικών αποφάσεων ανάγεται στη νομική παράδοση κάθε έννομης τάξης. Όλα τα παραπάνω συγκροτούν τον δικανικό συλλογισμό, ο οποίος συμπυκνώνει το πρόβλημα των σχέσεων της επιστήμης του δικαίου με την επιστήμη της λογικής (σελ. 166). Ακολούθως, ο συγγραφέας αναζητεί τα χαρακτηριστικά του δικαιοδοτικού έργου μεταξύ εφαρμογής του κανόνα και δικαιοπλασίας. Παρατηρεί ότι, στη θεωρία του δικαίου, το ενδιαφέρον έχει μετακυλισθεί από τη νομοθετική λειτουργία στη δικαστική απόφαση, που φαίνεται να αποτελεί αυτοτελή και καθοριστικό παράγοντα της νομικής ζωής. Ειδικότερα, η ζωή του δικαίου διαμορφώνεται πολύ περισσότερο από την απόφαση παρά από τον κανόνα. Άλλωστε, οι νομικές, όπως και όλες οι αφαιρετικές έννοιες υποστασιοποιούνται κατά την αντιμετώπιση ζητημάτων του πρακτικού βίου. Η έκταση της εφαρμογής του κανόνα δικαίου δεν μπορεί να είναι ορισμένη εκ των προτέρων, αλλά προσδιορίζεται κάθε φορά από την ad hoc απόφαση του δικαστή. Εξετάζεται, επίσης, η φύση και το περιεχόμενο του δικαιοδοτικού έργου υπό το πρίσμα του νομικού θετικισμού και των αντιθετικιστικών ρευμάτων, με πιο γνωστό τον αμερικανικό νομικό ρεαλισμό. Κατά τον συγγραφέα, αναγνωρίζεται σταδιακά η δημιουργική διάσταση του δικαιοδοτικού έργου, η δικαιοπλασία που πραγματοποιείται μέσω της ερμηνείας. Ενίσχυση της διαπλαστικής εξουσίας επιφέρει η προσφυγή σε τρία ερμηνευτικά εργαλεία, στα διδάγματα της κοινής πείρας, στα παραδεδεγμένα πορίσματα της επιστήμης και της τέχνης και στους κανόνες δεοντολογίας και ηθικής. Η θεωρία διακρίνει μεταξύ φορμαλισμού, που εμμένει στο γράμμα του κανόνα δικαίου, και πραγματισμού, που προκρίνει τον σκοπό του και αντιλαμβάνεται το δίκαιο ως μέθοδο εξυπηρέτησης των κοινωνικών συμφερόντων. Τέλος, η δικαιοδοτική δράση αποκτά αναπόφευκτα και πολιτικό χαρακτήρα, στο μέτρο που επιλέγει μεταξύ πλειόνων ερμηνευτικών εκδοχών του κανόνα δικαίου που είναι πάντα επηρεασμένες από τις αξίες και την πολιτική ιδεολογία του ερμηνευτή. Επομένως, ο δικαστής διαθέτει διακριτική ευχέρεια κατά την εφαρμογή του δικαίου, δεσμευόμενος οπωσδήποτε από τον νοηματικό πυρήνα του κανόνα δικαίου και από τις προερμηνευτικές επιλογές του, που πρέπει να στηρίζονται σε αντιλήψεις ευρείας κοινωνικής αποδοχής.
  2. Στη συνέχεια, και εντός του ανωτέρω συγκροτηθέντος δογματικού πλαισίου, αναπτύσσεται ένας εμπεριστατωμένος διάλογος με εκατέρωθεν επιχειρήματα όσον αφορά το επιτρεπτό αλλά και το σκόπιμο της χρήσης συνεπειοκρατικών επιχειρημάτων. Συστηματοποιούνται, κατ’ αρχάς, οι κυριότερες δικαιολογητικές βάσεις στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί η συνεπειοκρατική ερμηνεία. Αυτές ανάγονται στην ίδια τη φύση και τον εξελικτικό χαρακτήρα του ερμηνευτικού επιχειρήματος που δημιουργεί, κατ’ ουσία, νέους κανόνες, στην επίτευξη ουσιαστικά ορθότερων κρίσεων και στη βελτίωση της αιτιολογίας καθώς και στη διορθωτική λειτουργία που επιτελεί για τις άλλες μεθόδους ερμηνείας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο σημείο αυτό της επιχειρηματολογίας παρουσιάζει η ανάλυση αυτού που ο συγγραφέας αποκαλεί «πρόγνωση των εμπειρικών επιδόσεων της απόφασης» (σελ. 199) και αποτελεί, κατά τη γνώμη του, τον πυρήνα της συνεπειοκρατικής