Author Archives: editor

Η πανδημία και η αναχώρηση του δικαίου II

Ιφιγένεια Καμτσίδου, Αν. καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Σχολής Α.Π.Θ.

Πέραν της υγειονομικής διάστασής της, η πανδημία Covid-19 έφερε στο προσκήνιο εξαιρετικά κρίσιμα ζητήματα για τη συνταγματική δημοκρατία στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Οι κυβερνήσεις, για να αναχαιτίσουν την εξάπλωση της νόσου, συγκέντρωσαν στα χέρια τους την άσκηση της νομοθετικής εξουσίας και έλαβαν μέτρα που επέφεραν σοβαρά πλήγματα στο σύστημα των ελευθεριών και των δικαιωμάτων. Είναι αλήθεια ότι η λειτουργία των αντιπροσωπευτικών σωμάτων δεν αναστάλθηκε, υποβαθμίστηκε ωστόσο ουσιαστικά, προσαρμοζόμενη στις έκτακτες υγειονομικές συνθήκες, ενώ ενισχύθηκε η προϋπάρχουσα τάση διάβρωσης της δημοκρατίας, με την υποβάθμιση ιδίως ενός από τα συγκροτητικά στοιχεία της, της αυτονομίας: με αφορμή την αντιμετώπιση της έκτακτης υγειονομικής περίστασης, οι κρίσιμες αποφάσεις ανατέθηκαν και πάλι στους τεχνοκράτες, με αποτέλεσμα το δίκαιο να μην έχει την πρωτοκαθεδρία στη ρύθμιση της κοινωνικοπολιτικής ζωής και οι κανόνες που πλαισιώνουν τη συμβίωσή μας να εκπηγάζουν από την αυθεντία των ειδικών.

Διαβάστε τη μελέτη στο pdf

Υπό δημοσίευση σε ΔτΑ 3/2020

Καρλσρούη κατά Λουξεμβούργου και Φραγκφούρτης: Γερμανία κατά Ευρώπης; Σκέψεις με αφορμή την απόφαση του γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της 5ης Μαΐου 2020

Τζούλια Ηλιοπούλου-Στράγγα, Ομότιμη Καθηγήτρια Νομικής Σχολής Αθηνών

Με τη συγκρουσιακή και πρωτόγνωρη για τη μέχρι σήμερα στάση του απέναντι στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) απόφαση της 5ης Μαΐου 2020, η οποία αφορούσε τη νομιμότητα αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) σχετικά με πρόγραμμα για αγορά κρατικών ομολόγων στις δευτερογενείς αγορές, το γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο (Bundesverfassungsgericht = BVerfG) αρνούμενο για πρώτη φορά στην ιστορία του, και μάλιστα ρητώς, να συμμορφωθεί με απόφαση του ΔΕΕ, την οποία θεωρεί αντίθετη προς το γερμανικό Σύνταγμα, κλείνει με τρόπο απότομο, αλλά, όπως θα καταδειχθεί, όχι απρόσμενο ένα «διάλογο» με το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης που είχε ξεκινήσει ήδη τη δεκαετία του ’70. Αν ο διάλογος αυτός υπήρξε στην αρχή εποικοδομητικός, διότι είχε θετική επίδραση στην εξέλιξη της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), με τη συγκεκριμένη απόφαση το BVerfG διακινδυνεύει όχι μόνο να θέσει σε κίνδυνο το Ευρώ και την Ευρωζώνη, αλλά και να κλονίσει τα θεμέλια του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

(*) Το παρόν άρθρο αφιερώνεται, αντί συμβολής της συγγραφέως στον Τιμητικό του Τόμο, στον Αντώνη Μανιτάκη, διακεκριμένο επιστήμονα, ο οποίος έχει ασχοληθεί σε πολλά έργα του με το ζήτημα της σχέσης του Συντάγματος με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Aναδημοσίευση από την ΕφημΔΔ 2/2020,

Διαβάστε το πλήρες κείμενο στο pdf

 

 

Διάγραμμα

Α. Εισαγωγή

Β. Η εξελικτική πορεία των σχέσεων του γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου με το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Γ. Η μετωπική σύγκρουση του γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου με το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

  1. Η απόφαση του γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της 5ης Μαΐου 2020
  2. Το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της απόφασης της 5ης Μαΐου 2020
  3. Η τρίτη μετωπική σύγκρουση ανωτάτου εθνικού δικαστηρίου με το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Δ. Τα «ενωσιακά» όρια των αρμοδιοτήτων του γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου υπό το πρίσμα της κατανομής αρμοδιοτήτων

  1. Η στρατηγική του γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου για τον έλεγχο των αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σχετικά με το Πρόγραμμα PSPP
  2. Η θεμελίωση της αρμοδιότητάς του από το γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο
  3. Κριτικές παρατηρήσεις σε σχέση με την αρμοδιότητα του γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου να αποφαίνεται επί του κύρους πράξεων ενωσιακών οργάνων
  4. Η εναλλακτική λύση για το γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο: η θέση νέου προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Ε. Η έωλη κρίση του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου περί μη τήρησης της αρχής της αναλογικότητας από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

  1. Το νομικό πλαίσιο σε σχέση με την κατανομή αρμοδιοτήτων
  2. Η θεμελίωση από το γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο της προσβολής της αρχής της αναλογικότητας από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
  3. Ο έλεγχος του γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου του από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης πραγματοποιηθέντος ελέγχου της απόφασης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για το Πρόγραμμα PSPP
  4. Η αναγνώριση από το ίδιο το γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο της αρμοδιότητάς του να κρίνει αυτοτελώς τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για το Πρόγραμμα PSPP και ο καθορισμός των προϋποθέσεων για την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας ενός Προγράμματος αγοράς ομολόγων
  5. Κριτικές παρατηρήσεις σε σχέση με την κρίση του γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου περί μη τήρησης και περί μη ελέγχου της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας

ΣΤ. Τα συνταγματικά όρια των αρμοδιοτήτων του γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου ως προς τον έλεγχο ενεργειών ανωτάτων εθνικών οργάνων οι οποίες άπτονται της ευρωπαϊκής ενοποίησης

  1. Η θεμελίωση του παράνομου χαρακτήρα των ενεργειών της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης και της Ομοσπονδιακής Βουλής
  2. Κριτικές παρατηρήσεις σε σχέση με την έκταση της αρμοδιότητας του γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου να ελέγχει ενέργειες άλλων ανωτάτων οργάνων του Κράτους

Ζ. Οι αντιδράσεις των ευρωπαϊκών οργάνων και η υπεράσπιση της απόφασης από τους δικαστές μέσω του Τύπου

  1. Οι αντιδράσεις των ευρωπαϊκών οργάνων
  2. Η υπεράσπιση της απόφασης από τους δικαστές μέσω του Τύπου

Η. Οι συνέπειες της απόφασης του γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου και οι προοπτικές επίλυσης της σύγκρουσης

  1. Οι επιπτώσεις της απόφασης και οι προοπτικές επίλυσης της σύγκρουσης για τη Γερμανία
  2. Οι επιπτώσεις της απόφασης και οι προοπτικές επίλυσης της σύγκρουσης για την Ευρωπαϊκή Ένωση

Θ. Αντί επιλόγου

 

Ευρωπαϊκό δίκαιο και το Πολιτικό: η απόφαση Weiss του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας

Αντώνης Μεταξάς, Επικ. Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Επισκ. Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Βερολίνου

Tο Δικαστήριο της Καρλσρούης υπορρήτως διατυπώνει ή μάλλον κατ’ αποτέλεσμα εξασκεί στην Weiss, μια διττή κυριαρχική αξίωση: α) την αξίωση μιας δεσμευτικής πολιτειακής αποτίμησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και β) την εξουσία της επίσης δεσμευτικής αποτύπωσης της πολιτικής αυτοσυνειδησίας του ενωσιακού πολίτη.  Ο κριτικός ψόγος που διατυπώνει το Δικαστήριο έναντι του ΔΕΕ εμπεριέχει, αν ιδωθεί με προσοχή, ένα σημαντικό λογικό άλμα και αποδίδει, κυρίως, μια μείζονα ερμηνευτική αλαζονεία: Η αδυναμία «κατανόησης» ενός συλλογισμού από κάποιο αξιολογούν υποκείμενο δεν καθιστά την πράξη ή απόφαση, που τον εμπεριέχει ή προϋποθέτει, «ultra vires», δεν τον εκβάλλει δηλαδή eo ipso από τη σφαίρα των «νομίμων εξουσιών» του έτερου υποκειμένου που τον έχει εκφέρει. Αν τούτο γινόταν δεκτό, η υποκειμενική πρόσληψη του όποιου δικαιοδοτικού οργάνου θα συνεπήγετο «αντικειμενικές» νομικές συνέπειες για την απόφαση ενός άλλου, εν προκειμένω μάλιστα όχι ενός κατώτερου και υποκείμενου στη δικαιοδοτική «εποπτεία» του ΟΣΔΓ γερμανικού Fachgericht, αλλά του ανωτάτου δικαιοδοτικού οργάνου της ΕΕ.

αναδημοσίευση από την ΕφημΔΔ, τεύχος 2/2020

Το Σύνταγμα, τεύχος 3/2019

Περιοδικό Το Σύνταγμα

Τριμηνιαία Επιθεώρηση Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Συνταγματικής Θεωρίας και Πράξης

Tεύχος 3/2019

Περιεχόμενα (pdf)

 

Περιοδικό “Το Σύνταγμα” (ετήσια συνδρομή 2019)

 

Άρθρο 16 § 8 Συντ: Μια tabula rasa;

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης ΕΑΠ

Η συζήτηση στη Βουλή για το νομοσχέδιο για την ιδιωτική εκπαίδευση ήταν η πιο αυθεντική ιδεολογική αντιπαράθεση μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων μετά τις εκλογές της 7ης Ιουλίου 2019. Η αρμόδια Υπουργός δεν έκανε ούτε ένα βήμα πίσω, τουλάχιστον όσον αφορά το εργασιακό καθεστώς των ιδιωτικών εκπαιδευτικών. Φάνηκε μάλιστα πεπεισμένη για την μη αντίθεση προς το άρθρο 16 § 8 Συντ. της κατάργησης της πρόσθετης προστασίας της εργασίας των ιδιωτικών εκπαιδευτικών, στοιχείο που αποτελεί σταθερή επιλογή της ελληνικής εκπαιδευτικής νομοθεσίας εδώ και ογδόντα χρόνια με ελάχιστες και προσωρινές μεταρρυθμίσεις in peius. Τα νομοθετήματα των Ευθυμίου – Γκεσούλη (ν. 2986/2002) και Φίλη (ν. 4415/2016) αποτέλεσαν το επιστέγασμα της εξελικτικής αυτής τάσης προς εξασφάλιση της επαγγελματικής κατάστασης των ιδιωτικών εκπαιδευτικών. Στη συζήτηση στη Βουλή έγινε μνεία στη γνώμη ενός Καθηγητή Εργατικού Δικαίου, ο οποίος υποστήριξε ότι με την κατάργηση της ειδικής προστασίας αποκαθίσταται η ίση μεταχείριση των ιδιωτικών εκπαιδευτικών με τους άλλους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα, για τους οποίους ισχύει το κοινό εργατικό δίκαιο, δηλαδή η ελευθερία απόλυσης χωρίς βάσιμο λόγο, κατόπιν αποζημίωσης, υπό την επιφύλαξη της απαγόρευσης κατάχρησης δικαιώματος κατά το άρθρο 281 ΑΚ. Όμως το άρθρο 16 παρ. 8 Συντ. δεν ρυθμίζει το καθεστώς των ιδιωτικών εκπαιδευτικών από την άποψη του εργατικού δικαίου αλλά του συνταγματικού δικαίου. Και ο δικαιολογητικός λόγος της θέσπισής του, δεν ήταν η εξομοίωση των ιδιωτικών εκπαιδευτικών με τους άλλους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα, αλλά ακριβώς το αντίθετο: η δυνητική τους εξομοίωση, όσον αφορά τη σταθερότητα της απασχόλησής τους, πέρα από τη μισθολογική τους εξομοίωση που είχε ήδη συντελεστεί με το ν.δ. 3855/1958, με τους δημόσιους εκπαιδευτικούς λειτουργούς, χάριν της εξυπηρέτησης του γενικότερου συμφέροντος της εκπαίδευσης. Για τον λόγο αυτόν το ΣτΕ στην απόφασή του 622/2010 έκρινε ότι η αιτιώδης καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των ιδιωτικών εκπαιδευτικών που είχε θεσπιστεί με τον νόμο Ευθυμίου – Γκεσούλη βρισκόταν σε συνέχεια με το άρθρο 16 § 8 Συντ. Αρκεί κανείς να διαβάσει τα πρακτικά της συνεδρίασης της 26ης Απριλίου 1975 στην Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή, και ιδίως τις παρεμβάσεις των Ε. Παπανούτσου, Α. Παπανδρέου, Ι. Πεσμαζόγλου, Λ. Κύρκου, Απ. Κακλαμάνη, Γ. Μαύρου, Α. Ανδριανόπουλου, Δ. Τσάτσου, Π. Ζέπου – τότε Υπουργού Παιδείας- και το κλείσιμο του Κ. Τσάτσου, ο οποίος είχε την τελευταία λέξη επί των διατυπώσεων, για να αντιληφθεί αμέσως ότι ο σκοπός του άρθρου 16 § 8 Συντ. ήταν να εξασφαλίσει μια πρόσθετη προστασία στην εργασία των ιδιωτικών εκπαιδευτικών, που δεν θα υπακούει στην κλασική σχέση κεφαλαίου και εργασίας. Αυτό είναι το «κεκτημένο» του άρθρου 16 § 8 Συντ. που γίνεται tabula rasa με τη νέα ρύθμιση για την υπαγωγή των ιδιωτικών εκπαιδευτικών στο κοινό εργατικό δίκαιο.

Έχει κάποια βεβαιότητα το Υπουργείο Παιδείας ότι εξέλειπαν πλέον οι λόγοι που δικαιολογούσαν τις ανησυχίες της Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής για τους κινδύνους στους οποίους είναι εκτεθειμένοι οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί, αν τα ιδιωτικά σχολεία λειτουργούν ως κοινές ιδιωτικές επιχειρήσεις;

Πέρα από την «υπεροχή»: ο έλεγχος «ultra vires» και συνταγματικής ταυτότητας των πράξεων ενωσιακών οργάνων εκ μέρους των εθνικών δικαστηρίων – Σχόλιο στην απόφαση PSPP της 5ης Μαΐου 2020 του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας

Λίνα Παπαδοπούλου, Αν. Καθηγήτρια, Έδρα Jean Monnet Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου και Πολιτισμού, Νομική Σχολή, ΑΠΘ

Η απόφαση του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου (Bundesverfassungsgericht) της 5ης Μαΐου 2020 έχει ήδη δεχτεί πολλά πυρά από τους μετέχοντες στην «ανοικτή κοινωνία των ερμηνευτών του Συντάγματος», που πλέον είναι και πανευρωπαϊκή, αν όχι οικουμενική, ανάλογα, εξάλλου, με εκείνα που το ίδιο το γερμανικό δικαστήριο εξαπέλυσε εναντίον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ). Πώς όμως κρίνουμε μία δικαστική απόφαση; Ιδίως μία απόφαση από δικαστές -κατά τεκμήριο και αποδεδειγμένα- εξαιρετικά υψηλού κύρους, εμπειρίας και γνώσης; Είναι δυνατόν να έκαναν ‘λάθος’ ή να έγραψαν μία ανερμάτιστη ή παράλογη απόφαση, σαν αυτή που και οι ίδιοι κατηγορούν το ΔΕΕ πως εξέδωσε; Η κριτική που έχει μέχρι σήμερα ασκηθεί αναμιγνύει συχνά το σκέλος του νομικού δόγματος με αυτό της πολιτικής προτίμησης. Τα δύο δεν είναι βέβαια αδιαχώριστα. Ωστόσο, στην παρούσα παρέμβαση γίνεται μία προσπάθεια –για μεθοδολογικούς και παιδαγωγικούς λόγους- να εισαγάγουμε στη συζήτηση και στην κριτική ανάγνωση της απόφασης μία κάποια μεθοδολογική διάκριση. Έτσι ώστε να μπορέσουμε να δούμε πιο καθαρά τον χρωματισμό της κριτικής και την προερμηνευτική και πολιτική αντίληψη, την πεποίθηση πίσω από την άρθρωση του επιστημονικού λόγου. Και πάντως με πλήρη αποδοχή και συνείδηση αυτού που έγραφε ο Δημήτρης Τσάτσος ότι «…στις θεμελιώδεις αξιακές έννοιες, που καθορίζουν την ανθρώπινη συμβίωση, η στεγανή διάκριση επιστημονικής και πολιτικής κρισιμότητας προδίδει ή επιστημονική ανεπάρκεια ή πολιτική σκοπιμότητα».

Διαβάστε τη μελέτη στο pdf

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Το Σύνταγμα” τεύχος 4/2019

Η πανδημία ως πολιτικό και συνταγματικό ερώτημα

Αλέξανδρος Κεσσόπουλος, Επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης

Βιβλιοκρισία για:

Απόστολος Ι. Παπατόλιας, Η “επόμενη μέρα” του εθνικού και ευρωπαϊκού συνταγματισμού. Ερμηνευτικοί (ανα)στοχασμοί μετά την πανδημία, εκδ. Παπαζήση 2020

Το νέο βιβλίο του Αποστόλου Παπατόλια, που έχει ως θέμα την επίπτωση της υγειονομικής κρίσης στη λειτουργία των πολιτικών και συνταγματικών θεσμών, χαρακτηρίζεται από δύο ιδιαιτερότητες. Κατά πρώτον, είναι γραμμένο από έναν συνταγματολόγο, χωρίς όμως να συνιστά ένα κλασικό δοκίμιο συνταγματικού δικαίου, και, κατά δεύτερον, εστιάζει στις νέες θεσμικές προκλήσεις που θέτει η πανδημία, χωρίς όμως να εγκλωβίζεται στα στενά όρια της παρούσας συγκυρίας. Τα χαρακτηριστικά αυτά συνιστούν αναμφίβολα δύο από τις βασικές αρετές τού εν λόγω πονήματος. Ο μεν διεπιστημονικός του χαρακτήρας το καθιστά οπωσδήποτε προσιτό σε ένα κοινό ευρύτερο από την κοινότητα των νομικών, ενώ η θεωρητική του εμβέλεια προμηνύει ότι θα συνεχίσει να απασχολεί τη δημόσια σφαίρα και μετά το πέρας της υγειονομικής κρίσης.

