Author Archives: editor

Τεχνολογία και Δίκαιο

Αικατερίνα Παπανικολάου, ΔρΝ, Δικηγόρος, Μέλος στην ​Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών​

Στις 28 Αυγούστου – λίγες μόλις μέρες πριν, δηλαδή -, ο Elon Musk, ιδρυτής και ιθύνων νους της Neuralink παρουσίασε τις εξελίξεις ενός εκ των πλέον φιλόδοξων εγχειρημάτων της εταιρείας, απευθυνόμενος σε πραγματικό χρόνο, σε άπασα την ενεργή, διαδικτυακή κοινότητα. Το νεοσύστατο σχετικά εταιρικό σχήμα -ιδρύθηκε το 2017- αυτοπροσδιορίζεται ως «ομάδα εξαιρετικά προικισμένων συν-εταίρων»[1] και δραστηριοποιείται στο πεδίο σύζευξης του ανθρώπινου εγκεφάλου με προηγμένης τεχνολογίας ηλεκτρονικές συσκευές. Η περί ης ο λόγος παρουσίαση αφορά ένα είδος λειτουργικής διεπαφής εγκεφάλου – υπολογιστή (εφεξής: BCI – Brain Computer Interface -, όπως είναι ευρύτερα κατοχυρωμένος ο όρος στην επιστημονική ιδιόλεκτο) αποτελούμενης από ηλεκτρόδια, τοποθετημένα στην περιοχή του εγκεφάλου και περαιτέρω, διασυνδεδεμένα με ειδική «έξυπνη» συσκευή. Η συσκευή αυτή αποκωδικοποιεί με τη χρήση αλγορίθμων, την καταγεγραμμένη νευρική λειτουργία και τροφοδοτεί σε πραγματικούς χρόνους, με χρήσιμες πληροφορίες τη διαδικασία που υποστηρίζει πχ κίνηση τεχνητού μέλους. Οι πολλά υποσχόμενοι προορισμοί της λειτουργίας που παρουσίασε ειδικότερα ο Elon Musk αφορούν καταρχάς, τη βελτίωση ή θεραπεία ασθενειών που συνδέονται με τον εκφυλισμό της μνήμης, εγκεφαλικές δυσλειτουργίες, καταθλιπτικά επεισόδια κοκ. Σημειωτέον δε ότι πέραν των εγκεφαλικών δυσλειτουργιών, η χρήση ανάλογων διεπαφών για ιατρικούς σκοπούς άλλους -αφορώντες κατά κύριο λόγο, ακουστικά ή κινητικά εμφυτεύματα-, είναι ήδη γνωστή, εδώ και κάποια χρόνια. Εκεί όπου πλέον, εστιάζει η επιστημονική διερεύνηση είναι η δυνατότητα αποκωδικοποίησης νοητικών και συναισθηματικών διεργασιών, έτσι όπως οι τελευταίες αποτυπώνονται στα ηλεκτρόδια και οδεύουν προς τον «έξυπνο μηχανισμό».

Στις ιδιότητες του πρόσφατου καινοτόμου λειτουργικού της Neuralink -κατά την εισαγωγική παρουσίαση πάντα, του Musk και υπό την υπεραισιόδοξη οπτική του– περιλαμβάνεται και η δυνατότητα διαβίβασης δεδομένων από τον εγκέφαλο στη συσκευή, στο πλαίσιο μιας αλληλεπίδρασης, τουλάχιστον ανοίκειας σ’ αυτή την αντίστροφη εκδοχή της. Απώτατος στόχος πάντως του ευρηματικού σχεδιασμού της διεπαφής που σύστησε προσφάτως η Neuralink στη διεθνή επιστημονική κοινότητα είναι «η συμβολή του στην ανάπτυξη μιας συμβιωτικής σχέσης μεταξύ ανθρώπων και υπολογιστών προκειμένου οι λειτουργίες του ανθρώπινου εγκεφάλου να παραμείνουν “ανταγωνιστικές” σε σχέση με τις ανεξάντλητες δυνατότητες τής πολλά υποσχόμενης προελαύνουσας τεχνητής νοημοσύνης»[2].

Προϊόν διαφημιστικής προβολής στο πλαίσιο επίτευξης των βέλτιστων εμπορικών και επιχειρηματικών στόχων, επίτευγμα επιστημονικής υπεραξίας, στην υλοποίηση του οποίου συμποσούται ο ζήλος και η αφοσίωση επιστημόνων ταγμένων στην προοπτική διαρκούς βελτίωσης του ζην, αντανάκλαση ευσεβών πόθων του παρόντος σε ένα δυστοπικό ή οραματικό μέλλον, όπως εν πάση περιπτώσει, κι αν αντιλαμβάνεται κανείς την τρέχουσα εξέλιξη, ένα είναι βέβαιο: «ο θαυμαστός, καινούριος κόσμος»[3] είναι εδώ!

Εδώ είναι επίσης, η πραγμάτωση ενός ονείρου για τους ρέκτες της επιστημονικής φαντασίας και τους θιασώτες των τεχνολογικών επιτευγμάτων, όπως επίσης και ένας ακόμη εφιάλτης για τους ανησυχούντες και μηδέποτε καθεύδοντες υπερασπιστές των ατομικών δικαιωμάτων[4].

Ο νομικός προβληματισμός σε σχέση με τις «θαυμαστές» νέες τεχνολογίες αφορά προφανώς αποκλειστικά τα όρια χρήσης τους, σε συνδυασμό με τον κίνδυνο ενδεχόμενης κατάχρησής τους σε βάρος του εσώτερου πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ειδικότερα, οι ανησυχίες αφορούν τη διασφάλιση της ακεραιότητας δικαιωμάτων που σχετίζονται κατά βάση, με την ελευθερία της σκέψης και την προστασία της ιδιωτικότητας. Εντελώς επιγραμματικά -η παρούσα φιλόξενη στήλη δεν προσφέρεται άλλωστε, για εξαντλητική ανάπτυξη- αξίζει να επισημανθεί ότι ζητήματα φαίνεται να ανακύπτουν ως προς τα ακόλουθα δικαιώματα:

(α) το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα, όπως αυτό κατοχυρώνεται σε υπερεθνικό επίπεδο, τόσο στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής: ΕΣΔΑ – άρθρο 8 -), όσο και στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής: ΧΘΔ ΕΕ – άρθρο 7 -). Οι καταγραφές που προκύπτουν από τους διαβιβαστές–ηλεκτρόδια ή/και η σχετική επεξεργασία των βιομετρικών δεδομένων από τη λειτουργία και τη διάδραση των εγκεφαλικών συνάψεων περιλαμβάνονται ασφαλώς στο προστατευτέο πεδίο της ευαίσθητης ιδιωτικότητας. Τούτο σημαίνει ότι οποιαδήποτε απόκλιση ως προς την ακεραιότητα του δικαιώματος συζητείται μόνο υπό τις εξαιρετικές προϋποθέσεις της ΕΣΔΑ – και όχι πέραν του αναγκαίου μέτρου, όπως αυτό προσδιορίζεται στο πλαίσιο λειτουργίας της δημοκρατικής κοινωνίας.

(β) Το τεκμήριο της αθωότητας ως διακριτή συνιστώσα του δικαιώματος καθενός για δίκαιη δίκη και αποτελεσματική απονομή δικαιοσύνης (άρθρο 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και άρθρο 48 ΧΘΔ ΕΕ). Εδώ, ο αναφυόμενος προβληματισμός παραπέμπει στην αθέμιτη χρήση συσκευών ανίχνευσης ψεύδους και στον αποκλεισμό των τελευταίων από τον κατάλογο των αποδεκτών ανακριτικών μεθόδων. Ο περιορισμός συνδέεται κυρίως, με την ευρύτερη απαγόρευση επέμβασης στο forum internum του ατόμου και εξαναγκασμού ως προς την αποκάλυψη του ενδιάθετου φρονήματος, καθόσον τέτοιες μέθοδοι προσκρούουν ευθέως στην υπέρτερη υποχρέωση σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η αποκωδικοποίηση των δεδομένων που εισφέρουν οι υπό συζήτηση διεπαφές ενδέχεται να λειτουργεί ως πηγή ασύνειδης παροχής πληροφοριών. Οι αναλογίες με την παραβίαση του δικαιώματος στον σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας παραπέμπουν σε περιπτώσεις, όπου από τη συνδυαστική τεχνική και σημειολογική ερμηνεία των μηνυμάτων που διαβιβάζουν οι εγκεφαλικοί νευρώνες απορρέουν πληροφορίες δυνάμει ενοχοποιητικές για τον φορέα τους. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο εκθέτει σε κίνδυνο το δικαίωμα του διασυνδεδεμένου υποκειμένου σε δίκαιη δίκη. Ως εκ τούτου, υλικό που συλλέγεται μέσω εφαρμογών, όπως οι υπό συζήτηση διεπαφές, δε μπορεί να είναι αξιοποιήσιμο στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών.