θεμελίωσης. Ειδικότερα, ο συνεπειοκρατικός συλλογισμός προσανατολίζεται στο αποτέλεσμα και, επομένως, συνδέει τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου με την κοινωνική πραγματικότητα. Όπως επισημαίνει ο συγγραφέας, η αποτίμηση των συνεπειών της απόφασης πραγματοποιείται στο επίπεδο της μείζονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, οπότε επηρεάζει την ίδια τη διατύπωση του πρόσφορου για την επίλυση της διαφοράς κανόνα δικαίου (σελ. 201). Η κατανόηση του νοήματος της εφαρμοστέας διάταξης περνά μέσα από την αποτίμηση της κοινωνικής σπουδαιότητας των εννόμων –και όχι μόνο– συνεπειών της δικαστικής κρίσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της ανάλυσης αυτής αποτελούν ο έλεγχος της αντισυνταγματικότητας μνημονιακών περικοπών[5], αλλά και οι πολεοδομικές και περιβαλλοντικές υποθέσεις. Από την ενότητα αυτή, που παρουσιάζει αυτοτέλεια, συνάγεται ότι ο δικαστής θα πρέπει να εκτιμά πώς ακριβώς η απόφασή του θα επιδράσει στο δικαιϊκό σύστημα και στην κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα[6], ο συγγραφέας δε αξιολογεί θετικά το γεγονός ότι οι συνεπειοκρατικές προσεγγίσεις αποτελούν «τον δούρειο ίππο για την είσοδο των κοινωνικών επιστημών στον δικανικό συλλογισμό» (σελ. 207). Το κρινόμενο ζήτημα θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα κοινωνικό και όχι εννοιολογικό. Υπέρ της αποδοχής συνεπειοκρατικών επιχειρημάτων στη δικαστική αιτιολογία συνηγορούν περαιτέρω, πρώτον, η αξίωση για μεθοδολογική διαφάνεια, υπό την έννοια ότι στην απόφαση πρέπει να αποτυπώνονται τα πραγματικά κίνητρα που οδήγησαν στην προκριθείσα λύση, δεύτερον, η προώθηση της συστηματικής ενότητας και συνοχής της έννομης τάξης και, τρίτον, η διασφάλιση της εφαρμοσιμότητας των δικαστικών αποφάσεων χάρη στην ανάλυση των επιπτώσεών τους και στη νομιμοποίηση του δικαίου που διαπλάθσει ο δικαστής. Για την πληρότητα της ανάπτυξης της οικείας θεματικής, ο συγγραφέας αναλύει, στη συνέχεια, τις επιφυλάξεις που διατυπώνονται απέναντι στη συνεπειοκρατική ερμηνεία. Αυτές συνίστανται, πρώτον, σε δικαιοπολιτικές ενστάσεις, όπως είναι η έλλειψη δημοκρατικής νομιμοποίησης του δικαστή, ο κίνδυνος έκπτωσης των εγγυητικών λειτουργιών του δικαίου λόγω αναγωγής σε εξωνομικές κλίμακες αξιών (σελ. 223) και η υπονόμευση της ασφάλειας του δικαίου. Στις παραπάνω προστίθενται και οι πρακτικές ενστάσεις της επιβάρυνσης του δικαιοδοτικού έργου, του τεχνικά ανέφικτου προσδιορισμού των συνεπειών και της αδυναμίας αξιολόγησής τους.
  3. Στο δεύτερο κεφάλαιο του δεύτερου μέρους ο συγγραφέας προτείνει ένα «μεθοδολογικό μοντέλο συνεκτίμησης των συνεπειών». Στην πρώτη ενότητα, συναρθρώνει, αφενός, τις δικαιολογητικές βάσεις υπέρ της συνεκτίμησης των συνεπειών και, αφετέρου, τις ενστάσεις που διατυπώθηκαν κατ’ αυτής, ανασκευάζοντας τις τελευταίες σε προϋποθέσεις για την εν λόγω συνεκτίμηση. Διευκρινίζει και αιτιολογεί, κατ’ αρχάς, την ανάγκη ένταξης της συνεκτίμησης των συνεπειών στη δογματική της νομικής επιστήμης, ειδικότερα δε την ανάγκη μετατόπισης της νομικής θεμελίωσης «από το κρατούν ιδεώδες της υπαγωγής στα πλαίσια ενός ερμητικού νομικού συστήματος» προς μια «εξωστρεφή θεώρηση