Κατά το διάστημα της πανδημίας αναπτύχθηκε, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς, ένας πλούσιος επιστημονικός διάλογος αναφορικά με τους μετασχηματισμούς στη λειτουργία του κράτους και του δικαίου, οι οποίοι προήλθαν από την έκτακτη ανάγκη αποτελεσματικής προστασίας της δημόσιας υγείας. Ιδίως σε ό,τι αφορά τους περιορισμούς των θεμελιωδών δικαιωμάτων, την υπολειτουργία του Κοινοβουλίου και τις αντοχές του κράτους πρόνοιας, κατατέθηκαν δημοσίως πολλές και διαφορετικές απόψεις, όχι μόνο από συνταγματολόγους, αλλά και από κοινωνικούς επιστήμονες αρκετών άλλων ειδικοτήτων.

Το βιβλίο του Παπατόλια δεν προσφέρει μια απλή ταξινόμηση της επιστημονικής αυτής παραγωγής, αλλά, επιπλέον, εντάσσει τις διάφορες απόψεις σε ένα πλαίσιο οιονεί συζήτησης. Ο σχετικός διάλογος, μάλιστα, παρουσιάζεται με έναν ιδιαίτερα ελκυστικό τρόπο, καθώς, πέρα από την παράθεση των διάφορων επιχειρημάτων και αντεπιχειρημάτων, ο συγγραφέας επιλέγει να εγκύψει και στην ταραχώδη σχέση της επιστήμης με την πολιτική εξουσία. Είναι κοινό μυστικό, άλλωστε, ότι οι κοινωνικοί επιστήμονες ασκούν επιρροή στις πολιτικές και ιδεολογικές διαμάχες κάθε συγκυρίας, εφόσον οι θέσεις τους άλλοτε προσφέρουν νομιμοποίηση και άλλοτε λειτουργούν αποδομητικά για τις αποφάσεις της κρατικής εξουσίας. Στο σημείο αυτό αξίζει να υπογραμμιστεί ότι, κατά την πραγμάτευση του κυριολεκτικά ογκώδους υλικού του, ο Παπατόλιας παραμένει προσηλωμένος στην τήρηση δύο βασικών μεθοδολογικών κανόνων. Αφενός παραθέτει κατά τρόπο νηφάλιο και ακριβή το σύνολο των επιστημονικών απόψεων, είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί με το περιεχόμενό τους, αφετέρου επιλέγει να διατυπώσει με σαφήνεια τις δικές του θέσεις για κάθε μείζον πολιτικό και συνταγματικό ζήτημα.

Πολιτική και θεσμική εξαίρεση

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάλυση του συγγραφέα αναφορικά με τον μετασχηματισμό της λειτουργίας της δημοκρατίας σε περιόδους κρίσεων. Όπως εύστοχα επισημαίνει, ενώ σε συνθήκες ομαλότητας τα φιλελεύθερα πολιτεύματα ενθαρρύνουν την έκφραση των πολιτικών αντιπαραθέσεων, σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης η έννοια του πλουραλισμού αφυδατώνεται, προκειμένου να αναδυθεί, κατά τον ορισμό του Joseph Schumpeter, ένας «μονοπωλιακός τύπος ηγεσίας». Δύο είναι τα κύρια χαρακτηριστικά των καταστάσεων πολιτικής και θεσμικής εξαίρεσης, όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί στο πλαίσιο της πρόσφατης οικονομικής και της παρούσας υγειονομικής κρίσης.

Κατ’ αρχήν τα πορίσματα των τεχνοκρατών αποκτούν το προβάδισμα έναντι των θέσεων των πολιτικών και, συνακόλουθα, τα κρατικά όργανα παύουν να αναζητούν τις βέλτιστες λύσεις μέσω της κοινωνικής και πολιτικής διαβούλευσης, προκειμένου να εφαρμόσουν με άμεσο τρόπο τις «ορθές» γνωμοδοτήσεις των ειδικών. Αναμφίβολα, η εν λόγω πρακτική είναι μέχρι κάποιο σημείο επιβεβλημένη, καθώς οι έκτακτες ανάγκες, και ιδίως αυτές που σχετίζονται με τη δημόσια υγεία, επιτάσσουν τη λήψη άμεσων αποφάσεων. Αυτού του είδους η ρεαλιστική προσέγγιση, όμως, πρέπει να οριοθετείται αυστηρά, ούτως ώστε να αποφεύγεται ο πειρασμός της υποκατάστασης του κανόνα από την εξαίρεση.

Με άλλα λόγια, δεν μπορεί να αμφισβητείται η παραδοχή ότι σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία είναι εξ ορισμού αναγκαία η διατύπωση εναλλακτικών πολιτικών σχεδίων, σε καθένα από τα οποία πρέπει να αποδίδεται μόνο σχετική και όχι απόλυτη αξία. Σε διαφορετική περίπτωση, η αμφισβήτηση και η κριτική σκέψη, που προσιδιάζουν στη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών, κινδυνεύουν να παραχωρήσουν τη θέση τους στις βεβαιότητες και τις δογματικές πεποιθήσεις που χαρακτηρίζουν τη θρησκευτική πίστη.

Οι αδυναμίες του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος

Μία ακόμη ενδιαφέρουσα θεματική του βιβλίου είναι αυτή που πραγματεύεται τις αδυναμίες και τα όρια του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος. Αν κάτι υπήρξε αναντίλεκτο κατά την περίοδο της υγειονομικής κρίσης, αυτό συνίσταται στην καθολική αναγνώριση της αξίας των κρατικών δαπανών, οι οποίες προορίζονται για την οικοδόμηση και τη θωράκιση των δημόσιων συστημάτων Υγείας. Σε μια συγκυρία που ηγεμόνευαν οι απόψεις περί της επιτακτικής ανάγκης συρρίκνωσης του κράτους και της εκχώρησης πολλών από τις υπηρεσίες του στην αγορά, ήρθε το σοκ της πανδημίας να προκαλέσει έναν γενικευμένο πολιτικό και θεωρητικό αναστοχασμό. Το ερώτημα, συνεπώς, που τίθεται πλέον δεν είναι πώς θα περιορίσουμε τις δημόσιες δαπάνες για την Υγεία, αλλά ποιο σχέδιο πρέπει να ακολουθήσει η διεθνής κοινότητα, προκειμένου να καταστήσει δυνατή τη γενναία αύξησή τους.

Στο σημείο αυτό ο Παπατόλιας δεν παραλείπει να αναφερθεί στη θεμελιώδη έννοια της αλληλεγγύης, και μάλιστα υπό διττό πρίσμα. Κατά πρώτον, τονίζει τη σημασία της κοινωνικής αλληλεγγύης, η οποία επιτάσσει να μην επιβαρυνθεί και πάλι μονομερώς η μεσαία τάξη από την αύξηση της φορολογίας, αλλά να κατανεμηθούν κατά τρόπο αναλογικό τα βάρη και στους οικονομικά πιο εύρωστους πολίτες. Επιπρόσθετα, ο συγγραφέας υπογραμμίζει ότι πρέπει να αναδειχθεί η σημασία της αλληλεγγύης και στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτως ώστε να αμβλυνθούν οι μεγάλες οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες ανάμεσα στον πλεονασματικό Βορρά και τον υπερχρεωμένο Νότο.

Χωρίς αλλαγή σε πολιτική και οικονομία

Ένα από τα δομικά χαρακτηριστικά της μελέτης είναι ότι δεν υποκύπτει στον πειρασμό ούτε των αισιόδοξων ούτε των απαισιόδοξων προβλέψεων. Κατά την αταλάντευτη άποψη του συγγραφέα, οι επιπτώσεις της πανδημίας δεν πρόκειται να επιφέρουν νομοτελειακά κάποια αλλαγή παραδείγματος στην πολιτική ή την οικονομία. Το μόνο που μπορεί να υποστηρίξει κάποιος με σχετική ασφάλεια, είναι ότι οι κρίσεις έχουν μεν την τάση να οδηγούν σε σημαντικές μεταρρυθμίσεις, χωρίς όμως να προδιαγράφουν το προοδευτικό ή συντηρητικό πρόσημό τους. Ενόψει των πολιτικών και κοινωνικών αντιπαραθέσεων που αναμένεται να καθορίσουν τις εξελίξεις σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο το προσεχές διάστημα, ο Παπατόλιας ανασύρει από το ιδεολογικό οπλοστάσιο της Αριστεράς μια μάλλον παλιά, αλλά πάντα επίκαιρη και ριζοσπαστική ιδέα. Μας θυμίζει, δηλαδή, ότι η διαμόρφωση μιας πολιτείας πραγματικά ελεύθερων και ίσων ανθρώπων προϋποθέτει την οικοδόμηση και την εύρυθμη λειτουργία μιας δημοκρατίας όχι μόνο πολιτικής, αλλά και κοινωνικής.

Aναδημοσίευση από την εφημερίδα ΑΥΓΗ, 21 Ιουλίου 2020

 

Περιορισμοί στο δικαίωμα της ελεύθερης, απόρρητης επικοινωνίας: επίκαιρες σκέψεις για ένα διαχρονικό δίλημμα

Αικατερίνα Α. Παπανικολάου, Δρ.Ν. Δικηγόρος, Μέλος στην Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών

Η παντοδυναμία της πληροφορίας εγγυάται τη διαχρονική της αξία και εξηγεί την οργανωμένη και επίμονη διεκδίκησή της από κάθε σύστημα εξουσίας που ενδιαφέρεται στοιχειωδώς για την αυτοσυντήρηση και μακροημέρευσή του. Στις μέρες μας, πλέον η πρόσβαση στις πληροφορίες εκ μέρους της κρατικής εξουσίας, δεν μπορεί και δεν πρέπει να νοείται παρά μόνο υπό τις εγγυήσεις του κράτους δικαίου.
Στη μελέτη αξιολογείται το ελληνικό νομικό πλαίσιο και οι μηχανισμοί προστασίας. Στο σημείο αυτό ακριβώς, η νομολογία του ΕΔΔΑ συνιστά σημείο αναφοράς και αξιόπιστη επιτομή του συνόλου των παραμέτρων που αφορούν τη διασφάλιση του απόρρητου χαρακτήρα των επικοινωνιών. Ειδικότερα, η συμβολή του ΕΔΔΑ εστιάζεται πρωτίστως, στη διαμόρφωση και επεξεργασία των κριτηρίων επί τη βάσει των οποίων οριοθετείται το δικαίωμα και έτι περαιτέρω, οι προϋποθέσεις που επιτρέπουν στην έννομη τάξη να ανεχθεί απόκλιση από το κανονιστικό του περιεχόμενο.

Σχετικά με το καθεστώς της Αγίας Σοφίας με βάση το ισχύον Διεθνές Δίκαιο

Δημήτρης Κούρτης, υποψ. Δρ Διεθνούς Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ, Ερευνητικός Συνεργάτης και Μέλος ΣΕΠ της Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Λευκωσίας, Επιμελητής Έκδοσης (Publications Editor) του κυπρολογικού περιοδικού κοινωνικών επιστημών The Cyprus Review

Ο βυζαντινός Ναός της του Θεού Σοφίας, γνωστός και ως Μεγάλη Εκκλησία, Sancta Sapientia και Ayasofya, αποτέλεσε μήλον της έριδος για τις δυνάμεις του κοσμικού τουρκισμού και του πολιτικού Ισλάμ εδώ και αρκετές δεκαετίες. Η απόφαση του Κεμάλ Ατατούρκ να αποσύρει το μνημείο από τη σφαίρα της θρησκευτικής λατρείας, καθιστώντας αυτό μουσείο (Ayasofya Müzesi) στα 1934, μια δεκαετία μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λωζάννης (1924), έθεσε για πενήντα και πλέον έτη τον ουσιώδη τόνο της πολιτικής αντιπαράθεσης στη γειτονική χώρα (μια εύστοχη ανάλυση εδώ). Σήμερα, ογδόντα έξι έτη μετά την πράξη με αριθμ. 2/1589/24-11-1934 του κεμαλικού Υπουργικού Συμβουλίου −την οποία το τουρκικό Συμβούλιο της Επικρατείας (Danıştay) ακύρωσε προ ολίγων ημερών− και παρά τις ηχηρές διαμαρτυρίες από διανοούμενους, θρησκευτικούς ηγέτες και μεμονωμένα κράτη, ελάχιστη προσοχή έχει δοθεί σε μια ουσιώδη νομική πτυχή της επίμαχης προβληματικής.

Ειδικότερα, παρά την προσπάθεια της τουρκικής πλευράς να παρουσιάσει το ζήτημα ως άμεσα συνεχόμενο με την εσωτερική της δικαιοδοσία, δηλαδή το σύνολο εκείνο των υποθέσεων για τις οποίες η αρχή της κυριαρχίας επιτρέπει στα κράτη να αποφαίνονται ελεύθερα (ΔΔΔ Νικαράγουα κ. ΗΠΑ Ουσία 1986 §205), η Αγία Σοφία δεν αποτελεί μόνον περιουσιακό στοιχείο του οθωμανικού και μετέπειτα, συνεπεία κυριαρχικής διαδοχής, του τουρκικού Δημοσίου, αλλά και ένα μνημείο παγκόσμιας εμβέλειας. Στη βάση ακριβώς της νομικής φύσης του μνημείου ως κοινού κτήματος της ανθρωπότητας νομιμοποιείται και η Εκπαιδευτική, Επιστημονική και Πολιτιστική Οργάνωση των Ηνωμένων Εθνών (UNESCO) να εγείρει ενστάσεις αναφορικά με τη μεταβολή της χρήσης του, πράγμα που έπραξε με σχετική δήλωση της 10ης Ιουλίου 2020, υπενθυμίζοντας στο ενδιαφερόμενο κράτος τις ενεστώσες νομικές του υποχρεώσεις.

Η Αγία Σοφία υπό την Σύμβαση της UNESCO για την Παγκόσμια Πολιτιστική Κληρονομιά (1972)

Για να πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή, πρέπει να θυμίσουμε ότι η Τουρκία κύρωσε τη Σύμβαση της UNESCO της 16ης Νοεμβρίου 1972 για την Προστασία της Παγκόσμιας Πολιτιστικής και Φυσικής Κληρονομιάς στις 16 Μαρτίου 1983, ενώ ανέλαβε θετικά δεσμεύσεις εξ αυτής στις 16 Ιουνίου 1983 [UNTC Reg. No 15511 (1983)]. Ακολούθως, η κυβέρνηση Τουργκούτ Οζάλ –η πρώτη δημοκρατικά εκλεγμένη μετά το πραξικόπημα του 1980− επί υπουργίας Μουκερέμ Τατσιόγλου, προέβη στην καταχώρηση των Ιστορικών Περιοχών της Κωνσταντινούπολης, περιλαμβανομένης και της Αγίας Σοφίας, ως μνημείου παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς (ΜΠΠΚ), εγγράφοντας αυτές στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, με αριθμό αναφοράς 356. Το έτος 2017, ο κωδικός αριθμός του μνημείου άλλαξε (νέος αριθμός αναφοράς 356bis), λόγω επιγενόμενης δήλωσης της τουρκικής κυβέρνησης που αναπροσδιόρισε κατ’ ελάχιστο τα όρια της προστατευτέας ζώνης.

Η εγγραφή ορισμένου μνημείου στον Κατάλογο του Άρθρου 11(2) της Σύμβασης συνεπάγεται μια σειρά νομικών υποχρεώσεων για το επισπεύδον κράτος. Εν πρώτοις, σύμφωνα με το Άρθρο 5 της Σύμβασης, τα ενδιαφερόμενα κράτη υπέχουν πρωτογενώς ευθύνη προστασίας των ΜΠΠΚ. Για τον σκοπό αυτό (Άρθρο 5, στοιχ. 4) υποχρεούνται να λάβουν τα κατάλληλα νομικά, επιστημονικά, τεχνικά, διοικητικά και οικονομικά μέτρα για τον καθορισμό, την προστασία, τη συντήρηση, την αξιοποίηση και την αποκατάσταση των ΜΠΠΚ. Εκ της υποχρέωσης αυτής απορρέει σαφώς και η περαιτέρω ευθύνη μη επιδείνωσης του νομικού, επιστημονικού, τεχνικού κλπ. καθεστώτος του μνημείου. Επιπρόσθετα, κατά το Άρθρο 6(1) της Σύμβασης, παρά την αρχή της κυριαρχίας και τις σχετικές υποχρεώσεις του κράτους – κυρίου του μνημείου, η προστασία των ΜΠΠΚ αποτελεί υποχρέωση που βαρύνει τη διεθνή κοινότητα στο σύνολό της. Η ίδια διάταξη, αφού χαρακτηρίσει τα ΜΠΠΚ κοινή κληρονομιά της ανθρωπότητας, θεμελιώνει νομικό καθήκον συνεργασίας για το σύνολο των κρατών-μελών της διεθνούς κοινωνίας (οπωσδήποτε για το σύνολο αυτών που μετέχουν στον κύκλο της Σύμβασης του 1972), με σκοπό την προστασία της ακεραιότητας και λειτουργικότητας των μνημείων. Εξάλλου, σύμφωνα με το Άρθρο 6(3) της Σύμβασης, θεσπίζεται υποχρέωση των συμβαλλομένων κρατών να απόσχουν από την ηθελημένη/σκοπούμενη λήψη μέτρων που ενδέχεται να οδηγήσουν στη έμμεση ή άμεση βλάβη του μνημείου.