(γ) Η ελευθερία της σκέψης (άρθρο 9 παρ. 1 ΕΣΔΑ και άρθρο 10 παρ. 1 ΧΘΔ ΕΕ). Εδώ ωστόσο, μένει να φανεί κατά πόσο η «αποκρυπτογράφηση» μηνυμάτων που θα λαμβάνονται από τους νευροδιαβιβαστές, θα διαθέτει χαρακτηριστικά προσομοιάζοντα προς το περιεχόμενο σκέψεων, απόψεων, αρεσκειών ή απαρεσκειών. Είναι γεγονός ότι η καρτεσιανή ταύτιση του δικαιώματος στην ελεύθερη σκέψη με την αλήθεια καθεαυτή[5] προϋποθέτει σαφή και κατηγορηματική αποτύπωση του ενδιάθετου φρονήματος. Υπό αυτή την έννοια, μοιάζει προς το παρόν, αρκετά δύσκολο να μπορεί κανείς να αξιολογήσει ανεπιφύλακτα ως αυθεντικές τις σκέψεις του υποκειμένου διά των ερμηνευτικών παραδοχών που προϋποθέτει κάθε διαμεσολαβημένη -μέσω των BCIs- ανάγνωση του πρωτογενούς περιεχομένου. Συνεπώς, ίσως οι φόβοι ειδικά για τη διακινδύνευση του δικαιώματος στην ελεύθερη σκέψη να είναι για την ώρα αν όχι πρώιμοι, πάντως ελλιπώς τεκμηριωμένοι. Με άλλα λόγια, η διαχείρισή τους μάλλον μπορεί να περιμένει.

Ο 21ος αιώνας φαίνεται να προοιωνίζεται αξιοσημείωτες δεύτερες ευκαιρίες για την ευαλωτότητα της ανθρώπινης συνθήκης. Όσο εταιρικά σχήματα επιδιώκουν να καινοτομούν, υπάρχει ελπίδα για τη διαμόρφωση νέου περιβάλλοντος, διευρυμένης ισότητας και δημοκρατικής πρόσβασης στα δικαιώματα και στα αγαθά του πολιτισμού μας, κυρίως, για μέλη του κοινωνικού συνόλου με οριακές δυσλειτουργίες, στο φάσμα των νευροκινητικών παραλυσιών, εκφυλιστικών, εγκεφαλικών βλαβών κοκ. Μια τέτοια συμπεριληπτική προοπτική είναι αυτονόητο ότι οφείλει να περιβληθεί τους αναγκαίους νομικούς τύπους προκειμένου να καταστεί ασφαλής σε σχέση με την οριοθέτηση δικαιωμάτων που άπτονται κατά βάση, της ιδιωτικότητας και των ελεύθερων διανοητικών διεργασιών. Ή αλλιώς, η διαμόρφωση επαρκούς και επικαιροποιημένου κανονιστικού πλαισίου είναι το σημείο εκκίνησης για τη σύζευξη τεχνολογίας και δικαίου.

Οτιδήποτε διαφορετικό τείνει προς την οργουελιανή δαιμονοποίηση της τεχνολογίας ή απλώς αναπαράγει φόβους για εικαζόμενα καφκικά αδιέξοδα. Στην εξελικτική πορεία του ανθρώπου, η στάθμιση υπήρξε πάντα sine qua non για την αφομοίωση των νέων δεδομένων. Όσο επικίνδυνη -αν όχι αφελής- είναι η εναπόθεση μεσσιανικών προσδοκιών στην τεχνολογία, άλλο τόσο ανιστόρητη είναι η φοβική άπωση ενώπιον κάθε novum. Τόσο η εγχώρια νομολογία, όσο και, κυρίως, η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαθέτουν ήδη επεξεργασμένη μεθοδολογία προς επίτευξη λεπτών και κρίσιμων ισορροπιών. Συνεπώς, η διαχείριση του κινδύνου -όταν και εφόσον προκύψει- είναι ζήτημα εφαρμογής εμπεδωμένης και αξιόπιστης τεχνογνωσίας.

Ο εν πολλοίς, προφητικός Κωνσταντίνος Ξενάκης είχε ήδη από την πρώιμη δεκαετία του 70 εκφράσει στα έργα του, με αναγνωρίσιμη καλλιτεχνική γλώσσα, τη βαθιά αγωνία του για την εκρηκτική ανάπτυξη της επιστήμης των υπολογιστών. Κυρίως, για την αντιστρόφως ανάλογη σχέση που διαφαινόταν μεταξύ πληθωριστικής διάχυσης της ψηφιακής πληροφορίας και ουσιαστικής ανθρώπινης επικοινωνίας[6]. Μοιάζει πια να βρισκόμαστε κοντά στην ημέρα που η τεχνολογία θα μπορεί πέρα από τις σωματοκινητικές, να υποκαταστήσει σε ικανοποιητικό βαθμό, ακόμη και πάσχουσες λειτουργίες του ανθρώπινου εγκεφάλου. Θα είχε ενδιαφέρον αν η αξιοποίηση μιας τέτοιας επιστημονικής υπεροπλίας επ’ ωφελεία της επικοινωνιακής εγγύτητας των πιο ευάλωτων, κατόρθωνε να διασκεδάσει – ίσως και αναιρέσει – την πρόδρομη, δυστοπική αγωνία του ευαίσθητου εικαστικού.

 

 

[1] Βλ. την εισαγωγική παρουσίαση της εταιρικής τους ταυτότητας: https://www.neuralink.com/about/

[2] BROWN (M.), Neuralink: “3 neuroscientists react to Elon Musk’s brain chip reveal” · διαθέσιμο in https://www.inverse.com/innovation/neuralink-neuroscientists

[3] William Shakespeare, Τρικυμία, Πέμπτη Πράξη, Α’ Σκηνή, Αθήνα, εκδ. Φέξη, 1913, μτφρ. Ι. Πολυλά, σελ. 51. Στο επιφώνημα αυτό της Μιράντας, κόρης του Πρόσπερο, οφείλει τον τίτλο του το κλασικό έργο του Aldus Huxley, Brave, New World, που κυκλοφόρησε το 1932 και ενώ ήδη ο συγγραφέας διέβλεπε την απειλή του δυστοπικού, ολοκληρωτικού κράτους. Βλ. ΧΑΞΛΕΫ (Α.), Θαυμαστός, καινούριος κόσμος, Αθήνα, Κάκτος, 1980 (μτφρ. Ε. Κυπραίου).

[4] Βλ. ενδεικτικά, KEMPER (C.), “Technology and Law going Mental – Threads and Threats of Brain-Computer Interfaces”, – διαθέσιμο in https://verfassungsblog.de/technology-and-law-going-mental/, KRAUSOVÁ (A.), “Legal aspects of Brain-Computer Interfaces”, Masaryk University Journal of Law and Technology, 2014, σελ. 199 επ. – διαθέσιμο in https://journals.muni.cz/mujlt/article/view/2655.

[5] JANET (P.), “La liberté de penser”, Revue des Deux Mondes, 1866, t. 65, σελ. 34 επ.

[6] ΒΑΡΔΑΚΗ (Έ.), «Με το βλέμμα του Κωνσταντίνου Ξενάκη», ΤΟ ΒΗΜΑ, 23.08.2020.

 

In memoriam Καλλιόπη Στουγιάννου*

*Η Καλλιόπη Στουγιάννου (1975-2017) υπήρξε εξαιρετική νομικός, ειδική επιστήμονας στον Συνήγορο του Πολίτη και από τις πλέον πείσμονες αγωνίστριες της σύντομης ζωής που αξιώθηκε. Στη μάχη που έδινε, αφότου προσβλήθηκε από αμυοτροφική πλευρική σκλήρυνση (ALS) και στην προσπάθειά της να παραμείνει επιστημονικά και εργασιακά ενεργή, μέχρι τις τελευταίες της ώρες, τεχνολογικές εφαρμογές ανάλογες των προπεριγραφόμενων, λειτούργησαν ως το πιο ισχυρό κίνητρο για να μην εγκαταλείψει τον ασύμμετρο αγώνα της. Παρέτειναν κατά κυριολεξία, το αληθινό «οξυγόνο» της ζωής της: την ανάγκη της για δημιουργία και δρώσα παρουσία.

 

Αναδημοσίευση από τα ΝΕΑ Σαββατοκύριακο 26-27 Σεπτεμβρίου 2020

Η Χρυσή Αυγή, τα κάστανα και η φωτιά

Νίκος Κ. Αλιβιζάτος, Ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Ο καθηγητής Μιχάλης Σταθόπουλος, ως υπουργός Δικαιοσύνης τότε, ήταν ο άνθρωπος που έβγαλε τα κάστανα από τη φωτιά προ ετών, όταν, επί κυβερνήσεως Σημίτη, καθιερώθηκε και σε μας ως ποινικό αδίκημα η σύσταση εγκληματικής οργάνωσης. Εύλογα συνεπώς επεσήμανε προχθές ότι, με την καταδικαστική απόφαση για τη Χρυσή Αυγή, δικαιώθηκε για δεύτερη φορά. Το 2001, θυμίζω, κάποιοι είχαν αποκαλέσει το νομοσχέδιό του «τρομονόμο». Και σε αυτό δεν είχε αντιταχθεί μόνον η Αριστερά: η μισή σχεδόν κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ είχε παρόμοιες αντιλήψεις, με αποτέλεσμα –πράγμα πρωτοφανές– ο νόμος να περάσει μόνο χάρη στις ψήφους της Νέας Δημοκρατίας.