της νομικής επιχειρηματολογίας». Ακολουθεί η διατύπωση των προϋποθέσεων συνεκτίμησης των συνεπειών, οι οποίες περιλαμβάνουν, από δικαιοκρατική σκοπιά, πρώτον, τη διάπλαση ειδικότερων κανόνων από τον εφαρμοστή του δικαίου για να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στον γενικό και αφηρημένο κανόνα και την ατομική περίπτωση, δεύτερον, τον εγγυητικό ρόλο του δικαστή στην αναπόφευκτη διαπλοκή δικαίου και πολιτικής και, τρίτον, την αναγωγή του συνεπειοκρατικού επιχειρήματος σε γενικό κανόνα. Από τεχνική σκοπιά, η επιβάρυνση του δικαιοδοτικού έργου δικαιολογείται για τη διασφάλιση ορθότερων λύσεων και την αναβάθμιση των δικαστικών κρίσεων, ενώ ο τεχνικός προσδιορισμός των συνεπειών αποτελεί γνώριμη νοητική διεργασία που αναπτύσσεται εντός των ορίων του δικαιοδοτικού έργου συχνά μέσω των διδαγμάτων της κοινής πείρας, των πασιδήλων ή των σύγχρονων κοινωνονικοοικονομικών αντιλήψεων. Τέλος, η αξιολόγηση των συνεπειών μπορεί να γίνει με την αξιοποίηση των υφιστάμενων μεθοδολογικών εργαλείων, όπως είναι η αρχή της αναλογικότητας. Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι η εντυπωσιακή έκταση της εκτίμησης των συνεπειών της απόφασης στο εγχώριο δικαιοδοτικό έργο και η ποικιλομορφία αυτής επιβάλλουν την τυποποίηση και οριοθέτηση του συνεπειοκρατικού επιχειρήματος, ώστε να αποκλειστεί ο κίνδυνος δικαστικής αυθαιρεσίας και υποκειμενικότητας. Το κεφάλαιο ολοκληρώνεται με τη διατύπωση ορισμένων μεθοδολογικών κανόνων ως ελάχιστων εγγυήσεων για την έγκυρη θεμελίωση ορισμένης κρίσης στις πιθανολογούμενες συνέπειές της. Eπιβάλλεται, πρώτον, η διαπίστωση ότι συντρέχει περίπτωση διακριτικής ευχέρειας για τον δικαστή, ότι υφίστανται, δηλαδή, περισσότερες εναλλακτικές ερμηνευτικές λύσεις, εξίσου αποδεκτές, κατ’ αρχήν, από μεθοδολογική σκοπιά. Αφού εντοπιστούν οι πλείονες ερμηνευτικές εκδοχές, θα πρέπει, δεύτερον, να προσδιοριστούν οι κρίσιμες για το ερμηνευτικό εγχείρημα συνέπειες, οι οποίες διακρίνονται σε νομικές και εξωνομικές ή κοινωνικές ή πραγματικές. Τρίτον, η ερμηνευτική λύση που θεμελιώνεται στις συνέπειές της θα πρέπει να μην αντιτίθεται στους νομίμως θεσπισμένους κανόνες και στις κρατούσες αρχές της έννομης τάξης. Τέταρτον, για να προκριθεί μια ερμηνευτική εκδοχή που θεμελιώνεται στις συνέπειες της απόφασης, θα πρέπει να εξυπηρετεί τον νομοθετικό στόχο με τον βέλτιστο τρόπο. Πέμπτον, είναι αναγκαίος ο καθορισμός κριτηρίων αξιολόγησης των συνεπειών με βάση τις ιεραρχήσεις της έννομης τάξης και όχι την προσωπική αντίληψη και κοσμοθεωρία του δικαστή. Τέλος, επιβεβλημένος όρος εγκυρότητας για την αναγωγή στις συνέπειες της ερμηνευτικής εκδοχής θα πρέπει να θωρηθεί η «καθολικευσιμότητα» αυτής, ήτοι, κατά παράφραση της καντιανής κατηγορικής επιταγής, η τελευταία να μπορεί να καταστεί καθολικός ερμηνευτικός κανόνας για τη νομολογία.