Υπό αυτά τα δεδομένα, μπορούμε με σχετική ασφάλεια να υποστηρίξουμε ότι, αφ’ ης στιγμής με τη συναίνεση του κράτους που ασκεί κυριαρχία επί του μνημείου, ορισμένο πολιτιστικό αγαθό καταστεί ΜΠΠΚ, αυτό εξέρχεται των ορίων του τομέα παρακρατηθείσας αρμοδιότητας/εσωτερικής δικαιοδοσίας (domaine réservé) και καθίσταται αντικείμενο διεθνούς κανονιστικού ενδιαφέροντος. Αυτή η συρρίκνωση του τομέα εσωτερικής δικαιοδοσίας/ανυποχώρητης κυριαρχίας δεν πρέπει να εκπλήσσει, καθώς αφενός μεν επιχειρείται κατόπιν ενεργειών του ενδιαφερόμενου κράτους (άρα καλύπτεται από την αρχή της κυριαρχικής συναίνεσης), αφετέρου δε αποτελεί κοινό τόπο πως «το ζήτημα εάν ορισμένο θέμα εμπίπτει ή όχι αποκλειστικά στην κρατική δικαιοδοσία είναι ουσιωδώς σχετικό· εξαρτάται από τον βαθμό εξέλιξης των διεθνών σχέσεων», και άρα το επίπεδο ρυθμιστικής και δικαιοπολιτικής ωριμότητας της διεθνούς έννομης τάξης, όπως παρατηρούσε ήδη εν έτει 1923 το Διαρκές Δικαστήριο Διεθνούς Δικαιοσύνης (Γνωμοδότηση για τα Διατάγματα Ιθαγένειας στην Τυνησία και το Μαρόκο 24).

Η Σημασία του Χαρακτηρισμού της Αγίας Σοφίας ως Μνημείου Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς

Η ως άνω διαπίστωση οδηγεί σε ορισμένες νομικές, αλλά και ιδιαίτερα πρακτικές συνέπειες. Κατ’ αρχάς, η αφαίρεση του ΜΠΠΚ από τα στενά όρια της εσωτερικής δικαιοδοσίας, σημαίνει στην πράξη ότι οποιαδήποτε πολιτική, νομική, τεχνική, διοικητική ή άλλη διευθέτηση αποφασιστεί από το ενδιαφερόμενο κράτος, εφόσον ενδέχεται να επηρεάσει την υπόσταση ή την ακεραιότητα του μνημείου, είτε σε υλικό είτε σε συμβολικό/λειτουργικό επίπεδο, πρέπει να τύχει επεξεργασίας και διαβούλευσης στο πλαίσιο του προσήκοντος forum, εν προκειμένω της Διακυβερνητικής Επιτροπής που εγκαθιδρύεται κατά το Άρθρο 8 της Σύμβασης του 1972.

Προσέτι, η διεθνοποίηση του καθεστώτος των ΜΠΠΚ σημαίνει ότι κάθε κράτος, εφόσον μετέχει στον οικείο συμβατικό κύκλο, έχει αυτοτελώς έννομο συμφέρον στην τήρηση των συμπεφωνημένων και άρα στην προστασία της ακεραιότητας των ΜΠΠΚ, ασχέτως σταθμίσεων αμοιβαιότητας. Με άλλα λόγια, σε αντίθεση με τις κλασικές διμερείς συμβάσεις αντιστάθμισης παροχών και ανταλλαγμάτων (traitéscontrats), η Σύμβαση του 1972, πέραν των υποχρεώσεων που επιβάλλει στα ίδια τα συμβαλλόμενα κράτη, θέτει και μια σειρά νομικών καθηκόντων που ενεργούν erga omnes partes (βλ. O’Keefe 190). Ειδικότερα, οι υποχρεώσεις του Άρθρου 4 της Σύμβασης, αναφορικά με την αναγνώριση, την προστασία, τη διατήρηση, την παρουσίαση και τη μετάδοση των ΜΠΠΚ στην επόμενες γενεές συνιστούν υποχρεώσεις έναντι πάντων των συμβαλλομένων (erga omnes partes/contractantes).

Ακόμη, όμως, και πέρα από τον συμβατικό κύκλο της Σύμβασης του 1972,  υπάρχουν αρκετές ενδείξεις (βλ. O’Keefe 193 et seq. και 205), ώστε να υποστηριχθεί ότι και στο επίπεδο του εθιμικού διεθνούς δικαίου τυχόν παραβιάσεις των υποχρεώσεων που απορρέουν από το Άρθρο 4 της Σύμβασης δικαιολογούν κάποιας έντασης και έκτασης εμπλοκή του διεθνούς παράγοντα, με σκοπό την εκπλήρωση των εν λόγω υποχρεώσεων και, εν πάση περιπτώσει, την επάνοδο του ενδιαφερόμενου κράτους στην κανονικότητα – νομιμότητα. Πιο συγκεκριμένα, στην επιστήμη, με αφορμή την καταστροφή των Δύο Αγαλμάτων του Βούδα στη Μπαμιγιάν από τους Ταλιμπάν (2001), τα οποία είχαν επίσης καταχωριστεί στον Κατάλογο του Άρθρου 11(2), υποστηρίζεται (βλ. και O’Keefe ό.π.) η ύπαρξη ενός δικαιώματος παρέμβασης τόσο των κρατών μονομερώς όσο και των Ηνωμένων Εθνών σε ανάλογες περιπτώσεις επαπειλούμενης σοβαρής υποβάθμισης ή βλάβης ενός ΜΠΠΚ. Η θεμελίωση ενός τέτοιου δικαιώματος συνεπάγεται σε ένα πρώτο επίπεδο ότι δηλώσεις λ.χ. καταδίκης ή απαρέσκειας αναφορικά με την ενδεχόμενη υποβάθμιση ή βλάβη ενός ΜΠΠΚ δεν συνιστούν ανεπίτρεπτη επέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις ενός τρίτου κυριάρχου κράτους κατά παράβαση της αρχής της κυρίαρχης ισότητας του Άρθρου 2(1) του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών· σε ένα δεύτερο επίπεδο, το δικαίωμα της παρέμβασης φαίνεται να περιορίζεται κατά την εμβέλειά του, καλύπτοντας πρακτικές πολιτικών καταδικών ή διπλωματικών διαβημάτων με σκοπό την αποκατάσταση της νομιμότητας ή την κατάπαυση των ενεργειών του ενδιαφερόμενου κράτους που ενδέχεται να βλάψουν τον προστατευτέο μνημείο.

Στον αντίποδα, περισσότερο δυναμικές αντιδράσεις έναντι ενδεχόμενων παραβιάσεων των ως άνω υποχρεώσεων πρέπει να αντιμετωπίζονται, τουλάχιστον, με περίσκεψη. Επεξηγηματικά, σύμφωνα με τις αρχές και τους κανόνες του διεθνούς δικαίου για την ευθύνη των κρατών από διεθνώς παράνομες πράξεις (βλ. ARSIWA, Articles 49 et seq.), η παραβίαση υποχρεώσεων στο πλαίσιο ενός συμβατικού κύκλου, και a fortiori υποχρεώσεων erga omnes partes, γεννά το δικαίωμα των κρατών-δικαιούχων της παραβιασθείσας υποχρέωσης (δηλαδή, εν προκειμένω, των 192 κρατών πλην της Τουρκίας που μετέχουν σ’ αυτήν), τηρώντας τις προϋποθέσεις που τάσσει η διεθνής έννομη τάξη, να προβούν στη λήψη αντιμέτρων, δηλαδή στην (χρονικά περιορισμένη και λειτουργικά προσανατολισμένη στην κατάπαυση της αρχικής παρανομίας) παραβίαση ορισμένης διεθνούς νομικής υποχρέωσης έναντι του κράτους-δράστη της αρχικής παρανομίας. Η παραβίαση αυτή κρίνεται συγγνωστή, εφόσον τηρούνται οι προϋποθέσεις του δικαίου των αντιμέτρων (επίκληση ευθύνης, προηγούμενη γνωστοποίηση, αναλογικότητα, αναστρεψιμότητα, μη παράβαση θεμελιωδών καθηκόντων).

Στην παρούσα περίπτωση, τόσο η αρχή της αναλογικότητας, όσο και η εξ αυτής συναγόμενη αρχή της προσφορότητας, εγείρει σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με το ποια θα ήταν τα κατάλληλα αντίμετρα, προκειμένου να αναγκάσουν την Τουρκία στην τήρηση των υποχρεώσεών της, όπως εκείνες απορρέουν εκ της Σύμβασης του 1972, αναφορικά με την Αγία Σοφία. Περαιτέρω, στην επιστήμη έχει υποστηριχθεί και η άποψη ότι η παραβίαση των κανόνων για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς δεν συνεπάγεται αυτόθροα και κινητοποίηση του δικαίου των αντιμέτρων (O’Keefe 207), λόγω του χαμηλού βαθμού κανονιστικής ωριμότητας των επίμαχων υποχρεώσεων.

Μια ενδεχόμενη αντίδραση θα μπορούσε να λάβει τη μορφή των λεγόμενων «μη φιλικών πράξεων», δηλαδή ενεργειών που είναι καθ’ όλα σύννομες κατά το διεθνές δίκαιο, πλην όμως παραβιάζουν τη διεθνή αβροφροσύνη, διαρρηγνύοντας την αβρότητα των σχέσεων μεταξύ των εμπλεκομένων κρατών. Για παράδειγμα, η πρόταση του Έλληνα Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Μ. Βορίδη για τη μετατροπή του Μουσείου Κεμάλ Ατατούρκ, του νεοκλασικού κτιρίου πίσω από το τουρκικό προξενείο, επί της οδού Αποστόλου Παύλου στη Θεσσαλονίκη, σε μουσείο για τη Γενοκτονία του Ελληνισμού της Ανατολίας και του Ευξείνου Πόντου, αν υποτεθεί ότι δεν προσκρούει σε νομικά κωλύματα (όπως η αρχή του απαραβίαστου των χώρων αλλοδαπής διπλωματικής και προξενικής αποστολής και το γεγονός ότι το ακίνητο φέρεται να έχει παραχωρηθεί στο τουρκικό Δημόσιο), αποτελεί μια τέτοια περίπτωση μη φιλικής πράξης.

Ωστόσο, το ασαφές καθεστώς της νομιμότητας των αντιμέτρων, σε συνδυασμό με την αδυναμία προσφυγής στη διεθνή δικαιοσύνη για τη διευθέτηση του ζητήματος και ο κίνδυνος αποτυχίας/αστοχίας των μη φιλικών πράξεων, συνθέτουν μια αρκετά απαιτητική εξίσωση, η επίλυση της οποίας απαιτεί διπλωματική σύνεση και λεπτούς πολιτικούς χειρισμούς. Υπό τα δεδομένα αυτά, η διπλωματική πίεση είναι το πρώτο και το πλέον ενδεδειγμένο όπλο έναντι της επικείμενης υποβάθμισης του μνημείου. Σε κάθε περίπτωση, η όποια θεσμική αντίδραση απέναντι στη σχεδιαζόμενη μεταβολή του σκοπού χρήσης του ΜΠΠΚ της Αγίας Σοφίας θα πρέπει, αφήνοντας κατά μέρος τους συναισθηματισμούς και την τάση εκρομαντισμού του προβλήματος, να λάβει σοβαρά υπόψη της την επιτακτική ανάγκη αποσόβησης του κινδύνου υποβάθμισης του προβλήματος σε ζήτημα διμερών σχέσεων ή −ακόμη χειρότερα− σε απλή διαμάχη αμοιβαιότητας, γεγονός που φαίνεται να λαμβάνει σοβαρά υπόψη της και η ελληνική κυβέρνηση.

 

Το παρόν δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στον ιστότοπο Geopolitical Cyprus (14.7.2020)

 

Φράνσις Φουκουγιάμα, Ταυτότητα: Η απαίτηση για αξιοπρέπεια και η πολιτική της μνησικακίας, εκδόσεις ΡΟΠΗ 2020

Γιώργος Ευαγγελόπουλος, Αν. Καθηγητής, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Το βιβλίο του Φουκουγιάμα «Ταυτότητα» αποτελεί ένα απαραίτητο ανάγνωσμα για την κατανόηση των προκλήσεων που βρίσκονται σήμερα αντιμέτωπες οι κοινωνίες στον Δυτικό κόσμο αλλά και παγκοσμίως – ένα αιχμηρό όσο και διαχρονικό κείμενο για την ανάγκη σφυρηλάτησης μιας οικουμενικής κατανόησης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Το 2014 ο Φουκουγιάμα έγραψε ότι οι αμερικανικοί θεσμοί βρίσκονται σε παρακμή καθώς ισχυρές ομάδες συμφερόντων καταλαμβάνουν προοδευτικά το κράτος. Δύο χρόνια μετέπειτα οι προβλέψεις του επιβεβαιώθηκαν, όταν ανέβηκαν στην εξουσία πολιτικοί, που μέχρι τότε δεν είχαν θεσμικό ρόλο. Πολιτικοί των οποίων οι απόψεις υπέρ του οικονομικού εθνικισμού και οι αυταρχικές τάσεις απείλησαν να αποσταθεροποιήσουν το σύνολο της διεθνούς τάξης. Επιδιώκουν μια απευθείας «χαρισματική» σύνδεση με τον «λαό», τον οποίο αντιλαμβάνονται μέσα από έναν στενό ορισμό της ταυτότητας, αποκλείοντας ταυτόχρονα μεγάλα τμήματα του πληθυσμού.

Η απαίτηση για αναγνώριση της ατομικής ταυτότητας αφορά σε μεγάλο βαθμό όσα διαδραματίζονται σήμερα στη διεθνή πολιτική σκηνή. Η οικουμενική αναγνώριση της ταυτότητας, στην οποία βασίζεται η φιλελεύθερη δημοκρατία, έρχεται αντιμέτωπη με στενότερες μορφές αναγνώρισης βασισμένες στο έθνος, στη θρησκεία, στη σέχτα, στη φυλή, στην εθνότητα ή στο φύλο. Ως αποτέλεσμα, βιώνουμε ένα ραγδαία αυξανόμενο αντιμεταναστευτικό λαϊκισμό, τη ραγδαία αύξηση του πολιτικοποιημένου Ισλάμ καθώς και την άνοδο του λευκού εθνικισμού.

 

Καθώς βρισκόμαστε αντιμέτωποι με αυτές τις προκλήσεις, θα πρέπει να αρχίσουμε να αντιλαμβανόμαστε την ταυτότητα με έναν τρόπο ο οποίος δεν υπονομεύει αλλά αντιθέτως υποστηρίζει τη δημοκρατία. Η ανάδυση της πολιτικής της ταυτότητας στις σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες είναι μία από τις κύριες απειλές που αντιμετωπίζουν και, εάν δεν επανέλθουμε σε πιο οικουμενικές αντιλήψεις για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, θα είμαστε διαρκώς καταδικασμένοι σε συγκρούσεις.

Με τα λόγια του συγγραφέα:  “Αυτό το βιβλίο δεν θα είχε γραφεί εάν, τον Νοέμβριο του 2016, δεν είχε εκλεγεί πρόεδρος ο Ντόναλντ Τζ. Τραμπ. Όπως πολλοί Αμερικανοί, αιφνιδιάστηκα από αυτό το αποτέλεσμα και ανησύχησα για τις επιπτώσεις του στις Ηνωμένες Πολιτείες και στον κόσμο. Ήταν η δεύτερη μείζων εκλογική έκπληξη εκείνου του έτους. Η πρώτη ήταν όταν τον προηγούμενο Ιούνιο η Βρετανία ψήφισε υπέρ της αποχώρησής της από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αφιέρωσα πολύ χρόνο τις δύο τελευταίες δεκαετίες εξετάζοντας την εξέλιξη των σύγχρονων πολιτικών θεσμών: πώς το κράτος, το κράτος δικαίου και η δημοκρατική ευθύνη εμφανίστηκαν για πρώτη φορά, πώς εξελίχθηκαν, πώς επηρέασαν το ένα το άλλο και, τέλος, πώς μπορούν να παρακμάσουν. […]

 Σε τούτο το βιβλίο επιστρέφω στα θέματα που άρχισα να διερευνώ το 1992 και για τα οποία έχω έκτοτε γράψει: τον θυμό, την αναγνώριση, την αξιοπρέπεια, την ταυτότητα, τη μετανάστευση, τον εθνικισμό, τη θρησκεία και τον πολιτισμό. Η απαίτηση για αναγνώριση της ταυτότητας κάποιου αποτελεί κυρίαρχη έννοια που ενοποιεί πολλά από εκείνα που συμβαίνουν στην παγκόσμια πολιτική σήμερα. Δεν περιορίζεται στην πολιτική της ταυτότητας που μελετάται στους πανεπιστημιακούς χώρους ή στον εθνικισμό των λευκών που αυτή έχει προκαλέσει, αλλά εκτείνεται σε ευρύτερα φαινόμενα, όπως η ραγδαία άνοδος του παλιομοδιτικου εθνικισμού και του πολιτικοποιημενου Ισλάμ.”

Francis Fukuyama - Wikipedia

Ο Φράνσις Φουκουγιάμα κατέχει τον τίτλο Olivier Nomellini Senior Fellow στο Ινστιτούτο Διεθνών Σπουδών Freeman Spogli του Πανεπιστημίου Stanford. Έχει διδάξει στη Σχολή Ανωτάτων Διεθνών Σπουδών Paul H. Nitze του Πανεπιστημίου Johns Hopkins και στη Σχολή Δημόσιας Πολιτικής του Πανεπιστημίου George Mason. Διετέλεσε ερευνητής στον Οργανισμό RAND και υπο-διευθυντής του γραφείου πολιτικού σχεδιασμού του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ.

Είναι συγγραφέας των βιβλίων: Το Τέλος της Ιστορίας και ο Τελευταίος Άνθρωπος (1993), Εμπιστοσύνη (1998), Οικοδόμηση κρατών: Διακυβέρνηση και Παγκόσμια Τάξη στον 21ο αιώνα (2005), Η Αμερική σε Σταυροδρόμι (2009), που κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Λιβάνη, καθώς και του Political Order and Political Decay: From the Industrial Revolution to the Globalization of Democracy (2011). Ζει με τη σύζυγό του στην Καλιφόρνια.

