Διαβούλευση: http://www.opengov.gr/yptp/?p=2822
Στα τέλη του 2001 ο τ. υπουργός Θ. Δρίτσας, επικεφαλής ομάδας 46 προσφευγόντων (ανάμεσα στους οποίους και ο τ. πρωθυπουργός Α. Τσίπρας) προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατά της Ιταλίας (συνήγορός τους η τ. υπουργός Α. Χριστοδουλοπούλου). Επικαλέστηκαν, μεταξύ άλλων, παραβίαση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι διότι οι Ιταλικές αρχές τους είχαν απαγορεύσει, λίγους μήνες νωρίτερα, να αποβιβαστούν από το πλοίο που μόλις είχε καταφθάσει στην Αγκόνα από την Πάτρα και, κατά συνέπεια, να μετάσχουν στην διαδήλωση της Γένοβα κατά της Συνόδου των G8. Το Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή (1.2.2011). Επί της αρχής, έκρινε ότι, παρά τις Ιταλικές ενστάσεις, οι προσφεύγοντες απολάμβαναν το δικαίωμα σε «ειρηνική» συνάθροιση διότι η συμμετοχή στη διαδήλωση της Γένοβας από μόνη της δεν αποδείκνυε την πρόθεση βίαιης διαδήλωσης. Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, ο περιορισμός του δικαιώματός τους κρίθηκε δικαιολογημένος μέσα σε μία δημοκρατική κοινωνία για λόγους ασφάλειας της διαδήλωσης: οι προσφεύγοντες είχαν μεν επιδείξει μία πρώτη φορά τα διαβατήριά τους, κατά τον συνήθη έλεγχο ρουτίνας, αλλά αρνήθηκαν να το πράξουν άλλες δύο φορές, όταν η Ιταλική αστυνομία θέλησε, επισταμένως αυτήν την φορά, να ελέγξει μία ευρύτερη ομάδα 132 διαδηλωτών διότι της είχαν περιέλθει (από την Ιταλική πρεσβεία στην Αθήνα) πληροφορίες περί «διεθνών αναρχικών», τους οποίους σκόπευαν να απελάσουν πίσω στην Ελλάδα. Οι λοιποί εκ Ελλάδος διαδηλωτές, περίπου 670 άτομα, αναχώρησαν κανονικά για τη διαδήλωση στη Γένοβα.
Η ανωτέρω απόφαση συμβαδίζει πλήρως με τη (διαχρονική) νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των 47 κρατών-μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης. Τα βασικά σημεία της νομολογίας αυτής συγκεντρώθηκαν μεταγενέστερα στις σχετικές αποφάσεις του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης, Kudrevicius και Navalnyy, και είναι, εν συντομία, τα ακόλουθα:
Συνεπώς, οι Ευρωπαϊκοί κανόνες για τις συγκεντρώσεις είναι σαφείς και σταθεροί προ πολλών ετών. Είναι δε γνωστοί στους Έλληνες πολιτικούς, τουλάχιστον, από το 2011.
Αναδημοσίευση από Athens Voice
Αν θελήσει κανείς να αποτιμήσει συνολικά και απροκατάληπτα τον πρώτο χρόνο της κυβέρνησης, με κριτήριο την θεσμική αξιοπιστία της, θα διαπιστώσει ευχερώς ότι η εικόνα που έχει επιμελώς καλλιεργηθεί, από ποικίλους προπαγανδιστικούς μηχανισμούς, ελάχιστα ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν υπάρχουν και θετικά σημεία. Ωστόσο, το ισοζύγιο είναι εν τέλει αρνητικό, καθώς τα «συν» περιορίζονται κυρίως στα της διαχείρισης της πανδημίας, ενώ τα «πλην» αφορούν μια ολόκληρη σειρά τραυματικών για τους θεσμούς κυβερνητικών πρακτικών και μεθοδεύσεων, που αποπνέουν, δυστυχώς, μια βαθιά ριζωμένη μικροπολιτική, πελατειακή και αυταρχική νοοτροπία. Ειδικότερα:
Α. Η συνταγματική αναθεώρηση καθηλώθηκε από την κυβερνητική πλειοψηφία σε περιορισμένες, άτολμες και εν πολλοίς άστοχες αλλαγές, με χαρακτηριστικότερες α)την δυνατότητα να εκλέγεται ο Πρόεδρος ακόμη και από κυβέρνηση με σχετική πλειοψηφία (που ευτυχώς δεν αξιοποιήθηκε για την πρώτη μετά την αναθεώρηση εκλογή…), β) την διατήρηση της αρμοδιότητας της -μεροληπτικής κατά κανόνα- Βουλής να ασκεί δίωξη κατά υπουργών και γ) την πολιτικά μίζερη και συνταγματικά προβληματική ρύθμιση της ψήφου των εκτός επικρατείας πολιτών.
Αξίζει να επισημανθεί, επίσης, πρώτον ότι η μη αναθεώρηση των σχέσεων κράτους εκκλησίας απέδειξε και πάλι τον «γιαλαντζί» φιλελευθερισμό της κυβέρνησης και δεύτερον ότι η μη αναθεώρηση του αποκλειστικά δημόσιου χαρακτήρα της ανώτατης εκπαίδευσης -λόγω των ιδεοληψιών του ΣΥΡΙΖΑ- επιχειρήθηκε να υποκατασταθεί με ένα απροκάλυπτο παραθεσμικό bypass, εξίσου ανερμάτιστο με την απόπειρα να «καταργηθεί» διά νόμου ο συνταγματικός θεσμός του πανεπιστημιακού ασύλου.
Β. Το περίφημο «επιτελικό κράτος» αποδείχθηκε μια απλή ανακατανομή εξουσίας στο εσωτερικό της κυβέρνησης, με υπέρμετρη ενίσχυση του πρωθυπουργού και του στενού επιτελείου του και με παράλληλη -δραματική συχνά- υποβάθμιση τόσο της κυβέρνησης, ως συλλογικού οργάνου, όσο και των υπουργών ατομικά. Έτσι, ακόμη και αν δεχθούμε κάποια μερική βελτίωση της αποτελεσματικότητας -που δεν απέτρεψε πάντως το φιάσκο των vouchers…- το θεσμικό κόστος είναι εντέλει εξαιρετικά δυσανάλογο. Και βεβαίως αυτό το νέο κυβερνητικό μόρφωμα δεν έχει καμία σχέση με το πραγματικό επιτελικό κράτος, το οποίο σημαίνει ανακατανομή εξουσίας μεταξύ κεντρικής διοίκησης, αποκεντρωμένης -καθ’ύλην και κατά τόπον- διοίκησης και αυτοδιοίκησης και όχι απλές ενδοκυβερνητικές διευθετήσεις.
Γ. Υποκριτική αποδείχθηκε η στάση της κυβέρνησης και στο πεδίο της αξιοκρατίας, παρά τις προεκλογικές διακηρύξεις. Όχι μόνον δεν τόλμησε να καταργήσει τον κομματικό χαρακτήρα θέσεων που πρέπει να καλύπτονται με δημόσιο διαγωνισμό -διότι βεβαίως έπρεπε να βολέψει τα «δικά της παιδιά», ακόμη και της τρίτης ηλικίας…- αλλά και εκεί που δικαιολογούνται όντως πολιτικά κριτήρια, έκανε επιλογές που προκαλούν θυμηδία (με ενδεικτικό πρόσφατο παράδειγμα, τόσο ως προς τις -φτηνές- μεθοδεύσεις όσο και ως προς τα -ανύπαρκτα- προσόντα, το Εθνικό Ίδρυμα Πολιτισμού…).
Δ. Αλλά και απέναντι στο εκλογικό σύστημα, που αποτελεί βαρόμετρο δημοκρατικής ευαισθησίας και αξιοπιστίας, η στάση της κυβέρνησης είναι άκρως απογοητευτική. Παρότι είχε να αντικαταστήσει, τόσο σε κεντρικό όσο και σε τοπικό επίπεδο, εκλογικά συστήματα απλής αναλογικής, τα οποία (όπως έχω υποστηρίξει επανειλημμένα) δεν έπειθαν ούτε για την προσφορότητα ούτε για τις προθέσεις τους, οι κυβερνητικές πρωτοβουλίες ήταν τόσο κυνικές και αδίστακτες που δεν αφήνουν κανένα περιθώριο θετική αξιολόγησης:
Για τις βουλευτικές εκλογές επιλέχθηκε ένα σύστημα ευθέως αντισυνταγματικό και σε κάθε περίπτωση αντιδημοκρατικό, με σκανδαλώδη διάκριση αυτοτελών κομμάτων και συνασπισμών και με υπέρμετρη εύνοια προς το πρώτο κόμμα, ακόμη και αν η απόστασή του από την αυτοδυναμία είναι τέτοια που να μην δικαιολογεί επ’ουδενί μια λελογισμένη σχετικοποίηση της ισοδυναμίας της ψήφου. Και για να μην μείνει καμία αμφιβολία ως προς τις μακιαβελικές προθέσεις της, η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, θα φροντίσει να «κάψει» την απλή αναλογική με νέες εκλογές, δηλαδή να αχρηστεύσει επιτηδευμένα την σχετική εγγύηση του Συντάγματος ότι εκλογικό σύστημα που δεν συγκέντρωσε 200 τουλάχιστον ψήφους θα ισχύει για τις μεθεπόμενες εκλογές…
Όσο δε για το εκλογικό σύστημα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, η κυβέρνησή δεν έχει ακόμη ανοίξει τα χαρτιά της. Αυτό όμως δεν την εμπόδισε να σπεύσει, αμέσως μετά τις τελευταίες εκλογές, σε απροκάλυπτες αλλοιώσεις του ισχύοντος αντιπροσωπευτικού συστήματος των ΟΤΑ, πιθανολογώντας απλώς, πριν καν δοκιμασθεί, τις δυσλειτουργίες του… Αγνόησε έτσι προκλητικά το ότι τέτοιες μεθοδεύσεις, που αλλάζουν αυθαίρετα και εκ των υστέρων τους όρους του εκλογικού παιχνιδιού (και μάλιστα εις βάρος των -υπέρτερων θεσμικά- συλλογικών οργάνων…) βρίσκονται σε καταφανή αντίθεση με το Σύνταγμα, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση και τον Ευρωπαϊκό Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας…
Ε. Η τελευταία αλλά και η πλέον ανησυχητική ίσως θεσμική παρεκτροπή αφορά την ασφυκτική χειραγώγηση -μέσω ενορχηστρωμένων κινήσεων και ποικίλων ανταλλαγμάτων- της ραδιοτηλεοπτικής ενημέρωσης, η οποία αγνοεί, ολοένα και προκλητικότερα (καθώς το ΕΣΡ περί άλλα τυρβάζει…), την συνταγματική επιταγή για «αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων». Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι όλα τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ είναι ίδια ή ότι δεν υπάρχουν τιμητικές εξαιρέσεις δημοσιογράφων που σέβονται την αμεροληψία και την πολυφωνία (και άρα δεν πρέπει να «τσουβαλιάζονται» μαζί με τους ιδιοκτήτες ή με όσους ταυτίζονται μονίμως μαζί τους…). Ωστόσο, η γενική εικόνα δεν αλλάζει. Διανύουμε μια περίοδο δραματικής συρρίκνωσης του ραδιοτηλεοπτικού πλουραλισμού, η οποία όχι μόνον νοθεύει κατάφωρα τον πολιτικό ανταγωνισμό αλλά και υπονομεύει εν τέλει πλήρως την λογική μιας ανοιχτής και δημοκρατικής κοινωνίας…
Δημοσιεύθηκε στα «Νέα Σαββατοκύριακο», 4.7.2020 στο αφιέρωμα «Οι 365 ημέρες της νέας διακυβέρνησης» με τίτλο: «Ποια είναι η αποτίμηση της θεσμικής αξιοπιστίας»
Το νομοσχέδιο «Δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις και άλλες διατάξεις», που συζητείται στη Βουλή αυτές τις μέρες, φιλοδοξεί σύμφωνα τουλάχιστον με την αιτιολογική του έκθεση, να καλύψει ένα κενό «στην προστασία των ατομικών και κοινωνικών ελευθεριών υπό το ισχύον Σύνταγμα». Όπως σημειώνεται στο ίδιο κείμενο, η επιφύλαξη υπέρ του νόμου της παρ. 2 του άρθρου 11 του Συντάγματος καταλείπει στον κοινό νομοθέτη «στενά περιθώρια για ρύθμιση της άσκησης του συγκεκριμένου δικαιώματος και για τον περιορισμό του». Αυτά όμως ακριβώς τα στενά περιθώρια φαίνεται να υπερβαίνουν οι διατάξεις του.
Το νομοσχέδιο είναι δομημένο στο σύνολό του με επίκεντρο την πρόβλεψη για την υποχρέωση γνωστοποίησης των συναθροίσεων στην Αστυνομία (αρ. 3). Σύμφωνα με την πλειονότητα της ελληνικής συνταγματικής θεωρίας, όμως, η ελευθερία της συνάθροισης δεν είναι δυνατό να τεθεί σε καθεστώς προηγούμενης γνωστοποίησης[1]. Ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 συνειδητά διαφοροποιήθηκε από τα άρθρα 18 των δικτατορικών «Συνταγμάτων» του 1968 και του 1973 που ήταν και τα μόνα στην ελληνική συνταγματική ιστορία που περιείχαν πρόβλεψη αντίστοιχου περιεχομένου (προηγούμενη γνωστοποίηση των συναθροίσεων στην Αστυνομία). Βάσει της αντίθετης άποψης πάντως, η υποχρέωση γνωστοποίησης, η οποία προβλεπόταν στο άρθρο 3 παρ. 4 και 5 του δικτατορικού ν.δ. 794/1971, συνιστά μια «θεμιτή καταρχήν προληπτική διατύπωση σε ό,τι αφορά τις υπαίθριες συναθροίσεις, προκειμένου να μπορέσει η αστυνομική αρχή να εκτιμήσει τη συνδρομή ή μη των όρων απαγόρευσης κατά το εδ. β΄ της παρ. 2 του άρθρου 11 Συντ»[2].