Οπως είναι γνωστό, ο νόμος του 2001 εφαρμόστηκε για πρώτη φορά για τη δίωξη και καταδίκη της 17Ν. Και τότε, όπως και τώρα, είχαν απορριφθεί οι ενστάσεις για τη δήθεν αντισυνταγματικότητά του. Το 2010 πέρασε επιτυχώς και το τεστ του Στρασβούργου. Παρά ταύτα, το 2012, όταν υποστηρίχθηκε η άποψη ότι και η Χρυσή Αυγή πρέπει να αντιμετωπιστεί ως εγκληματική οργάνωση, υπήρξαν και πάλι αντιδράσεις. Προς τιμήν τους, από τον χώρο της ευρύτερης Αριστεράς, μόνον ο Δημήτρης Ψαρράς, στην «Εφημερίδα των Συντακτών», και ο καθηγητής Δημ. Χριστόπουλος τάχθηκαν ανοιχτά υπέρ εκείνης της άποψης. Και χρειάστηκε να δολοφονηθεί ο Παύλος Φύσσας, ένα χρόνο αργότερα, για να ασκηθεί δίωξη κατά του Ν. Μιχαλολιάκου και των άλλων μελών της Χρυσής Αυγής, για σύσταση, ένταξη και διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, από έναν θαρραλέο εισαγγελέα, τον κ. Χαρ. Βουρλιώτη.

Πού οφείλονται οι συνεχιζόμενες αντιδράσεις κατά του αδικήματος αυτού; Πώς εξηγείται η ηπιότερη μεταχείρισή του στον νέο Ποινικό Κώδικα (του 2019); Μήπως και η κατάργηση της στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων, ως παρεπόμενης ποινής, συνδέεται με τις επιφυλάξεις που γεννά η έννοια της εγκληματικής οργάνωσης;

Για να απαντηθούν τα ανωτέρω ερωτήματα, θα πρέπει προηγουμένως να ξεκαθαριστεί ποιο είναι το στοιχείο εκείνο του νέου αδικήματος που προκαλεί τις ισχυρότερες αντιδράσεις. Το στοιχείο αυτό, λένε οι ποινικολόγοι, είναι ο «πραγματοπαγής» χαρακτήρας αυτής της οργάνωσης, που τη διακρίνει από εκείνες που είναι δομημένες γύρω από την προσωπικότητα ενός ηγέτη, όπως οι απλές συμμορίες. Επιπλέον, η εγκληματική οργάνωση πρέπει να είναι «επιχειρησιακά» δομημένη και η δράση της να είναι «διαρκής». Ολα αυτά σημαίνουν προπάντων ότι, αν το δικαστήριο πεισθεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει συσταθεί εγκληματική οργάνωση, δεν χρειάζεται για τη θεμελίωση της ενοχής να αποδειχθεί ότι ο Χ/Μιχαλολιάκος είχε δώσει ρητή εντολή στον Ψ/Ρουπακιά να εκτελέσει το Φ/θύμα· αρκεί να προκύψει πέρα από κάθε αμφιβολία ότι ο πρώτος είναι αρχηγός και ο δεύτερος απλό έστω μέλος της οργάνωσης. Οπως έχει υποστηριχθεί, κάθε ξεχωριστό μέλος δεν χρειάζεται να γνωρίζει τα καθήκοντα των άλλων μελών· αρκεί, δρώντας ατομικά ή συλλογικά, όλοι μαζί, να αποβλέπουν στο να ενισχύσουν την αποτελεσματικότητά τους.

Είναι προφανές ότι, με αυτά τα χαρακτηριστικά, η απόδοση ευθυνών σε συγκεκριμένα άτομα για την εγκληματική δράση μιας οργάνωσης διευκολύνεται σημαντικά. Διότι, για τη δίωξη του Χ αρχηγού ως ηθικού αυτουργού δεν χρειάζεται να αποδειχθεί το κρίσιμο τηλεφώνημά του προς τον Ψ εκτελεστή και αυτουργό. Δεν ισχυρίζομαι ότι η εξάρθρωση της 17Ν και τώρα της Χρυσής Αυγής θα ήταν αδύνατη με τα εργαλεία του παραδοσιακού ποινικού δικαίου. Απλώς διατείνομαι ότι χωρίς τον νόμο του 2001 θα ήταν ακόμη πιο χρονοβόρα και πάντως πολύ δυσχερέστερη.

Δύο ειδών είναι οι ενστάσεις που εγέρθηκαν κατά των ανωτέρω: από τη μια, υποστηρίχθηκε ότι, με την έννοια της εγκληματικής οργάνωσης, καθιερώνεται μια μορφή συλλογικής ευθύνης. Γιατί ο φρουρός των κεντρικών γραφείων της οργάνωσης, ο οποίος διώκεται ως απλό μέλος, δεν είναι απαραίτητο να γνωρίζει ότι ο «συναγωνιστής» του, στην άλλη άκρη της Ελλάδας, ξυλοκοπά μέχρι θανάτου μετανάστες. Την ένσταση αυτή νομίζω ότι θα μπορούσε να προβάλει και ένας φιλελεύθερος νομικός, χωρίς να είναι απαραιτήτως αριστερός.

Από την άλλη, η Αριστερά εναντιώνεται στο νέο αδίκημα για πολιτικούς λόγους. Διότι φοβάται ότι, αργά ή γρήγορα, οι αντίπαλοί της θα το χρησιμοποιήσουν εναντίον της. Η εποχή –υποστηρίζουν– που οι πολίτες διώκονταν στη χώρα μας για τα φρονήματα και όχι για τις πράξεις τους δεν απέχει πολύ. Και μας θυμίζουν ότι, στη δεκαετία του 1950 αν όχι και του 1960, θύματα του εγκλήματος γνώμης δεν ήταν μόνον οι κομμουνιστές, αλλά και οι συγγενείς, οι φίλοι τους, καθώς και οι λεγόμενοι «συνοδοιπόροι».

Σε νομικό επίπεδο, νομίζω ότι και οι δύο αυτές ενστάσεις μπορούν εύκολα να αντικρουστούν. Διότι είναι προφανές ότι, αναγκαία προϋπόθεση για να εφαρμοσθεί εναντίον συγκεκριμένων προσώπων το άρθρο 187 Π.Κ. είναι «ενεργός» ένταξη, δηλαδή αποδεδειγμένη δράση. Κάτι που μόνος αρμόδιος να το εξακριβώσει είναι, σε τελευταία ανάλυση, ο ανεξάρτητος και αμερόληπτος δικαστής. Εκτός αν κάποιοι πιστεύουν ότι δεν υπάρχουν στη χώρα μας δικαστές που να μπορούν να κρίνουν απροκατάληπτα μια τόσο φορτισμένη υπόθεση. Μα είναι ποτέ δυνατόν σήμερα, με ζωντανό το παράδειγμα του Μιχαήλ Μαργαρίτη και της Μαρίας Λεπενιώτη, να υποστηρίζονται σοβαρά τέτοιες απόψεις;

Πολιτικά, η αντίκρουση είναι ακόμη ευχερέστερη: η ανοχή ταγμάτων εφόδου δεν είναι ένδειξη της δύναμης, αλλά της αδυναμίας μιας δημοκρατίας. Επαναλαμβάνω: δεν μιλάμε για τον διαδηλωτή που «ξεφεύγει», ούτε για τον έφηβο που παρεκτρέπεται, αλλά για τη βία ως αναπόσπαστο μέρος της καθημερινής δράσης μιας συλλογικότητας.

Μια τελευταία λέξη και για την κατάργηση της στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων. Δίχως άλλο, το άρθρο 59 του παλαιού Π.Κ., έτσι όπως ήταν διατυπωμένο, έπρεπε να αλλάξει. Διότι επέβαλλε την αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων, και μάλιστα εφ’ όρου ζωής, όλων όσοι καταδικάζονταν σε ισόβια, ανεξάρτητα από το αδίκημα που είχαν διαπράξει. Με άλλα λόγια, δεν εμπιστευόταν για αυτό το θέμα τον δικαστή. Από αυτό το σημείο, εν τούτοις, έως την πλήρη κατάργηση της στέρησης ως παρεπόμενης ποινής η απόσταση είναι μεγάλη. Το να μπορούν οι χρυσαυγίτες, αν και έγκλειστοι, να θέτουν υποψηφιότητα στις εκλογές νομίζω ότι θα συνιστούσε κραυγαλέα ανακολουθία για το δικαιικό μας σύστημα. Το ίδιο και η μη έκπτωσή τους, αν τυχόν είχαν τη βουλευτική ιδιότητα. Από αυτή την άποψη, νομίζω ότι ο κ. Στ. Κοντονής είχε δίκιο. Ενας νέος νόμος, που θα ισχύσει βέβαια για το μέλλον, θα πρέπει το ταχύτερο να αντιμετωπίσει αυτήν την τόσο εξευτελιστική για τη Δημοκρατία μας αντινομία.