 

 

 

Πρόλογος: Γιώργος Ευαγγελόπουλος

Εισαγωγή: «Μερικές φιλοσοφικές επισημάνσεις»

 

  1. Οι επίμαχες έννοιες

Ο αναγνώστης του παρόντος βιβλίου, προτού καταπιαστεί με τη μελέτη του δοκιμίου του Francis Fukuyama, το οποίο στην ελληνική του έκδοση έχει την τύχη να συνοδεύεται από πρόλογο του συγγραφέα, ίσως θα ήταν χρήσιμο να γνωρίζει κάποιες έννοιες-κλειδιά που συναντάμε σε δύο σημαντικά βιβλία του, Το Τέλος της Ιστορίας και ο Τελευταίος Άνθρωπος[1] και το ανά χείρας πόνημά του, προκειμένου να αναδειχθεί το εν πολλοίς κοινό θεωρητικό υπόβαθρό τους. Ας σημειωθεί ότι στον χρόνο που μεσολάβησε ανάμεσα στις δύο αυτές εκδόσεις, ο Fukuyama, επηρεασμένος από τις εξελίξεις στον χώρο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής αλλά και λόγω των ενδιαφερόντων του για την Ιστορία και τη βιοτεχνολογία, δημοσίευσε μια σειρά άλλων βιβλίων, μερικά εκ των οποίων εκδόθηκαν και στη γλώσσα μας, αλλά δεν μας ενδιαφέρουν εν προκειμένω.[2]

Σπεύδω, λοιπόν, να διευκρινίσω ότι στη συνέχεια θα μας απασχολήσουν η έννοια του «τέλους της Ιστορίας», ο Alexandre Kojève, ο πλατωνικός θυμός και η αναγνώριση.

 

  1. Περί του «τέλους της Ιστορίας» και του «τελευταίου ανθρώπου»

Πράγματι, στη μεταψυχροπολεμική εποχή, στη Δύση αλλά και στα περισσότερα μέρη της υφηλίου (με πιο σημαντική εξαίρεση αυτή της Κίνας), επικράτησε η φιλελεύθερη ιδεολογία, σύμφωνα με την οποία ο συνδυασμός κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και οικονομίας της αγοράς αποτελούν τη μοναδική εγγύηση προόδου και ευημερίας των σύγχρονων κρατών και των κοινωνιών τους. Η άποψη αυτή γνώρισε μια από τις πιο εμφατικές της διατυπώσεις στη δημοσίευση, αρχικά, του άρθρου του Francis Fukuyama, The End of History?,[3] και κατόπιν του προαναφερθέντος βιβλίου του, Το Τέλος της Ιστορίας και ο Τελευταίος Άνθρωπος.

Το άρθρο προκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον και πολλές συζητήσεις, ενώ το βιβλίο γνώρισε σχετικά μικρότερη δημοσιότητα, παρ’ ότι το περιεχόμενό του δεν συνίσταται σε απλή επέκταση της επιχειρηματολογίας την οποία ο Fukuyama αναπτύσσει στο άρθρο του αλλά είναι από θεωρητικής πλευράς βαθύτερο και από πλευράς ανάλυσης δεδομένων της διεθνούς πολιτικής πολύ «πλουσιότερο». Μάλιστα, είναι ενδιαφέρον το ότι η έννοια του πλατωνικού «θυμού», η οποία είναι κεντρικής σημασίας για το βιβλίο Ταυτότητα, απασχολεί αρκετά τον συγγραφέα και στο πόνημά του Το Τέλος της Ιστορίας και ο Τελευταίος Άνθρωπος.

Από τις κριτικές οι οποίες ασκήθηκαν στον Fukuyama,[4] με αφορμή το άρθρο και το βιβλίο του για το θέμα του «τέλους της Ιστορίας», η πιο επιπόλαια, αλλά και πιο «αποπροσανατολιστική» συνάμα, οφείλεται σε μια παρανόηση, αφού δεν είχε προσεχθεί επαρκώς το φιλοσοφικό υπόβαθρο της επιχειρηματολογίας του Fukuyama. Κι όμως, ο Fukuyama είχε καταστήσει σαφές ότι στήριξε την ανάλυσή του «περί τέλους της Ιστορίας» στη φιλοσοφία της Ιστορίας του Hegel. Συγκεκριμένα, επηρεάστηκε από τις διαλέξεις του Alexandre Kojève πάνω στη Φαινομενολογία του Πνεύματος του Hegel.[5] Ο ίδιος ο Fukuyama, επανερχόμενος στο θέμα, γράφει τα ακόλουθα στον πρόλογό του στην πρωτότυπη έκδοση του παρόντος βιβλίου: «Οι περισσότερες από αυτές τις κριτικές βασίζονταν σε μια απλή παρανόηση της θέσης. Χρησιμοποίησα τη λέξη ιστορία με τη χεγκελιανή-μαρξιστική έννοια – δηλαδή ως τη μακροχρόνια εξελικτική πορεία των ανθρώπινων θεσμών, που, εναλλακτικά, θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ανάπτυξη ή εκσυγχρονισμός. Η λέξη τέλος νοείτο όχι με την έννοια της “κατάληξης”, αλλά του “στόχου” ή του “αντικειμενικού σκοπού”. Ο Καρλ Μαρξ είχε υποστηρίξει ότι το τέλος της Ιστορίας θα ήταν μια κομμουνιστική ουτοπία, και εγώ απλώς υποστήριζα ότι η εκδοχή του Hegel, όπου η ανάπτυξη κατέληγε σε ένα φιλελεύθερο κράτος συνδεδεμένο με μια οικονομία της αγοράς, ήταν η πιο εύλογη έκβαση». Πρέπει να τονιστεί ότι ο Fukuyama δεν επαναλαμβάνει απλώς τον Kojève, αλλά ούτε και ο Kojève επαναλαμβάνει απλώς τον Hegel. Αυτό που έκανε ο Fukuyama ήταν να συνδυάσει τα κληροδοτήματα του Hegel και του Kojève με έναν καινούργιο τρόπο, όπως λεπτομερέστερα θα εξηγήσω στην ενότητα που πιο κάτω αφιερώνω για τη σημασία της «αναγνώρισης».

Για να πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή, οφείλει να τονιστεί ότι τη δική του πρωτότυπη ανάγνωση του Hegel είχε παρουσιάσει ο Ρώσος εμιγκρές στο Παρίσι, Alexandre Kojève, τη δεκαετία του 1930 –συγκεκριμένα μεταξύ 1933 και 1939– σε μια σειρά διαλέξεών του που δημοσιεύθηκαν με τίτλο, Introduction à la lecture de Hegel. Τις διαλέξεις του αυτές παρακολούθησε μικρή ομάδα ανθρώπων. Επρόκειτο όμως για την αφρόκρεμα της γαλλικής διανόησης, στην οποία ανήκαν τότε ο Raymond Aron, ο Éric Weil, ο Maurice Merleau-Ponty, ο André Breton, ο Georges Bataille, ο Raymond Queneau, ο Jacques Lacan, κ.α. Μάλιστα, ο Raymond Aron, στα απομνημονεύματά του, θα συμπεριλάβει τον Kojève «στα τρία πραγματικά ανώτερα “μυαλά”» που είχε συναντήσει στη ζωή του».[6] Οι εν λόγω διαλέξεις εκδόθηκαν πολύ αργότερα και στην αγγλική γλώσσα, σε επιμέλεια του Allan Bloom, καθηγητή τότε στο Πανεπιστήμιο Cornell, υπό τον τίτλο, Introduction to the Reading of HegelLectures on the Phenomenology of Spirit.[7] Ο Bloom υπήρξε φοιτητής στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου του Γερμανού φιλοσόφου Leo Strauss, αλλά και συγγραφέας του βιβλίου The Closing of the American Mind,[8] το οποίο συζητήθηκε ευρύτατα και είχε καθοριστική επιρροή στη νεοσυντηρητική θεωρία περί πολιτισμού.

Επειδή όμως οι ιδέες δεν αναπτύσσονται αλλά ούτε και αλλάζουν σε κοινωνικο-ιστορικό κενό, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι υπάρχουν πάντοτε και οι φορείς τους, αυτοί που τις επινοούν, τις αναπαράγουν και τις αναδιαμορφώνουν. Η αμφίδρομη, διαλεκτική σχέση δρώντων και δομών είναι κρίσιμη και εδώ, όπως και κατά τη μελέτη πολλών άλλων κοινωνικών, πολιτικών αλλά και διανοητικών συμβάντων. Οπότε, για τους μελετητές της ιστορίας των ιδεών και των πρωταγωνιστών της, είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι ο Strauss υπήρξε εκείνος που έφερε σε επαφή τον Alan Bloom με τον φίλο του, Kojève, όταν ο πρώτος επισκέφθηκε το Παρίσι, το 1953. O Kojève ήταν τότε ανώτερο στέλεχος της γαλλικής δημόσιας διοίκησης και, υπό την ιδιότητά του αυτή, έμελλε να συμβάλει αποφασιστικά στις διαπραγματεύσεις για την ίδρυση της ΕΟΚ και τη σύναψη της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου. Ο Βloom γοητεύθηκε αμέσως από το οξυδερκές πνεύμα του Kojève. Προφανώς, αυτός μίλησε στον Fukuyama για τον Kojève, ήδη από το πρώτο έτος (1970) των προπτυχιακών σπουδών του Fukuyama στο Cornell. Ήταν και πάλι ο Bloom, o οποίος στο μεταξύ είχε επιστρέψει στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, που, από κοινού με έναν συνάδελφό του στο ίδιο Πανεπιστήμιο, τον Nathan Tarcov, προσκάλεσαν τον Fukuyama να δώσει τον Φεβρουάριο του 1989, μια διάλεξη. Ίσως, όπως επισημαίνει ο Luis Menand, να μην είναι καθόλου τυχαίο ότι ο τελευταίος επέλεξε ως θέμα της το «The End of History?» (με βάση ανάλυσης τον Kojève).[9] Πρόκειται για τη διάλεξη που έγινε πασίγνωστη μετά τη δημοσίευσή της, τον ίδιο χρόνο, στο περιοδικό The National Interest, αναδεικνύοντας τον Fukuyama σε σταρ των νεοσυντηρητικών.[10]

 

  1. Το ζήτημα της «ταυτότητας» και ο «θυμός»

Ο συγγραφέας της Ταυτότητας υποστηρίζει, αναφερόμενος στο άρθρο του και στο βιβλίο του με θέμα το «τέλος της Ιστορίας», τα ακόλουθα: «Και στα δύο έργα μου επεσήμανα ότι ούτε ο εθνικισμός ούτε η θρησκεία είχαν φτάσει στο σημείο να εξαφανιστούν ως δυνάμεις στην παγκόσμια πολιτική. Δεν είχαν φτάσει στο σημείο να εξαφανιστούν διότι, όπως υποστήριξα τότε, οι σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες δεν είχαν πλήρως επιλύσει το πρόβλημα του θυμού. Ο θυμός είναι το μέρος της ψυχής που λαχταρά αναγνώριση της αξιοπρέπειας. Η ισοθυμία είναι η απαίτηση να σε σέβονται σε ίσο βαθμό με τους άλλους ανθρώπους, ενώ η μεγαλοθυμία είναι η επιθυμία να αναγνωρίζεσαι ως ανώτερος». Σε υποσημείωσή μου, ως επιστημονικού επιμελητή του κειμένου, διευκρινίζω, όπως θα έχει ήδη διαπιστώσει ο αναγνώστης του προλόγου του συγγραφέα, ότι ο όρος μεγαλοθυμία χρησιμοποιείται στο κείμενό του από τον Fukuyama, χωρίς να έχει την ίδια σημασία με αυτή που έχει στο πλατωνικό έργο, όπου ο θυμός εκδηλώνεται για αποκατάσταση δικαιοσύνης και όχι ως «υπερβολή» που εκφράζει την επιθυμία να αναγνωρίζεται κάποιος ως ανώτερος, όπως υποστηρίζει ο Fukuyama.

Είναι, λοιπόν, ενδιαφέρον να δούμε, χάριν αναζήτησης της ακριβείας ως προς την έννοια του πλατωνικού θυμού, τι γράφει επ’ αυτού ένας από τους σπουδαιότερους κλασικούς φιλολόγους, ο Anthony A. Long, στο βιβλίο του, Νους, ψυχή και σώμα στον αρχαίο ελληνικό στοχασμό: «Ο Πλάτων αναγνώρισε τα ψυχικά χαρακτηριστικά του ομηρικού θυμού. Στον πρωϊμότερο από τους διαλόγους του, όπου διαιρεί την ψυχή σε τρία διακριτά μέρη –το υπολογιστικό, το επιθυμητικό και το θυμοειδές–, ο Πλάτων ονομάζει το ζωτικό μέρος θυμοειδές, λέξη που κυριολεκτικά σημαίνει “με μορφή θυμού” (Πλάτων, Πολιτεία 4, 440b, 411a, 8, 550b κ.λπ.). Ο Πλάτων καθιστά αυτό το ψυχολογικό μέρος υπεύθυνο για τις εμπειρίες μας του θυμού, της ντροπής και της φιλοδοξίας. Η κύρια βάση για αυτή τη διαίρεση της ψυχής είναι το γεγονός ότι κάποιες φορές πιάνουμε τον εαυτό μας την ίδια στιγμή, ή έστω φαινομενικά την ίδια στιγμή, να έχει επιθυμίες υπέρ ή κατά του ιδίου πράγματος. Έτσι, ενδέχεται να αισθανόμαστε μια ισχυρή παρόρμηση να ικανοποιήσουμε μια επιθυμία, ενώ επίσης αναγνωρίζουμε ότι ο στόχος αυτός δεν συνάδει με πιο μακροπρόθεσμα συμφέροντά μας και επομένως είναι κάτι προς αποφυγήν, επειδή δεν πρόκειται για μια λογική επιθυμία. Εκτός του ότι εξηγεί την κατάσταση του εαυτού που βιώνει την εσωτερική σύγκρουση μεταξύ της επιθυμίας για άμεση ικανοποίηση και του φρόνιμου αυτοπεριορισμού, η πλατωνική διαίρεση της ψυχής αποσκοπεί στο να συμβιβάζει συγκρούσεις μεταξύ της λογικής και των συναισθημάτων όπως η ντροπή ή ο θυμός, ή ασυμφωνίες μεταξύ αυτών των συναισθημάτων και παρορμήσεων για καθαρά σωματική ή αισθητηριακή ικανοποίηση. Η αξίωσή του ότι το υπολογιστικό, το επιθυμητικό και το θυμοειδές αποτελούν ξεχωριστά μέρη, η οποία πολλές φορές απλοποιείται παίρνοντας τη μορφή μιας δυαδικής διαίρεσης μεταξύ λογικών και μη λογικών ορμών, όχι μόνο λαμβάνει υπόψη την ψυχολογική σύγκρουση, αλλά επίσης αποτυπώνει τα πλεονεκτήματα του προσεκτικού στοχασμού έναντι του πάθους».[11]

Τέλος, δεν είναι τυχαίο το ότι ο Fukuyama, αναλύοντας την «πολιτική των ταυτοτήτων», προσφεύγει στην έννοια του πλατωνικού θυμού, εκείνου δηλαδή του μέρους της ψυχής που ποθεί την αναγνώριση της αξιοπρέπειας προκειμένου να επιτευχθεί η ισοτιμία μεταξύ όσων διεκδικούν αυτή την αναγνώριση και εκείνων οι οποίοι ήδη την απολαμβάνουν. Και τούτο διότι είναι γεγονός ότι οι δύο πιο ουσιαστικές θεωρητικές επιρροές στη συγκρότηση της σκέψης του προέρχονται από τον Leo Strauss, που πρέσβευε την επιστροφή στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία, αντί της νεότερης, προκειμένου αυτή να αποτελέσει τον κατευθυντήριο οδηγό για την πολιτική μας στάση, και τον Alexandre Kojève.[12]

 

  1. Η έννοια της «αναγνώρισης»

Ο Fukuyama στον πρόλογό του στο βιβλίο Ταυτότητα υποστηρίζει, επίσης, τα εξής: «Σύμφωνα με τον Χέγκελ, η ανθρώπινη ιστορία έχει κινηθεί από έναν αγώνα για αναγνώριση. Αυτός υποστήριξε ότι η μόνη λογική λύση στην επιθυμία για αναγνώριση είναι η καθολική αναγνώριση, στην οποία αναγνωρίζεται η αξιοπρέπεια κάθε ανθρώπου». Αυτό το συμπέρασμα δεν προκύπτει «αβίαστα» από τη μελέτη της Φαινομενολογίας του Πνεύματος. Γίνεται κατανοητό όμως, αν σκεφθούμε ότι ο Fukuyama διαβάζει τον Hegel μέσα από τον Kojève, οπότε προκύπτει ότι για τον τελευταίο η έννοια-κλειδί στην Φαινομενολογία του Hegel είναι η αναγνώριση.