Ωστόσο, το κρίσιμο συνταγματικό ζήτημα που ανακύπτει δεν είναι η έννοια της γνωστοποίησης που εισάγει το εν λόγω νομοσχέδιο. Είναι ότι η γνωστοποίηση, όπως θεσπίζεται, συνιστά λειτουργικό ισοδύναμο της προληπτικής άδειας, η οποία είναι αναμφίβολα συνταγματικά ανεπίτρεπτη. Ειδικότερα, η υποχρέωση γνωστοποίησης σύμφωνα με το αρ. 3 παρ. 1 του νομοσχεδίου αφορά την πρόθεση του οργανωτή να καλέσει το κοινό σε δημόσια συνάθροιση. Επιπλέον, και σημαντικότερο, η γνωστοποίηση δεν αποτελεί προϋπόθεση για την εξακρίβωση της συνδρομής των όρων απαγόρευσης με βάση την προαναφερθείσα άποψη του καθηγητή Χρυσόγονου, αλλά το ακριβώς αντίθετο: σύμφωνα με το αρ. 9 παρ. 1 περ. δ΄ του νομοσχεδίου, η μη γνωστοποίηση αποτελεί αυτοτελή λόγο διάλυσης μιας δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης. Ακριβέστερα, η έννομη συνέπεια της διάλυσης της συνάθροισης επέρχεται (μεταξύ άλλων και) εκ της μη προσήκουσας γνωστοποίησης, καθώς η τελευταία «περιλαμβάνει οπωσδήποτε τα στοιχεία ταυτότητας και επικοινωνίας του οργανωτή, τον ακριβή τόπο, τον χρόνο έναρξης και τον εκτιμώμενο χρόνο λήξης, τον σκοπό, καθώς και το προτεινόμενο δρομολόγιο».
Περαιτέρω, το νομοσχέδιο βασίζεται στην έννοια της γνωστοποίησης για να διακρίνει τις συναθροίσεις σε γνωστοποιηθείσες και αυθόρμητες. Όμως, η μόνη διάκριση που κάνει το Σύνταγμα είναι ανάμεσα σε δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις και μη, οι δε προϋποθέσεις που θέτει για την άσκηση της ελευθερίας είναι ο ήσυχος (δηλαδή ειρηνικός) και άοπλος χαρακτήρας των συναθροίσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, η απαγόρευση μιας συνάθροισης μπορεί να επιβληθεί μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρει το άρθρο 11 παρ. 2 του Συντάγματος, το οποίο δίνει τη δυνατότητα στον νομοθέτη να εξειδικεύσει τους όρους απαγόρευσης αλλά δεν επιτρέπει την επιβολή νέων λόγων απαγόρευσης. Το αρ. 9 παρ. 1 περ. δ΄ του νομοσχεδίου κάνει όμως αυτό ακριβώς: Ορίζει τη μη (προσήκουσα) γνωστοποίηση ως λόγο διάλυσης της συγκέντρωσης[3]. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με το νομοσχέδιο μια συνάθροιση μπορεί να είναι ειρηνική και άοπλη και να μην έχει απαγορευθεί για κάποιον από τους συνταγματικά προβλεπόμενους λόγους, αλλά να διαλυθεί επειδή δεν έχει γνωστοποιηθεί προσηκόντως στην Αστυνομία.
Η αυθαίρετη διάκριση των συναθροίσεων σε οργανωμένες και αυθόρμητες[4] είναι προβληματική και με γνώμονα την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία κατοχυρώνει στο άρθρο 11 αυτής το δικαίωμα στη συνάθροιση θέτοντας ευρύτερους περιορισμούς σε σχέση με το ελληνικό Σύνταγμα[5]. Το ΕΔΔΑ έχει κρίνει ως αδικαιολόγητη τη διάλυση αυθόρμητης συνάθροισης εξαιτίας της μη τήρησης των προβλεπόμενων διατυπώσεων[6] και την επιβολή προστίμου για την αθέτηση υποχρέωσης έγκαιρης γνωστοποίησης μιας συνάθροισης αφού οι Αρχές την είχαν πληροφορηθεί[7].
Επίσης, προβληματική από συνταγματικής άποψης είναι και η πρόβλεψη του νομοσχεδίου ότι ο οργανωτής δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης ευθύνεται για την αποζημίωση όσων υπέστησαν βλάβη της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της ιδιοκτησίας τους από συμμετέχοντες σε δημόσια υπαίθρια συνάθροιση (αρ. 13 παρ. 4). Η συγκεκριμένη διάταξη καθιερώνει ουσιαστικά αντικειμενική ευθύνη του οργανωτή, ο οποίος καθίσταται καταρχήν υπόλογος για πράξεις που δεν είναι δικές του αλλά και για κάθε είδους προβοκάτσια που ενδέχεται να οργανώσουν σε βάρος του παρακρατικά κέντρα, πολιτικοί ή κοινωνικοί αντίπαλοι. Έτσι, ο οργανωτής καταρχήν ευθύνεται για πράξεις και παραλείψεις τρίτων, που ουδεμία αιτιώδη συνάφεια μπορεί να έχουν με δικές του πράξεις και παραλείψεις και επιπλέον αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει ένα ρόλο που ανήκει στον σκληρό πυρήνα του κράτους. Με τα λόγια του Γ. Τασόπουλου, «αυτή η εγγυητική ευθύνη του οργανωτή για τη συμπεριφορά των συναθροιζόμενων προσώπων, από την οποία μπορεί να απαλλαγεί μόνον αν αποδείξει ότι έλαβε όλα τα προσήκοντα μέτρα πρόληψης και αποτροπής, είναι οιονεί αντικειμενική καθότι αντιστρέφει το βάρος απόδειξης ώστε να πρέπει να αποδείξει ο ίδιος την επιμέλειά του, εγείρει δε σοβαρές αμφιβολίες για το αν πράγματι είναι συνταγματικά επιτρεπτή, τη στιγμή κατά την οποία οι αστυνομικές αρχές και όχι ο οργανωτής έχουν πρωτίστως την υποχρέωση να προστατεύουν τη δημόσια ασφάλεια»[8].
Με αυτά τα δεδομένα, είναι κατανοητοί οι λόγοι για τους οποίους η κυβέρνηση εξέτρεψε τη συζήτηση σε ζητήματα που ελάχιστη σχέση έχουν με το συγκεκριμένο νομοσχέδιο. Οι διαρκείς αναφορές σε «διαδηλώσεις των 50 ή 100 ανθρώπων που κλείνουν το κέντρο της Αθήνας» είναι αποπροσανατολιστικές καθώς επί τέτοιων περιπτώσεων ισχύει η ad hoc ρύθμιση του ΠΔ 120/2013[9]. Το νομοσχέδιο απηχεί ιδεολογικά μια βαθιά συντηρητική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η δημοκρατία περιορίζεται στην άσκηση του δικαιώματος ψήφου κάθε τέσσερα χρόνια για την ανάδειξη μιας κυβέρνησης που στο μεσοδιάστημα πρέπει να ασκεί ανενόχλητη το έργο της. Οι δημόσιες συναθροίσεις όμως, με τη μορφή των συγκεντρώσεων και των διαδηλώσεων, αποτελούν διαχρονικά έναν βασικό τρόπο έκφρασης μέσω του οποίου η δημοκρατία διατηρείται ζωντανή. Οι δρόμοι των ΗΠΑ αυτήν την περίοδο αποτελούν τρανταχτό παράδειγμα για την αξία και την επικαιρότητα των συναθροίσεων. Και η σημασία τους στην Ελλάδα ως μέσου δημόσιας έκφρασης καθίσταται ακόμα πιο έκδηλη όταν αντιπαραβάλλεται με την καταθλιπτική «λίστα Πέτσα» και την «πλουραλιστική» ομοφωνία των ΜΜΕ.
[1] Βλ. ενδεικτικά Φ. Σπυρόπουλος, Ξ. Κοντιάδης, Χ. Ανθόπουλος, Γ. Γεραπετρίτης (- Α. Τσιφτσόγλου), ΕρμΣυντ (2017) άρθ. 11, σελ. 259-260, όπου υποστηρίζεται ότι «Το δικαίωμα στη συνάθροιση δεν υπόκειται σε καθεστώς άδειας, αναγγελίας ή προληπτικού ελέγχου από τις αστυνομικές αρχές, όπως γινόταν σε ανώμαλες περιόδους παλαιότερα», καθώς και ότι «η παράλειψη γνωστοποίησης της συνάθροισης στις αρχές δεν καθιστά τη συνάθροιση παράνομη. Κατά την κρατούσα στη θεωρία άποψη, η γνωστοποίηση της συνάθροισης στις αρχές εναπόκειται στην ευχέρεια του διοργανωτή και φορέα του δικαιώματος» και την εκεί παρατιθέμενη βιβλιογραφία. Παρομοίως και Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο. Ατομικά δικαιώματα, δ΄ εκδ., Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2012, σελ. 708, κατά τον οποίο «δεν συμβιβάζεται με την απόλυτη συνταγματικά κατοχύρωση ούτε η απαίτηση προηγούμενης αναγγελίας», Π. Τσίρης, Η συνταγματική κατοχύρωση του δικαιώματος της συνάθροισης, Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 1988, σελ. 132-133.
[2] Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, γ΄ εκδ., Νομική βιβλιοθήκη, Αθήνα 2006, σελ. 491. Έτσι και ο Χ. Ανθόπουλος, «Η ελευθερία της συνάθροισης και οι δυνατοί περιορισμοί της», κατά τον οποίο η γνωστοποίηση δεν προβλέπεται μεν συνταγματικά, πλην όμως από τη στιγμή που προβλέπεται η δυνατότητα απαγόρευσης δεν υπάρχει συνταγματικό εμπόδιο για την καθιέρωσή της.
[3] Βλ. Χ. Ανθόπουλο, ό.π., σύμφωνα με την επιεική έκφραση του οποίου «ο συντάκτης του νομοσχεδίου φαίνεται να μην έχει κατανοήσει πλήρως τη διαφορά ανάμεσα σε γνωστοποίηση και έγκριση της συνάθροισης, αφού επιτρέπει τη διάλυση συνάθροισης απλώς για τον λόγο ότι δεν έχει γνωστοποιηθεί, δηλαδή ανεξάρτητα από το αν η συγκεκριμένη συνάθροιση μπορεί να προκαλέσει σοβαρή διασάλευση της δημόσιας ασφάλειας ή σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής. Μια τέτοια ρύθμιση υποβαθμίζει την ελευθερία της συνάθροισης σε παραχώρηση της Διοίκησης». Πρβλ. όμως και Ν. Αλιβιζάτου, «Δικαίωμα του συνέρχεσθαι: Η ώρα της αλήθειας», ο οποίος υποστηρίζει ότι «Ορθά το νομοσχέδιο θεωρεί νόμιμες τις «μη γνωστοποιούμενες» συναθροίσεις και τις ανέχεται», παραβλέποντας την ως άνω διάταξη.
[4] Βλ. αναλυτικότερα επ’ αυτού Α. Καϊδατζή, «Συναθροίσεις μόνο για προνομιούχους;», Αυγή, 5 Ιουλίου 2020.
[5] Βλ. Δ. Σαραφιανού, «Ελευθερία της συνάθροισης» στο Μ. Τσαπόγα, Δ. Χριστόπουλου (επιμ.), Τα δικαιώματα στην Ελλάδα 1953-2003, Καστανιώτης, Αθήνα 2004, σελ. 326.
[6] ΕΔΔΑ, Bukta κατά Ουγγαρίας, 2007, αρ. προσφ. 25691/2004.
[7] ΕΔΔΑ, Kuznetsov κατά Ρωσίας, 2009, αρ. προσφ. 10877/2004.
[8] Γ. Τασόπουλος, «Οργανωμένες ή και αυθόρμητες συναθροίσεις;». Ως αμφίβολης συνταγματικότητας θεωρεί τη συγκεκριμένη διάταξη και ο Α. Μανιτάκης, «Το δικαίωμα των διαδηλωτών και τα δικαιώματα των άλλων».
[9] Βλ. Χ. Σεβαστίδη, Ι. Ξυλιά, «Ασφυκτικοί περιορισμοί και για το δικαίωμα της συνάθροισης».
Είχε χρόνια το θερμόμετρο της όξυνσης να εκτοξευθεί τόσο ψηλά, εντός και εκτός Βουλής, όσο αυτές τις μέρες, με αφορμή το υπό συζήτηση νομοσχέδιο της κυβέρνησης για το δικαίωμα του συνέρχεσθαι. Αντί να προκαλέσει στοιχειώδη αυτοσυγκράτηση, η σκιά των νεκρών της Marfin λες και τροφοδότησε την ένταση.
Είναι όμως δικαιολογημένες οι έντονες αντιδράσεις της αντιπολίτευσης; Με βάση τα κριτήρια που ισχύουν σήμερα για την άσκηση του δικαιώματος αυτού σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, πιστεύω πως όχι και θα προσπαθήσω να δείξω γιατί. Προηγουμένως, εν τούτοις, θα σταθώ στη στάση ειδικά της Αριστεράς, η οποία συμπεριφέρεται λες και το δικαίωμα αυτό «της ανήκει».
Το 1975, ένας από τους οξυδερκέστερους διανοουμένους της Αριστεράς, ο Γιώργης Κατηφόρης, οικονομολόγος με νομικές σπουδές, αργότερα ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ και οικονομικός σύμβουλος του Ανδρέα Παπανδρέου, εξέδωσε σε βιβλίο μερικά δοκίμια που είχε δημοσιεύσει στο εξωτερικό, τα χρόνια της στρατιωτικής δικτατορίας («Η νομοθεσία των βαρβάρων», εκδ. Θεμέλιο). Ενα από αυτά αφορούσε το εκτρωματικό νομοθέτημα «περί δημοσίων συναθροίσεων», με το οποίο η χούντα, το 1971, λίγο μετά την υποτιθέμενη θέση σε εφαρμογή του ψευτοσυντάγματός της, απαγόρευε ούτε λίγο ούτε πολύ κάθε υπαίθρια συγκέντρωση στο κέντρο όλων των μεγάλων πόλεων της χώρας. Επιπλέον, με το ίδιο νομοθέτημα, επιχειρούσε να απαλλάξει εκ των προτέρων την αστυνομία από κάθε ευθύνη για φόνους και τραυματισμούς διαδηλωτών, ορίζοντας ξεδιάντροπα ότι «οι άνδρες της δημοσίας δυνάμεως και τα τυχόν μετ’ αυτών συμπράττοντα όργανα [δηλαδή ο στρατός], δύνανται, προς διάλυσιν δημοσίων συναθροίσεων, να ποιήσωνται χρήσιν των όπλων, άνευ ουδεμιάς διά τας συνεπείας ευθύνης».