  4. Για την αποτίμηση του έργου του κ. Κουβαρά, επιβάλλεται η επισήμανση ότι τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται αύξηση της προσφυγής σε επιχειρήματα που αναφέρονται στις συνέπειες της προκρινόμενης ερμηνευτικής επιλογής, η οποία αποδίδεται στην πολιτικοποίηση του σύγχρονου δικαίου. Η εκτεταμένη, μάλιστα, αξιολόγηση των συνεπειών από τον δικαστή στην αλλοδαπή, ακόμα και σε χώρες με αυστηρά θετικιστική παράδοση, είχε παρατηρηθεί ήδη από τη δεκαετία του 1970. Και στην εγχώρια, πάντως, νομολογία, διακεκριμένοι δικαστικοί λειτουργοί έχουν ομολογήσει τη δύναμη των πιθανολογούμενων συνεπειών στη δικαστική κρίση, αναγνωρίζοντας ότι ο δικανικός συλλογισμός διέρχεται από ένα τελικό φίλτρο που συνίσταται στο λογικό ή παράλογο του αποτελέσματος στο οποίο αυτός καταλήγει. Σε περίπλοκες υποθέσεις, τόσο κατά την μονήρη επεξεργασία όσο και στις διασκέψεις των πολυμελών σχηματισμών, ο συλλογισμός του δικαστή έρχεται κάποια κρίσιμη στιγμή αντιμέτωπος, σχεδόν αναπόφευκτα, με τις αναμενόμενες συνέπειες από την έκβαση της υπόθεσης και το αποδιδόμενο σε αυτές πρόσημο παρίσταται, ενίοτε, καθοριστικό για την πορεία που θα ακολουθήσει η υπόθεση στο ερμηνευτικό σταυροδρόμι που αντιμετωπίζει. Ωστόσο, το ζήτημα των συνεπειών φαίνεται να αποτελεί «ταμπού», διότι ανάγεται, σε μεγάλο βαθμό, στα κίνητρα του δικαστή και σε συλλογισμούς του που αποτυπώνονται εν μέρει και μόνο στην απόφασή του. Η μελέτη ερευνά αυτή την «αμηχανία» όσον αφορά τη δυνατότητα και τη νομιμοποίηση του δικαστή να συνεκτιμά τις συνέπειες της ερμηνευτικής εκδοχής του εφαρμοστέου κανόνα που προκρίνει. Η ανωτέρω διεργασία ανάγεται στο στάδιο της διερεύνησης, της αναζήτησης δηλαδή από τον εφαρμοστή του δικαίου, της ορθής ερμηνευτικής λύσης του εφαρμοστέου κανόνα. Στη συνέχεια, όταν έρχεται η ώρα να διαστρωθεί η αιτιολογία της απόφασης, η παράμετρος των συνεπειών υποβαθμίζεται και, ενίοτε, μάλιστα αποσιωπάται. Δημιουργούνται επιφυλάξεις και ενδοιασμοί ως προς το κατά πόσο το ερμηνευτικό αυτό κριτήριο μπορεί με κάποιον τρόπο να θεμελιώσει τη λύση που προκρίθηκε. Ο δικαστής αποστασιοποιείται και αναζητεί ασφάλεια στο γράμμα ή την τελεολογία της διάταξης για να συγκροτήσει μια συνεπή και σύμφωνη με τα κριτήρια του θετικού δικαίου αιτιολογία. Η προαναφερθείσα διαδρομή έχει τελικά ως αποτέλεσμα ένα μέρος –και ενδεχομένως μάλιστα το πλέον καθοριστικό– από τον προσωπικό στοχασμό του δικαστή πάνω στην υπόθεση ή τις ζυμώσεις της διάσκεψης, τα οποία και οδήγησαν στη συγκεκριμένη ερμηνευτική λύση, να μην αποτυπώνεται στην αιτιολογία της απόφασης ή να παρατίθεται υπό επικουρική εκδοχή, υποβαθμισμένα και άνευρα.
  5. Πέρα από τη διασφάλιση διαφάνειας και αξιοπιστίας στη δικαιοδοτική λειτουργία, αφού η αιτιολογία εναρμονίζεται πλήρως με το διατακτικό, η αξιοποίηση του συνεπειοκρατικού επιχειρήματος από τον δικαστή επιτελεί και τρεις ιδιαίτερες λειτουργίες σε σχέση με τα κλασσικά νομικά επιχειρήματα. Πρώτον, διαφυλάττει τη συστηματική και τελεολογική ενότητα της έννομης τάξης, με την έννοια ότι συμβάλλει στην πρακτική εναρμόνιση των αντίρροπων σκοποθεσιών τις οποίες υπηρετούν οι εφαρμοστέοι κανόνες, ιδίως όταν για την επίλυση μιας σύγκρουσης δεν είναι δυνατή η αναγωγή σε κανόνες υπέρτερης τυπικής ισχύος. Δεύτερον, επιτρέπει την επαλήθευση της ορθότητας της προκρινόμενης λύσης σε σχέση με την πραγματικότητα, προλαμβάνοντας άτοπες καταστάσεις, ιδίως στο στάδιο εφαρμογής της απόφασης. Η αναγωγή στις πραγματικές συνέπειες μπορεί να ευνοήσει λύσεις που ανταποκρίνονται περισσότερο