Θα επιχειρήσω ευθύς αμέσως να καταστήσω σαφέστερο αυτόν μου τον ισχυρισμό. Ξεκινώντας από τον ίδιο τον Hegel, ας δούμε πώς περιγράφει τον αγώνα για αναγνώριση μεταξύ «κυρίου και δούλου» (ή «αφέντη και υποτελούς») ο Mark Lilla: «H Φαινομενολογία του Χέγκελ επιχειρεί να δώσει μια συνολική, φιλοσοφικά εμπεριστατωμένη ερμηνεία του πώς ο ανθρώπινος νους (ή πνεύμα, Geist) μπορεί, αναστοχαζόμενος τον ίδιο τον μηχανισμό του, να μετατοπιστεί από μια απλή κατάσταση συνείδησης των πραγμάτων στον κόσμο σε ό,τι ο ίδιος ονομάζει κατάσταση “απόλυτης επίγνωσης”. Όπου ο ανθρώπινος νους οδηγείται σε ένα σημείο ηρεμίας, έχοντας εξαντλήσει όλες τις επιμέρους ανεπαρκείς συλλήψεις του εαυτού του που διαμορφώνει στη διαλεκτική του κίνηση. Ένα βήμα σε αυτή την εξελικτική σκάλα είναι η στιγμή της “αυτοσυνειδησίας”, όταν ο νους αποκτά συνείδηση του εαυτού του ως ενεργού δύναμης – αναγνώριση που οδηγεί στον διχασμό ανάμεσα στην απλή συνείδηση και την αναστοχαστική αυτοσυνειδησία. Ο Χέγκελ περιγράφει τη στιγμή αυτή αλληγορικά σαν ένα αγώνα ανάμεσα σε δύο σχηματικές μορφές: έναν κυρίαρχο (Herr), εκφραστή της απλής συνείδησης, ο οποίος άρχει και απαιτεί αναγνώριση από έναν υποτελή (Knecht), εκφραστή της νέας αυτοσυνειδησίας. Η σχέση ανάμεσα στον κυρίαρχο και τον υποτελή είναι κατ’ ανάγκην συγκρουσιακή, επειδή, όπως εξηγεί ο Χέγκελ, βρίσκεται στη φύση του αυτοσυνείδητου νου να επιζητεί την αναγνώριση από τον νου του αυτού είδους· αυτή είναι η κυρίαρχη επιθυμία του. Στην αρχή όμως ούτε ο κύριος ούτε ο υποτελής κατανοούν την επιθυμία αυτή και όλες τις προεκτάσεις της: o κυρίαρχος αξιώνει αναγνώριση για τον ίδιο, αλλά την αρνείται στον υποτελή του, μη μπορώντας κατά συνέπεια να αποτιμήσει την αναγνώριση εκ μέρους του. Ο υποτελής αρνείται την ανισότητα αυτή και αγωνίζεται, δίχως όμως να γνωρίζει για ποιο σκοπό, καθώς δεν μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του. Στο τέλος, ο υποτελής κερδίζει τον αγώνα, πράγμα που –σε μη αλληγορικά συμφραζόμενα– σημαίνει ότι ο αυτοσυνείδητος νους έχει μάθει να αναγνωρίζει τον εαυτό του και κάθε νου του αυτού είδους για αυτό που είναι».[13]

Το ανωτέρω διαλεκτικό σχήμα κυριαρχίας και υποτέλειας που έχουμε στη Φαινομενολογία μεταφέρει ο Kojève –και σε αυτό έγκειται η πρωτότυπη συμβολή του στην ερμηνεία αυτού του έργου– από την ανάλυση της συνείδησης στην ανάλυση της Ιστορίας, προκειμένου να υποστηρίξει ότι η ανθρώπινη πάλη για αναγνώριση, δηλαδή η ικανοποίηση της επιθυμίας μας να αναγνωριστούμε ως ίσοι, είναι η κινητήρια δύναμη της Ιστορίας.

Έτσι, ο Fukuyama στο βιβλίο του, Το Τέλος της Ιστορίας και ο Τελευταίος Άνθρωπος, υποστηρίζει ότι μέσω του τέλους της διαμάχης αντίπαλων κοσμοθεωριών που σήμανε την επικράτηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας και της οικονομίας της αγοράς, δηλαδή χάρη στο τέλος των αγώνων και συγκρούσεων για αναγνώριση, επήλθε και το «τέλος της Ιστορίας». Παρά ταύτα, στο τελευταίο κεφάλαιο αυτού του βιβλίου, όπου περιγράφεται ο ελεύθερος πλέον, αλλά δίχως σθένος «τελευταίος άνθρωπος» του Nietzsche, ο Fukuyama διαφοροποιείται από τον Kojève, όταν υποστηρίζει: «Ο Χέγκελ –αντίθετα απ’ ό,τι ο σχολαστικός μελετητής του, Αλεξάντρ Κοζέβ– αντιλαμβανόταν ότι η ανάγκη να βιώνεται η περηφάνια του ατόμου για την ανθρώπινη φύση του δεν θα ικανοποιούνταν από την “ειρήνη και ευημερία” του τέλους της Ιστορίας».[14] Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, ο Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας στο βιβλίο του, Ταυτότητα, θεωρεί ότι οι «πολιτικές των ταυτοτήτων» αποτελούν απειλή για τις σύγχρονες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, καθώς οι υποστηρικτές αυτών των πολιτικών μάχονται για αναγνώριση και πλήρη κατοχύρωση της αξιοπρέπειάς τους, οπότε υπάρχει επί του παρόντος αναβολή της επέλευσης του «τέλους της Ιστορίας».

Ιδού και μια τελευταία και ελάχιστα τονισμένη στη σχετική βιβλιογραφία παρατήρηση του Παναγιώτη Κονδύλη για την ερμηνεία της χεγκελιανής φιλοσοφίας της Ιστορίας από τον Kojève, σύμφωνα με την οποία, όπως έχει κατ’ επανάληψη τονιστεί, η επιθυμία για αναγνώριση αποτελεί την κεντρική έννοιά της. Τι σχέση θα μπορούσε να έχει η έννοια της επιθυμίας για αναγνώριση με την έννοια της ισχύος και την ορμή για αυτοσυντήρηση, η οποία γεννά την επιδίωξη της ισχύος; Ας δούμε τι αναφέρει εν προκειμένω ο Κονδύλης στο δοκίμιό του, «Οι φιλόσοφοι και η ισχύς»: «Χωρίς να χρησιμοποιήσει τον όρο “ισχύς”, ο Kojève αξιοποίησε δημιουργικά την εγελιανή εννοιολογία και σκιαγράφησε εντυπωσιακά το πρόβλημα της ισχύος και του αγώνα για ισχύ. Η στενή σύνδεση αυτού του ειδοποιού γνωρίσματος του ανθρώπου σε σχέση με το (υπόλοιπο) ζωικό βασίλειο τοποθετεί εδώ την ανάλυση –διαφορετικά από την όψιμη οντολογία του Nietzsche– εξ ολοκλήρου πάνω στο επίπεδο του ανθρώπινου πολιτισμού και της ανθρώπινης ιστορίας, ενώ συνάμα η θεωρία των ψυχόρμητων εν μέρει τροποποιείται και εν μέρει παραμερίζεται σιωπηρά. Στη θέση του ψυχόρμητου μπαίνει η επιθυμία, η οποία βέβαια καθ’ εαυτή προέρχεται από τη βιολογική υφή του ανθρώπου, όμως ο ειδοποιός ανθρώπινος χαρακτήρας της ξεπερνά κατά πολύ το ζωικό βασίλειο και μάλιστα απαιτεί τη θυσία του ζωικού στοιχείου (δηλαδή της βιολογικά εννοούμενης αυτοσυντήρησης). Μέσα στη συχνά ανώφελη επιθυμία για ό,τι επιθυμούν άλλοι –και μάλιστα μόνο και μόνο επειδή το επιθυμούν άλλοι–, μέσα στην επιθυμία της αναγνώρισης και μέσα στον θανάσιμο αγώνα γοήτρου συγκροτείται το ανθρώπινο ον ως αυτοσυνείδηση και μαζί του η Ιστορία, ο τελικός σκοπός της οποίας προσδιορίζεται επομένως από την τέτοια συγκρότηση του ανθρώπινου όντος. Εφόσον ο Kojève πίστευε ότι τα όσα διαδραματίσθηκαν στον αιώνα μας απλώς υλοποίησαν το τέλος της Ιστορίας, όπως το είχε διαγνώσει ο Hegel, μπορούσε να παρακολουθεί γαλήνια τα συμβαίνοντα, χωρίς να αντλεί ηθικές επιταγές από την ανάλυση του φαινομένου της ισχύος».[15]

 

  1. Επίλογος

Στο παρόν κείμενο διατύπωσα ορισμένες σκέψεις οι οποίες ελπίζω να βοηθήσουν τον αναγνώστη να αντιληφθεί καλύτερα το φιλοσοφικό υπόβαθρο της προβληματικής του παρόντος βιβλίου αλλά και να διακρίνει τις «πνευματικές γέφυρες» με συγκεκριμένα, προηγούμενα κείμενα του συγγραφέα.

Δεν επιδίωξα εδώ μια κριτική αποτίμηση της πολιτικής επιχειρηματολογίας που αναπτύσσει ο συγγραφέας πάνω στο ζήτημα της «πολιτικής των ταυτοτήτων», για τους ακόλουθους λόγους: πρώτον, δεν θεωρώ την «εισαγωγή» σε ένα βιβλίο ως ιδανικό χώρο για τη διατύπωση τέτοιου είδους κρίσεων και, δεύτερον και κυριότερο, δεδομένου ότι συνήθως τα φιλοσοφικά ζητήματα είναι εκείνα που περνούν σε δεύτερη μοίρα σε τέτοιες περιπτώσεις, θεώρησα ότι είναι ευκαιρία να τα αναδείξω, καθώς επ’ αυτών θεμελιώνεται εν προκειμένω η σχετική πολιτική επιχειρηματολογία.

Μια γενική μόνο παρατήρηση ας μου επιτραπεί να καταθέσω: διατηρώ επιφυλάξεις για το κατά πόσον ένα φάσμα τόσο διαφορετικών φαινομένων μπορούν να εξηγηθούν με επάρκεια στη βάση ενός μάλλον μονοδιάστατου χαρακτηρισμού τους ως «προβλημάτων ταυτότητας». Για παράδειγμα, μήπως το Brexit, η άνοδος του Trump στο προεδρικό αξίωμα των ΗΠΑ αλλά και η πολιτική του μέχρι σήμερα, όπως και η κοινοβουλευτική επικράτηση κάποιων λαϊκιστικών πολιτικών μορφωμάτων σε πρώην κομμουνιστικές χώρες της Ευρώπης, χρήζουν μιας πιο πολυπρισματικής[16] ανάλυσης;

Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση όμως, η ανάδειξη από τον Fukuyama των χαρακτηριστικών εκείνων βάσει των οποίων τα παραπάνω γεγονότα μπορούν να μελετηθούν υπό το «πρίσμα» της «πολιτικής των ταυτοτήτων» έχει την ιδιαίτερη και αναμφισβήτητη αναλυτική της αξία. Μπορεί να μην παρέχει πλήρη εξήγηση, αλλά φως αναντίρρητα ρίχνει. Από την άλλη, παρ’ ότι μη μαρξιστής ο ίδιος, θεωρώ ότι θα ήταν χρήσιμη η ανάπτυξη εναλλακτικών μαρξιστικών προσεγγίσεων για τη μελέτη κάποιων από τα φαινόμενα στα οποία είναι εντόνως παρούσα η οικονομική διάσταση.

Επίσης, συχνά η λογοτεχνία μπορεί να φωτίσει πτυχές κοινωνικών φαινομένων οι οποίες έχουν αντίκτυπο στις πολιτικές επιλογές μας καλύτερα από πολλές ακαδημαϊκές αναλύσεις (π.χ., το αφήγημα του J.D. Vance, Το τραγούδι του χιλμπίλη,[17] μας βοηθάει να κατανοήσουμε κρίσιμες πτυχές της κοινωνικής πραγματικότητας στη σημερινή Αμερική).

Με τη βεβαιότητα ότι η Ταυτότητα συνιστά ένα συναρπαστικό πολιτικό ανάγνωσμα (με αξιοπρόσεκτη θεωρητική και φιλοσοφική θεμελίωση), καθότι πραγματεύεται ένα κρίσιμο και προς το παρόν δυσεπίλυτο πρόβλημα του σύγχρονων δημοκρατιών, εύχομαι και ελπίζω να είναι και καλοτάξιδη.

 

 

Γιώργος Λ. Ευαγγελόπουλος

[Αναπληρωτής Καθηγητής «Πολιτικής Φιλοσοφίας και Διεθνών Σχέσεων»

Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών

Πάντειο Πανεπιστήμιο]

[1] Francis Fukuyama, Το Τέλος της Ιστορίας και ο Τελευταίος Άνθρωπος, μτφρ. Αχιλλέας Φακατσέλης (Αθήνα, Εκδόσεις «Νέα Σύνορα» – Α.Α. Λιβάνη, 1993).

[2] Ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης μπορεί να αναζητήσει τις ακόλουθες ελληνικές εκδόσεις βιβλίων του Francis Fukyuama: 1) Εμπιστοσύνη – Οι κοινωνικές αρετές και η δημιουργία της ευημερίας, μτφρ.: Ελένη Αστερίου  (Αθήνα, «Νέα Σύνορα», 1998), 2) Οικοδόμηση Κρατών – Διακυβέρνηση και Παγκόσμια Τάξη στον 21ο Αιώνα, μτφρ.: Δάφνη Βουβάλη, προλογικό σημείωμα: Κώστας Μελάς (Αθήνα, Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη, 2005), 3) Η Αμερική σε Σταυροδρόμι – Δημοκρατία, Ισχύς και η Νεοσυντηρητική Κληρονομιά, μτφρ.: Γιάννης Μελάς & Κώστας Μελάς, επιστημονική επιμέλεια και Προλεγόμενα: Κώστας Μελάς (Αθήνα, Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη, 2009).

Στην αγγλική γλώσσα έχουν εκδοθεί και άλλα αξιοπρόσεκτα βιβλία του, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζω τα ακόλουθα: 1) The End of Order (London, The Social Market Foundation, 1997), 2) The Great Disruption: Human Nature and the Reconstitution of Social Order (NY, The Free Press, 1999), 3) Our Posthuman Future: Consequences of the Biotechnology Revolution (London, Profile Books, 2006), 4) Falling Behind: Explaining the Development Gap between Latin America and the United States (Oxford, Oxford University Press, 2011), 5) The Origins of Political Order (London, Profile Books, 2011) και 6) Political Order and Political Decay (London, Profile Books, 2015).

[3] Fukuyama, F. (1989), “The End of History?”, The National Interest 16 (Summer): 3–18.

[4] Αξίζει κανείς να διαβάσει την κριτική του Παναγιώτη Κονδύλη –τον οποίο ο Γερμανός συντηρητικός στοχαστής Armin Mohler είχε αποκαλέσει «Αντι-Φουκουγιάμα»– στο Παναγιώτης Κονδύλης, Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης – Απαντήσεις σε 28 ερωτήματα (Αθήνα, Εκδόσεις Νεφέλη, 1998), 27-30. Βλ., επίσης, το Howard Williams, David Sullivan, and Gwynn Matthews, Francis Fukuyama and the end of history (Cardiff, University of Wales Press, 1997), αλλά και την ειδική έκδοση του περιοδικού, The National Interest (Summer 1989), το οποίο περιέχει κριτικά κείμενα των Allan Bloom, Pierre Hassner, Gertrude Himmelfarb, Samuel Huntington, Irving Kristol, Daniel Patrick Moynihan, Stephen Sestanovich και Leon Weiseltier, όπως και την απάντηση του Fukuyama. Ακόμη, ο σημαντικός οικονομολόγος Branco Milanovic παρατηρεί ότι σε όλα τα βιβλία σαν αυτό που έγραψε ο Fukuyama «εντοπίζουμε τρεις κοινούς τόπους σφάλματος: την πεποίθηση ότι οι τάσεις που φαίνονται ισχυρότερες τη δεδομένη χρονική στιγμή θα συνεχιστούν στο μέλλον, την αδυναμία να προβλεφθούν εντυπωσιακά έκτακτα γεγονότα, και μια υπερβολική συγκέντρωση της προσοχής στους κύριους πρωταγωνιστές της παγκόσμιας σκηνής, ιδίως τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η επίλυση και των τριών αυτών προβλημάτων φαίνεται πολύ δύσκολη, ακόμη κι αν η διάγνωσή τους γίνει με ακρίβεια» (βλ. Branco Milanovic, Παγκόσμια Ανισότητα – Η οικονομική ανισότητα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, μτφρ. Νίκος Ρούσσος, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2017, 137-138). Αντίθετα, ο Αριστείδης Χατζής στο βιβλίο του Φιλελευθερισμός, αποδέχεται μ’ ενθουσιασμό τις απόψεις του Αμερικανού πολιτικού επιστήμονα. Διευκρινίζει, μάλιστα, ότι κατά την παρουσίαση των απόψεων του Fukuyama, τις προσάρμοσε κάπως, προκειμένου να λάβει υπόψη τις ενδιάμεσες εξελίξεις έως το 2017 (έτος έκδοσης του δικού του βιβλίου), «γιατί ο Φουκουγιάμα δεν μπορούσε να προβλέψει τότε σε πόσο μεγάλο βαθμό θα επιβεβαιώνονταν οι προβλέψεις του. Όχι μόνο η παγκοσμιοποίηση μετέτρεψε την αγορά σε μια πανίσχυρη, σχεδόν φυσική δύναμη, αλλά επιπλέον οι νέες τεχνολογικές πρόοδοι (κυρίως το διαδίκτυο) κατέστησαν απαγορευτική οποιαδήποτε ιδέα επαναφοράς του ολοκληρωτισμού και του κεντρικού κρατικού σχεδιασμού· ιδιαίτερα σε εκείνες τις περιοχές του πλανήτη οι οποίες έχουν δοκιμάσει την ελευθερία και την ευημερία που τους εξασφάλισε η φιλελεύθερη δημοκρατία» (βλ. Αριστείδης Χατζής, Φιλελευθερισμός, Αθήνα, Eκδόσεις Παπαδόπουλος, 2017, 9-10).

[5] Βλ. Έγελος, Φαινομενολογία του Νου, πρόλογος, μετάφραση, σχόλια: Γιώργος Φαράκλας (Αθήνα, Βιβλιοπωλείο της «Εστίας», [1807]2007). Για την κατανόηση του «δύσβατου» αυτού έργου είναι χρήσιμη η μελέτη του Γιώργου Φαράκλα, Γνωσιοθεωρία και μέθοδος στον Έγελο (Αθήνα, Βιβλιοπωλείο της «Εστίας», 2000) , ενώ για μια έξοχη όσο και συνοπτική ανάλυση της συστηματικής δομής του έργου του Hegel, βλ. Ντήτερ Χένριχ, Mεταξύ Καντ και Χέγκελ – Διαλέξεις για τον γερμανικό ιδεαλισμό, μτφρ.: Θοδωρής Δρίτσας, επιμέλεια ελληνικής έκδοσης: Γιώργος Ξηροπαΐδης (Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2018), 377-410.