Πρωτοδημοσιευμένο το 1971 στην «Κομμουνιστική Επιθεώρηση», περιοδικό τότε του ΚΚΕ εσωτερικού, ο Κατηφόρης αφιέρωνε το δοκίμιό του «στους αγωνιστές που βάψαν το πεζοδρόμιο με το αίμα τους». Βασική θέση του ήταν η εξής: η χούντα χτυπούσε αλύπητα τις συγκεντρώσεις γιατί αυτές, στο μετεμφυλιακό κράτος (1950-1967) ήταν το αποτελεσματικότερο νόμιμο μέσο που διέθετε η Αριστερά για να προβάλει δυναμικά τις διεκδικήσεις της για τερματισμό των διώξεων, ισονομία και ισοπολιτεία. «Οι συγκεντρώσεις, έγραφε, χρησιμοποιήθηκαν από τον λαό για να καταπολεμηθεί η ουσιαστική αντιδραστικότητα και ανελευθερία των θεσμών, όχι όπως τους όριζε το Σύνταγμα, αλλά όπως λειτουργούσαν στην πραγματικότητα». Διότι, σε αντίθεση με άλλα δικαιώματα που θεωρητικά τουλάχιστον αναγνωρίζονταν και αυτά υπό το Σύνταγμα του 1952, όπως το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι ή της απεργίας, το κόστος για όσους συμμετείχαν σε αντικυβερνητικές δημόσιες συναθροίσεις ήταν ασύγκριτα μικρότερο αν οι συγκεντρωμένοι δεν συλλαμβάνονταν επί τόπου: με τα πενιχρά μέσα παρακολούθησης που διέθετε τότε η αστυνομία, αν οι συγκεντρωμένοι δεν συλλαμβάνονταν επί τόπου, είχαν μεγάλες πιθανότητες να γλιτώσουν τις γνωστές περαιτέρω συνέπειες (φακέλωμα κ.λπ.).
Νομίζω ότι ο συλλογισμός αυτός του Κατηφόρη απηχεί τους λόγους για τους οποίους η Αριστερά, ιστορικά, θεωρεί «δικό της» το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι: αν και μειοψηφική, με μικρό σχετικά κόστος, μπορεί να προβάλει θορυβωδώς δικές της διεκδικήσεις και μάλιστα, αν τη βοηθούν οι περιστάσεις, να πετύχει την ικανοποίηση κάποιων από αυτές.
Ηταν φυσικό λοιπόν, υπό τις τότε συνθήκες του διαχωρισμού των πολιτών σε εθνικόφρονες και μη και με τις συστηματικές διώξεις του φρονήματος, οι συγκεντρώσεις, οι πορείες και οι διαδηλώσεις να μυθοποιηθούν από την Αριστερά. Ισχύει άραγε σήμερα το ίδιο;
Ακόμη και αν δεν είχε μεσολαβήσει η κυβερνητική θητεία του ΣΥΡΙΖΑ, η απάντηση δεν μπορεί βέβαια παρά να είναι αρνητική. Διότι η κομμουνιστογενής Αριστερά, πολύ προτού αναδεχθεί σε κυβερνώσα (2015-2019), είχε διεισδύσει στο κράτος, την Τοπική Αυτοδιοίκηση, τα συνδικάτα και τις μαζικές οργανώσεις της χώρας μας, ασκώντας μεγάλη επιρροή στη λήψη των αποφάσεων. Η ιδιοκτησιακή αντίληψη, συνεπώς, που εξακολουθεί να καλλιεργεί για το δικαίωμα του συνέρχεσθαι είναι, ακόμη και στη δική της λογική, ιστορικά ξεπερασμένη.
Οσο για τον ισχυρισμό ότι το νομοσχέδιο της κυβέρνησης «είναι ίδιο και χειρότερο από τον νόμο της χούντας» είναι νομικά τόσο ασύστατος και πολιτικά τόσο αυθαίρετος, ώστε θα μπορούσε κανείς να τον χαρακτηρίσει αγυρτεία. Διότι το νομοσχέδιο αυτό, όπως εύκολα μπορεί να διαπιστώσει ο στοιχειωδώς ενημερωμένος νομικός, με λίγες βελτιώσεις, τις οποίες ο κ. Μιχ. Χρυσοχοϊδης θα μπορούσε εύκολα να επιφέρει, χωρίς να αλλοιωθεί η ουσία του, εναρμονίζεται πλήρως προς τα ισχύοντα στις πιο προηγμένες χώρες.
Ας ξεκαθαρίσουμε ευθύς εξ αρχής τα βασικά: δικαίωμα του συνέρχεσθαι χωρίς περιορισμούς δεν αναγνωρίζεται πουθενά στον κόσμο. Παντού επιτρέπεται η διάλυση συγκεντρώσεων, όταν αυτές εξελιχθούν σε βίαιες, όταν καθηλώνουν (όχι απλώς «διαταράσσουν», κ. Τζανακόπουλε) τον βιοτικό ρυθμό. Το άρθρο 11 του Συντάγματος αναθέτει την ευθύνη αυτή στην αστυνομία. Τίποτα δεν εμποδίζει, εν τούτοις, για μεν την (προληπτική) απαγόρευση δημόσιας συνάθροισης (κάτι εξαιρετικά σπάνιο, προφανώς) να προβλεφθεί ως επιπλέον εγγύηση η σύμπραξη δικαστικού λειτουργού, για δε τη διάλυση εν εξελίξει συγκέντρωσης όχι απλώς η ενημέρωση, αλλά η σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα, εφόσον παρίσταται.
Ο θεσμός του «οργανωτή» ως συνδέσμου μεταξύ των συμμετεχόντων στη συνάθροιση και της αστυνομικής αρχής είναι θετικός και προβλέπεται από τη νομοθεσία των περισσότερων χωρών. Η διάταξη όμως για την αστική ευθύνη του σε περίπτωση βλάβης της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας ή της περιουσίας τρίτων από ενέργειες των συγκεντρωμένων πρέπει να βελτιωθεί, ώστε να μη λειτουργεί τιμωρητικά για τους συγκεντρωσιάρχες που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους.
Ορθά το νομοσχέδιο θεωρεί νόμιμες τις «μη γνωστοποιούμενες» συναθροίσεις και τις ανέχεται. (Να, σημειωτέον, μιας κεφαλαιώδους σημασία διαφορά με τον χουντικό νόμο!). Ωστόσο, αντί του αμφίσημου «δύναται να επιτραπεί» που χρησιμοποιεί ο νομοθέτης στην παράγραφο 3 του άρθρου 3 του νομοσχεδίου, είναι προτιμότερη η αντίστοιχη διάταξη της πρότασης της Επιτροπής Βροντάκη (2011). Η τελευταία ορίζει απλά ότι αν ο οργανωτής δεν προβεί στην προβλεπόμενη γνωστοποίηση, «δεν θα μπορεί να καταλογίσει στην αρμόδια αστυνομική και κάθε άλλη αρχή ότι παρέλειψε να διασφαλίσει την απρόσκοπτη διεξαγωγή της δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης».
Είναι λάθος, κατά τη γνώμη μου, να συνδέεται η έναρξη της ισχύος του νέου νόμου με την έκδοση του προβλεπόμενου εκτελεστικού διατάγματος. Διότι, νομικά, αυτό ισοδυναμεί κατ’ ουσίαν με επ’ αόριστον αναβολή και, πολιτικά, δείχνει έλλειψη εμπιστοσύνης στην κανονιστική πληρότητα και αυτοτέλεια των διατάξεων του νόμου. Θα αρκούσε, εν προκειμένω, μια κοινή εξουσιοδότηση του άρθρου 43 παρ. 2 (β΄) του Συντάγματος.
Κλείνοντας, παρακαλώ να μου συγχωρεθούν λίγες σκέψεις για τη γενικότερη σημασία της υπό εξέλιξη αντιπαράθεσης.
Για μεν το ΚΚΕ, η φράση του βουλευτή Γιάννη Γκιόκα ότι το νομοσχέδιο «δεν παίρνει ούτε από διορθώσεις ούτε από βελτιώσεις» τα λέει όλα. Εγκλωβισμένο στο παρελθόν, το κόμμα του Περισσού δεν ενδιαφέρεται ποσώς να κατανοήσει έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία.
Δεν ισχύει το ίδιο για τον ΣΥΡΙΖΑ. Παραβλέπω τον ακραίο λόγο όσων νεότευκτων στελεχών του επιζητούν αναγνώριση στο νέο τους σπίτι. Ο γενιτσαρισμός, ως διαχρονικό φαινόμενο, είναι απεχθής και μόνο λύπηση προκαλεί. Αναφέρομαι απεναντίας στην εύκολη ρητορεία ορισμένων βουλευτών της νεότερης γενιάς, από τους οποίους, λόγω κατάρτισης και γενικότερης παιδείας, θα περίμενε κανείς διαφορετικό ύφος.
Να φταίει για τη στάση τους η έλλειψη πειστικών επιχειρημάτων μπροστά στις επιτυχίες του σημερινού κυβερνητικού σχήματος; Δεν το πιστεύω. Η ουσιαστική αφωνία των νεότερων αυτών πολιτικών στελεχών οφείλεται, κατά τη γνώμη μου, στην έλλειψη εναλλακτικών προτάσεων, λόγω της ανεξήγητης προσήλωσής τους στις δοκιμασμένες πρακτικές μιας παρωχημένης κινηματικής αντίληψης της πολιτικής. Αν βρισκόμασταν στο 2014, έως ένα βαθμό θα το δικαιολογούσα. Σήμερα, απεναντίας, θα απέδιδα την συνεχιζόμενη αυτή αδράνεια σε ασύγγνωστη πνευματική οκνηρία.
Ασύγγνωστη, γιατί από αυτήν ζημιώνεται σε τελευταία ανάλυση η ίδια η πατρίδα μας.
Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Καθημερινή, 06.07.2020
Πρόλογος Γιώργου Σωτηρέλη
Με ιδιαίτερη χαρά υποδεχόμαστε στην σειρά «Πολιτεία, Θεσμοί, Δικαιώματα» την μελέτη του Απόστολου Παπατόλια με τίτλο «Αναζητώντας τον χαμένο συνταγματισμό. Ερμηνείες και διδάγματα της πανδημίας». Η μελέτη αυτή δεν είναι απλώς μια ακόμα από τις πολλές –και κατά κανόνα ενδιαφέρουσες– συνταγματικές αναλύσεις που είδαν το φως το τελευταίο διάστημα, ως προς τις επιπτώσεις της πανδημίας στα ατομικά δικαιώματα, την δημοκρατία και την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Έχει μεν την ίδια αφετηρία, αλλά η μεν πραγμάτευση είναι σε μεγάλο βαθμό διεπιστημονική –με πρόσφορη αξιοποίηση των πορισμάτων τόσο των πολιτικών όσο και των οικονομικών επιστημών– η δε στόχευση είναι πολύ ευρύτερη, καθώς η πανδημία εν προκειμένω αντιμετωπίζεται κατά βάσιν σαν αφορμή αλλά και σαν καταλύτης για την ανάδειξη των σημερινών τάσεων και προοπτικών του ελληνικού και του ευρωπαϊκού συνταγματισμού.
Πρόκειται, ειδικότερα, για μια μελέτη που κινείται σε δύο επίπεδα:
Σε πρώτο επίπεδο, ο συγγραφέας εκκινεί από τα κρίσιμα ερμηνευτικά διλήμματα που τέθηκαν επί τάπητος όλο αυτό το διάστημα, ως προς την συμβατότητα των περιορισμών που επιβλήθηκαν –αλλά και των διαδικασιών μέσω των οποίων επιβλήθηκαν– με την ισχύουσα συνταγματική τάξη. Το βασικό του μέλημα, εν προκειμένω, είναι να αξιολογήσει κριτικά και να αποτιμήσει συνολικά τις έως τώρα επιστημονικές προσεγγίσεις, κρατώντας σαφείς αποστάσεις τόσο απέναντι στις αυτάρεσκες ερμηνευτικές βεβαιότητες και τις αξιωματικά διατυπωμένες νουθεσίες ενός υποβόσκοντος συνταγματικού πατερναλισμού όσο και απέναντι στην στείρα αρνητική στάση και τις υπερβολικές εξάρσεις ενός μαξιμαλιστικού συνταγματικού καταγγελτισμού (απέναντι στον οποίο, πάντως, εμφανίζεται περισσότερο ανεκτικός…).
Σε δεύτερο επίπεδο, ο συγγραφέας εστιάζει την προσοχή του, μέσα από μια συνθετική και αναστοχαστική προσέγγιση, στο παρόν και το μέλλον των ιστορικών κατακτήσεων του ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού αλλά και των θεσμών που τις εγγυώνται, τόσο σε επίπεδο εθνικών κρατών όσο και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπό αυτό το πρίσμα, η πανδημία του δίνει την ευκαιρία να επαναφέρει στη συζήτηση τον ρόλο του εθνικού κράτους και τις προοπτικές της ευρωπαϊκής ενοποίησης, στο ραγδαία εξελισσόμενο αλλά και συνεχώς μεταλλασσόμενο τοπίο της παγκοσμιοποίησης. Η οπτική του δε γωνία είναι ταυτόχρονα κλασική και σύγχρονη: από την μια υπερασπίζεται μαχητικά τον παραδοσιακό συνταγματισμό αλλά και την επιστροφή του δημοσίου, στο πλαίσιο του εθνικού κράτους, και από την άλλη προτείνει την λελογισμένη και πολλαπλά εγγυημένη μετάβαση σε μια νέα πολυεπίπεδη υπερεθνική συνταγματική πραγματικότητα. Αρκεί, βέβαια, η πραγματικότητα αυτή να χαρακτηρίζεται από τον δημοκρατικό έλεγχο της παγκοσμιοποίησης αλλά και από την αξιοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης σαν αντιβάρου απέναντι στην καταθλιπτική κυριαρχία των αγορών.
Ειδικότερα δε ως προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόσφατη απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας δίνει την ευκαιρία στον συγγραφέα να ξεδιπλώσει έναν πλούσιο νομικοπολιτικό προβληματισμό για τους όρους και τα όρια της οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως sine qua non προϋπόθεσης για να μπορεί όντως να διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο τόσο ως προς την υπεράσπιση του κοινωνικού μοντέλου της όσο και ως προς τον ουσιαστικό επηρεασμό των διεθνών γεωπολιτικών και οικονομικών εξελίξεων.
Σε όλες αυτές τις προσεγγίσεις, ο συγγραφέας αναζητεί ένα νέο δρόμο και προτείνει μια νέα πυξίδα για τη συνταγματική θεωρία, που έδειχνε, κατά την πρώτη τουλάχιστον περίοδο της πανδημίας, να βιώνει μια ακόμη «κρίση ταυτότητας». Απέναντι στο μετέωρο βήμα ενός συνταγματισμού αμήχανου και αποδιοργανωμένου από τα πιεστικά ερμηνευτικά διλήμματα και την ένταση των νέων ασύμμετρων απειλών, μας καλεί να ξαναπιάσουμε το νήμα του συνταγματικού εγγυητισμού, ανατρέχοντας στο πρωτογενές νόημα του Συντάγματος αλλά και εμπλουτίζοντάς το με τα αξιακά προτάγματα και τις νέες προκλήσεις της μεταβιομηχανικής εποχής.