σε κριτήρια ουσιαστικής δικαιοσύνης και να αμβλύνει εξαιρετικά ανεπιεικείς επιπτώσεις για τους διαδίκους. Τέλος, η συνεκτίμηση των συνεπειών βρίσκει επίσης έρεισμα στη μεθοδολογική ενότητα τόσο κατά τη θέσπιση όσο και κατά την εφαρμογή του δικαίου, καθόσον ο ερμηνευτής συνεχίζει το ερμηνευτικό εγχείρημα του νομοθέτη, ο οποίος και σκέφτεται τελεολογικά. Λαμβάνοντας υπόψη τις συνέπειες, ο δικαστής συμμετέχει σε μια συλλογική διαδικασία ερμηνείας του δικαίου, λειτουργώντας συμπληρωματικά προς τον νομοθέτη. Τονίζεται, μάλιστα, ότι η διερεύνηση του αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στην ερμηνευτική εκδοχή και τις συνέπειές της δεν αποτελεί νοητική διεργασία άγνωστη για το δικαιοδοτικό έργο, αφού ο δικαστής δύναται να μετέρχεται τις επίσης κλασσικές έννοιες όπως «κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων», κατ’ αναλογία προς τη θεμελιώδη και επεξεργασμένη νομική έννοια του αιτιώδους συνδέσμου. Η εκτίμηση ορισμένης συνέπειας ως συνδεόμενης με την υπό εξέταση ερμηνευτική εκδοχή λαμβάνει χώρα με τον ίδιο τρόπο, τα ίδια λογικά και γνωστικά κριτήρια βάσει των οποίων ο δικαστής συσχετίζει μεταξύ τους πράξεις και καταστάσεις κρίσιμες για την εκφορά της δικαιοδοτικής του κρίσης.
  1. Εκ πρώτης όψεως, το βιβλίο του κ. Κουβαρά δημιουργεί την εντύπωση ότι έχει θεωρητικό και μόνον ενδιαφέρον και το κοινό του περιορίζεται στον ακαδημαϊκό χώρο. Επιβάλλεται να τονιστεί ότι αυτό καθόλου δεν μειώνει την αξία του έργου, δεδομένου ότι η επικαιρότητα και η σημασία του δεν εξαρτάται μόνο από την πρακτική χρησιμότητα που μπορεί να έχει για τον εφαρμοστή του δικαίου, αλλά και από τη συμβολή του στην προαγωγή της επιστήμης του δικαίου, στη συζήτηση που αναπτύσσεται γύρω από έναν δικαιϊκό κλάδο. Ωστόσο, σε δεύτερο επίπεδο, διαπιστώνει κανείς ότι και η πρακτική χρησιμότητα του βιβλίου είναι αδιαμφισβήτητη. Επιτρέπει, πράγματι, στον σχολιαστή των δικαστικών αποφάσεων να εμβαθύνει περαιτέρω στον δικανικό συλλογισμό και, πέρα από τον εντοπισμό της συμβολής κάθε απόφασης στον εμπλουτισμό του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, να προβληματιστεί ως προς τα βαθύτερα αίτια της δικανικής κρίσης, ερευνώντας αυτό που λέει και, κυρίως, αυτό που υποδηλώνει ο δικαστής. Πρωτίστως, όμως, αποτελεί πηγή έμπνευσης για το ίδιο το δικαιοδοτικό έργο, που επηρεάζεται διττώς από το βιβλίο: κατ’ αρχάς, μπορεί ο δικαστής να υιοθετήσει άμεσα και ρητά τους προτεινόμενους κανόνες συνεκτίμησης των συνεπειών της κρίσης του στο κείμενο της απόφασής του. Ενδέχεται, όμως, η επιρροή να είναι λιγότερο εμφανής, εκδηλούμενη έμμεσα και σταδιακά στον εμπλουτισμό της αιτιολογίας και στην ενίσχυση της διαφάνειας της συλλογιστικής του δικαστή[7]. Δεδομένου, μάλιστα, ότι η μελέτη προέρχεται από δικαστικό λειτουργό, ο οποίος ενεργεί εν προκειμένω «υπό διαφορετικό καπέλο», αυτό του θεωρητικού, μπορεί να αποτελέσει εξαιρετικό έναυσμα για τον «φυσικό και ευεργετικό» naturel et bienfaisant ») διάλογο νομολογίας και θεωρίας[8] στο συγκεκριμένο θέμα. Με το νέο του βιβλίο, ο κ. Κουβαράς αποδεικνύει ακόμη μια φορά ότι «ο δικαστής αγαπά και τιμά την επιστήμη» Die Wissenschaft liebt und verehrt der Richter»)[9].