[6] Mark Lilla, Η Σαγήνη των Συρακουσών – Διανοούμενοι στην πολιτική, μτφρ.: Χρυσούλα Μεντζαλίρα, επιμέλεια: Μανώλης Βασιλάκης, Αθήνα, The Athens Review of Books, 2014, 195.

[7] Alexander Kojève, Introduction to the Reading of Hegel – Lectures on the Phenomenology of Spirit (edited by Allan Bloom) (Ithaca & London: Cornell University Press, 1980).

[8] Allan Bloom, The Closing of the American Mind (NY, Simon & Schuster, 1988).

[9] Luis Menand, “Francis Fukuyama postpones the end of History”, The New Yorker, September 3, 2018 (βλ. εδώ: https://www.newyorker.com/magazine/2018/09/03/francis-fukuyama-postpones-the-end-of-history).

[10] Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί παρενθετικά ότι στην ελληνική βιβλιογραφία το όνομα του Alexandre Kojève το συναντάμε, για πρώτη –εάν δεν απατώμαι– φορά, σε ένα βιβλίο που περιλαμβάνεται στη σειρά, «Φιλοσοφική και Πολιτική Βιβλιοθήκη» (των Εκδόσεων «Γνώση»), την οποία διηύθυνε ο Παναγιώτης Κονδύλης και με την οποία επιχείρησε να θέσει στη διάθεση του ελληνικού αναγνωστικού κοινού μερικά από τα πιο σημαντικά κείμενα της ευρωπαϊκής πολιτικής και φιλοσοφικής γραμματείας. Πρόκειται για την έκδοση που περιέχει την πολυσυζητημένη αντιπαράθεση του Leo Strauss και του Alexandre Kojève πάνω στα ζητήματα της πολιτικής ελευθερίας και της πολιτικής αναγκαιότητας, στο πλαίσιο του σχολιασμού του κλασικού κειμένου, Ιέρων ή Τυραννικός, του Ξενοφώντα. Για την ακρίβεια, το ζήτημα αφορά την απάντηση του Kojève στην ανάλυση του Ιέρωνος από τον Strauss [Βλ. Παναγιώτης Κονδύλης (επιμ.), Περί Τυραννίας Ξενοφών: Ιέρων ή Τυραννικός, μτφρ.: Παναγιώτης Κονδύλης, Λέο Στράους: Περί Τυραννίδος, μτφρ.: Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Αλέξανδρος Κοζέβ: Τυραννία και Σοφία, μτφρ.: Ευρυδίκη Παπάζογλου (Αθήνα, Εκδόσεις Γνώση, 1995). Πάντως, επειδή περιέχει και την αλληλογραφία μεταξύ του Strauss και του Kojève που ακολούθησε, ιδού και η αγγλική έκδοση: Leo Strauss, On Tyranny (edited by Victor Gourevich and Michael S. Roth) (Chicago, Chicago University Press, 2000)]. Ο διάλογος αυτός είναι πολύ σημαντικός για να κατανοήσει κανείς τη διαφορετική αντίληψη της σχέσης του φιλοσόφου με την πολιτική και τους πολιτικούς που έχουν οι Leo Strauss και Alexandre Kojève. Η άποψη του Kojève πάνω σε αυτό το θέμα βρίσκεται στη βάση των επιλογών που έκανε όχι μόνο στην επαγγελματική του ζωή, αλλά επίσης εξηγεί την παθητική (αν όχι και θετική) στάση του απέναντι στο κράτος του «τελευταίου ανθρώπου» του Nietzsche, εντός του οποίου ο άνθρωπος λειτουργώντας σαν ένα γρανάζι μηχανής που ικανοποιεί καταναλωτικές ανάγκες και ηδονιστικές του τάσεις έχει εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια για πνευματική και ηθική βελτίωση. Γι’ αυτό, εάν κάποιος επιθυμεί να κατανοήσει τη σκέψη του Kojève οφείλει να διαβάσει τον ανωτέρω διάλογο και να συγκρίνει τα συμπεράσματα που θα εξαγάγει, πολιτικά και φιλοσοφικά, με τα αντίστοιχα που προκύπτουν από τη μελέτη των παραδόσεών του πάνω στη Φαινομενολογία του Hegel. Θα διαπιστώσει, θαρρώ, το πόσο συμβατά ή «σύμφωνα» είναι μεταξύ τους.

[11] Anthony A. Long, Νους, ψυχή και σώμα στον αρχαίο ελληνικό στοχασμό, μτφρ.: Δήμητρα Παπουτσάκη, επιστημονική επιμέλεια: Μυρτώ Δραγώνα-Μονάχου & Χλόη Μπάλλα (Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2019), 37.

[12] Μάλιστα, ο Perry Anderson έχει δίκιο όταν υποστηρίζει ότι ο Fukuyama για να θεμελιώσει το θεωρητικό του σχήμα περί του «τέλους της Ιστορίας» δανείστηκε την αφηγηματική δομή του από τον Kojève «αλλά την τοποθέτησε πάνω σε μια οντολογία της ανθρώπινης φύσης, αρκετά ξένη προς τον Κοζέβ, η οποία προήλθε από τον Πλάτωνα μαζί με τη διαμόρφωση της σκέψης του –με μια πολύ πιο συντηρητική οπτική– στη βάση της λογικής του Λέο Στράους» (βλ. Πέρι Άντερσον, Η Αμερικανική Εξωτερική Πολιτική και οι Διανοητές της, μτφρ.: Ηρακλής Οικονόμου, επίμετρο: Κώστας Ράπτης, Αθήνα, Εκδόσεις Τόπος, 2017, 230).

 

[13] Mark Lilla, Η Σαγήνη των Συρακουσών – Διανοούμενοι στην πολιτική, όπ.π., 191-192.

[14] Francis Fukuyama, Το Τέλος της Ιστορίας και ο Τελευταίος Άνθρωπος, όπ.π., 429.

[15] Παναγιώτης Κονδύλης, Η Ηδονή, η Ισχύς, η Ουτοπία (Αθήνα, Εκδόσεις Στιγμή, 1992), 89-90.

[16] Η διαφορετική οπτική γωνία υπό την οποία, π.χ., ένας φιλελεύθερος στοχαστής και υποστηρικτής των Δημοκρατικών στην Αμερική, όπως ο Mark Lilla, αναλύει το θέμα της «πολιτικής των ταυτοτήτων» είναι εξαιρετικά χρήσιμη – βλ. Mark Lilla, Κάποτε φιλελεύθερος, και πάλι φιλελεύθερος – Περί της πολιτικής των ταυτοτήτων, μτφρ.: Ελένη Κοτσυφού, πρόλογος-επιμέλεια: Κώστας Π. Αναγνωστόπουλος (Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Επίκεντρο, 2018).

[17] Τζέιμς Ντέιβιντ Bανς, Το Τραγούδι του Χιλμπίλη, μτφρ.: Αριστείδης Μαλλιαρός (Αθήνα, Εκδόσεις ΔΩΜΑ, 2018).

 

Διαβάστε επίσης:

Φράνσις Φουκουγιάμα στην «Κ»: Η Δημοκρατία θα δοκιμαστεί 

Ο επιφυλακτικός προφήτης  Φουκουγιάμα (Η Καθημερινή)

Φουκουγιάμα: Στην ανισότητα, ο λαϊκισμός κερδίζει έδαφος (Ο Φιλελεύθερος)


Για την «πολιτική της ταυτότητας»

Αγία Σοφία: Γιατί παραβιάζεται η ΕΣΔΑ

Σπύρος Βλαχόπουλος, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τέμενος δεν προσβάλλει μόνον την παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά. Παραβιάζει και το διεθνές δίκαιο. Πέρα από τις συμβάσεις της UNESCO για την προστασία των μνημείων παγκόσμιας κληρονομιάς που απαγορεύουν τις μονομερείς εθνικές ενέργειες, η κατάργηση του καθεστώτος της Αγίας Σοφίας ως μουσείου έρχεται σε αντίθεση και με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).

Η διαχείριση μνημείων διαχρονικής και παγκόσμιας εμβέλειας σαν να πρόκειται για μια συνηθισμένη κρατική ιδιοκτησία, η πλήρης παράκαμψη των διεθνών κανόνων προστασίας των μνημείων και οι αναπόφευκτοι περιορισμοί προσβασιμότητας στην Αγία Σοφία λόγω της μετατροπής της σε τέμενος (πολλώ δε μάλλον η ανατριχιαστική σκέψη της κάλυψης των ψηφιδωτών της Αγίας Σοφίας με φωτισμό και «ειδικές τεχνολογίες»), δεν συμβαδίζουν με τον ευρωπαϊκό και παγκόσμιο νομικό πολιτισμό.  Όσον αφορά ειδικότερα την ΕΣΔΑ, παραβιάζονται δύο ρυθμίσεις της: Πρώτον, το άρθρο 8 που προστατεύει την ιδιωτική ζωή, συμπεριλαμβάνοντας και την προστασία του περιβάλλοντος σύμφωνα με την εξελικτική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ). Και, δεύτερον, το άρθρο 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το οποίο προστατεύει το δικαίωμα στην εκπαίδευση. Θα αποτελούσε εντελώς «μυωπική» αντίληψη να υποθέσει κανείς ότι η εκπαίδευση περιορίζεται στις σχολικές αίθουσες και δεν συμπεριλαμβάνει το δικαίωμα των γενεών για ακώλυτη πρόσβαση στα στοιχεία της παγκόσμιας πολιτιστικής παράδοσης.

Η γενικότερη προβληματική της προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς μέσω της ΕΣΔΑ, έχει απασχολήσει και το ΕΔΔΑ στην υπόθεση Ahunbay και λοιποί κατά Τουρκίας (απόφαση της 21-2-2019). Στην υπόθεση αυτή, πέντε τούρκοι πολίτες (δύο καθηγητές πανεπιστημίου, ένας αρχαιολόγος, ένας δημοσιογράφος και ένας δικηγόρος) υποστήριξαν ότι η κατασκευή ενός μεγάλου υδροηλεκτρικού φράγματος θα οδηγούσε στην καταστροφή του αναγνωρισμένου αρχαιολογικού χώρου Hasankeyf. Σύμφωνα με το Δικαστήριο του Στρασβούργου, η διαρκώς αυξανόμενη ευαισθητοποίηση των πολιτών και η θέσπιση κανόνων του διεθνούς δικαίου, οδηγούν στην αποδοχή μιας κοινής ευρωπαϊκής και παγκόσμιας αντίληψης για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς και της ακώλυτης πρόσβασης σε αυτήν. Ωστόσο, το ΕΔΔΑ δέχθηκε ότι δικαίωμα ατομικής προσφυγής σε αυτό υπήρχε, «με τα μέχρι τότε δεδομένα», μόνο για τις μειονότητες και τους αυτόχθονες στο πλαίσιο του δικαιώματος διατήρησης της πολιτιστικής τους παράδοσης.

Η απόφαση αυτή του ΕΔΔΑ επικρίθηκε –και δικαίως- ως άτολμη. Στην ίδια την Τουρκία κατηγορήθηκε για επιλεκτική ευαισθησία, γράφηκε μάλιστα ότι εάν η ίδια υπόθεση αφορούσε κάποιο αρχαιολογικό χώρο στην Ευρώπη, η απόφαση θα ήταν διαφορετική. Αυτό πάντως που πρέπει να τονιστεί, είναι ότι η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τέμενος θα αποτελούσε μια ευκαιρία για το ΕΔΔΑ να αναθεωρήσει τη νομολογία του (πέρα βέβαια από το γεγονός ότι τίθεται ζήτημα των δικαιωμάτων της χριστιανικής μειονότητας στην Τουρκία). Το ίδιο το ΕΔΔΑ εξελίσσει και αναθεωρεί διαρκώς τη νομολογία του, στη συγκεκριμένη μάλιστα απόφαση Ahunbay τόνισε ρητώς την προσωρινότητα της θέσης του και επιφυλάχθηκε να επανεξετάσει τη στάση του.  Κυρίως όμως, το ΕΔΔΑ δεν μπορεί να κωφεύει απέναντι σε προκλητικές προσβολές των παγκόσμιων πολιτιστικών μνημείων, εάν θέλει να διατηρήσει την εικόνα του στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη ως «θεματοφύλακα» των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Γιατί είναι μεν ακριβές ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα αποσκοπούν προεχόντως στην προστασία των ευάλωτων μειοψηφιών, ενίοτε όμως θα πρέπει να προστατεύονται και τα αυτονόητα δικαιώματα των πλειοψηφιών, ιδίως το δικαίωμα των γενεών για ακώλυτη πρόσβαση στα μνημεία της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.

 

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Καθημερινή 14-7-2020

Γρηγόρης Αυδίκος, Παθογένειες του Συντάγματος και αναθεώρηση, Αθήνα: Στοχαστής 2020

Δ. Καλτσώνης, Καθηγητής Θεωρίας Κράτους και Δικαίο, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Το παρόν βιβλίο του Γρηγόρη Αυδίκου αποτελεί καρπό της τρίχρονης μεταδιδακτορικής του έρευνας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, την οποία είχα την ικανοποίηση να επιβλέψω. Ο συγγραφέας με τρόπο συνεκτικό, διεισδυτικό, αυστηρά επιστημονικό αντιμετωπίζει τρία ζητήματα. Πρώτο, αναδεικνύει τις παθογένειες του ισχύοντος Συντάγματος στο φως των ιστορικά δεδομένων χρόνιων προβλημάτων που αναδείχθηκαν στην ελληνική συνταγματική ιστορία. Δεύτερο, παρουσιάζει και αξιολογεί τις σύγχρονες πολιτικές και επιστημονικές προτάσεις για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Τρίτο, σε διαλεκτική συνάφεια με τα παραπάνω διατυπώνει τις δικές του προωθητικές προτάσεις.

Η αξία της εργασίας και των προτάσεων του συγγραφέα συνίσταται ιδίως στον ψύχραιμο και βαθιά τεκμηριωμένο τρόπο με τον οποίο εξετάζει το αντικείμενο της έρευνάς του. Ακόμη περισσότερο, έχει σημασία το γεγονός ότι τοποθετείται με σαφήνεια σε ένα κομβικό ερώτημα της εποχής μας: συρρίκνωση ή εμβάθυνση της δημοκρατίας;

Στην ιστορική περίοδο της κρίσης παρακολουθούμε σε παγκόσμιο επίπεδο “πώς πεθαίνουν οι δημοκρατίες”. Ο θάνατος αυτός δεν λαμβάνει απαραίτητα τη μορφή της κατάργησης των εξωτερικών χαρακτηριστικών της δημοκρατίας, με την επιβολή δικτατορικών καθεστώτων. Διακρίνεται όμως ξεκάθαρα η de facto τάση υποβάθμισης της δημοκρατίας, παραγκωνισμού ή και παραβίασης του Συντάγματος ακόμη και η θεσμική υποβάθμιση της δημοκρατίας είτε μέσω συνταγματικών αλλαγών είτε μέσω άλλων, ανάλογου χαρακτήρα νομοθετικών παρεμβάσεων. Τα παραδείγματα αφθονούν τόσο εκτός όσο και εντός της ευρωπαϊκής ηπείρου. Ακόμη και σε δημοκρατίες όπως της Γαλλίας, της Βρετανίας και της Γερμανίας η τάση αυτή είναι πλέον ορατή.

Στο επίπεδο των επιστημονικών προτάσεων που αφορούν στο Σύνταγμα και στη δημοκρατία κυρίαρχος είναι επίσης ο φόβος μπροστά στη δημοκρατία. Οι προτάσεις που κατατίθενται εναρμονίζονται με την τάση συρρίκνωσης της δημοκρατίας, κατατείνουν συνήθως στην αποδυνάμωση της λαϊκής κυριαρχίας ή, στην καλύτερη περίπτωση, διατυπώνουν ανώδυνες μεταβολές.

Το βιβλίο του Γρηγόρη Αυδίκου έχει την τόλμη να αναζητήσει λύσεις όχι στο παρελθόν αλλά στο μέλλον, όχι στην πεπατημένη της ανακύκλωσης χιλιοειπωμένων ιδεών αλλά στην καινοτομία. Αναζητά το αντίδοτο στο φόβο ενώπιον της δημοκρατίας. Η αγωνία που το διακρίνει, συνίσταται στην προσπάθεια εμβάθυνσης και ουσιαστικοποίησης της δημοκρατίας. Αυτό αναδεικνύεται εναργέστερα στις προτάσεις του σε δύο ιδίως άξονες: σε εκείνες που αφορούν στην αναβάθμιση της Βουλής και σε εκείνες που καθιστούν στενώτερο και αποτελεσματικότερο το δεσμό του εκλογικού σώματος με τους αντιπροσώπους του, στον έλεγχο του πρώτου στους δεύτερους.

Σε μια εποχή ακραίων προκλήσεων και κινδύνων -όχι μόνο για την ελληνική κοινωνία αλλά για την ανθρωπότητα-, αποδυνάμωσης των κοινωνικών δικαιωμάτων, όξυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων, κλιματικής αλλαγής, ο λόγος και η απόφαση πρέπει να μετατεθεί στην κοινωνία. Από αυτή τη σκοπιά προτάσεις που μπολιάζουν την αντιπροσωπευτική δημοκρατία με ισχυρές ενέσεις άμεσοδημοκρατικών θεσμών μπορούν να της προσδώσουν νέα ποιότητα. Τέτοια είναι και η πρόταση της δυνατότητας ανάκλησης των αντιπροσώπων, που συνδέεται με τις πλέον δημοκρατικές αναζητήσεις του σχεδίου Συντάγματος του Ρήγα Φεραίου και της νομοθεσίας της εθνικής αντίστασης.