Εν κατακλείδι, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον και εν τέλει η συμβολή της ανά χείρας μελέτης έγκειται στο ότι με τις γλαφυρές, μαχητικές αλλά και νηφάλιες αναλύσεις της, που αφορμώνται από τα παθήματα και τα μαθήματα της πανδημίας, εισφέρει στον δημόσιο διάλογο μια πειστικότερη και συνολικότερη συνταγματική θεώρηση, η οποία είναι ταυτόχρονα ρεαλιστική, ανθεκτική και απελευθερωτική, ώστε να μην κινδυνεύει να καταρρεύσει κάθε φορά που ανακύπτουν οποιασδήποτε μορφής κρίσεις και έκτακτες συνθήκες.
Αλέξανδρος Κεσσόπουλος
Το νέο βιβλίο του Αποστόλου Παπατόλια, που έχει ως θέμα την επίπτωση της υγειονομικής κρίσης στη λειτουργία των πολιτικών και συνταγματικών θεσμών, χαρακτηρίζεται από δύο ιδιαιτερότητες. Κατά πρώτον, είναι γραμμένο από έναν συνταγματολόγο, χωρίς όμως να συνιστά ένα κλασικό δοκίμιο συνταγματικού δικαίου, και, κατά δεύτερον, εστιάζει στις νέες θεσμικές προκλήσεις που θέτει η πανδημία, χωρίς όμως να εγκλωβίζεται στα στενά όρια της παρούσας συγκυρίας. Τα χαρακτηριστικά αυτά συνιστούν αναμφίβολα δύο από τις βασικές αρετές τού εν λόγω πονήματος. Ο μεν διεπιστημονικός του χαρακτήρας το καθιστά οπωσδήποτε προσιτό σε ένα κοινό ευρύτερο από την κοινότητα των νομικών, ενώ η θεωρητική του εμβέλεια προμηνύει ότι θα συνεχίσει να απασχολεί τη δημόσια σφαίρα και μετά το πέρας της υγειονομικής κρίσης.
Κατά το διάστημα της πανδημίας αναπτύχθηκε, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς, ένας πλούσιος επιστημονικός διάλογος αναφορικά με τους μετασχηματισμούς στη λειτουργία του κράτους και του δικαίου, οι οποίοι προήλθαν από την έκτακτη ανάγκη αποτελεσματικής προστασίας της δημόσιας υγείας. Ιδίως σε ό,τι αφορά τους περιορισμούς των θεμελιωδών δικαιωμάτων, την υπολειτουργία του Κοινοβουλίου και τις αντοχές του κράτους πρόνοιας, κατατέθηκαν δημοσίως πολλές και διαφορετικές απόψεις, όχι μόνο από συνταγματολόγους, αλλά και από κοινωνικούς επιστήμονες αρκετών άλλων ειδικοτήτων.
Το βιβλίο του Παπατόλια δεν προσφέρει μια απλή ταξινόμηση της επιστημονικής αυτής παραγωγής, αλλά, επιπλέον, εντάσσει τις διάφορες απόψεις σε ένα πλαίσιο οιονεί συζήτησης. Ο σχετικός διάλογος, μάλιστα, παρουσιάζεται με έναν ιδιαίτερα ελκυστικό τρόπο, καθώς, πέρα από την παράθεση των διάφορων επιχειρημάτων και αντεπιχειρημάτων, ο συγγραφέας επιλέγει να εγκύψει και στην ταραχώδη σχέση της επιστήμης με την πολιτική εξουσία. Είναι κοινό μυστικό, άλλωστε, ότι οι κοινωνικοί επιστήμονες ασκούν επιρροή στις πολιτικές και ιδεολογικές διαμάχες κάθε συγκυρίας, εφόσον οι θέσεις τους άλλοτε προσφέρουν νομιμοποίηση και άλλοτε λειτουργούν αποδομητικά για τις αποφάσεις της κρατικής εξουσίας. Στο σημείο αυτό αξίζει να υπογραμμιστεί ότι, κατά την πραγμάτευση του κυριολεκτικά ογκώδους υλικού του, ο Παπατόλιας παραμένει προσηλωμένος στην τήρηση δύο βασικών μεθοδολογικών κανόνων. Αφενός παραθέτει κατά τρόπο νηφάλιο και ακριβή το σύνολο των επιστημονικών απόψεων, είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί με το περιεχόμενό τους, αφετέρου επιλέγει να διατυπώσει με σαφήνεια τις δικές του θέσεις για κάθε μείζον πολιτικό και συνταγματικό ζήτημα.
Πολιτική και θεσμική εξαίρεση
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάλυση του συγγραφέα αναφορικά με τον μετασχηματισμό της λειτουργίας της δημοκρατίας σε περιόδους κρίσεων. Όπως εύστοχα επισημαίνει, ενώ σε συνθήκες ομαλότητας τα φιλελεύθερα πολιτεύματα ενθαρρύνουν την έκφραση των πολιτικών αντιπαραθέσεων, σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης η έννοια του πλουραλισμού αφυδατώνεται, προκειμένου να αναδυθεί, κατά τον ορισμό του Joseph Schumpeter, ένας «μονοπωλιακός τύπος ηγεσίας». Δύο είναι τα κύρια χαρακτηριστικά των καταστάσεων πολιτικής και θεσμικής εξαίρεσης, όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί στο πλαίσιο της πρόσφατης οικονομικής και της παρούσας υγειονομικής κρίσης.
Κατ’ αρχήν τα πορίσματα των τεχνοκρατών αποκτούν το προβάδισμα έναντι των θέσεων των πολιτικών και, συνακόλουθα, τα κρατικά όργανα παύουν να αναζητούν τις βέλτιστες λύσεις μέσω της κοινωνικής και πολιτικής διαβούλευσης, προκειμένου να εφαρμόσουν με άμεσο τρόπο τις «ορθές» γνωμοδοτήσεις των ειδικών. Αναμφίβολα, η εν λόγω πρακτική είναι μέχρι κάποιο σημείο επιβεβλημένη, καθώς οι έκτακτες ανάγκες, και ιδίως αυτές που σχετίζονται με τη δημόσια υγεία, επιτάσσουν τη λήψη άμεσων αποφάσεων. Αυτού του είδους η ρεαλιστική προσέγγιση, όμως, πρέπει να οριοθετείται αυστηρά, ούτως ώστε να αποφεύγεται ο πειρασμός της υποκατάστασης του κανόνα από την εξαίρεση.
Με άλλα λόγια, δεν μπορεί να αμφισβητείται η παραδοχή ότι σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία είναι εξ ορισμού αναγκαία η διατύπωση εναλλακτικών πολιτικών σχεδίων, σε καθένα από τα οποία πρέπει να αποδίδεται μόνο σχετική και όχι απόλυτη αξία. Σε διαφορετική περίπτωση, η αμφισβήτηση και η κριτική σκέψη, που προσιδιάζουν στη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών, κινδυνεύουν να παραχωρήσουν τη θέση τους στις βεβαιότητες και τις δογματικές πεποιθήσεις που χαρακτηρίζουν τη θρησκευτική πίστη.
Οι αδυναμίες του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος
Μία ακόμη ενδιαφέρουσα θεματική του βιβλίου είναι αυτή που πραγματεύεται τις αδυναμίες και τα όρια του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος. Αν κάτι υπήρξε αναντίλεκτο κατά την περίοδο της υγειονομικής κρίσης, αυτό συνίσταται στην καθολική αναγνώριση της αξίας των κρατικών δαπανών, οι οποίες προορίζονται για την οικοδόμηση και τη θωράκιση των δημόσιων συστημάτων Υγείας. Σε μια συγκυρία που ηγεμόνευαν οι απόψεις περί της επιτακτικής ανάγκης συρρίκνωσης του κράτους και της εκχώρησης πολλών από τις υπηρεσίες του στην αγορά, ήρθε το σοκ της πανδημίας να προκαλέσει έναν γενικευμένο πολιτικό και θεωρητικό αναστοχασμό. Το ερώτημα, συνεπώς, που τίθεται πλέον δεν είναι πώς θα περιορίσουμε τις δημόσιες δαπάνες για την Υγεία, αλλά ποιο σχέδιο πρέπει να ακολουθήσει η διεθνής κοινότητα, προκειμένου να καταστήσει δυνατή τη γενναία αύξησή τους.
Στο σημείο αυτό ο Παπατόλιας δεν παραλείπει να αναφερθεί στη θεμελιώδη έννοια της αλληλεγγύης, και μάλιστα υπό διττό πρίσμα. Κατά πρώτον, τονίζει τη σημασία της κοινωνικής αλληλεγγύης, η οποία επιτάσσει να μην επιβαρυνθεί και πάλι μονομερώς η μεσαία τάξη από την αύξηση της φορολογίας, αλλά να κατανεμηθούν κατά τρόπο αναλογικό τα βάρη και στους οικονομικά πιο εύρωστους πολίτες. Επιπρόσθετα, ο συγγραφέας υπογραμμίζει ότι πρέπει να αναδειχθεί η σημασία της αλληλεγγύης και στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτως ώστε να αμβλυνθούν οι μεγάλες οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες ανάμεσα στον πλεονασματικό Βορρά και τον υπερχρεωμένο Νότο.
Χωρίς αλλαγή σε πολιτική και οικονομία
Ένα από τα δομικά χαρακτηριστικά της μελέτης είναι ότι δεν υποκύπτει στον πειρασμό ούτε των αισιόδοξων ούτε των απαισιόδοξων προβλέψεων. Κατά την αταλάντευτη άποψη του συγγραφέα, οι επιπτώσεις της πανδημίας δεν πρόκειται να επιφέρουν νομοτελειακά κάποια αλλαγή παραδείγματος στην πολιτική ή την οικονομία. Το μόνο που μπορεί να υποστηρίξει κάποιος με σχετική ασφάλεια, είναι ότι οι κρίσεις έχουν μεν την τάση να οδηγούν σε σημαντικές μεταρρυθμίσεις, χωρίς όμως να προδιαγράφουν το προοδευτικό ή συντηρητικό πρόσημό τους. Ενόψει των πολιτικών και κοινωνικών αντιπαραθέσεων που αναμένεται να καθορίσουν τις εξελίξεις σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο το προσεχές διάστημα, ο Παπατόλιας ανασύρει από το ιδεολογικό οπλοστάσιο της Αριστεράς μια μάλλον παλιά, αλλά πάντα επίκαιρη και ριζοσπαστική ιδέα. Μας θυμίζει, δηλαδή, ότι η διαμόρφωση μιας πολιτείας πραγματικά ελεύθερων και ίσων ανθρώπων προϋποθέτει την οικοδόμηση και την εύρυθμη λειτουργία μιας δημοκρατίας όχι μόνο πολιτικής, αλλά και κοινωνικής.
Aναδημοσίευση από την εφημερίδα ΑΥΓΗ, 21 Ιουλίου 2020
==========================================================
Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΣΜΟΥ: ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΟΙ (ΑΝΑ)ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΑΝΔΗΜΙΑ, του Απόστολου ΠΑΠΑΤΟΛΙΑ
Μαριλένα Κοππά
Αναπλ. Καθηγήτρια Συγκριτικής Πολιτικής
Πάντειο Πανεπιστήμιο, πρώην Ευρωβουλευτής
Στο εξαιρετικά επίκαιρο βιβλίο του, γραμμένο κατά τη διάρκεια και μετά το τέλος της πανδημίας, ο Απόστολος Παπατόλιας επιχειρεί να αφουγκραστεί τις τεκτονικές αλλαγές που η κρίση προκάλεσε και συνεχίζει να προκαλεί σε τρία επίπεδα: στο εθνικό, στο παγκόσμιο και το ευρωπαϊκό.
Ο συγγραφέας με την ιδιότητα του νομικού, του πολιτικού αλλά κυρίως του ενεργού πολίτη,αντιμετωπίζει την κρίση ως καταλύτη μεγάλων ανακατατάξεων που μπορούν όμως να αποτελέσουν ευκαιρίες για θετικές εξελίξεις και να προσφέρουν απαντήσεις σε χρονίζοντα ανοιχτά θέματα.
Τα αποτελέσματα της πρόσφατης μαραθώνιας Συνόδου Κορυφής προσδίδουν μια ιδιαίτερη σημασία στο κείμενοτου Παπατόλια Στο τέταρτο μέρος με τίτλο «Διακυβερνητικός προστατευτισμός ή Ευρωπαϊκή ενοποίηση», ο συγγραφέας θέτει το ζήτημα της στάσης της ΕΕ στην κρίση, τα μέτρα στήριξης και την προσπάθεια συμβιβασμού των αντίρροπων τάσεων. Θεωρεί ότι η αμοιβαιοποίηση του χρέους θα ήταν η ενδεδειγμένη λύση αλλά εξηγεί με ενάργεια γιατί αυτή απορρίπτεται. Τονίζει πάντως ότι -και αυτό έχει σημασία στην βάση των πρόσφατων αποφάσεων- ότι όταν δανείζεται η ΕΕ, προλειαίνεται το έδαφος για τη δημοσιονομική αυτότέλεια της. Ο συγγραφέας με αφετηρία την απόφαση του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της 5ης Μαΐου 2020, αναρωτιέται ποιο είναι το ενδεδειγμένο μείγμα ενωσιακής πολιτικής στο πλαίσιο του σημερινού συσχετισμού δυνάμεων. Διαπιστώνει δε ότι έχει αναπτυχθεί μια δυναμική για ένα κοινό ευρωπαϊκόπροσανατολισμό που καμία δικαστική απόφαση δεν μπορεί να ανακόψει.
Το πρώτο μέρος του βιβλίου είναι αφιερωμένο στη συμβατότητα των περιορισμών κατά την πανδημία με την συνταγματική τάξη της χώρας αλλά και τις επιπτώσεις της πανδημίας στα ατομικά δικαιώματα και την δημοκρατία. Ο Παπατόλιας παρουσιάζει τις κυρίαρχες συνταγματολογικές τάσεις με κριτική σκέψη και ανοιχτό πνεύμα. Εξετάζοντας από τις πιο συμβατικές έως τις πιο τολμηρές, ακόμη και τις αναθεωρητικές, σημειώνει πως ενώ η πανδημία πληγώνει πιο πολύ τους αδύναμους, κανείς δεν προβαίνει σε επίκληση του Συντάγματος για τη διασφάλιση των θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων. Έτσι έχουμε δείγματα κρατικού παρεμβατισμού για την ασφάλεια των πολιτών αλλά όχι για ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης για τους σοβαρότερα πληττόμενους.