 

[1] LGDJ 1972

[2] LGDJ 1987, ιδίως το δεύτερο μέρος που εξετάζει τη δραστηριότητα του διοικητικού δικαστή.

[3] LJCE Sirey 1952, σ. 177-276

[4] Π. Σούρλα, Δίκαιο και δικανική κρίση. Μια φιλοσοφική αναθεώρηση της μεθοδολογίας του δικαίου, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, 2017, σ. 30· Κ. Σταμάτη, Η θεμελίωση των νομικών κρίσεων, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2006 passim.

[5] Κ. Σακελλαροπούλου, Κρίση και ανθεκτικότητα του Συντάγματος ΕφημΔΔ 2016, σ. 1· Ι. Σαρμά, Η λήψη υπόψη εμπειρικών δεδομένων κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεων με τις οποίες επιβάλλεται περικοπή αποδοχών (το ζήτημα της αιτιολογίας του νόμου), www.constitutionalism.gr

[6] Σπ. Βλαχόπουλου, Οι συνταγματικές διαστάσεις της μεταβολής της νομολογίας, Ευρασία, Αθήνα, 2020.

[7] Για τον άμεσο και έμμεσο ρόλο της θεωρίας στο έργο του διοικητικού δικαστή, βλ. Y. Gaudemet, Les méthodes du juge administratif όπ. π., σ. 153 επ.

[8] G. Vedel, Jurisprudence et doctrine: deux discours, RA, 1997, n° spécial, σ. 10.

[9] Jan Bergmann, Das Steuerungspotenzial der Rechtsprechung in: Wolfgang Kahl, M.A., Ute Mager (Ed.)Verwaltungsrechtswissenschaft und Verwaltungsrechtspraxis, Nomos, 2019, σ. 185 (189).

 

Καταχώρηση: 19-10-2020     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Εκδήλωση του “Ομίλου Μάνεση” με αφορμή την έκδοση δύο βιβλίων για την πανδημία: Σπ. Βλαχόπουλου, Συνταγματικός μιθριδατισμός και Απ. Παπατόλια, Η «επόμενη μέρα» του εθνικού και ευρωπαϊκού συνταγματισμού

Συζήτηση με αφορμή την έκδοση δύο βιβλίων για την πανδημία:

 

Σπύρου Βλαχόπουλου, Συνταγματικός μιθριδατισμός – Οι ατομικές ελευθερίες σε καιρούς πανδημίας, και Απόστολου Παπατόλια, Η «επόμενη μέρα» του εθνικού και ευρωπαϊκού συνταγματισμού. Ερμηνευτικοί (ανα)στοχασμοί μετά την πανδημία

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί διαδικτυακά την Τρίτη 20 Οκτωβρίου στις 18:00 και θα προβάλλεται ζωντανά στο κανάλι Youtube

και στη σελίδα Facebook του ΙΑΝΟΥ.

 

Θα συμμετέχουν οι:

Σπύρος Βλαχόπουλος, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου του ΕΚΠΑ (συγγφ. βιβλίου Συνταγματικός μιθριδατισμός. Οι ατομικές ελευθερίες σε καιρούς πανδημίας, εκδ. Ευρασία)

Απόστολος Παπατόλιας, δρ. Συνταγματικού Δικαίου, Μέλος ΑΣΕΠ (συγγρφ. βιβλίου Η «επόμενη μέρα» του εθνικού και ευρωπαϊκού συνταγματισμού. Ερμηνευτικοί (ανα)στοχασμοί μετά την πανδημία, εκδ. Παπαζήση)

 

και θα παρέμβουν οι:

Ιφιγένεια Καμτσίδου, αν. καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ

Γιώργος Καραβοκύρης, επικ. καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ

 

Την εκδήλωση θα συντονίσει ο Νίκος Αλιβιζάτος ομ. καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου ΕΚΠΑ, τ. πρόεδρος του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης».