Συνοψίζω: όσοι εναντιώνονται στον χαρακτηρισμό ως εγκληματικών οργανώσεων μορφωμάτων όπως η Χρυσή Αυγή, δηλαδή ομάδων που ως «υπαρξιακό» χαρακτηριστικό τους είναι η χρήση βίας, δεν έχουν πειστικά επιχειρήματα. Εγγύηση για την αποτροπή καταχρήσεων αποτελεί ο ανεξάρτητος και αμερόληπτος δικαστής, στον οποίο, όπως προβλέπει το Σύνταγμα, θα πρέπει επιπλέον να δοθεί η δυνατότητα να θέτει εκποδών από το πολιτικό παιχνίδι όσους καταδικάζονται αμετάκλητα για ορισμένα αδικήματα. Και για αυτό όμως θα πρέπει κάποιος να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά.

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Καθημερινή της Κυριακής 11.10.2020

Ο αγώνας κατά του νεοναζισμού συνεχίζεται …

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Με την ιστορική δικαστική απόφαση για την Χρυσή Αυγή, η οποία  δικαίωσε τις θέσεις των κορυφαίων εισαγγελικών λειτουργών που αντιμετώπισαν αρχικά την υπόθεση (Κουτζαμάνη, Βουρλιώτης, Ντογιάκος), η Δημοκρατία κέρδισε αναμφίβολα μια μεγάλη μάχη κατά του νεοναζισμού. Παράλληλα δε απέδειξε ότι ναι μεν είναι το πλέον ανεκτικό πολίτευμα, ακόμη και απέναντι σε ιδέες που την αμφισβητούν πλήρως, πλην όμως δεν είναι και αδύναμο, καθώς είναι σε θέση να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά, και χωρίς να παρεκκλίνει από τις αρχές του, κάθε οργανωμένη προσπάθεια για την ανατροπή του.

Η ποινική καταδίκη της Χρυσής Αυγής –για την οποία καθοριστικό ρόλο έπαιξε η δολοφονία του Παύλου Φύσσα αλλά και ο συγκλονιστικός αγώνας της μητέρας του– είναι θα λέγαμε η συνέχεια της πολιτικής καταδίκης της, στις τελευταίες εκλογές. Και αυτό δείχνει ότι η χώρα μας, παρά τις καταθλιπτικές συνέπειες της κρίσης, βρίσκεται σε αντίστροφη πορεία σε σχέση με άλλες  οικονομικά εύρωστες ευρωπαϊκές χώρες, όπου ανθούν κόμματα συγγενικά με την Χρυσή Αυγή…

Ωστόσο ο πόλεμος δεν τελείωσε. Ο αγώνας πρέπει να συνεχισθεί, χωρίς εφησυχασμούς και αφελείς –δήθεν φιλελεύθερες– απλουστεύσεις, σε δύο κυρίως μέτωπα:

Το πρώτο μέτωπο είναι ο αγώνας εναντίον της λήθης, σε σχέση με ό,τι συνέβαλε στην  άνοδο και στην στήριξη της Χρυσής Αυγής. Είναι αναμφίβολο ότι η εκκόλαψη του αυγού του φιδιού δεν υπήρξε κεραυνός εν αιθρία. Προεχόντως,  βρήκε πρόσφορο έδαφος στις συνθήκες κοινωνικής εξαθλίωσης, που επικράτησαν στη χώρα μας την τελευταία δεκαετία, με τεράστιες τις ευθύνες και τα λάθη τόσο του εγχώριου πολιτικοοικονομικού κατεστημένου όσο και της ιθύνουσας πολιτικής τάξης της Ευρωπαϊκής ‘Ενωσης, που δεν πρέπει επ’ουδενί να ξεχασθούν ή να επαναληφθούν. Ωστόσο υπήρξαν και άλλοι παράγοντες, που δεν πρέπει να υποτιμούμε:

Ο σημαντικότερος αφορά την μυωπική και καιροσκοπική στάση των δύο μεγάλων κομμάτων, τόσο διότι καλλιέργησαν –και δυστυχώς εξακολουθούν να καλλιεργούν– την ιδεολογία του «εσωτερικού εχθρού», δηλαδή την βιόσφαιρα του ολοκληρωτισμού, όσο και διότι αντιμετώπισαν συχνά την Χρυσή Αυγή υπό το πρίσμα ενός μικροπολιτικού μακιαβελισμού (με αποκορύφωμα την «θεωρία των δύο άκρων»), που δεν περιποιεί τιμή για την δημοκρατική τους ευαισθησία. Ταυτόχρονα δε αδικεί όχι μόνον την μεγάλη πλειονότητα των στελεχών και οπαδών τους αλλά και τις πράγματι θετικές πρωτοβουλίες τους (ιδίως επί κυβερνήσεως Σαμαρά-Βενιζέλου), που άνοιξαν τον δρόμο για την τελική καταδίκη της Χρυσής Αυγής.

Παράλληλα, όμως, πρέπει με λύπη να παρατηρήσουμε ότι η Χρυσή Αυγή απέκτησε πολύ εύκολα ισχυρά ερείσματα στο «βαθύ κράτος» των κατασταλτικών μηχανισμών. Και δεν αναφέρομαι μόνο στους γνωστούς θυλάκους των απροκάλυπτων προπαγανδιστών της στον στρατό και στην αστυνομία αλλά και στην ίδια την πολιτική δικαιοσύνη, η ηγεσία της οποίας, τα τελευταία χρόνια, δυστυχώς δεν έδειξε, για να το πούμε κομψά, τα απαραίτητα δημοκρατικά αντανακλαστικά (αδιαφορώντας, ενίοτε, ακόμη και για αποφάσεις που «παπαγάλιζαν» την ιδεολογία της Χρυσής Αυγής…). Δεν έμεινε άλλωστε απαρατήρητο, από τον Τύπο, ότι η Χρυσή Αυγή ψήφισε ευχαρίστως υπέρ της τοποθέτησης πρώην Προέδρου του Αρείου Πάγου σε θέση επικεφαλής Ανεξάρτητης Αρχής…

Επιπλέον, εξ ίσου θλιβερό είναι το ότι μέρος του γραπτού και ηλεκτρονικού Τύπου –και ιδίως οι επιφανέστεροι εκπρόσωποι του χυδαίου ή «κυριλέ» λαϊκισμού– χαριεντίζονταν για μεγάλο διάστημα με τα ηγετικά στελέχη της Χρυσής Αυγής, «ξεπλένοντάς» την, ενώ υπήρξαν και ΜΜΕ τα οποία, παρότι επικαλούνται ψευδεπιγράφως την «δημοκρατία» και διατηρούν στενούς δεσμούς με μέρος του πολιτικού προσωπικού αμφότερων των μεγάλων κομμάτων, υπήρξαν στην πραγματικότητα «συνοδοιπόροι» της Χρυσής Αυγής, καθώς δεν έπαυσαν να την στηρίζουν πολλαπλώς, με νύχια και με δόντια, κατακεραυνώνοντας ταυτόχρονα τους επικριτές της.

Το δεύτερο μέτωπο είναι ο αγώνας για την περαιτέρω θωράκιση της Δημοκρατίας.

Το αρχικό βήμα,  αυτονοήτως, πρέπει να είναι το ξεδόντιασμα των ως άνω ερεισμάτων της Χρυσής Αυγής στους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους (όχι βέβαια με κυνήγι μαγισσών αλλά μέσω της ανάληψης γενναίων νομοθετικών και διοικητικών πρωτοβουλιών, ώστε να επιβληθούν πλήρως, στο εσωτερικό τους,  οι αναγκαίες δημοκρατικές και δικαιοκρατικές εγγυήσεις). Ίσως δε η πρώτη πρωτοβουλία πρέπει να αφορά τα «Τάγματα Εθνοφυλακής», στα οποία απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή, διότι εκεί πλέον σπεύδουν αθρόα –ίσως για να είναι σε αγωνιστική ετοιμότητα…– οι εναπομείναντες χρυσαυγίτες.

Ωστόσο, το μείζον ζήτημα, από εδώ και πέρα, είναι η ενίσχυση των θεσμικών προγεφυρωμάτων της Δημοκρατίας.  Αυτό σημαίνει, με δεδομένες τις συνταγματικές μας διατάξεις ως προς τα κόμματα, ότι το βάρος πρέπει πλέον να πέσει σε εγγυήσεις του εκλογικού δικαίου, που θα αφορούν τόσο τους υποψηφίους όσο και τα κόμματα. Ειδικότερα:

Ως προς τους υποψηφίους –και παρά την ατυχή κατάργηση της στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων, ως παρεπόμενης ποινής,  στον Ποινικό Κώδικα– το Σύνταγμα δεν αποκλείει να προσδιορισθούν με τον εκλογικό νόμο συγκεκριμένα εγκλήματα, που να συνεπάγονται  στέρηση του δικαιώματος του εκλέγειν (και κατ’επέκτασιν του εκλέγεσθαι), υπό την απαραίτητη βέβαια προϋπόθεση να υπάρξει αμετάκλητη ποινική καταδίκη (άρθρα 51 παρ. 3 και 55 του Συντάγματος). Και φυσικά ανάμεσα στα εγκλήματα αυτά εξέχουσα θέση πρέπει αυτονοήτως να έχουν τα κακουργήματα  που αφορούν την ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος και την συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση (ανεξαρτήτως ποινής).