Και αυτό τον οδηγεί στο δεύτερο ερώτημα: αυτό που ζήσαμε αποτελεί μια δημοκρατική λειτουργία ή προσιδιάζει σε αυταρχική διακυβέρνηση; Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η κυβέρνηση διαχειρίστηκε τον φόβο, την ίδια ώρα που από επιλογή της είχαμε ουσιαστική αναστολή της κοινοβουλευτικής λειτουργίας. Αυτά οδήγησαν σε τεχνοκρατικό έλεγχο και υπερτονισμό της ατομικής ευθύνης. Οι συνολικά 6 ΠΝΠ και οι 140 Υπουργικές αποφάσεις υποκατέστησαν την τακτική κοινοβουλευτική διαδικασία ως μια de factoκατάσταση εξαίρεσης. Τίθεται λοιπόν το ευρύτερο ερώτημα αν το «δικαίωμα στην ασφάλεια» έχει εξελιχθεί σε ένα «υπερδικαίωμα», μέσα από την νομιμοποίηση ενός περιορισμένου «Κράτους Πρόληψης». Ο συγγραφέας τονίζει ότι τα χαρακτηριστικά αυτού του τελευταίου είναι δύο: η προσωρινή διάρκεια των μέτρων και η επίκληση μιας επιστημονικής αυθεντίας, όπου ο νομικός δεν έχει πρόσβαση. Κατά την σύγχρονη «εποχή της διακινδύνευσης», όπου πολλαπλασιάζονται οι ασύμμετρες απειλές, το σύγχρονο Συνταγματικό Κράτος αποκτά ένα νέο ρόλο μετασχηματιζόμενο σε «Κράτος πρόληψης», όπου προέχει το σύνολο έναντι του ατόμου, χωρίς εντούτοις να απαιτείται συνταγματική αλλαγή ή προσαρμογή. Σε αυτό το πλαίσιο, η «ανάγκη» μπορεί να περιορίζει αενάως τις ελευθερίες, μια και η κρίση εξελίσσεται στην νέα «κανονικότητα». Όμως, τονίζει ο Παπατόλιας, ούτε όλοι ζουν με τον ίδιο τρόπο την απειλή, ούτε την κατάσταση ανάγκης. Σε κάθε περίπτωση, η εργαλειακή χρήση του φόβου οδηγεί σε αυταρχική διακυβέρνηση στο όνομα του «κοινού καλού».
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το κεφάλαιο του βιβλίου για τα πρωτεία των ειδικών σε περιόδους κρίσης και η υποχώρηση της πολιτικής. Με νηφαλιότητα ο συγγραφέας επισημαίνει ότι ο τεχνοκρατικός ελιτισμός δεν είναι κάτι καινούργιο και σε καμιά περίπτωση δεν εξαλείφει τα εναλλακτικά σενάρια μια και η αντίδραση, όπως είδαμε σε άλλα μέρη του πλανήτη, θα μπορούσε να είναι διαφορετική. Ο «τεχνοκρατικός μονόδρομος» είναιλοιπόν μια πολιτική επιλογή μεταξύ άλλων, κάτι που οδηγεί τον συγγραφέα στην εξέταση της μετακύλισης στην ατομική ευθύνη, η οποία συσκοτίζει τη ευθύνη της Πολιτείας και το χρέος αλληλεγγύης.
Στο τρίτο μέρος του βιβλίου ο Παπατόλιας θέτει το ερώτημα «παρεμβατισμός του Εθνικού Κράτους η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση;» Ο συγγραφέας απομυθοποιεί τη συζήτηση για την επιστροφή του κράτους, τονίζοντας ότι ιστορικά οι ηγετικές οικονομικές ελίτ αξιοποιούσαν τις κρίσεις για να δρομολογήσουν «δημιουργική καταστροφή» μέρους των παραγωγικών δυνάμεων και να προωθήσουν οργανωτικές και τεχνολογικές καινοτομίες. Έτσι πάντα υπήρχε μια σταθερή συμβιωτική σχέση καπιταλισμού, κρίσεων και κρατικής παρεμβατικότητας, που οδηγούσε σε οικονομική αναδιάρθρωση που στην πορεία θα γινόταν η επόμενη «κανονικότητα»
Έχουμε πλέον όλοι διδαχθεί ότι η ΕΕ εξελίσσεται μέσα από τις κρίσεις της. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ είναι φανερό ότι ο διακυβερνητικός χαρακτήρας της Ένωσης είναι πεπερασμένος. Σημαίνει αυτό ότι πρέπει να οδηγηθούμε σε αναθεώρηση των Συνθηκών, όπως πιστεύει ο Παπατόλιας; Αυτό είναι μια μεγάλη συζήτηση. Ο συγγραφέας πάντως παρουσιάζει πειστικά επιχειρήματα υπέρ της άποψης του.
Για να καταλήξω: το βιβλίο είναι ένας ευρύς προβληματισμός για το πως οφείλουμε να σκεφτόμαστε το αύριο. Η κρίση πυκνώνει τον ιστορικό χρόνο και, όπως λέει ο συγγραφέας, βρισκόμαστε σε μια μεταβατική περίοδο όπου έχουμε μια επαναδιαπραγμάτευση ισορροπιών χωρίς όμως ακόμη ένα ηγεμονικό σχέδιο. Αφορμή για ουσιαστικό προβληματισμό στην αιχμή της επικαιρότητας, το βιβλίο καλύπτει ένα ευρύ φάσμα θεμάτων με γνώση, στιβαρό λόγο και επιχειρήματα. Ο ενεργός πολίτης βγαίνει πλουσιότερος πνευματικά από την ανάγνωση του.
Το κείμενο της βιβλιοκρισίας στα «ΝΕΑ».
Περάσαμε πενήντα χρόνια, ολόκληρη την περίοδο της Μεταπολίτευσης, χωρίς εκτελεστικό του Συντάγματος νόμο, που να ρυθμίζει την άσκηση του δικαιώματος της συνάθροισης. Με νόμο χουντικό του 1971, που ίσχυε μεν τυπικά χωρίς όμως να εφαρμόζεται. Μέσα σε ένα καθεστώς άτακτης ευταξίας ή άνομης δυσανεξίας, ειδικά σε ό, τι αφορά το κέντρο της Αθήνας. Καμία κυβέρνηση της Μεταπολίτευσης δεν τόλμησε να θίξει αυτό το καθεστώς της ανομίας.
Η παρούσα Κυβέρνησε το τόλμησε. Καιρός ήταν. Δεν πήγαινε άλλο με αυτήν την θεοποιημένη πρωτοκαθεδρία του δικαιώματος της συνάθροισης, όπου η κάθε ομάδα διαδήλωνε, όποτε ήθελε, όπου ήθελε και όπως ήθελε προβάλλοντας αιτήματα και διαδίδοντας ιδέες, που η ίδια έκρινε ότι είναι άξια προσοχής του κοινού. Και όλα αυτά αγνοώντας παντελώς και παρεμποδίζοντας ανενδοίαστα, την ταυτόχρονη άσκηση των δικαιωμάτων των άλλων, των τρίτων, όπως του δικαιώματος της ελεύθερης διακίνησης και επικοινωνίας πεζών και εποχούμενων, της ελευθερίας της εργασίας, της ελεύθερης άσκησης του επαγγέλματος, κ.α..
Δύσκολα μπορεί κανείς να διαφωνήσει επί της αρχής του νομοσχεδίου. Όπως και δύσκολα καταλαβαίνει την οξύτητα της πολιτικής αντιπαράθεσης στην Βουλή την πρώτη μέρα της συζήτησης.
Θα σταθώ ελλείψει χώρου σε τρία σημεία.
Το νομοσχέδιο είναι λίγο φλύαρο, θα μπορούσε να είναι πιο λιτό και να δίνει περισσότερες εξουσιοδοτήσεις στην εκτελεστική εξουσία μέσω Προεδρικού Διατάγματος. Το τελευταίο μπορεί να ρυθμίζει, ειδικά και περιορισμένα, συγκεκριμένα ζητήματα, που σχετίζονται τόσο με τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος όσο και με την διακριτική εξουσία της Αστυνομίας. Οι νόμοι αλλάζουν δύσκολα και συγκυριακά με αποσπασματικές τροποποιήσεις. Τα Προεδρικά Διατάγματα προσαρμόζονται ανάλογα με τις εξελίξεις και περιστάσεις.
Η απόφαση της αστυνομικής αρχής για απαγόρευση μιας συνάθροισης ανήκει κατά το Σύνταγμα αποκλειστικά στην Αστυνομία. Και η απόφαση αυτή ως διοικητική πράξη υπόκειται σε αίτηση ακύρωσης. Ο νόμος προβλέπει ρητά τη δυνατότητα αίτησης αναστολής στα αρμόδια δικαστήρια (διοικητικά ή ΣτΕ). Και σωστά, αλλά η αποτελεσματικότητα της δικαστικής προστασίας στην προκειμένη περίπτωση εξαρτάται από την σύντμηση του χρόνου έκδοσης της σχετικής δικαστικής απόφασης, η οποία στην πράξη είναι τόσο χρονοβόρα, που αν χρειάζεται να ακολουθηθεί η πάγια διαδικασία, τότε η απόφαση θα εκδίδεται κατόπιν εορτής και θα είναι ανώφελη.
Ως προς την πρόβλεψη του νόμου για τη γνωστοποίηση στην Αστυνομία μιας επικείμενης συνάθροισης τουλάχιστον 24 ώρες πριν από την πραγματοποίησή της, η πρόβλεψη αυτή βοηθά τους διοργανωτές της συνάθροισης, διότι δίνει χρόνο στην Αστυνομία να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την ακώλυτη άσκηση του δικαιώματος με την όσο το δυνατό μικρότερη επιβάρυνση της άσκησης των δικαιωμάτων όσων οφείλουν να ανεχθούν και να υποστούν την διαδήλωση ή την πορεία.
Η γνωστοποίηση δεν ισοδυναμεί πάντως ούτε πρέπει να ερμηνεύεται ως απαίτηση προηγούμενης άδειας της αστυνομικής αρχής ούτε ως μέσο ελέγχου ή αστυνόμευσης και παρεμπόδισης της πορείας, αλλά αντίθετα ως τρόπος προστασίας της. Η μη γνωστοποίηση δεν την καθιστά εξ αυτού και μόνο του λόγου παράνομη την συνάθροιση, όπως προβλέπει άλλωστε σχετικά ο νόμος και διευκρινίζει η εισηγητική έκθεση.
Η υπόδειξη ενός «οργανωτή» που θα εξασφαλίζει την επικοινωνία μεταξύ των διοργανωτών της διαδήλωσης και της Αστυνομίας συνιστά κατά τη γνώμη μου πρόβλεψη προστατευτική του δικαιώματος και όχι υπονομευτική. Σκοπός της είναι να διασφαλίσει την άμεση, υπεύθυνη και διαρκή συνεννόηση Αστυνομίας και διαδηλωτών. Για την αποτελεσματική προστασία τόσο της προσωπικής όσο και της δημόσιας ασφάλειας απαιτείται μια σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης πολιτών Αστυνομίας. Θα πρέπει όμως για να λειτουργήσει ο θεσμός του Οργανωτή να απαλλαγεί ο φορέας του από κάθε είδους υπόνοια αστικής ή ποινικής ευθύνης. Από συνταγματική άλλωστε άποψη η απόδοση ευθυνών και μάλιστα ποινικών για πράξεις και αδικήματα που διαπράττουν άλλοι είναι αμφίβολης συνταγματικότητας και πρέπει να απαλειφθεί.
Η απόφαση διάλυσης μιας συνάθροισης καλόν είναι βέβαια να λαμβάνεται παρουσία εισαγγελέως, αν και όταν διαπράττονται αδικήματα και βιαιοπραγίες, καταστρέφονται περιουσίες και απειλούνται ζωές, οι εισαγγελικές αρχές είναι ούτως ή άλλως υποχρεωμένες να παρέμβουν και δεν χρειάζεται ειδική πρόβλεψη στον νόμο. Την παρουσία άλλωστε εισαγγελέα την υπονοεί ο νόμος, αφού ορίζει ότι ο διοργανωτής μπορεί να απευθυνθεί στον παριστάμενο εισαγγελέα και να ζητήσει την επανεξέταση της απόφασης διάλυσής της.
Η επιτυχία του νόμου βρίσκεται στην εγκατάσταση μιας χρυσής ισορροπίας ανάμεσα στην προστασία από την Πολιτεία της ελεύθερης και ακώλυτης άσκησης του δικαιώματος της συνάθροισης με την ταυτόχρονη προστασία αντίρροπων συνταγματικών δικαιωμάτων των άλλων.
Ανεξάρτητα όμως από όλες αυτές τις ενδεικτικές επισημάνσεις ο εκτελεστικός αυτός νόμος του άρθρου 11 του Συντάγματος για να εφαρμόζεται και να γίνεται σεβαστός και να έχει διάρκεια χρειάζεται τη μεγαλύτερη δυνατή πολιτική συνεννόηση και συναίνεση. Την ευθύνη της συναίνεσης την έχει κυρίως η κυβέρνηση. Αυτή οφείλει να την εκμαιεύσει πάση θυσία από όσα κόμματα της αντιπολίτευσης μπορεί να το πετύχει. Θεσμικός νόμος που ψηφίζεται από μια μονοκομματική κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν είναι αντάξιος εκτελεστικός του Συντάγματος νόμος.