Βέβαια, όπως αναγνωρίζει ο συγγραφέας, οι συνταγματικές αλλαγές δεν αποτελούν πανάκεια. Μπορούν όμως να βοηθήσουν και να ανοίξουν δρόμους στην αναζήτηση καινοτόμων λύσεων. Σε αυτό τον τόσο αναγκαίο και επίκαιρο συνταγματικό και κοινωνικο-πολιτικό προβληματισμό συμβάλλει ουσιαστικά το βιβλίο του Γρηγόρη Αυδίκου.

 

Ένα θέμα, δύο αποφάσεις: Δικαιοσύνη, Κογκρέσο και ο Πρόεδρος των ΗΠΑ

Αλέξανδρος Κυριακίδης, Υποψήφιος διδάκτωρ, Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας (Ελλάδα)

Εισαγωγή

Στις 9 Ιουλίου 2020, το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (ΗΠΑ) εξέδωσε τις αποφάσεις υπ’ αριθμ. 19-635  (Trump κατά Vance, Εισαγγελέας της Κομητείας της Νέας Υόρκης κ.ά.)  και 19-715  (Trump κ.α. κατά Mazars USA, LLP, κ.α., σε συνεκδίκαση με την υπ’ αριθμ. 19-760,  Trump κ.α. κατά Deutsche Bank AG κ.α.), οι οποίες αφορούν κλητεύσεις για τα προσωπικά οικονομικά αρχεία του νυν προέδρου των ΗΠΑ Donald J. Trump, την οικογένειά του και τις επιχειρήσεις του. Και οι δύο είναι υποθέσεις-ορόσημα: είναι η πρώτη φορά που εξετάζεται ποινική κλήτευση Πολιτείας (Νέα Υόρκη) για προσωπικά στοιχεία ενός Προέδρου (υπ’ αριθμ. 19-635), και είναι η πρώτη φορά που το Ανώτατο Δικαστήριο καλείται να εξετάσει τη συμμόρφωση με κλητεύσεις του Κογκρέσου για στοιχεία του Προέδρου (και μόνο η δεύτερη σε επίπεδο Εφετείου, μετά τον Πρόεδρο Νίξον). Ενώ και οι δύο υποθέσεις αφορούσαν ουσιαστικά όμοιο θέμα,  το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε διαφορετικές αποφάσεις  και μάλιστα με πλειοψηφία 7-2 και στις δύο περιπτώσεις (οι Ανώτατοι Δικαστές Τόμας και Αλίτο μειοψήφησαν και στις δύο, ενώ οι Κάβανο και Γκόρσουτς, οι οποίοι διορίστηκαν από τον ίδιο τον Πρόεδρο, τάχθηκαν με την πλειοψηφία και στις δύο).  Οι αποφάσεις επικεντρώθηκαν στις έννοιες της διάκρισης των εξουσιών και της ανεξαρτησίας αυτών.

Διάκριση των εξουσιών, ανεξαρτησία τους, και το Σύνταγμα των ΗΠΑ

Οι περισσότεροι είναι εξοικειωμένοι με την διάκριση των τριών εξουσιών (νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική) και τη ανεξαρτησία της κάθε μίας έναντι των άλλων. Υπάρχει, όμως, παρανόηση ως προς την προέλευση της ιδέας αυτής. Συνήθως οι φιλόσοφοι του 17ου  αιώνα John Locke (Two Treatises of Government) και  Charles-Louis de Secondat, Baron de La Brède et de Montesquieu  (The Spirit of Laws), ο οποίος και ήταν ακόλουθος του Locke, πιστώνονται με την ανωτέρω ιδέα. Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η ύπαρξη τριών εξουσιών δεν συνεπάγεται απαραιτήτως αυτές να είναι οι τρείς προαναφερθείσες, ούτε και τον διαχωρισμό αυτών. Ο Locke, για παράδειγμα, παρουσιάζει τις τρείς εξουσίας ως νομοθετική, εκτελεστική και ομοσπονδιακή (federative, εξουσία για διεθνείς δικαιοπραξίες, πολέμους, κλπ.), και αναφέρει ότι η πρώτη πρέπει να είναι ξεχωριστός, αλλά ότι για τις άλλες δύο περιπτώσεις ο διαχωρισμός είναι δυσκολότερος (σ. 164-5 και 329). Εν αντιθέσει, ο Montesquieu προωθεί τις εξουσίες και των διαχωρισμός τους όπως τις γνωρίζουμε σήμερα   (σ. 156-7). Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι ο πρώτος φιλόσοφος που ανέφερε την σχετική ιδεά ήταν ο Αριστοτέλης περίπου 2000 χρόνια πριν. Στο έργο του  Πολιτικά (Βιβλίο IV), γράφει «ἔστι δὴ τρία μόρια τῶν πολιτειῶν πασῶν… ἓν μὲν τί τὸ βουλευόμενον περὶ τῶν κοινῶν, δεύτερον δὲ τὸ περὶ τὰς ἀρχάς,…, τρίτον δέ τί τὸ δικάζον»

Το Σύνταγμα των ΗΠΑ βασίζεται στον ανωτέρω διαχωρισμό. Τα Άρθρα Ι έως ΙΙΙ αναφέρονται στην νομοθετική, εκτελεστική, και δικαστική εξουσία αντίστοιχα και χωριστά. Αντιστοίχως, ο πρώην Πρόεδρος των ΗΠΑ και Ιδρυτικός Πατέρας (Founding Father) των ΗΠΑ James Madison, ένας εκ των σημαντικότερων συντακτών του Συντάγματος των ΗΠΑ, στο  Federalist Papers αριθμ. 47 (τα Federalist Papers δημοσιεύθηκαν κατά την διάρκεια του 1778 με σκοπό την προτροπή των πολιτών της Νέας Υόρκης να επικυρώσουν το προτεινόμενο Σύνταγμα των ΗΠΑ, και χρησιμοποιούνται ευρέως για την ερμηνεία των αρχικών προθέσεων διατάξεων του Συντάγματος) έγραψε: «Η συσσώρευση όλων των εξουσιών, νομοθετική, εκτελεστική, και δικαστική, στα ίδια χέρια, είτε ενός, μερικών ή πολλών, και είτε εκ κληρονομίας, εξ’ αυτο-ορισμού ή εξ’ εκλογών, χαρακτηρίζεται δικαίως ως ο ίδιος ο ορισμός της τυραννίας.»

Επισκόπηση των υποθέσεων

Στην υπ’ αριθμ. 19-715, το θέμα ήταν 4 κλητεύσεις του Απριλίου 2019 από τρεις Επιτροπές της Βουλής των Αντιπροσώπων, στην λογιστική εταιρία που διαχειρίζεται τα περιουσιακά και οικονομικά στοιχεία του Προέδρου, Mazars USA, LLP, στην Deutsche Bank, και στην Capital One, για πληροφορίες σχετικά με τα οικονομικά του Προέδρου, της οικογένειάς του και των επιχειρήσεών του (συμβάσεις, λογαριασμοί κ.λπ.) για διάφορες χρονικές στιγμές, που κυμαίνονται από ανέκαθεν μέχρι έγγραφα από το 2010 και μετά, το 2011 έως το 2018 και το 2016 και μετά. Οι αιτιολογήσεις των Επιτροπών περιελάμβαναν νομοθετικές προσπάθειες κατά της διαφθοράς, της τρομοκρατίας και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, καθώς και διερεύνηση της υπονόμευσης της πολιτικής διαδικασίας των ΗΠΑ (Ρωσική επιρροή στις Προεδρικές εκλογές του 2016).  Η υπ’ αριθμ. 16-635 απόφαση αφορά σε κλήτευση του Αυγούστου 2019, εκδοθείσα από ανακριτικό σώμα ενόρκων (grand jury) και επιδοθείσα από τον Γενικό Εισαγγελέα της Νέας Υόρκης στην Mazars USA, LLP, με αίτημα οικονομικά αρχεία, φορολογικές δηλώσεις κ.λπ., του Προέδρου από το 2011 έως το 2019, σε συνέχεια της έρευνας του Γενικού Εισαγγελέα επί επιχειρηματικών συναλλαγών που μπορεί να έχουν παραβιάσει Πολιτειακή νομοθεσία της Νέας Υόρκης. Η κλήτευση ήταν επί της ουσίας μία αντιγραφή μίας εκ των τεσσάρων κλητεύσεων της Βουλής (ανωτέρω). Ο Πρόεδρος μήνυσε τον Γενικό Εισαγελέα και τη Mazars, υποστηρίζοντας ότι, σύμφωνα με τα Άρθρα ΙΙ και VI (Ρήτρα υπεροχής, που ορίζει ότι το Σύνταγμα και οι ομοσπονδιακοί νόμοι που βασίζονται σε αυτό, είναι ανώτεροι από τους Πολιτειακούς νόμους) του   Συντάγματος των ΗΠΑ, ο Πρόεδρος απολαμβάνει πλήρους ασυλίας από ποινικές διώξεις σε Πολιτειακό επίπεδο.

 

Οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου

Και στις δύο αποφάσεις, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε τις υποθέσεις υπό το πρίσμα της διάκρισης των εξουσιών. Η βασική διαφορά είναι ότι η μία υπόθεση αφορά την νομοθετική έναντι της εκτελεστικής, ενώ η άλλη την δικαστική (σε Πολιτειακό επίπεδο) έναντι της εκτελεστικής. Συνεπώς, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε κυρίως αν, και αν ναι, σε ποιο βαθμό, ο Πρόεδρος έχει ασυλία έναντι των έτερων δύο εξουσιών, χρησιμοποιώντας κυρίως την υπόθεση US v. Nixon (κλήτευση προς τον Λευκό Οίκο για την παράδοση συζητήσεων επί της διάρρηξης στα κεντρικά γραφεία της Κεντρικής Επιτροπής του Δημοκρατικού κόμματος στο συγκρότημα κτιρίων Watergate) ως δεδικασμένο.

Στην περίπτωση των κλητεύσεων της Βουλής (αρ. 19-715), το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε, σύμφωνα με δεδικασμένο, ότι, ενώ το Κογκρέσο δεν έχει εξουσία εκ του Συντάγματος να διεξάγει έρευνες ή να εκδίδει κλητεύσεις, έχει εξουσία διεξαγωγής ερευνών που απαιτούνται για ορθή νομοθέτηση,  υπό τους ακόλουθους περιορισμούς: η κλήτευση και οι πληροφορίες που λαμβάνονται πρέπει να εξυπηρετούν έναν φύσει νομοθετικό σκοπό, δεν πρέπει να έχουν ως σκοπό την επιβολή του νόμου (διότι αυτό υπεισέρχεται στις αρμοδιότητες της εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας), δεν πρέπει να αφορούν ιδιωτικές υποθέσεις ή να επιβάλλουν αναγκαστικές δημοσιοποιήσεις στοιχείων, και πρέπει να εγγυώνται  τα συνταγματικά δικαιώματα των κλητευμένων καθ ‘όλη τη διάρκεια της έρευνας. Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα του Προέδρου για εφαρμογή ενισχυμένων κριτηρίων εγκυρότητας της κλήτευσης, ως αυτά περιγράφονται στην USA v. Nixon, εφόσον προσωπικά αρχεία δεν υπάγονται στην ίδια κατηγορία με εμπιστευτικές συζητήσεις μελών της εκτελεστικής εξουσίας και οι παρούσες κλητεύσεις δεν αφορούν ποινική διαδικασία. Απέρριψε όμως και το επιχείρημα της Βουλής ότι οι κλητεύσεις είναι όμοιες με κάθε άλλη κλήτευση του Κογκρέσου, εφόσον δεν δύναται να παραγνωριστεί το γεγονός ότι αφορούν τον Πρόεδρο. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι εγείρονται σημαντικά θέματα διάκρισης των εξουσιών, θεωρώντας ότι μια καθ’ ολοκληρίαν απόφαση υπέρ της Βουλής θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει σε αχαλίνωτο έλεγχο του Κογκρέσου επί της εκτελεστικής εξουσίας, διαταράσσοντας έτσι τη χωριστή αλλά ίση φύση των δύο εξουσιών. Το Δικαστήριο επέστρεψε την υπόθεση στα δικαστήρια κατώτερου βαθμού (τα οποία έκρινε ότι έσφαλαν μη αναγνωρίζοντας τα εγείρονται θέματα διάκρισης εξουσιών) για νέα κρίση, σύμφωνα με τις ακόλουθες προϋποθέσεις (αφήνοντας  όμως περιθώρια και για έτερες προϋποθέσεις):

  • Το δικαστήριο θα πρέπει να καθορίσει εάν το αίτημα προσωπικών εγγράφων του Προέδρου είναι δικαιολογημένο και εάν το Κογκρέσο μπορεί να λάβει τις απαραίτητες πληροφορίες για ορθή νομοθέτηση από οποιαδήποτε άλλη πηγή.
  • Τα επιχειρήματα του Κογκρέσου σχετικά με τον σκοπό ορθής νομοθέτησης θα πρέπει να είναι συγκεκριμένα.
  • Το εύρος της κλήτευσης πρέπει να είναι απολύτως όσο χρειάζεται για να αποφευχθεί, το δυνατόν περισσότερο, σύγκρουση μεταξύ των δύο εξουσιών.
  • Tο δικαστήριο πρέπει να εξετάσει προσεκτικά το βάρος στον Πρόεδρο που δύναται να συνεπάγεται η κλήτευση, εφόσον ότι το Κογκρέσο είναι σε συνεχή σύνδεση και αντιπαλότητα με τον Πρόεδρο ως νομοθετική εξουσία.

Στην περίπτωση της κλήτευσης του Γενικού Εισαγγελέα της Νέας Υόρκης (υπ’ αριθμ. 19-635), όμως, το Ανώτατο Δικαστήριο  αποφάσισε  προς την αντίθετη κατεύθυνση, τονίζοντας ότι το βάρος που δύναται να συνεπάγεται μια κλήτευση του Κογκρέσου δεν είναι επεκτείνεται και σε δικαστικές διαδικασίες που αφορούν στον Πρόεδρο και ότι, σε αντίθεση με τον μελλοντικό χαρακτήρα της νομοθέτησης, το δικαστικό σώμα επιβάλλει κυρώσεις. Βασιζόμενο  και πάλι  στην  USA v. Nixon, αλλά και στην  USA v. Burr  (που αφορά  την κατηγορία του πρώην Προέδρου των ΗΠΑ Thomas Jefferson κατά του πρώην Αντιπροέδρου του Aaron Burr για προδοσία και, σε δεύτερη δίκη, για την απόπειρα υποκίνησης πολέμου με την Ισπανία),  επιβεβαίωσε ότι η κατ΄ αρχήν επίκληση του προνομίου της εκτελεστικής εξουσίας από τον Πρόεδρο πρέπει να υποκύψει σε αναγνωρισμένη και συγκεκριμένη ανάγκη παροχής στοιχείων ποινικής δίκης.

Το Δικαστήριο αναγνώρισε την ανεξαρτησία της εκτελεστικής εξουσίας, ιδίως  από τις Πολιτείες, και το γεγονός ότι ποινικές διαδικασίες σχετιζόμενες με κυβερνητικές πράξεις δύνανται να επιφέρουν βάρος και συνεπώς δικαιολογούν ασυλία της εξουσίας αυτής, αλλά απέρριψε ότι αυτό ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, καθώς δεν υπάρχει πρόσθετη επιβάρυνση επί των εκ του Συντάγματος προβλεπομένων καθηκόντων του Προέδρου από μια κατάλληλα δομημένη ποινική κλήτευση και εφόσον η κλήτευση δεν αφορά κυβερνητικές πράξεις. Απέρριψε επίσης επιχειρήματα σχετικά με το στίγμα που δύναται να επιφέρει η κλήτευση, ή ότι μπορεί να αποτελεί παρενόχληση του Προέδρου, εφόσον η απλή παροχή πληροφοριών δεν συνεπάγεται ένα εγγενές στίγμα και υπάρχει εκτενής νομοθεσία σχετικά με τη μυστικότητα της διαδικασίας του ανακριτικού σώματος των ενόρκων και έναντι καταχρηστικών αγωγών, παρέχοντας άφθονα ένδικα μέσα προστασίας στον Πρόεδρο. Το Δικαστήριο  απέρριψε και το επιχείρημα υπέρ της εφαρμογής ενισχυμένων κριτηρίων εγκυρότητας της Πολιτειακής κλήτευσης έναντι αυτών που εφαρμόζονται επί κλήτευσης ομοσπονδιακού επιπέδου, υποστηρίζοντας  ότι αυτό θα επέκτεινε την προστασία που προορίζεται για τα επίσημα έγγραφα στα ιδιωτικά έγγραφα του Προέδρου, ότι, εάν η κλήτευση είναι επαρκώς αιτιολογημένη, δεν υπάρχει ουδείς λόγος οι Πολιτειακές κλητεύσεις να έχουν κριτήρια περισσότερο ενισχυμένα από τις ομοσπονδιακές, και ότι,  εάν η προστασία της εκτελεστικής εξουσίας έχει διασφαλισθεί, η εφαρμογή ενισχυμένων κριτηρίων αξιολόγησης κλητεύσεων, ή ακόμη και η καθυστέρηση της εκτέλεσής τους μέχρι την λήξη της θητείας του Προέδρου, θα έπληττε τις  σχετικές αναγκαίες έρευνες και την απονομή δικαιοσύνης.

Συμπέρασμα

Το Ανώτατο Δικαστήριο επέλεξε να περιορίσει και να εφαρμόσει πιο αυστηρούς όρους σε μια κλήτευση μη ποινικού χαρακτήρα της Βουλής για ιδιωτικά έγγραφα του Προέδρου, σε μεγάλο βαθμό βασιζόμενο στην δυνητικά ανταγωνιστική πολιτική σχέση μεταξύ των δύο εξουσιών (νομοθετική και εκτελεστική) και την ανάγκη για τον επαρκή διαχωρισμό και των δύο. Αντίθετα, στην περίπτωση Πολιτειακής ποινικής κλήτευσης, επανέλαβε ότι η έγκαιρη εκτέλεσή της είναι ουσίας για την ορθή λειτουργία της δικαιοσύνης, αν και άφησε περιθώριο στον Πρόεδρο να εγείρει συγκεκριμένα συνταγματικά ή έτερου είδους επιχειρήματα που αφορούν ειδικά στην συγκεκριμένη κλήτευση στα κατώτερα δικαστήρια. Φαίνεται ότι το Ανώτατο Δικαστήριο θεώρησε τη λειτουργία της Δικαιοσύνης ως κύρια λειτουργία του συστήματος διακυβέρνησης, αν μη τι άλλο λαμβάνοντας υπόψη τον μη πολιτικό χαρακτήρα της και τις ήδη αυστηρές υφιστάμενες νομικές εγγυήσεις.