Ως προς τα κόμματα, θα επαναλάβω την πρόταση που είχα διατυπώσει ήδη από το 2013, με αποτέλεσμα να υποστώ άθλιες επιθέσεις από την Χρυσή Αυγή και από τα ψευδεπιγράφως «δημοκρατικά» φερέφωνά της. Με βάση το άρθρο 29 του Συντάγματος, που ορίζει, ως προς τα κόμματα,  ότι «η οργάνωση και η δράση τους οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος», επιβάλλεται να ψηφισθεί ένας εκτελεστικός νόμος που θα εξειδικεύσει το κανονιστικό περιεχόμενο αυτής της διάταξης. Στην συνέχεια, δε, πρέπει να προβλεφθεί ότι δεν θα είναι δυνατόν να ανακηρυχθούν από το αρμόδιο Α΄ Τμήμα του Αρείου Πάγου –και άρα να συμμετάσχουν στις εκλογές– ούτε κόμματα που έχουν κριθεί οριστικώς (ή, έστω, τελεσιδίκως), ως εγκληματική οργάνωση (όπως η Χρυσή Αυγή), ούτε νέα κόμματα  των οποίων η ηγεσία –και εν πάση περιπτώσει κάποιοι υποψήφιοι– έχουν καταδικασθεί οριστικώς (ή  τελεσιδίκως) για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση.

Συμπερασματικά, αυτό που προέχει, εφεξής, είναι μια κοινή στρατηγική όλων των δυνάμεων του δημοκρατικού τόξου, χωρίς κομματικές υστεροβουλίες και παλινωδίες. Μόνον έτσι μπορούν να φραγούν, ερμητικά και οριστικά, οι όποιες θεσμικές κερκόπορτες και να αποκλεισθεί από την πολιτική μας ζωή κάθε  νεοναζιστικό έκτρωμα που θα διανοηθεί να επιδιώξει στο μέλλον, με την οργάνωση και την δράση του, την ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος.

 

Δημοσιεύθηκε στα ΝΕΑ, 10 Οκτωβρίου 2020

Χρυσή Αυγή: οι συνταγματικές συνέπειες της καταδικαστικής απόφασης

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης ΕΑΠ

Με το άρθρο 59 του νέου Ποινικού Κώδικα καταργήθηκε ως παρεπόμενη ποινή η αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων. Έτσι η ποινική καταδίκη των ηγετικών στελεχών της Χρυσής Αυγής για συγκρότηση, διεύθυνση ή ένταξη σε εγκληματική οργάνωση κατά το άρθρο 187 ΠΚ, δεν συνεπάγεται την στέρηση του ενεργητικού και παθητικού εκλογικού δικαιώματος από τους καταδικασθέντες. Ο νέος Ποινικός Κώδικας (ν. 4619/2019) ψηφίστηκε τον Ιούνιο του 2019, ενώ ήταν γνωστό ότι το αργότερο το 2020 θα ολοκληρωνόταν η δίκη της Χρυσής Αυγής. Φαίνεται όμως ότι κανείς δεν συνεκτίμησε την παράμετρο αυτήν, που θα δικαιολογούσε μια μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα στην υιοθέτηση τόσο προωθημένων –στα όρια της αφέλειας- εκδηλώσεων ποινικού φιλελευθερισμού, τουλάχιστον κατά την παρούσα συγκυρία. Αρκεί να σημειωθεί ότι εφεξής ακόμη και οι καταδικασθέντες για εσχάτη προδοσία ή για τη νόθευση εκλογών θα μπορούν να ασκούν τα εκλογικά τους δικαιώματα. Ωστόσο, ανεξάρτητα από το ζήτημα των υποκειμενικών εκλογικών δικαιωμάτων των καταδικασθέντων πολιτικών στελεχών της Χρυσής Αυγής, η απόφαση της Τετάρτης έχει συνέπειες για το νομικό status του κόμματος αυτού. Μετά από την απόφαση αυτή, που έκρινε ότι το συγκεκριμένο κόμμα αποτελεί εγκληματική οργάνωση κατά το άρθρο 187 ΠΚ, ο Άρειος Πάγος οφείλει κατά τη γνώμη μου, χωρίς να χρειάζεται η έκδοση  αμετάκλητης απόφασης, να ανακαλέσει την έγκριση της ιδρυτικής του δήλωσης, στην οποία η Χρυσή Αυγή διαβεβαίωνε ότι η οργάνωση και η δράση της εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Αλλά ακόμη και αν δεν ανακληθεί η αποδοχή της ιδρυτικής της δήλωσης, μου φαίνεται αδιανόητο ότι μπορεί να εγκριθεί από τον Άρειο Πάγο τυχόν εκλογική δήλωση της Χρυσής Αυγής για τη συμμετοχή της στις επόμενες εκλογές. Σε περίπτωση δε που ιδρυθεί νέο κόμμα, για το οποίο υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι αποτελεί συνέχεια ή μεταμφίεση της Χρυσής Αυγής, θα πρέπει να απορριφθεί τόσο η ιδρυτική όσο και η εκλογική του δήλωση. Προτιμότερη και νομικά πιο ασφαλής είναι όμως η λύση που υπέδειξε ήδη από το 2013 ο Γ. Σωτηρέλης, δηλαδή η ρητή απαγόρευση συμμετοχής στις εκλογές ενός κόμματος η ηγεσία του οποίου έχει καταδικασθεί, έστω και πρωτοδίκως, για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση (βλ. τη μελέτη του, Αναζητώντας τις άμυνες της Δημοκρατίας απέναντι στους εχθρούς της, σε: constitutionalism.gr).

Η απαγόρευση αυτή, που αποτελεί ένα ηπιότερο μέτρο εν συγκρίσει προς τη δικαστική διάλυση των αντιδημοκρατικών κομμάτων που προβλέπεται στη Γερμανία (άρθρο 21 GG), στην Ισπανία (Ley Orgánica 6/2002) και αλλού, αφορά τον εκλογικό συνδυασμό του κόμματος στο οποίο συμμετέχουν τα καταδικασθέντα πολιτικά στελέχη, τα οποία, εφόσον διατηρούν τα εκλογικά τους δικαιώματα, θα μπορούν να λάβουν μέρος στις εκλογές, αλλά μόνον ως μεμονωμένοι υποψήφιοι. Υποστηρίζεται ότι μια τέτοια απαγόρευση προϋποθέτει αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση για τον χαρακτήρα του κόμματος ως εγκληματικής οργάνωσης κατά το άρθρο 187 ΠΚ (βλ. C. Yannacopoulos, L’ interdiction des partis politiques dans la jurisprudence de la Cour EDH: Le cas de l’Aube Dorée, σε: Y. Poirmeur, επιμ., La régulation des partis politiques, 2019, σ. 62 επ., όπου το θέμα αυτό ερευνάται και από τη σκοπιά του άρθρου 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ). Η συγκεκριμένη εκλογική απαγόρευση δεν αποτελεί όμως μια παρεπόμενη ποινή όπως η αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων κατά τα άρθρα 59 επ. του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα, η επιβολή της οποίας προϋποθέτει κατά το άρθρο 51 παρ. 3 Συντ. αμετάκλητη ποινική καταδίκη, αλλά μια κύρωση συνταγματικού δικαίου που αποσκοπεί στην εγγύηση του δημοκρατικού πολιτεύματος κατά το άρθρο 29 παρ. 1 Συντ.. Η κύρωση αυτή βασίζεται στο πολύ ισχυρό ενδεχόμενο, το οποίο έχει επιβεβαιωθεί κατ’ αρχήν από την πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση, ότι το κόμμα στο οποίο συμμετέχουν τα καταδικασθέντα πολιτικά στελέχη, είτε το αρχικό είτε το διάδοχό του, είναι επικίνδυνο για την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος κατά το άρθρο 29 παρ. 1 Συντ..