Αναδημοσίευση από ΤΑ ΝΕΑ, 4-5/07/2020
Ο ειδικός νόμος που προβλέπει το άρθρο 11 παρ. 2 Συντ. για τη ρύθμιση των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων έρχεται με καθυστέρηση 45 ετών. Όπως συνέβη και με άλλα συνταγματικά άρθρα (π.χ. άρθρο 25 παρ. 3 Συντ., άρθρο 5 παρ. 4 εδ. β΄ και γ΄ Συντ., άρθρο 15 παρ. 1 Συντ., άρθρο 29 παρ. 3 Συντ. κατά το μέρος που αφορούσε τους δημοσίους υπαλλήλους) τα οποία εξέφραζαν τον διάχυτο φόβο της πλειοψηφίας της Αναθεωρητικής Βουλής του 1975 για τη ροπή των πολιτών προς «κατάχρηση» των δικαιωμάτων τους (βλ. σχετικά, Χ. Ανθόπουλου, Το πρόβλημα της λειτουργικής δέσμευσης των θεμελιωδών δικαιωμάτων, εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 1993) η μη πλήρης εφαρμογή του άρθρου 11 παρ. 2 Συντ. οδήγησε στην πράξη στη μέγιστη δυνατή επέκταση της ελευθερίας της συνάθροισης. Πράγματι, η μεταπολιτευτική ανάπτυξη των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ελλάδα οφείλεται ως ένα βαθμό και στη μη ενεργοποίηση των συνταγματικών περιορισμών τους. Το γεγονός αυτό υποχρεώνει την Κυβέρνηση σε μια πολύ ισχυρή και όχι εύκολη πολιτική και συνταγματική δικαιολόγηση της επιλογής της να θεσπίσει νόμο περί συναθροίσεων, που εισάγει περιορισμούς στην άσκηση του σχετικού δικαιώματος, οι οποίοι μέχρι σήμερα βρίσκονταν «εν υπνώσει» στο άρθρο 11 παρ. 2 Συντ.. Σε μια περίπτωση μάλιστα, που αφορά τις νομικές συνέπειες της μη αναγγελίας στην Αστυνομία της επικείμενης συνάθροισης, η σχετική ρύθμιση βρίσκεται σαφώς εκτός συνταγματικής νομιμότητας. Θα πρέπει, καταρχάς, να θυμίσουμε ότι το άρθρο 11 παρ. 2 Συντ. παρέχει στον κοινό νομοθέτη ακόμη και τη δυνατότητα γενικευμένης απαγόρευσης για περιορισμένη χρονική περίοδο όλων των συναθροίσεων, δηλαδή ασυνδέτως προς συγκεκριμένη και επικείμενη συνάθροιση, «αν εξαιτίας τους επίκειται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια». Είναι θετικό ότι δεν υπάρχει τέτοια πρόβλεψη στο κατατεθέν νομοσχέδιο, ενδεχομένως και λόγω της απόφασης 4635/1977 του ΣτΕ, η οποία όμως ερμήνευσε το άρθρο 11 παρ. 2 Συντ., ειδικότερα τη λέξη «γενικά», με εξόχως φιλελεύθερο πνεύμα κατ’ απόκλιση από την αρχική πρόθεση των συντακτών του. Επιπλέον, το άρθρο 11 παρ. 2 Συντ. προέβλεψε και τη δυνατότητα απαγόρευσης επικείμενων συναθροίσεων σε συγκεκριμένο χώρο «αν απειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής», δηλαδή των συγκοινωνιών και της ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών. Η απαγόρευση αυτή τίθεται ουσιαστικά για πρώτη φορά σε εφαρμογή με το κατατεθέν νομοσχέδιο, το οποίο προβλέπει εναλλακτικά ως ηπιότερα μέτρα αντί της πλήρους απαγόρευσης, την πραγματοποίηση των συναθροίσεων αυτών υπό ειδικούς περιορισμούς, π.χ. διεξαγωγή τους σε μέρος του οδοστρώματος, αλλαγή δρομολογίου κλπ.. Εφόσον προβλέπονται και ηπιότερα περιοριστικά μέτρα θα ήταν σκόπιμο να ορισθεί ρητά –έστω και αν εξυπακούεται- ότι η απόφαση για απαγόρευση ή η διαταγή για διάλυση αποτελούν extrema ratio, δηλαδή δικαιολογούνται μόνον όταν τα μέτρα αυτά δεν θα αρκούν.
Η βασική καινοτομία του νομοσχεδίου είναι η εισαγωγή του γνωστού από το συγκριτικό συνταγματικό δίκαιο (βλ. π.χ. το άρθρο 17 του ιταλικού Συντ.) θεσμού της προηγούμενης αναγγελίας της προγραμματιζόμενης συνάθροισης. Ο θεσμός αυτός δεν προβλέπεται ρητά στο άρθρο 11 παρ. 2 Συντ., πλην, από τη στιγμή που επιτρέπεται το μέγιστο, δηλαδή η δυνατότητα απαγόρευσης, δεν υπάρχει συνταγματικό εμπόδιο για την καθιέρωσή του.
Η άποψη ότι το άρθρο 11 παρ. 2 Συντ. δεν επιτρέπει την προηγούμενη γνωστοποίηση, συγχέει τη γνωστοποίηση με αίτηση άδειας, η οποία πράγματι είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 11 Συντ.. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με το νομοσχέδιο δεν απαιτείται προηγούμενη γνωστοποίηση στην περίπτωση των αυθόρμητων δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων, κάτι άλλωστε που εκ των πραγμάτων είναι αδύνατο να συμβεί
Άλλωστε, η γνωστοποίηση της συνάθροισης στην αστυνομική αρχή δεν εξυπηρετεί μόνον την άσκηση των αρμοδιοτήτων της κατά το άρθρο 11 παρ. 2 Συντ. αλλά και την προστασία της επικείμενης συνάθροισης, π.χ. έναντι «αντιφρονούντων» που θέλουν να την παρεμποδίσουν ή να τη διαταράξουν. Η άποψη ότι το άρθρο 11 παρ. 2 Συντ. δεν επιτρέπει την προηγούμενη γνωστοποίηση, συγχέει τη γνωστοποίηση με αίτηση άδειας, η οποία πράγματι είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 11 Συντ.. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με το νομοσχέδιο δεν απαιτείται προηγούμενη γνωστοποίηση στην περίπτωση των αυθόρμητων δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων, κάτι άλλωστε που εκ των πραγμάτων είναι αδύνατο να συμβεί (π.χ. στην ολοένα και πιο συχνή περίπτωση των flash mobs). Από την άλλη πλευρά όμως ο συντάκτης του νομοσχεδίου φαίνεται να μην έχει κατανοήσει πλήρως τη διαφορά ανάμεσα σε γνωστοποίηση και έγκριση της συνάθροισης, αφού επιτρέπει τη διάλυση συνάθροισης απλώς για τον λόγο ότι δεν έχει γνωστοποιηθεί, δηλαδή ανεξάρτητα από το αν η συγκεκριμένη συνάθροιση μπορεί να προκαλέσει σοβαρή διασάλευση της δημόσιας ασφάλειας ή σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής. Μια τέτοια ρύθμιση υποβαθμίζει την ελευθερία της συνάθροισης σε παραχώρηση της Διοίκησης. Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η επιλογή του νομοσχεδίου να καταστήσει ποινικό αδίκημα την απλή συμμετοχή σε απαγορευμένη συνάθροιση, δύσκολα συμβιβάζεται με την αρχή της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας της ποινικής παρέμβασης. Μάλιστα στην περίπτωση κατά την οποία η απαγόρευση οφείλεται απλώς στην παράλειψη γνωστοποίησης, η συμμετοχή των πολιτών σε μια τέτοια συνάθροιση, αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 παρ. 2 Συντ. για τη διάλυσή της, θα πρέπει να θεωρείται ως ουδέτερη από ποινική άποψη (ενώ κατά το νομοσχέδιο επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρις ενός έτους).
Σε μια πρώτη μορφή (και με άλλο τίτλο) το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ” στις 5.7.2020.
Η ειδωλολατρική αυτοαναφορικότητά του Ντόναλντ Τραμπ μοιάζει να αντανακλά μια αποτυχία με αστάθμητες συνέπειες για το παρόν και το μέλλον της ανθρωπότητας.
1. Η απόφαση των διαχειριστών του Twitter να συνοδεύσουν με ειδική σήμανση καταχωρήσεις του προέδρου Trump περί της επικείμενης εκλογικής διαδικασίας, εφιστώντας την προσοχή των χρηστών στην αξιοπιστία του περιεχομένου των σεσημασμένων αναρτήσεων, οδήγησε τον έκρυθμο και πληθωρικό (και) στη σχέση του με τα κοινωνικά δίκτυα Donald Trump στην υπογραφή του εκτελεστικού διατάγματος της 28ης Μαΐου 2020. Το Twitter συνέχισε να τροφοδοτεί την ένταση, με αφορμή την αναταραχή που κυριάρχησε σε μεγάλο μέρος της χώρας ως αντίδραση στην αδιανόητη και βασανιστική δολοφονία του αφροαμερικανού George Floyd από ένστολο της αμερικάνικης αστυνομίας. Η εμφατική παρέμβαση του προέδρου Trump για επείγουσα αποκατάσταση της τάξης, σε συνδυασμό με την προαναγγελία της πρόθεσής του να συνδράμει στην άμεση καταστολή, με δυνάμεις της Εθνοφρουράς, «αναγνώστηκαν» από το Twitter ως εγκώμιο βίας. Η αντίδραση του Donald Trump –συστηματικού και πανίσχυρου εκ θέσεως, χρήστη ενός από τα δημοφιλέστερα κοινωνικά δίκτυα– υπήρξε ακαριαία και ακραία: παρενέβη κανονιστικά στο οικοσύστημα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης επιβάλλοντας νέες ρυθμίσεις, οι οποίες αυστηροποιούν το πλαίσιο και αφίστανται από τη χαλαρή εποπτεία που απολάμβαναν μέχρι πρότινος, οι πάροχοι τέτοιων ιστότοπων ως προς το περιεχόμενο των φιλοξενούμενων στις πλατφόρμες τους καταχωρήσεων. Ο πρόεδρος Trump απέδωσε στον υπομνηματισμό των δηλώσεών του πρόθεση του μέσου να περιορίσει την ελευθερία του λόγου του και το δικαίωμά του να διατυπώνει με παρρησία θέσεις και απόψεις − δικαίωμα με συνταγματικό έρεισμα στην Πρώτη Τροπολογία του Συντάγματος.
Η νομικώς αμφιλεγόμενη πρωτοβουλία του Trump και οι εν πολλοίς έωλες ρυθμίσεις του άρτι υπογραφέντος διατάγματος έχουν ήδη αχθεί προς δικαστική κρίση, καθώς λίγες μόλις μέρες μετά τη δημοσίευση του διατάγματος το Center for Democracy and Technology (CDT) −μη κερδοσκοπικός οργανισμός− αμφισβήτησε τη νομιμότητά του ενώπιον του District Court of Columbia. Βασικό επιχείρημα των προσφευγόντων: η άρση της προστασίας που απολαμβάνουν οι πάροχοι των κοινωνικών δικτύων σε σχέση με το περιεχόμενο που φιλοξενούν στους ιστοτόπους τους, συνιστά «εκδικητική απάντηση», ενώ μετά βεβαιότητας «θα οδηγήσει σε αδρανοποίηση (chilling effect)» του δικαιώματος στην ελεύθερη έκφραση.
Είναι δε ενδιαφέρουσα η σημειολογική ταύτιση των αντικείμενων πλευρών: τόσο ο πρόεδρος Trump, όσο και οι επιχειρηματικοί κολοσσοί των κοινωνικών δικτύων συμπίπτουν στο πεδίο ακριβώς επί του οποίου ερίζουν. Ειδικότερα, αμφότεροι επικαλούνται παραβίαση του δικαιώματός τους στην αλογόκριτη και άνευ περιορισμών έκφραση, ενώ αυτό που τελικώς, διεκδικούν κι οι δύο είναι η ανάκτηση της τρωθείσας συνταγματικής τους ελευθερίας. Στη σήμανση του Twitter, ο Trump διακρίνει αντί της οφειλόμενης ουδετερότητας που επιβάλλουν οι στοιχειώδεις κανόνες δεοντολογίας και η ιδιόλεκτος των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, πολιτικό ακτιβισμό και προειλημμένες θέσεις που επηρεάζουν ασύμμετρα τους μετέχοντες στο δημόσιο, ψηφιακό χώρο. Πρόκειται για το νεότευκτο περιβάλλον των κοινωνικών δικτύων που το Ανώτατο Δικαστήριο έχει ήδη περιγράψει ως τη «νέα πλατεία» (βλ. Supreme Court, Packingham v. North Carolina, 2017) και το τρέχον πεδίο δημόσιας συνάθροισης. Η δε επικοινωνία και διάδραση μέσω αυτών των δικτύων συνιστά κρίσιμη παράμετρο και προϋπόθεση συμμετοχής στη σύγχρονη εκδοχή της δημοκρατίας (βλ. μια πρώιμη, συμπεριληπτική προσέγγιση της σύγχρονης δημοκρατίας από την εποχή της απόφασης του Supreme Court, Pruneyard Shopping Center v. Robins, 1980).
Είναι γεγονός ότι ο μετασχηματισμός του δημόσιου χώρου και η χειραφέτησή του από τις ορίζουσες του φυσικού, συντεταγμένου πλαισίου διαμόρφωσε νέα δεδομένα. Με άλλα λόγια, η εναλλακτική ψηφιακή εκδοχή της «αγοράς» ως νέο ισοδύναμο της δημόσιας σφαίρας δεν έχει προς το παρόν επαρκώς ταυτοποιηθεί, αποκωδικοποιηθεί και, κυρίως, οριοθετηθεί. Είναι ωστόσο, βέβαιο ότι οι σημερινοί, ισχυροί παίκτες της πολιτικής και της οικονομίας εκεί πλέον διεκδικούν επιρροή και αύξουσα επιδραστικότητα ως προς τη διαμόρφωση συλλογικών συμπεριφορών.
Στη δοκιμασία της δημοκρατίας και όλων όσα συναποτελούν τις σταθερές της, μόνο τα θεσμικά αντίβαρα του πολιτεύματος μπορούν να προοικονομήσουν τη διαφαινόμενη λύση
2. Στις 27 Μαΐου 2020, το U.S. Court of Appeals for the District of Columbia Circuit απέρριψε ένδικο μέσο διά του οποίου η συντηρητικού προσανατολισμού, μη κυβερνητική οργάνωση Freedom’s Watch και η εντόνως δεξιόστροφων θέσεων ακτιβίστρια, Laura Loomer είχαν στραφεί κατά τεσσάρων εκ των τεχνολογικών κολοσσών (Google, Facebook, Twitter και Apple). Στην αφετηρία της δικαστικής διαμάχης βρέθηκε ο αποκλεισμός της Laura Loomer από τις ψηφιακές υπηρεσίες και το δίκτυο των εναγομένων για προσβλητικές αναφορές και ρητορική μίσους κατά της Ilhan Omar – μουσουλμάνας και πρώτης Σομαλής πρόσφυγος εκλεγμένης στο Κογκρέσο. Η Freedom’s Watch και η Loomer επικαλέστηκαν επίσης –μεταξύ άλλων νομικών βάσεων– την παραβίαση της Πρώτης Τροπολογίας του Συντάγματος περί ελευθερίας του λόγου. Το δικαστήριο δεν υιοθέτησε τους ισχυρισμούς τους και αρνήθηκε να καταγνώσει συνωμοσία και συντονισμένη δράση των τεσσάρων ψηφιακών παρόχων, με στόχο τη συρρίκνωση του δικαιώματος έκφρασης της ενάγουσας. Έχει ειδικότερο ενδιαφέρον η μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, κατά το μέρος που αποσυνδέει τη φυσιογνωμία των εναγόμενων τεχνολογικών εταιρειών από κάθε αναλογία ή προσομοίωση με τη νομική προσωπικότητα του κράτους. Το δικαστήριο καθιστά σαφές ότι η Πρώτη Τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος προστατεύει την ελευθερία του λόγου αποκλειστικά έναντι του κράτους και όχι και έναντι των ιδιωτών, όπως εν προκειμένω, οι εναγόμενες εταιρείες ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Σε κοινή τους δήλωση, οι τελευταίες επισήμαναν εμφατικά ότι ο ρόλος των εταιρικών παρόχων, ακόμη και όταν αυτοί διασφαλίζουν ευρύ πεδίο για την ανάπτυξη του δημόσιου λόγου και ανεξάρτητα από την κοινωνική σπουδαιότητα αυτής της παροχής, εντούτοις, δεν εξομοιώνεται με την αποστολή και τη φύση των κρατικών οργάνων.