Για περισσότερες πληροφορίες για την εκδήλωση πατήστε: https://www.ianos.gr/events/syntagma-kai-pandimia-vlachopoulos-papatolias-ekd/

Μπορείτε να παρακολουθήσετε την εκδήλωση διαδικτυακά στο κανάλι youtube του Ιανού

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Λίγα λόγια για τα βιβλία

 

Συνταγματικός Μιθριδατισμός. Οι ατομικές ελευθερίες σε εποχές πανδημίας» (εκδ. Ευρασία)

Μπορεί η αναστολή θεμελιωδών δικαιωμάτων για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού να απειλήσει την «υγεία» της Δημοκρατίας; Ο «συνταγματικός μιθριδατισμός» αναφέρεται στον κίνδυνο να ανεχτούμε τους όποιους περιορισμούς των δικαιωμάτων μας και μετά το τέλος των έκτακτων περιστάσεων. Διότι ακόμη και μετά την πάροδό τους, υφίσταται ο κίνδυνος να συνεχιστούν ή και να εντατικοποιηθούν περιορισμοί ατομικών ελευθεριών, όπως της ιδιωτικής ζωής μας, με τη χρήση των νέων υπερσύγχρονων τεχνολογικών εφαρμογών. Πώς υπερασπιζόμαστε τον νομικό πολιτισμό μας; Η αναστολή ελευθεριών είναι μια «θεραπεία» τόσο τοξική που πρέπει να είναι αυστηρώς προσωρινή. Μπορεί η εξουσία, εξοπλισμένη με τις «ακίδες» της τεχνολογίας, να εισχωρήσει στο κύτταρο της ατομικής μας ελευθερίας ακριβώς όπως ο ιός με τις δικές του ακίδες προσβάλλει τα βιολογικά κύτταρα; Σε αυτά τα ερωτήματα καλείται να απαντήσει το συνταγματικό δίκαιο, χωρίς να υποκύπτει ούτε στον «συνταγματικό λαϊκισμό» αλλά ούτε και στον «συνταγματικό μιθριδατισμό».

Για περισσότερες πληροφορίες για το βιβλίο του Σπύρου Βλαχόπουλου: https://www.ianos.gr/sintagmatikos-mithridatismos-0496053

 

Η «επόμενη μέρα» του εθνικού και ευρωπαϊκού συνταγματισμού. Ερμηνευτικοί (ανα)στοχασμοί μετά την πανδημία (εκδ. Παπαζήση)

H διαχείριση της πανδημίας του Covid-19 έφερε στο προσκήνιο και μια πραγματική «πανδημία ερμηνειών» σχετικά με το Σύνταγμα, τους θεσμούς, τα δικαιώματα, τη δημοκρατία, καθώς και τη σχέση του Κράτους με την παγκοσμιοποίηση και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα ερωτήματα που αναδείχθηκαν στο δημόσιο διάλογο ήταν ποικίλα και προκλητικά. Διαταράχθηκε το Σύνταγμα από τους περιορισμούς που επιβλήθηκαν στα δικαιώματα και τη λειτουργία της δημοκρατίας; Επηρεάστηκε η αυτονομία της πολιτικής από την κυριαρχία των «ειδικών»; Πώς αντιμετωπίζεται η διεύρυνση των ανισοτήτων και πώς διατυπώνονται τα πολιτικά διλήμματα σε εποχές πανδημίας; Υποχωρεί πράγματι η παγκοσμιοποίηση και επιστρέφουν δυναμικά τα κυρίαρχα Εθνικά Κράτη; Επανέρχεται στο προσκήνιο ο παραδοσιακός κεϋνσιανισμός ή μήπως αναδύεται ένας παρεμβατισμός «νέου τύπου»; Πώς αξιολογείται η παρεμβατική δράση της ΕΕ και με ποιο τρόπο η αντιμετώπιση της κρίσης διέρχεται από την οικονομική και πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης; Η αποδόμηση των μύθων της «ερμηνευτικής πανδημίας» γίνεται η ευκαιρία να αναστοχαστούμε το αύριο του συνταγματισμού σε δύο επίπεδα: Πρώτον, επαναφέροντας την έννοια του Συντάγματος ως τεχνικής των αντιβάρων που επιτρέπουν το δημοκρατικό αυτοκαθορισμό ενάντια σε κάθε μορφή τυραννίας. Δεύτερον, ανακαλύπτοντας τις αρετές της αλληλέγγυας κοινωνίας του διαμοιρασμού και της ισότιμης συμμετοχής, όπου η «κοινωνική δημοκρατία» συναντά τα αμοιβαία ηθικά καθήκοντα των πολιτών.