Μια τέτοια ρύθμιση μπορεί να συγκεντρώσει την ευρύτερη συναίνεση, όπως έγινε με το άρθρο 23 του ν. 4203/2013 για την αναστολή της κρατικής χρηματοδότησης κομμάτων των οποίων ο αρχηγός ή βουλευτές ή κεντρικά στελέχη διώκονται για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού ήδη υπάρχει καταδικαστική απόφαση με βάση το άρθρο 187 ΠΚ, ο αποκλεισμός ενός τέτοιου κόμματος από τις εκλογές αποτελεί στοιχειώδη προϋπόθεση για τη διενέργεια ελεύθερων εκλογών κατά το άρθρο 52 Συντ.: «Η ελεύθερη… εκδήλωση της λαϊκής θέλησης ως έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας, τελεί υπό την εγγύηση όλων των λειτουργών της Πολιτείας, που έχουν υποχρέωση να τη διασφαλίζουν σε κάθε περίπτωση». Με άλλα λόγια, ο κοινός νομοθέτης δεν δύναται απλώς, αλλά υποχρεούται να θεσπίσει απαγόρευση συμμετοχής της Χρυσής Αυγής και των επιγόνων της στις εκλογές. Από κει και πέρα, τίθεται και το γενικότερο ζήτημα της δυνατότητας αναγκαστικής (δικαστικής) διάλυσης των αντιδημοκρατικών κομμάτων ή της επιβολής άλλων κυρώσεων εναντίον τους (π.χ. διακοπή της κρατικής χρηματοδότησης), κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 29 παρ. 1 Συντ., δηλαδή με τη θέσπιση ενός νέου νόμου περί πολιτικών κομμάτων.

Χρυσή Αυγή: δεν αρκεί το Ποινικό Δίκαιο

Χ. Ανθόπουλος, Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης ΕΑΠ

Όλοι οι δημοκρατικοί πολίτες προσδοκούμε την Τετάρτη από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών μία απόφαση που θα επιβεβαιώσει αυτό που ήταν στην πραγματικότητα το ναζιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής: ένα πολιτικό κόμμα που λειτουργούσε ως εγκληματική οργάνωση κατά την έννοια του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα. Και εν αναμονή της απόφασης αυτής, οφείλουμε να αποδώσουμε τα εύσημα στον τότε Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπο Βουρλιώτη και στον τότε Εισαγγελέα Εφετών Ισίδωρο Ντογιάκο, που συγκέντρωσαν και συστηματοποίησαν όλο το υλικό το οποίο καταδεικνύει ότι η Χρυσή Αυγή ήταν μία εγκληματική οργάνωση υπό τον μανδύα πολιτικού κόμματος, που συνδύαζε στη δράση της τη νομιμότητα με την παρανομία και προωθούσε με συνέπεια την ενότητα μεταξύ της ναζιστικής θεωρίας και της εγκληματικής πρακτικής, ακολουθώντας πιστά το πρότυπο του ναζιστικού κόμματος του Χίτλερ (NSDAP) κατά την περίοδο 1925-1932.

Στην περίπτωση, όμως, της Χρυσής Αυγής και κάθε μελλοντικού νεοναζιστικού ή νεοφασιστικού  κόμματος, δεν αρκεί ο Ποινικός Κώδικας. Η άμυνα της δημοκρατίας απέναντι σε τέτοια κόμματα θα πρέπει να οργανωθεί πρωτίστως στο επίπεδο του συνταγματικού δικαίου, δηλαδή στη νομοθεσία περί πολιτικών κομμάτων και στην εκλογική νομοθεσία. Αντίθετα με ό,τι πιστεύεται, το ισχύον ελληνικό Σύνταγμα δεν είναι παθητικό και αδρανές απέναντι στα πολιτικά κόμματα που επιδιώκουν την καταστροφή των δημοκρατικών θεσμών. Αρκεί κανείς να διαβάσει, χωρίς τις δικαιολογημένες αλλά ξεπερασμένες πλέον προκαταλήψεις της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου, το άρθρο 29 παρ.1 του Συντάγματος για να αντιληφθεί αμέσως ότι η ελευθερία των πολιτικών κομμάτων δεν είναι απεριόριστη, αλλά οφείλει να ασκείται με σκοπό την «εξυπηρέτηση της ελεύθερης λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος» (βλ. Χ. Ανθόπουλος, Πολιτικά κόμματα και Δημοκρατία. Στοιχεία για μια επανερμηνεία του άρθρου 29 παρ.1 Συντ., σε: ΕφημΔΔ, 2/ 2015).

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η έννοια του «αντισυνταγματικού» κόμματος, δηλαδή του κόμματος που κινείται έξω από το πλαίσιο του άρθρου 29 παρ.1 Συντ., υφίσταται στο ελληνικό συνταγματικό δίκαιο, και ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του κοινού νομοθέτη η μεταχείρισή του, ανάλογα με την επικινδυνότητά του. Έτσι, για παράδειγμα, θα πρέπει να θεωρείται ως συνταγματικώς επιβεβλημένη, η απαγόρευση συμμετοχής στις εκλογές ενός κόμματος που λειτουργεί ως εγκληματική οργάνωση κατά το άρθρο 187 ΠΚ (πρβλ. με ειδική αναφορά στη Χρυσή Αυγή, C. Yannacopoulos, L’ interdiction des partis politiques dans la jurisprudence de la Cour EDH: Le cas de l’Aube Dorée, στον συλλογικό τόμο La régulation des partis politiques, επιμ. Y. Poirmeur, 2019), ενώ κατά τη γνώμη μου τίποτε δεν εμποδίζει και την πρόβλεψη της δικαστικής διάλυσής του. Σε κάθε περίπτωση, η συστηματική παραβίαση από ένα κόμμα των δημοκρατικών αρχών, έστω και εάν η δράση του δεν εμπίπτει στον ποινικό κώδικα, δικαιολογεί τον αποκλεισμό του από τη κρατική χρηματοδότηση κατά το άρθρο 29 παρ. 2 Συντ. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, αλλά με στάθμιση και του ενδεχόμενου κατάχρησης της σχετικής διαδικασίας, για την εξυπηρέτηση άλλων πολιτικών σκοπών, θα μπορούσε να αποδεσμευθεί και η πρόβλεψη της απαγόρευσης πολιτικών κομμάτων από την εμπλοκή τους σε πράξεις βίας.

Όλα αυτά μπορούν να γίνουν χωρίς αναθεώρηση του Συντάγματος, αρκεί ο κοινός νομοθέτης και οι δημοκρατικές πολιτικές δυνάμεις στο σύνολό τους να πάρουν επιτέλους στα σοβαρά το άρθρο 29 Συντ., το οποίο εδώ και 45 χρόνια παραμένει ουσιαστικά ανενεργό ως εγγύηση της Δημοκρατίας απέναντι στους θανάσιμους εχθρούς της.

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 6 Οκτωβρίου 2020

Το Σύνταγμα, τεύχος 4/2019

Περιοδικό “Το Σύνταγμα”

Περιεχόμενα τεύχους 4/2019 (pdf)

(ετήσια συνδρομή) 80.00

Υποβολή άρθρων στο tosyntagma@gmail.com,
οδηγίες προς συγγραφείς για μορφοποίηση κειμένων (pdf)

Η διαρκής πρόκληση της συνταγματικής αναθεώρησης των σχέσεων κράτους-εκκλησίας

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Με την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για την αναθεώρηση του άρθρου 3 του Συντάγματος (αλλά και των άρθρων περί ορκωμοσίας των βουλευτών και του ΠτΔ), τέθηκε για πολλοστή φορά επί τάπητος το ζήτημα του ανακαθορισμού των σχέσεων Κράτους-Εκκλησίας, το οποίο είναι, αναμφισβήτητα, ένα από τα πλέον επίμαχα που έχουν απασχολήσει τις έως τώρα συνταγματικές αναθεωρήσεις (πλην βέβαια της μονοθεματικής του 1986). Αυτό βέβαια δεν είναι, κατά την άποψή μου, διόλου συμπτωματικό. Δεν πρόκειται μόνο για το ότι οι σχετικές ρυθμίσεις αποτελούν έναν ιστορικό αναχρονισμό που πρέπει κάποια στιγμή να λήξει. Το χειρότερο είναι ότι οι ρυθμίσεις αυτές εφαρμόσθηκαν κατά καιρούς αλλά και εξακολουθούν, ακόμη και σήμερα, να εφαρμόζονται με έναν τρόπο που υπερακοντίζει κατά πολύ αυτό που θέλησε ο συνταγματικός νομοθέτης με βάση την ιστορική ερμηνεία.

Προδημοσίευση από το περιοδικό ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ 1-2/2020, Ειδικό διπλό τεύχος αφιέρωμα “Θρησκεία, Εκκλησία και Σύνταγμα”

Η συνταγματική εγγύηση της πανεπιστημιακής αστυνομικής εξουσίας

Φίλιππος Κ. Βασιλόγιαννης, Αναπληρωτής Καθηγητής Φιλοσοφίας του Δικαίου στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Η εισήγηση θα μπορούσε να έχει ως τίτλο: η συνταγματική εγγύηση του πανεπιστημιακού ασύλου: δεν τον έχει∙ προτείνει μάλιστα ο συγγραφέας την πλήρη εγκατάλειψη της έννοιας: πανεπιστημιακό άσυλο, διότι οι τρέχουσες χρήσεις της έχουν στο επίκεντρό τους μια δημοσιογραφική ή εκλαϊκευμένη μεν, αλλά νομικά εσφαλμένη αντίληψή της ως ετεροδικίας ή ως ενός πανεπιστημιακού (ουσιωδώς εκκλησιαστικού) αβάτου για τις διωκτικές αρχές, η οποία έχει πολύ μακρινή και εξ αγχιστείας (ίσως από έναν μεσαιωνικό γάμο εκκλησιαστικών και νομικών) εννοιολογική συγγένεια με τον ομώνυμο terminus technicus, οπωσδήποτε δε με την αντίληψή της ως σύγχρονης (νεωτερικής) συνταγματικής εγγύησης. Εν πάση περιπτώσει, η νηφάλια και εποικοδομητική πραγμάτευση του συνταγματικού ζητήματος (στο οποίο αυστηρά περιορίζεται η εισήγηση) μάλλον και αυτή απαιτεί την αντικατάσταση της έννοιας από την πολύ ακριβέστερη και ιδεολογικά καθόλου βεβαρημένη: πανεπιστημιακή αστυνομική εξουσία.