3. Τόσο η προεδρική πρωτοβουλία για την έκδοση του εκτελεστικού διατάγματος, όσο και η ομοδικία των Freedom’s Watch και Loomer κατά των τεσσάρων ψηφιακών κολοσσών συναντιούνται στη διεκδίκηση εκ μέρους των συντηρητικών, ευρύτερου πεδίου και ισχυρότερης παρουσίας στον ψηφιακό, δημόσιο χώρο – “the new public square”. Το διακύβευμα μιας τέτοιας μαξιμαλιστικής τάσης είναι ευεξήγητο και συνδέεται κατά τρόπο ευθέως ανάλογο με την προσπάθεια ισχυροποίησης των «παικτών» στον δημόσιο βίο. Η επιδραστικότητα των τελευταίων καθορίζει πλέον σε μεγάλο βαθμό, την ευδοκίμηση των στόχων τους – πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών. Συνεπώς, είναι εύλογο η αναγνωρισιμότητα και η εμβέλεια του λόγου τους να συνιστούν ζητούμενο για όλους, όσοι διεκδικούν ρόλο συστημικών εταίρων, στο πεδίο της σύγχρονης, δημόσιας σφαίρας.
Εξ ου και η προεδρική προσπάθεια συρρίκνωσης διά του πρόσφατου εκτελεστικού διατάγματος, του προστατευτικού πλαισίου που εγγυάται τη λειτουργία του ψηφιακού περιβάλλοντος των κοινωνικών δικτύων ως forum δημόσιου λόγου και πεδίου ελεύθερης διακίνησης θέσεων και απόψεων. Στις εσωτερικές αντιφάσεις που ανηλεώς ταλανίζουν το πολιτικό σύστημα των Ηνωμένων Πολιτειών και διαβρώνουν τη συνοχή του, από τις πρώτες μέρες της θητείας Trump, η επιθετική σημειολογία του πρόσφατου εκτελεστικού διατάγματος επαναφέρει τα αδιέξοδα του καθεστωτικού ύφους διοίκησης. Κυρίως, αμφισβητεί τις αξίες του νομικού φιλελευθερισμού, ενώ υπονομεύει τη σταθερότητα των δημοκρατικών θεσμών –ακόμη και των πιο εμπεδωμένων−, όπως η εδραία προστασία των ατομικών δικαιωμάτων.
Είναι πλέον φανερό ότι στη δοκιμασία της δημοκρατίας και όλων όσα συναποτελούν τις σταθερές της, μόνο τα θεσμικά αντίβαρα του πολιτεύματος μπορούν να προοικονομήσουν τη διαφαινόμενη λύση. Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου έχει ήδη αχθεί το διάταγμα Trump, θα κληθεί να οριοθετήσει το πεδίο αναφοράς αναδεικνύοντας –όπου υπάρχουν– τις υπερβάσεις και αποκαθιστώντας τους όρους και τα δεδομένα του επίδικου: τους κανόνες δηλαδή, που διέπουν τη λειτουργία και το περιεχόμενο τού οριζόμενου από τις ψηφιακές πλατφόρμες, περιβάλλοντος. Στην κρίση του κράτους δικαίου, όπως αυτή σταθερά αποτυπώνεται στην καθημερινή λειτουργία του πολιτεύματος στις ΗΠΑ και στην προσωποπάγεια του συστήματος διοίκησης Trump, η λύση μπορεί να προέλθει μόνο από την αξιοπιστία και την αντίσταση των θεσμών. Η θεωρία των checks and balances −στην πιο ακτιβιστική της ανάγνωση– είναι ίσως η μόνη που μπορεί ακόμη να συντηρήσει την ελπίδα για ανάταξη και επαναφορά στη θεσμική κανονικότητα. Είναι επίσης, η μόνη που εγγυάται τη δυνατότητα αυτοϊασης του δημοκρατικού πολιτεύματος, όταν το τελευταίο αποκλίνει εν τοις πράγμασι, από τις καταστατικές του αρχές και τις διακηρυγμένες αυτοδεσμεύσεις του.
Οπωσδήποτε, η δαιμονοποίηση του κακού και των επενεργειών του δε συγκαταλέγεται μεταξύ των λύσεων στο πρόβλημα. Εξάλλου «το κακό δε μπορεί ποτέ να είναι ριζοσπαστικό, είναι μόνο ακραίο και στερείται βάθους». Είναι αυτό ακριβώς, που στην πιο κοινότοπη εκδοχή του, η Hannah Arendt το συνδέει αιτιωδώς με την αδυναμία καθαυτή του υποκειμένου σχεδόν − «αποτυχία να παράξει σκέψη» (βλ. Amos ELON, “The excommunication of Hannah Arendt” introduction in Hannah Arendt, Eichnmann in Jerusalem: A Report on the Banality of Evil, Penguins Classics, 2006). Η περίπτωση του προέδρου Trump και η ειδωλολατρική αυτοαναφορικότητά του μοιάζουν να αντανακλούν μια τέτοια αποτυχία –ένα οδυνηρό έλλειμμα−, με αστάθμητες δυστυχώς, συνέπειες για το παρόν και το μέλλον της ανθρωπότητας.
Πηγή: https://www.athensvoice.gr/politics/660435_i-eleytheria-toy-logoy-ta-koinonika-diktya-kai-o-donald-trump
Οι συνταγματικές ερμηνείες που προβλήθηκαν στη συγκυρία της πανδημίας παρουσιάζουν ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά, που απηχούν ευδιάκριτες ερμηνευτικές τάσεις και προδιαθέσεις, οι οποίες παγιώνονται στο περιβάλλον της κρίσης και προσδίδουν στα ποικίλα εγχειρήματα μια διακριτή μεθοδολογική ταυτότητα. Δεδομένου ότι υπερβαίνει τις επιδιώξεις της παρούσας συμβολής, η ταξινόμηση και κατηγοριοποίηση των επιχειρηματολογιών σχετικά με την τήρηση ή την παράκαμψη του Συντάγματος από τις κυβερνητικές πρακτικές (Παπατόλιας 2020 β), θα αρκεσθούμε, για τις ανάγκες της ανάλυσής μας, στην επισήμανση δύο βασικών ερμηνευτικών τάσεων: πρώτον, της κατά κόρον προβολής της συλλογικής έκφρασης δικαιωμάτων και αγαθών που τελούν σε διακινδύνευση, ιδίως δε του συλλογικού δικαιώματος στην υγεία (Ανθόπουλος 2020 β και γ, 28 επ) και δεύτερον, της έντονης επίκλησης της υποχρεωτικής κρατικής δράσης για την προστασία αυτών των υπέρτερων αγαθών και αστάθμητων δικαιωμάτων[1]. Παραδόξως, όμως, το ισχυρό αίτημα για θετική -προστατευτική ή ρυθμιστική- παρέμβαση της Πολιτείας δεν συνοδεύεται από μια αντίστοιχη επίκληση των συνταγματικά κατοχυρωμένων κοινωνικών δικαιωμάτων ή την αναβάθμιση της κανονιστικής αξίας τους στις ερμηνευτικές σταθμίσεις που προβλήθηκαν για να δικαιολογηθεί ο περιορισμός των ατομικών ελευθεριών, προκειμένου να ανασχεθεί ο θανατηφόρος ιός. Στην πραγματικότητα, η τάση που κυριαρχεί είναι εκείνη της συστηματικής αποδυνάμωσης του υποχρεωτικού τους χαρακτήρα σε πείσμα του γενικότερου ιδεολογικού κλίματος που χαρακτηρίζεται από την επανάκαμψη του παραδοσιακού παρεμβατισμού και τη στροφή σε μια κεϋνσιανή αντίληψη για τις σχέσεις Κράτους – κοινωνίας.
Το «Συνταγματικό Κράτος Πρόληψης» και το αίτημα της ασφάλειας
Είναι αλήθεια ότι το επιστημονικό ενδιαφέρον μονοπωλήθηκε σε μεγάλο βαθμό από τις προσεγγίσεις για τους κινδύνους που αντιπροσωπεύει για τις ατομικές ελευθερίες η ανάδυση ενός εγγενώς περιοριστικού «Κράτους Πρόληψης», το οποίο αντιστοιχεί στο κανονιστικό παράδειγμα της «εποχής της διακινδύνευσης» και θέτει σε μια ιδιότυπη κατάσταση «αργίας» την κυρίαρχη ροπή του «δικαιωματισμού» του φιλελεύθερου, κατά βάση, συνταγματολογικού προτύπου στη χώρα μας (Καϊδατζής 2020).
Α. Στη θεωρητική κατασκευή που υποστηρίζει τη συνταγματική κατοχύρωση ενός νέου τύπου «Κράτους Πρόληψης» (Κοντιάδης 2005, 69 επ), το Κράτος παρουσιάζει την εγγενή τάση να «προσαρμόζεται σε έκτακτες ανάγκες, χωρίς να απαιτείται συνταγματική μεταβολή ή παραβίαση του Συντάγματος» (Κοντιάδης 2020 α). Το γεγονός αυτό οδηγεί μοιραία, κατά την άποψη αυτή, στην παγίωση του φαινομένου μιας διαρκώς μεταβαλλόμενης κανονιστικότητας του Συντάγματος[2], απαλλαγμένης από δεσμεύσεις και καταναγκασμούς και αενάως προσαρμοζόμενης στις ανάγκες διαχείρισης της εκάστοτε κρίσης ή τις ειδικές απαιτήσεις διορθωτικής παρέμβασης που προκαλεί η κάθε μορφής διακινδύνευση. Σε κάποιες, μάλιστα, ιδιαίτερα ριζοσπαστικοποιημένες προσεγγίσεις, η «μεγιστοποίηση της αρχής της προφύλαξης», οδηγεί, λόγω της «εκθετικής αύξησης» των ασύμμετρων απειλών, σε έναν τέτοιο πολλαπλασιασμό των περιοριστικών προληπτικών μέτρων που μετασχηματίζει δομικά το Συνταγματικό Κράτος Δικαίου σε σύγχρονο «Κράτος Πρόληψης», στο οποίο «προέχει καταστατικά το σύνολο έναντι του ατόμου» (Ανθόπουλος 2020 α). Για την άποψη αυτή, η συνταγματικότητα των τρόπων άσκησης της κρατικής εξουσίας παύει πλέον ομολογημένα να λογίζεται σαν σοβαρή εγγύηση υπέρ των πολιτών και υποχωρεί έναντι της κυρίαρχης κοινωνικής ζήτησης για προστασία της ζωής και της υγείας, τα μόνα αγαθά που υποστασιοποιούν το ζωτικό και θεμελιώδες συμφέρον του κοινωνικού συνόλου. Η νέα παγκόσμια πρόκληση της διακινδύνευσης επιτάσσει συναφώς τον ανασχεδιασμό των εγγυήσεων της αποτελεσματικής κρατικής δράσης με τη βοήθεια επιστημονικών μοντέλων διαχείρισης των κινδύνων και νέων τεχνικών πρόβλεψης και οργάνωσης του ρίσκου. Σε αυτό το νέο μοντέλο, οι κλασικές εγγυήσεις του συνταγματικού κράτους δικαίου θα φαντάζουν θλιβεροί και αχρείαστοι αναχρονισμοί, ενώ και τα δικαιώματα μπορούν να υποστούν αδιανόητους, δηλαδή μη αναλογικούς, περιορισμούς με βάση την συνταγματικά δεσπόζουσα «αρχή της προφύλαξης». Κατά την εκτίμηση αυτή, δεν έχουμε απλώς να κάνουμε με ένα έκτακτο και προσωρινό «Συνταγματικό Δίκαιο της κρίσης» που συντίθεται από παροδικές «έκτακτες ερμηνείες», οι οποίες θα αναχωρήσουν κατά την επάνοδο στη συνταγματική κανονικότητα. Η κρίση σηματοδοτεί, αντιθέτως, τη «νέα κανονικότητα» (Μαντζούφας 2020), προκαλώντας μια μόνιμη μετατόπιση στο επίπεδο του συνταγματικού κράτους και της συνταγματικής επιστήμης, που δεν θα εμπνέεται πλέον από την απελευθερωτική αντίληψη της «επινόησης του καλύτερου», αλλά από τον ανθρωπολογικά απαισιόδοξο στόχο της «αποφυγής του χειρότερου».