Δικαίωμα του συνέρχεσθαι: Αναγκαία η ρύθμιση, αρκεί να είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα…

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Το υπό συζήτηση νομοσχέδιο της κυβέρνησης για το δικαίωμα του συνέρχεσθαι επιβεβαίωσε για μια ακόμη φορά την μόνιμη παθογένεια που χαρακτηρίζει το  πολιτικό μας σκηνικό την τελευταία δεκαετία: την αδυναμία των πολιτικών κομμάτων, και ιδίως των δύο μεγάλων, να βρουν κοινά σημεία ακόμη και σε σημαντικά θεσμικά ζητήματα, η ρύθμιση των οποίων εκκρεμεί εδώ και πολλά χρόνια.

Το χειρότερο δε είναι ότι η αδυναμία αυτή συνδέεται άρρηκτα όχι μόνον με μια συνεχή διάψευση των προεκλογικών εξαγγελιών για την αναζήτηση συναινετικών λύσεων αλλά και με την εύκολη προσχώρηση των εκάστοτε κυβερνήσεων σε αντισυνταγματικές λύσεις, κάθε φορά που κρίνουν ότι έτσι εξυπηρετείται πιο εύκολα η διχαστική τους λογική.

Αυτό ακριβώς συνέβη και με το την ρύθμιση για τις συναθροίσεις, παρά το ότι, μάλιστα, υπήρχε ένα σχέδιο, καταρτισθέν από τον δήμο Αθηναίων σε ανύποπτο χρόνο, το  οποίο μπορούσε να αποτελέσει μια στοιχειωδώς αποδεκτή βάση συζήτησης. Η κυβέρνηση βέβαια το επικαλέσθηκε. Πλην όμως εντελώς υποκριτικά, διότι παρεισήγαγε εντέχνως μια σειρά προβληματικών και εν πολλοίς αντισυνταγματικών διατάξεων, που εν τέλει το αλλοίωναν πλήρως, υποτάσσοντάς το σε μια αυταρχική και πατερναλιστική λογική, η οποία διόλου δεν συνάδει με μια σύγχρονη ανοιχτή και δημοκρατική κοινωνία.

Α. Ας ξεκινήσουμε από τα αυτονόητα:

α. Έπρεπε να γίνει νομοθετική ρύθμιση του συνέρχεσθαι; Ασφαλώς και έπρεπε. Και κακώς δεν την έκαναν όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις, που ανέχθηκαν την παράταση της ισχύος, επί τόσα χρόνια, ενός (κολοβωμένου) χουντικού νομοθετικού διατάγματος. Πολλώ δε μάλλον όταν το συγκεκριμένο δικαίωμα παρουσιάζει αρκετές ιδιοτυπίες, που πηγάζουν από τον δισυπόστατο χαρακτήρα του, καθώς πρόκειται για ένα δικαίωμα που είναι μεν ατομικό αλλά ταυτόχρονα αφ’ενός μεν αποτελεί την αναγκαία βιόσφαιρα για την άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων και αφ’ετέρου «διαμεσολαβεί» για την πραγμάτωση των κοινωνικών δικαιωμάτων.

β. Είναι ύποπτο το ότι η ρύθμιση γίνεται τώρα; Πολιτικά μπορεί έχει ο καθένα την άποψή του αλλά από συνταγματική άποψη αυτό είναι παγερά αδιάφορο: η θεσμική πολιτική δεν ασκείται σε συνθήκες  θερμοκηπίου αλλά με βάση την ζέουσα και διαρκώς εξελισσόμενη κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα.

γ. Πρέπει να προβλέπονται κάποιοι περιορισμοί στο δικαίωμα του συνέρχεσθαι, με κριτήριο τον όγκο των συμμετεχόντων στην συνάθροιση; Προφανώς και πρέπει να προβλέπονται, προεχόντως  διότι το  δικαίωμα του συνέρχεσθαι είναι από την φύση του έντονα συγκρουσιακό, τόσο απέναντι στην ελευθερία της κίνησης όσο και απέναντι στην οικονομική ελευθερία. Η πάγια δε μέθοδος που έχει διαπλάσει η θεωρία και η νομολογία, για την επίλυση των αναφυόμενων συγκρούσεων, είναι η «στάθμιση», μέσω της οποίας επιδιώκεται η πρακτική εναρμόνιση και η ισόρροπη κατά το δυνατόν ικανοποίηση όλων των ανωτέρω –και εξ ορισμού ισότιμων– συνταγματικών δικαιωμάτων. Με βάση λοιπόν μια τέτοια στάθμιση, είναι εύλογο να μην κλείνει το κέντρο της Αθήνας για διαδηλώσεις 50 και 100 ατόμων, την στιγμή που είναι εφικτό να διαδηλώνουν χωρίς να επηρεάζουν την άσκηση των άλλων προαναφερθέντων δικαιωμάτων. Θα προσέθετα, δε, ότι είναι επίσης εύλογο να μην κλείνει –παρά μόνο συμβολικά και για μικρό διάστημα– ένα εθνικό οδικό δίκτυο (πολλώ δε μάλλον όταν η «συνάθροιση» αφορά μερικές δεκάδες ή εκατοντάδες τρακτέρ, χωρίς τους οδηγούς τους, όπως συνέβη επανειλημμένα…).

Ωστόσο στο σημείο αυτό πρέπει να επισημάνουμε ότι στην σχετική ρητορεία της κυβέρνησης περίσσεψε η υποκρισία, διότι τέτοιοι περιορισμοί ισχύουν ήδη από το 2013 (με το ΠΔ 120/2013) αλλά δεν εφαρμόσθηκαν ποτέ έως τώρα. Αντίθετα, η εικόνα που δίνει τελευταία η αστυνομία είναι ότι προσπαθεί να ταλαιπωρεί όσο το δυνατόν περισσότερο τους πολίτες του κέντρου, ακόμη και για μικρές διαδηλώσεις, σαν να θέλει να προκαλέσει αγανάκτηση κατά της άσκησης του δικαιώματος εν γένει…

Β. Τα δύο μεγάλα συνταγματικά προβλήματα

Πέρα όμως από τα αυτονόητα, εκεί που πρέπει να σταθούμε πλέον, μετά τις κάποιες βελτιώσεις του νομοσχεδίου,  είναι δύο διάτρητες νομοθετικές προτάσεις, που είναι ταυτόχρονα αντιδημοκρατικές και αντισυνταγματικές:

α. Το κύριο χαρακτηριστικό της συνταγματικής προστασίας των συναθροίσεων (υπό τον όρο βέβαια ότι θα είναι «ήσυχες» και «άοπλες») είναι ότι δεν προβλέπεται προηγούμενη άδεια, ούτε από διοικητικές (αστυνομικές) ούτε από δικαστικές αρχές. Κατά συνέπειαν,  ο νόμος δεν μπορεί ούτε να καθιερώσει αλλά ούτε και να παρεισαγάγει μια τέτοια άδεια. Υπό αυτό το πρίσμα, ακόμη και αν γίνει κατ’οικονομίαν ανεκτή η προηγούμενη «γνωστοποίηση» προς τις αρχές –ώστε να υπάρχει μια ενημέρωση τόσο της αστυνομίας όσο και των πολιτών, προκειμένου να λάβουν τα μέτρα τους– αυτή η γνωστοποίηση δεν νοείται να καταστεί υποκατάστατο της προηγούμενης άδειας, όπως συμβαίνει με το νομοσχέδιο. Διότι τι άλλο μπορεί να σημαίνει το ότι η έλλειψη γνωστοποίησης αποτελεί αυτοτελώς λόγο διάλυσης μιας κανονικά προγραμματισμένης συνάθροισης;  Όσο δε για τις «αυθόρμητες» συναθροίσεις, ευτυχώς αποσύρθηκε, μετά από την γενική πολιτική και επιστημονική κατακραυγή, η εξάρτηση της πραγμάτωσής τους από την διακριτική ευχέρεια της αστυνομικής αρχής, που σήμαινε –ευθέως πλέον – παροχή άδειας…

β. Το δεύτερο κρίσιμο πρόβλημα είναι η «αντικειμενική ευθύνη» (αστική και ποινική) που εισάγεται για τους οργανωτές των συναθροίσεων, ως προς τυχόν παρεκτροπές –σε σχέση με την περιουσία και την ζωή πολιτών– που θα παρατηρηθούν κατά την διάρκειά τους. Ακόμη και μετά τις –ανώδυνες εν τέλει– νομοτεχνικές αλλαγές που επήλθαν στην σχετική διατύπωση, μια τέτοια ευθύνη είναι αδιανόητη σε ένα κράτος δικαίου,  όχι μόνον διότι αντιστρέφει το βάρος της αποδείξεως ως προς τον καταλογισμό ευθυνών –εισάγοντας,  κατ’ουσίαν, ένα σχεδόν αμάχητο τεκμήριο ενοχής των οργανωτών– αλλά και διότι κινείται ερήμην της πραγματικότητας τω σύγχρονων διαδηλώσεων. Αν αποφασίσει μια ομάδα ενεργών πολιτών να απευθύνει πρόσκληση μέσω του διαδικτύου για την διοργάνωση μιας «δημόσιας υπαίθριας» (δηλαδή όχι «αυθόρμητης» ή «έκτακτης») συνάθροισης και γνωστοποιήσει στην αστυνομική αρχή την πρόθεσή της, πως είναι δυνατόν να «ορίσει επαρκή αριθμό ατόμων, τα οποία παρέχουν συνδρομή στην περιφρούρηση της συνάθροισης», όπως προβλέπει το νομοσχέδιο, όταν δεν γνωρίζει ούτε το πόσοι ούτε το ποιοι θα συμμετάσχουν; Κατ’επέκτασιν, θα τολμήσουν να οργανώσουν μια τέτοια συνάθροιση, υπό την δαμόκλειο σπάθη του καταλογισμού αστικών και ποινικών ευθυνών για οτιδήποτε συμβεί κατά την διάρκειά τους;

Αυτό μάλιστα ισχύει, πολλώ μάλλον, για τους οργανωτές «αυθόρμητων» συναθροίσεων, για τους οποίους ισχύει «αναλογικά»  ένας τέτοιος καταλογισμός ευθυνών. Θα τολμήσει κανείς να αναλάβει οργανωτής, όπως προβλέπει το νομοσχέδιο, όταν η αστυνομία μπορεί να τον περιμένει στην γωνία για να του «φορτώσει» οτιδήποτε παράνομο προκύψει;

Γ. …και οι ευθύνες της αξιωματικής αντιπολίτευσης

Υπάρχουν βέβαια και άλλα σημεία του νομοσχεδίου, όπως έχει διαμορφωθεί, που είναι ανοιχτά σε κριτική. Μετά όμως από την απόσυρση του «ιδιωνύμου», για συμμετοχή σε «παράνομη» συνάθροιση, η προβληματικότητά τους είναι μάλλον ήσσονος σημασία και δεν θα επεκταθώ (αρκούμενος απλώς στην παρατήρηση ότι η εμπλοκή της δικαιοσύνης, όπως προβλέπεται πλέον μετά τις τροποποιήσεις που επήλθαν,  μάλλον δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από όσα επιλύει).

Ωστόσο πριν κλείσω δεν μπορώ να μην επισημάνω ότι τεράστιες ευθύνες, για την ποιότητα του σχετικού διαλόγου που αναπτύχθηκε, έχει και η αξιωματική αντιπολίτευση. Σε αντίθεση με το ΚΙΝΑΛ, που έκανε προτάσεις και επέτυχε αλλαγές –αλλά θα είναι βαρύτατα εκτεθειμένο αν ψηφίσει το νομοσχέδιο αν παραμείνουν τα δύο εναπομείναντα μείζονα συνταγματικά προβλήματα που προανέφερα– η στάση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ελάχιστα εποικοδομητική. Αν εξαιρέσουμε κάποιες ελάχιστες νηφάλιες προσεγγίσεις, κυριάρχησε ένας άκριτος και άκρατος «δικαιωματισμός», με πλήρη υποτίμηση της κοινωνικής και δημοκρατικής ευθύνης και με υψηλότατους καταγγελτικούς τόνους («χούντα» κλπ), που δυστυχώς αποκαλύπτουν, για μια ακόμη φορά, πολιτική ανωριμότητα και «συνταγματικό λαϊκισμό». Θέλω να πιστεύω ότι έστω και την τελευταία στιγμή η αξιωματική αντιπολίτευση θα ανακρούσει πρύμναν, θα εγκαταλείψει επιτέλους τον πολιτικό παλαιοημερολογητισμό του (που άρχισε πάλι να μοιάζει με αυτόν του ΚΚΕ) και θα ενώσει στην Ολομέλεια τις δυνάμεις της με το ΚΙΝΑΛ, προκειμένου να εξαντληθούν όλα τα περιθώρια να οδηγηθεί η κυβέρνηση στην απόσυρση και των δύο τελευταίων εντόνως προβληματικών σημείων, που υπονομεύουν πράγματι, κατά τα προαναφερθέντα, την συνταγματική άσκηση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι.

 

Σε μια πρώτη μορφή δημοσιεύθηκε, με άλλο τίτλο, στο SL Press

Υποχρέωση γνωστοποίησης και δυνατότητα διάλυσης των συναθροίσεων

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης ΕΑΠ

Είναι θετικό το γεγονός ότι ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη Μιχ. Χρυσοχοΐδης απέσυρε από το νομοσχέδιο για τις συναθροίσεις τη διάταξη που καθιστούσε ποινικό αδίκημα την απλή συμμετοχή σε απαγορευθείσα συνάθροιση. Η ρύθμιση αυτή επανέφερε ουσιαστικά σε ισχύ το πρόσφατα καταργηθέν (ν. 4619/2019) άρθρο 171 ΠΚ για το αδίκημα της «θρασύτητας κατά της αρχής», αυξάνοντας μάλιστα το ανώτατο όριο της προβλεπόμενης εκεί ποινής φυλάκισης. Παραμένει όμως προς το παρόν στο υπό ψήφιση νομοσχέδιο η διάταξη που προβλέπει ως λόγο διάλυσης των κατόπιν συνεννόησης (δηλαδή των όχι αυθόρμητων) δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων την παράλειψη της προηγούμενης γνωστοποίησής τους στην Αστυνομία. Ένας τέτοιος λόγος διάλυσης είναι αντισυνταγματικός. Πράγματι, οι επιτρεπτοί λόγοι της διάλυσης από την Αστυνομία μιας δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης ταυτίζονται με τους λόγους που δικαιολογούν την προληπτική απαγόρευσή τους κατά το άρθρο 11 παρ. 2 Συντ.. Μια δημόσια συνάθροιση σε εξέλιξη μπορεί λοιπόν να διαλυθεί από την Αστυνομία μόνον εάν προκαλεί σοβαρό κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια ή σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής. Στο υπό ψήφιση όμως νομοσχέδιο προστίθεται και ένας τρίτος λόγος διάλυσης που δεν προβλέπεται στο άρθρο 11 παρ. 2 Συντ.: η παράλειψη της μη γνωστοποίησής της στην Αστυνομία.

Η θέσπιση υποχρέωσης προηγούμενης γνωστοποίησης στην Αστυνομία των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων, μολονότι δεν προβλέπεται ρητά στο άρθρο 11 παρ. 2 Συντ., δεν είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα, από τη στιγμή που επιτρέπεται η προληπτική απαγόρευση. Η προηγούμενη γνωστοποίηση υποβοηθεί την ορθή άσκηση των αρμοδιοτήτων της Αστυνομίας κατά το άρθρο 11 παρ. 2 Συντ., μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η προστασία της επικείμενης συνάθροισης από τυχόν «αντιδιαδηλωτές» που θέλουν να την παρεμποδίσουν ή να την διαταράξουν. Η παράλειψη της γνωστοποίησης μπορεί να έχει νομικές συνέπειες μόνον για τους οργανωτές της συνάθροισης, όχι όμως και για τους πολίτες που μετέχουν σε μια μη γνωστοποιημένη συνάθροιση, οι οποίοι αλλιώς θα εστερούντο στην προκειμένη περίπτωση της δυνατότητας άσκησης του δικαιώματος της συνάθροισης για έναν λόγο (δηλαδή την παράλειψη γνωστοποίησης) που δεν μπορεί να καταλογισθεί σε αυτούς. Η μη γνωστοποιημένη συνάθροιση εξακολουθεί λοιπόν να είναι κατ’ αρχήν νόμιμη και μπορεί να διαλυθεί μόνον αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 παρ. 2 Συντ..

Η δυνατότητα που δίνει το νομοσχέδιο στην Αστυνομία να διατάσσει τη διάλυση δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης απλώς για τον λόγο ότι δεν έχει προηγουμένως γνωστοποιηθεί, αποτελεί ευθεία παραβίαση του άρθρου 11 παρ. 2 Συντ., όπως δέχεται, χωρίς όμως να αναδεικνύει τη σοβαρότητα της συγκεκριμένης συνταγματικής παραβίασης, και η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής. Υπό τα δεδομένα αυτά, η προηγούμενη γνωστοποίηση μετασχηματίζεται ουσιαστικά σε αίτηση άδειας, αφού η Αστυνομία θα έχει πλέον τη δυνατότητα να δίνει ή να μην δίνει ελεύθερα τη «συναίνεσή» της για την διεξαγωγή των μη γνωστοποιημένων συναθροίσεων, ανεξάρτητα από την επικινδυνότητά τους για τη δημόσια ασφάλεια ή την κοινωνικοοικονομική ζωή.

 

πρώτη δημοσίευση εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 09/07/2020