Διαβάστε τη μελέτη στο pdf 2020-UniversityPolice

Αντώνης Μανιτάκης, Στο λυκόφως της μεταπολίτευσης (Κείμενα της συνταγματικής συγκυρίας. Πριν, κατά και μετά τα Μνημόνια), Επίκεντρο 2020

Βιβλιοπαρουσίαση: Γιάννης Παπαδόπουλος, Αν. Καθηγητής Πανεπιστημίου Μακεδονίας
Κείμενα της συνταγματικής συγκυρίας, γραμμένα στο Λυκόφως της Μεταπολίτευσης. Άρθρα στον τύπο και μελέτες για τα εκφυλιστικά και παρακμιακά συμπτώματα του πολιτικού συστήματος, για τη ματαιοπονία των αναθεωρήσεων, αλλά και για την εντυπωσιακή, παρά την κρίση, ανθεκτικότητα του Συντάγματος. Ο ελληνικός συνταγματισμός συνομίλησε, εν μέσω Μνημονίων, αντιτέθηκε στο ρεύμα, με διαλλακτικότητα και ηπιότητα με τον ευρωπαϊκό και παγκόσμιο συνταγματισμό. Δεν άντεξε απλώς, προσαρμόστηκε.
Το ίδιο προκύπτει και από τις συνταγματικές μελέτες του τόμου: για τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας, για τα θέματα της βιοηθικής και βιοτεχνολογίας, για το δικαίωμα στη ζωή, στην αναπαραγωγή και τεκνοποιία, για την αντιμετώπιση της μετανάστευσης, για τα δικαιώματα των ψυχασθενών, για την πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης. Τη στιγμή που το ατέλειωτο λυκόφως της Μεταπολίτευσης μας αφήνει κατακλυσμένους από αισθήματα πολιτικής μελαγχολίας και απογοήτευσης, φουντώνει μέσα μας η προσδοκία ενός Μετα-μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Περιεχόμενα

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
– Η προϊούσα παρακμή της Μεταπολίτευσης
– Η ματαιοπονία των αναθεωρήσεων απέναντι στη συνταγματική πραγματικότητα των άτυπων τροποποιήσεων του Συντάγματος
– Βιοηθική και Σύνταγμα
– Θρησκεία και Σύνταγμα
– Διάφορα άλλα, συνταγματικά και μη
– Ευρωπαϊκή ενοποίηση και Ευρωσύνταγμα
– Επίμετρο: Και μετά το λυκόφως, η αμυδρά ελπίδα μιας μετα-Μεταπολίτευσης

Επιμέλεια έκδοσης: Δήμητρα Ασημακοπούλου, Γιάννης Κοτσιφός

Βιβλιοκρισία: Γιάννης Παπαδόπουλος, Αν. Καθηγητής Πανεπιστημίου Μακεδονίας

 Η διαπλαστική διασύνδεση του Συντάγματος με την ευρωπαϊκή,  την υπερεθνική και την διεθνική έννομη τάξη

Ένα από τα πιο πρωτότυπα και χρήσιμα συμπεράσματα του βιβλίου είναι αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε η νοηματική «πλαστικότητα» του Συντάγματος. Πρόκειται για την διαρκή του προσαρμοστικότητα όσον αφορά όχι μόνο τα νοήματα που εμπεριέχει, αλλά και την ίδια την κανονιστική του υφή, η οποία δεν μένει καθηλωμένη και χαραγμένη στο μάρμαρο, αλλά αγκαλιάζει ευέλικτα τις κινήσεις της πραγματικότητας και τους προσδίδει χαρακτήρα κανονικότητας, η οποία, με τη σειρά της, εξασφαλίζει σταθερότητα και κανονιστικό κύρος στη νομοθετική πραγματικότητα. Αυτός ο πορώδης και ελαστικός χαρακτήρας του αναδυόμενου συνταγματισμού της εποχής μας κατάφερε να υποδεχθεί, χωρίς να κονιορτοποιηθεί, ακόμα και το «καινοφανές και ιδιότυπο σύμπλεγμα κανόνων αναφοράς του ενωσιακού, του διεθνικού και του εθνικού δικαίου».

Διαβάστε την βιβλιοκριτική στο pdf

[αναδημοσίευση από Athens review of books, Τεύχος 122, Νοέμβριος 2020]

Σπύρος Βλαχόπουλος, Συνταγματικός μιθριδατισμός, Οι ατομικές ελευθερίες σε εποχές πανδημίας, Ευρασία 2020

Μπορεί η αναστολή θεμελιωδών δικαιωμάτων για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού να απειλήσει την «υγεία» της Δημοκρατίας; Ο «συνταγματικός μιθριδατισμός» αναφέρεται στον κίνδυνο να ανεχτούμε τους όποιους περιορισμούς των δικαιωμάτων μας και μετά το τέλος των έκτακτων περιστάσεων. Διότι ακόμη και μετά την πάροδό τους, υφίσταται ο κίνδυνος να συνεχιστούν ή και να εντατικοποιηθούν περιορισμοί ατομικών ελευθεριών, όπως της ιδιωτικής ζωής μας, με τη χρήση των νέων υπερσύγχρονων τεχνολογικών εφαρμογών. Πώς υπερασπιζόμαστε τον νομικό πολιτισμό μας;

 

Η αναστολή ελευθεριών είναι μια «θεραπεία» τόσο τοξική που πρέπει να είναι αυστηρώς προσωρινή. Μπορεί η εξουσία, εξοπλισμένη με τις «ακίδες» της τεχνολογίας, να εισχωρήσει στο κύτταρο της ατομικής μας ελευθερίας ακριβώς όπως ο ιός με τις δικές του ακίδες προσβάλλει τα βιολογικά κύτταρα; Σε αυτά τα ερωτήματα καλείται να απαντήσει το συνταγματικό δίκαιο, χωρίς να υποκύπτει ούτε στον «συνταγματικό λαϊκισμό» αλλά ούτε και στον «συνταγματικό μιθριδατισμό».

 

Το παράνομο γίνεται αμέσως. Για το αντισυνταγματικό

χρειαζόμαστε λίγο χρόνο παραπάνω.

Henry Kissinger

Καταχώρηση: 28-09-2020     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Η έννοια του «δικαστηρίου κράτους μέλους» κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ στην πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου: judicial passivism, ορθολογική νομολογιακή εξέλιξη ή δογματική συνέπεια;

Eυγενία Πρεβεδούρου, Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Με την απόφαση της μείζονος σύνθεσης του Δικαστηρίου της Ένωσης της 21ης Ιανουαρίου 2020, C-274/14, Banco de Santander SA, το Δικαστήριο φαίνεται να εγκαταλείπει τη μαξιμαλιστική νομολογία του όσον αφορά τον χαρακτηρισμό κρατικών οργάνων που υπέβαλαν προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία και το κύρος του κοινοτικού δικαίου ως «δικαστηρίων». Αν και παρατηρούνται διακυμάνσεις στη σχετική νομολογία, η απόφαση Banco de Santander SA συνιστά σαφή μεταστροφή.

 

Απόφαση ΑΠΔΠΧ 32/2020 [Αναγραφή χαρακτηρισμού διαγωγής στους τίτλους και στα πιστοποιητικά σπουδών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Απαλλαγή από την παρακολούθηση του μαθήματος των Θρησκευτικών]

Η Αρχή κατόπιν καταγγελίας έκρινε ότι α) για την απαλλαγή από την υποχρέωση παρακολούθησης του μαθήματος των Θρησκευτικών αρκεί η δήλωση ότι λόγοι συνείδησης δεν επιτρέπουν τη συμμετοχή του μαθητή στο μάθημα των Θρησκευτικών και β) η αναγραφή του χαρακτηρισμού της διαγωγής στους τίτλους και τα πιστοποιητικά σπουδών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης δεν είναι νόμιμη διότι δεν συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 5 του ΓΚΠΔ.

Η Δημοκρατία και ο λόγος των ειδικών

Αναστάσιος Παυλόπουλος, Δικηγόρος, Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου

Η σχέση του λόγου των ειδημόνων και του πολιτικού-πλειοψηφικού λόγου προβάλλεται σε δύο επίπεδα: ένα πολιτειολογικό και ένα πολιτικό. Το πρώτο συνδέεται με την πολιτική φιλοσοφία και έχει να κάνει με την πανάρχαια συζήτηση ως προς το εάν μία πολιτεία πρέπει να κυβερνάται από τους πολλούς (αν θα ισχύει το «εν μέρει άρχεσθαι και άρχειν» κατά τη ρήση του Αριστοτέλη) ή από τους σοφούς (από τους «βασιλικούς άνδρες» της πλατωνικής Πολιτείας).