 

Απόστολος Παπατόλιας:

Είναι Διδάκτωρ Δημοσίου Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Paris X – Nanterre και Σύμβουλος του ΑΣΕΠ. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και συνέχισε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στη Γαλλία. Απασχολήθηκε ως ερευνητής (1992-1995) του Γαλλικού Υπουργείου Έρευνας στο Κέντρο Θεωρίας του Δικαίου του Πανεπιστημίου της Nanterre. Το διδακτορικό του με τίτλο «Conception mecaniste etconception normative de la Constitution» δημοσιεύθηκε στην ευρωπαϊκή σειρά μελετών συνταγματικού δικαίου και πολιτικής επιστήμης Bibliotheque europeenne (Sakkoulas-Bruyant, 2000). Έχει διατελέσει Νομάρχης Μαγνησίας (2006-2010) και Γενικός Γραμματέας της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδας (2011-2014). Σήμερα διδάσκει στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης. Άλλα έργα του στα ελληνικά: «Συνταγματικές επιχειρηματολογίες για τη συνταγματική αναθεώρηση» (2001), «Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο» (2004), «Πολιτική και Διοίκηση. Προκλήσεις και Προοπτικές για την Ελλάδα του 21ου αιώνα» (2010), «Η αξιοκρατία ως αρχή & ως δικαίωμα» (2019).

Για περισσότερες πληροφορίες για το βιβλίο του Απόστολου Παπατόλια πατήστε: https://www.ianos.gr/i-epomeni-mera-tou-ethnikou-ke-efropekou-sintagmatismou-0498502

Η απόφαση Weiss II του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου: Η ερμηνευτική προσέγγιση του δικαστηρίου και το μέλλον της Ευρωζώνης

Μενέλαος Μαρκάκης, Επίκουρος Καθηγητής, Erasmus University Rotterdam Λέκτορας, Worcester College, Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης⃰

Η παρούσα συμβολή εστιάζει στην απόφαση Weiss II του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου (ΓΟΣΔ), με την οποία το δικαστήριο έκρινε ότι τόσο οι πράξεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) αναφορικά με το πρόγραμμα PSPP όσο και η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (ΔΕΕ) με την οποία κρίθηκε ότι το πρόγραμμα είναι νόμιμο ήταν ultra vires. Η ανάλυσή μας εκκινεί με την αρχή της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου και τη νομολογία του ΓΟΣΔ επί αυτής της θεματικής (ΙΙ). Ακολούθως, θα εξετάσουμε την νομολογία του ΔΕΕ επί των μέτρων νομισματικής πολιτικής που έχουν έως τώρα αχθεί ενώπιόν του, προκειμένου να αντιληφθούμε τα «εργαλεία» με τα οποία άσκησε τον έλεγχό του το ΓΟΣΔ αλλά και τις βασικές αιτιάσεις του για το πρόγραμμα PSPP (ΙΙΙ). Η ανάλυσή μας για την απόφαση του ΓΟΣΔ (IV) θα εστιάσει σε τρία βασικά σημεία της απόφασης: τον έλεγχο ultra vires (Α), την αρχή της μη νομισματικής χρηματοδότησης των ελλειμμάτων (Β) και το καθεστώς επιμερισμού των ζημιών και την συνολική δημοσιονομική ευθύνη του Bundestag (Γ). Θα επιχειρηματολογήσουμε ότι το ΓΟΣΔ προβαίνει σε μία ιδιάζουσα ερμηνεία της αρχής της αναλογικότητας που δεν έχει θέση στο ενωσιακό δίκαιο και ότι μάλιστα αποτυπώνει τόσο τις οικονομικές επιπτώσεις όσο και τις ασφαλιστικές δικλείδες που συνοδεύουν το πρόγραμμα PSPP από μία καθαρά δυτικοευρωπαϊκή (αν όχι γερμανική) οπτική γωνία. Τέλος, στην ενότητα IV θα αναλύσουμε το διατακτικό της απόφασης και την αντίδραση των ευρωπαϊκών θεσμών (Α), καθώς και το τι συνεπάγεται η απόφαση Weiss II για τις δράσεις της ΕΚΤ για την αντιμετώπιση της πανδημίας (Β). Θα επιχειρηματολογήσουμε ότι η «σύγκρουση» μεταξύ ΓΟΣΔ και ευρωπαϊκών θεσμών φαίνεται προς το παρόν να έχει αποφευχθεί, καθώς και ότι τόσο το ΔΕΕ όσο και το ΓΟΣΔ θα μπορούσαν βάσει της προγενέστερης νομολογίας τους να κρίνουν ότι το έκτακτο πρόγραμμα αγοράς στοιχείων ενεργητικού λόγω πανδημίας (πρόγραμμα PEPP) είναι σύμφωνο με το ενωσιακό δίκαιο.

 

προδημοσίευση από το περιοδικό ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ, τεύχος 4/2020