Το δεύτερο εντοπίζεται εντός του ισχύοντος δημοκρατικού πολιτεύματος και έχει να κάνει με το ζήτημα ποιος λόγος είναι πρωταρχικός στη δημοκρατία, ο πολιτικός-πλειοψηφικός λόγος ή ο επιστημονικός λόγος; Για το σημαντικό αυτό θέμα προτείνονται οι ακόλουθες σκέψεις:

Στη δημοκρατία, το ερώτημα του απόλυτα ορθού παραμένει αενάως ανοιχτό, έγραφε ο Δ. Τσάτσος. Όποια και αν υπήρξε η πρόοδος της επιστήμης, η αδυναμία του ανθρώπου να προσδιορίσει στα μεγάλα θέματα της κοινωνικής ζωής το απόλυτα ορθό πολιτικό δέον, δεν έχει ξεπεραστεί (Δ. Τσάτσος, Πολιτεία,2010, σ. 377-378). Η θέση αυτή πρακτικά σημαίνει ότι τα μεγάλα κοινωνικοπολιτικά προβλήματα δεν επιδέχονται μονοσήμαντης απάντησης και πάντως δεν επιδέχονται μονοσήμαντης απάντησης περιβεβλημένης την περιωπή της επιστημονικής αυθεντίας. Στη δημοκρατία τα μεγάλα προβλήματα επιλύονται επί τη βάσει των πολιτικών-πλειοψηφικών επιλογών, ακόμα και εάν αυτές είναι εσφαλμένες για τον εκάστοτε ειδικό ή γνωσιοκράτη. Οποιαδήποτε απαίτηση κατίσχυσης του λόγου των ειδικών έναντι του πολιτικού-πλειοψηφικού λόγου δεν οδηγεί παρά σε μία συνειδητή σχετικοποίηση της αξίας της δημοκρατικής αρχής.

Ερωτάται, περαιτέρω, ποια είναι τελικά η θέση του επιστημονικού λόγου σε μία δημοκρατία. Ναι μεν η ευθύνη των πολιτικών επιλογών ανήκει στην πλειοψηφία, ωστόσο, πρέπει να δεχτούμε ότι στο σύγχρονο «τεχνοκρατικό» ιστορικό πλαίσιο, η πολιτική εξουσία δεν μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις αγνοώντας τους κινδύνους που επισημαίνει ο επιστημονικός λόγος. Ο λόγος των ειδικών, με άλλα λόγια, αποτελεί ουσιώδες κριτήριο λήψεως πολιτικών αποφάσεων, ενδεχόμενος δε άκριτος παραμερισμός του θα μπορούσε να οδηγήσει σε επίταση της πολιτικής ευθύνης των ιθυνόντων. Από την άλλη μεριά, ο επιστημονικός λόγος που διεκδικεί να διατηρεί την αξιοπιστία του δεν μπορεί να αποδέχεται να λειτουργεί, λόγω του κύρους του, ως προκάλυμμα νομιμοποίησης αμφιλεγόμενων πολιτικών αποφάσεων.

Αν τώρα στη θέση των ειδικών τοποθετήσουμε την επιτροπή λοιμωξιολόγων του Υπουργείου Υγείας, μπορούμε ευχερώς να συνάγουμε ορισμένα συμπεράσματα για τον ρόλο και την ευθύνη των επιστημόνων για την αντιμετώπιση της πανδημίας τόσο στην πρώτη όσο όμως και στην παρούσα, δεύτερη, φάση της…

Aναδημοσίευση από την Εφημερίδα των Συντακτών 18/08/2020

 

 

Γιατί η ευθύνη είναι πρωτίστως κρατική

Αναστάσιος Παυλόπουλος, Δικηγόρος, Διδάκτωρ Νομικής Α.Π.Θ.

Στην παρούσα συγκυρία της πανδημίας του κορωνοϊού, αναδύθηκε ως μέρος του πολιτικού-εξουσιαστικού λόγου μία «ξεχασμένη» έννοια, εκείνη της ατομικής ευθύνης. Έννοια με βαθύτατες κοινωνικοφιλοσοφικές ρίζες, εγγράφεται στο λεξιλόγιο του πρώιμου φιλελευθερισμού ως υποχρέωση του ατόμου για κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, συμπλέκεται με την κρατική ευθύνη για προστασία των αδυνάμων στο πλαίσιο του κοινωνικού κράτους και ανάγεται σε ακρογωνιαίο λίθο της «ιδεολογικής» δομής του νεοφιλελευθερισμού, προκειμένου να δικαιολογηθεί η «απόσυρση» του κράτους από τον στίβο της κοινωνικής προστασίας.

Η επίκληση της ατομικής ευθύνης στο πλαίσιο της κρατικά οργανωμένης κοινωνίας δεν μπορεί παρά να αποτελεί υπόμνηση του διαρκούς καθήκοντος εγρήγορσης του υπεύθυνου και συνειδητού πολίτη για την πορεία του κοινωνικού συνόλου. Η ατομική ευθύνη αντανακλά τη συνεπίγνωση ότι οι ενέργειες του ενός έχουν συνέπειες στο σύνολο και τελικά και στα μέλη που το αποτελούν∙ ότι οι ενέργειες του ενός δεν είναι αδιάφορες από την προσπάθεια επίτευξης ενός στόχου, που είναι προς όφελος γενικά της κοινωνίας. Κρίσιμη είναι η παρατήρηση ότι η ευθύνη αυτή αναπτύσσεται ως υποσύνολο της κρατικής-συλλογικής ευθύνης ή, με άλλα λόγια, αναπτύσσεται εντός του κανονιστικού πλαισίου που θέτουν τα αρμόδια κρατικά όργανα.

Η θέση αυτή πρακτικά σημαίνει ότι για τον περιορισμό της εξάπλωσης του κορωνοϊού, η πρώτιστη ευθύνη ανήκει στο κράτος, το οποίο οφείλει να λάβει προληπτικά μέτρα (π.χ. μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης). Η ευθύνη του κράτους συνεχίζεται στον έλεγχο της τήρησης των μέτρων αυτών μέσω των αρμοδίων αστυνομικών ή άλλων οργάνων. Από το σημείο, όμως, αυτό και μετά εκκινεί η ατομική ευθύνη. Διότι δεν είναι δυνατόν να επιτηρείται κάθε πολίτης ξεχωριστά. Έτσι, όταν, για παράδειγμα, το κράτος έχει θέσει ως δεσμευτικό κανόνα την τήρηση αποστάσεων και τη χρήση της μάσκας, είναι και θέμα ατομικής ευθύνης κάθε πολίτης ξεχωριστά να τηρεί τα μετρά αυτά συναισθανόμενος ότι συμβάλλει σε μία συλλογική προσπάθεια.

Από την άλλη μεριά, δεν μπορεί να εγείρεται ζήτημα ατομικής ευθύνης, όταν απουσιάζει το απαιτούμενο κρατικό πλαίσιο ρύθμισης μιας κατάστασης ή πολλώ δε μάλλον, όταν η πολιτεία επιχειρεί να μεταθέσει τις ευθύνες για την αντιμετώπιση μιας κρίσιμης και έκτακτης κατάστασης στον πολίτη, για να δικαιολογήσει δικές της παραλείψεις. Εκτός και αν θελήσουμε να προσεγγίσουμε την ατομική ευθύνη μακριά από τη μήτρα του σύγχρονου δημοκρατικού-παρεμβατικού κράτους…

Aναδημοσίευση από την Εφημερίδα των Συντακτών

Η έμφυλη διάσταση στον συνταγματισμό του μεσοπολέμου: Η υπόθεση της Αγνής Ρουσοπούλου ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας

Ευαγγελία Αγγέλκου, Ασκούμενη Δικηγόρος,Φοιτήτρια του ΠΜΣ Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου (1919-1939) η βασική τομή που συντελέστηκε σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο (1887-1920) είναι η συνειδητοποίηση από πλευράς των γυναικών ότι για την επίτευξη των στόχων του φεμινιστικού κινήματος είναι απαραίτητος ένας συλλογικός αγώνας. Για τον λόγο αυτό, οι φεμινίστριες του Μεσοπολέμου προσπαθούν μέσα από την οργάνωσή τους σε σωματεία, αλλά και μέσω της αρθρογραφίας τους σε φεμινιστικά περιοδικά, να παρακινήσουν τις υπόλοιπες γυναίκες, ώστε να ξεφύγουν από τα στεγανά του ατομικισμού και να συσπειρωθούν σε έναν αγώνα υπέρ των δικαιωμάτων τους. Έτσι, κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου στην Ελλάδα τίθενται οι βάσεις του γυναικείου κινήματος, καθώς τότε είναι που παγιώνεται το αίτημα της ισοπολιτείας των γυναικών. Προτεραιότητα δεν είναι πλέον μόνο η οικονομική χειραφέτηση, αλλά και η πολιτική.