Β. Η θέση που μόλις περιγράψαμε συμπυκνώνει με αφοπλιστική ειλικρίνεια και αναλυτική ευκρίνεια την πρόταση για το ριζικό μετασχηματισμό του παραδείγματος της συνταγματικής διακυβέρνησης, προτάσσοντας την κυριαρχία της βιοπολιτικής. Στο πλαίσιο αυτού του παραδείγματος, η συνταγματική επιστήμη της κατεύθυνσης του «δικαιωματισμού» εισέρχεται τελεσίδικα στην εποχή της παραίτησης, της παρακμής ή της σιωπής (Caiepo – Benetti 2020, Somek 2020). Αν θέλουμε, όμως, να είμαστε δίκαιοι με την αντίληψη περί «αλλαγής παραδείγματος»[3], δεν πρέπει να την εκλάβουμε σαν μια απόπειρα νομιμοποίησης παγιωμένων ή αναδυόμενων τάσεων, αλλά σαν μια ένδειξη βαθύτατη ανησυχίας και σαν προειδοποιητικό σήμα για την έλευση μιας νέας πιο απειλητικής πραγματικότητας. Στην προβληματική, για παράδειγμα, του Μπάμπη Ανθόπουλου, το «Κράτος Πρόληψης» ξεκινά από μια έννοια της σύγχρονης πολιτειολογικής και κοινωνιολογικής σκέψης, που περιγράφει το φαινόμενο της επαύξησης των προληπτικών λειτουργιών του Κράτους εν όψει των νέων τεχνολογικών κινδύνων, για να μετεξελιχθεί σε ένα εντελώς αυτόνομο όσο και αμφιλεγόμενο «θεμελιώδες δικαίωμα στην ασφάλεια» που περιλαμβάνει «την πρόγνωση, διάγνωση και αποτροπή κάθε απειλής κατά των εννόμων αγαθών των πολιτών» (Ανθόπουλος 2016, 269 επ και 2005, 108 επ). Αυτή η κανονιστική διολίσθηση επισημαίνεται ως κίνδυνος για τη συνταγματική δημοκρατία, στο μέτρο που παρέχει μια «εν λευκώ εξουσιοδότηση προς το Κράτος να προβαίνει σε όλες τις δυνατές προσβολές της ελευθερίας» (Χρυσόγονος 2005, 142) και να «λειτουργικοποιήσει» σε τέτοιο βαθμό τα δικαιώματα ώστε να καταργήσει πλήρως τις εγγυήσεις του φιλελεύθερου συνταγματισμού (Ανθόπουλος 2016, 272-274).
Γ. Είτε όμως ως κοινωνιολογική αποτύπωση είτε ως ηθικοπολιτική επισήμανση είτε ως απολογητική κατασκευή, η διάγνωση του «Συνταγματικού Κράτους Πρόληψης» αστοχεί κι αυτή στη διατύπωση της στρεβλής βεβαιότητας ότι, στο νέο παράδειγμα, είναι το «σύνολο», γενικά και αφηρημένα, το οποίο προτάσσεται έναντι του ατόμου. Κατ’ αρχάς, ενώ είναι αληθές ότι η κρίση του κορωνοϊού επηρεάζει το σύνολο της κοινωνίας, δημιουργώντας συνθήκες γενικευμένης ανασφάλειας, είναι εντελώς παραπλανητικό να υπονοείται ότι τους επηρεάζει όλους με τον ίδιο τρόπο ή με την ίδια ένταση. Ενώ ο ιός προσβάλλει συμμετρικά όλους τους ανθρώπους, αυτοί βιώνουν εντελώς ασύμμετρα τις επιπτώσεις του[4]. Η πανδημία στην πραγματικότητα λειτουργεί σαν καταλύτης για την εκκωφαντική ανάδειξη όλων των κοινωνικών ανισοτήτων, καθώς πλήττει δυσανάλογα τα ασθενέστερα στρώματα των οποίων οι εναλλακτικές λύσεις να υποστηρίξουν έναν αξιοπρεπή και υγειονομικά ασφαλέστερο τρόπο ζωής, περιορίζονται δραματικά από το διαθέσιμο εισόδημα, το περιβάλλον διαβίωσης και τις γενικότερες «προσδοκίες της ζωής» τους. Διαπιστώνονται έτσι δύο συναφείς τάσεις: Πρώτον, να καλλιεργείται η απατηλή εντύπωση για μια καθολική – αταξικού χαρακτήρα – ανταπόκριση του κράτους στην ισχυρή ζήτηση για ασφάλεια και προστασία των πολιτών, η οποία ενισχύεται και από την πληθωρική προσφυγή στην έννοια της «ανθεκτικότητας». Δεύτερον, να υποβαθμίζεται και να απωθείται το γεγονός ότι η κατάσταση ανάγκης, αντί να είναι «γενική, ενιαία και απόλυτη», «διαβαθμίζεται» ανάλογα με την κοινωνική θέση του καθενός (Γιαννακόπουλος 2020 α). Το «σύνολο», το οποίο προτάσσεται καταστατικά έναντι του ατόμου στο μετα-νεωτερικό αφήγημα του «Συνταγματικού Κράτους Πρόληψης», δεν είναι παρά ένας φανταστικός αταξικός χυλός, μια πλασματική (προ «κοινωνικού συμβολαίου») οντότητα που διψάει γενικώς για «ασφάλεια». Δεν είναι άνθρωποι (ή συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες), ήδη τοποθετημένοι σε ένα ιεραρχικό πλαίσιο, που έχουν απωλέσει θέσεις εργασίας, αδυνατούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους και πασχίζουν καθημερινά να επιβιώσουν. Η αποστεωμένη «ασφάλεια», που εξαντλείται στην προστασία τη «γυμνής ζωής» ή της «υγείας» στις ελάχιστες βιολογικές προδιαγραφές τους, δεν δείχνει ικανή να συμπεριλάβει καμιά ουσιώδη κοινωνική διαφοροποίηση. Ούτε τις χωρικές ανισότητες ούτε την έλλειψη στέγης ούτε την αδυναμία καθολικής πρόσβασης στις ψηφιακές υπηρεσίες που υπερπροβάλλονται από το «έξυπνο Κράτος». Τούτο μας κάνει να αναρωτηθούμε: Μήπως τελικά η πανδημία, αντί να θεραπεύει τη ζήτηση για καθολική ασφάλεια, καταλήγει να βαθαίνει το κοινωνικό και οικονομικό ρήγμα, καθιστώντας κενό γράμμα την επίκληση του θεμελιώδους και ζωτικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου; Μήπως η κανονιστική επίκληση της «ανθεκτικότητας» (γενικώς και αορίστως) συσκοτίζει το διαφοροποιημένο κοινωνικό πρόσημό της και το βαθμό ευαλωτότητας της κάθε κατηγορίας πληττομένων; Για ποιο λόγο, άραγε, στα τελευταία σαράντα χρόνια, παρότι προηγήθηκαν το AIDS, o SARS και ο Έμπολα, μόνον η πρόσφατη πανδημία ερμηνεύεται σαν «εμπόλεμη κατάσταση» ή «ασύμμετρη απειλή» και κινητοποιεί σε τέτοιο βαθμό τη διεθνή κοινότητα; Μήπως επειδή δεν προσβάλλει πλέον επιλεκτικά τους γνωστούς «κολασμένους», αλλά πλήττει το κέντρο των οικονομικά ισχυρότερων κρατών του πλανήτη; (Τσιτσελίκης 2020, 240).
Στο σημείο αυτό, προκύπτει αναπόφευκτα μια νέα αναρώτηση: Γιατί αυτό το «γενικό συμφέρον» εμφανίζεται ικανό να παρακάμψει τις συνήθεις δικαιοκρατικές εγγυήσεις της συνταγματικότητας, αλλά και της αναλογικότητας, στους περιορισμούς των ελευθεριών, αλλά στέκεται απολύτως αδιάφορο ή υπέρ το δέον διστακτικό όταν τίθεται ζήτημα καθολικής ή στοχευμένης κοινωνικής μέριμνας; Και γιατί οι «έκτακτες ερμηνείες» επιστρατεύονται προεχόντως και επιλεκτικά για να δικαιολογήσουν τον κρατικό «ακτιβισμό» στον τομέα της εν στενή εννοία «ασφάλειας», αλλά παρέχονται με μεγάλη φειδώ, όταν πρόκειται να θεμελιώσουν δράσεις κοινωνικής ασφάλειας»¨, δηλαδή κοινωνικής μέριμνας ή επανόρθωσης; Στο σημείο αυτό, εντοπίζεται άλλη μια διαδεδομένη αυταπάτη της πανδημίας σχετικά με τη δήθεν «αυτόματη προσαρμογή» των πολιτικο-οικονομικών ελίτ στις αντιλήψεις περί Κοινωνικού Κράτους. Ότι δήθεν η οχύρωση των κοινωνιών απέναντι στις ασύμμετρες απειλές προκύπτει μέσα από μια απολίτικη «ανθεκτικότητα», η οποία καλύπτει αδιαστίκτως όλη την κοινωνία σε ένα κλίμα γενικευμένης συναίνεσης, χωρίς συγκρούσεις και διαλυτικές εντάσεις. Δεν είναι η ώρα να αναλύσουμε τον πυρήνα αυτής της αυταπάτης (Παπατόλιας 2020 β). Αρκεί να επισημάνουμε ότι τα πρώτα δείγματα γραφής περιορίζουν τον κρατικό παρεμβατισμό στον τομέα της «ασφάλειας» και όχι στην εξασφάλιση ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης για τους βαρύτερα πληττόμενους ούτε βεβαίως στην αναλογική κατανομή των βαρών, προκειμένου να στηριχθεί μια γενναία κρατική αρωγή στον τομέα της κοινωνικής προστασίας, η οποία εξ ορισμού υπερβαίνει τη χορήγηση των γνωστών, απολύτως αναγκαίων, πλην όμως ανεπαρκών, επιδομάτων (Τάσσης 2020, 57).
Οι ανισότητες της πανδημίας και η κανονιστική αξία των κοινωνικών δικαιωμάτων
Η «αρχή της προφύλαξης» δείχνει μονομερώς προσηλωμένη στα θέματα της ασφάλειας, ενώ το «δίκαιο της ανάγκης» – είτε με την τυπική είτε με την άτυπη εκδοχή του – εξαντλεί τη δυναμική του στη δικαιολόγηση έκτακτων μορφών νομοθέτησης που περιορίζουν τις λεγόμενες «πλαδαρές ελευθερίες» (Βασιλογιάννης 2020), όπως η ελευθερία της κίνησης. Σε μια περίοδο που κινδυνεύει να διευρυνθεί δραματικά το χάσμα των ανισοτήτων, ελάχιστοι, στην πραγματικότητα, επιχειρούν να θεμελιώσουν στο Σύνταγμα εκτεταμένα «θετικά μέτρα» στήριξης των πληττόμενων κοινωνικών ομάδων. Εάν, όμως, «ο κορωνοϊός είναι ο ιός της ανισότητας» (Ειρηνάκης 2020, 18) και ο πόνος που προκαλεί δεν είναι «δίκαιος», στο βαθμό που επιβαρύνει ασύμμετρα τους πιο αδύναμους, δεν θα ήταν λογικό να προσαρμοσθεί αντιστοίχως και το συνταγματικό οπλοστάσιο, ώστε να υποδεχθεί και να «εγκοιτώσει» και αυτή τη νέα απρόβλεπτη κρίση, με σκοπό τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής;
Α. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η ικανότητα του Κράτους να διασφαλίσει την αξιοπρεπή διαβίωση των πολιτών θα είναι το «τελικό πεδίο αξιολόγησης» του βαθμού προστασίας και ανθεκτικότητας των συνταγματικών μας δικαιωμάτων (Σωτηρέλης 2020 α[5]). Αυτή η αποστολή φαντάζει σήμερα ιδιαίτερα σύνθετη και ευαίσθητη, καθώς το Κράτος πρέπει όχι μόνο να κατανείμει δίκαια τα βάρη της κρίσης, αλλά και να ιεραρχήσει προσεκτικά τις προτεραιότητες του παρεμβατισμού στο περιβάλλον μιας «ήδη εύθραυστης και ασταθούς οικονομίας». Με ποια εργαλεία όμως θα γίνει αυτή η αξιολόγηση; Μια πρώτη ανάγνωση ανακαλεί τα κλασικά σχήματα της αναλογικής ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 Συντ.), της υποχρέωσης αναλογικής συμβολής στα δημόσια βάρη (άρθρο 4 παρ. 5 Συντ.), τις διατάξεις για τα κοινωνικά δικαιώματα και τα «θετικά μέτρα» (ιδίως άρθρα 21 και 22 Συντ.) ή ακόμη εκείνες που θεμελιώνουν τον κρατικό παρεμβατισμό (άρθρα 17 παρ.1, 18 παρ.3 και ιδίως 106 παρ.1 και 2 Συντ.). Αρκούν όμως τα σχήματα αυτά για να θεμελιωθεί συνταγματικά και ηθικοπολιτικά η υποχρέωση της Πολιτείας αλλά και το καθήκον των πιο ευνοημένων κοινωνικά να συμβάλλουν στην αντιμετώπιση της κρίσης και την ακριβοδίκαιη κατανομή των βαρών; Είναι επαρκές, με άλλα λόγια, το οπλοστάσιο του Συνταγματικού Δικαίου και οι κανονιστικές εννοιολογήσεις που το συγκροτούν, προκειμένου να δικαιολογηθούν εκείνες οι δημόσιες παρεμβάσεις που θα διασφαλίζουν εν ώρα κρίσης συνθήκες ισότιμης διανομής των κοινωνικών αγαθών, από την προστασία της υγείας έως την καθολική διασφάλιση συνθηκών αξιοπρεπούς διαβίωσης;
Β. Κατ’ αρχήν, πρέπει να θυμίσουμε ότι η «κανονιστική αποδυνάμωση των κοινωνικών δικαιωμάτων» αποτελεί σταθερό σύμπτωμα των οικονομικών ανακατατάξεων είτε πρόκειται για την πρόσφατη χρηματοπιστωτική κρίση είτε για την προσπάθεια αποδόμησης του Κράτους Πρόνοιας που εγκαινίασε το ξέσπασμα της παγκοσμιοποίησης στο τέλος της δεκαετίας του ’90 (Κοντιάδης 1997, 93 επ, Κατρούγκαλος 1998, 130 επ και 153 επ). Εξίσου σταθερή είναι και η τάση να χρησιμοποιείται σαν άλλοθι η παραδοσιακή ερμηνεία τους ως δήθεν «ατελών διατάξεων» που παράγουν «λιποβαρείς αξιώσεις» ως προς τη δικαστική διεκδίκησή τους, προκειμένου να αποκρυβεί η χαμηλή πολιτική προτεραιότητα για την ικανοποίησή τους σε περιβάλλον κρίσης. Λησμονείται, με άλλα λόγια, συστηματικά ότι τα δικαιώματα αυτά αποτελούν «ιδιόρρυθμες μεν πλην γνήσιες κανονιστικές επιταγές», που ανταποκρίνονται σε «καθολικές ιδιότητες» του κοινωνικά δρώντος ανθρώπου, επιτρέποντας τον εξίσου σημαντικό «κοινωνικό αυτοκαθορισμό» του. Η δε κατοχύρωση ενός γενικού και αγώγιμου κοινωνικού δικαιώματος σε «ένα στοιχειωδώς αποδεκτό όριο “αξιοπρεπούς διαβίωσης” ή εν ευρεία εννοία “κοινωνικής ασφάλειας”», το οποίο θα θεμελιωνόταν κανονιστικά στο σύνολο των διατάξεων του άρθρου 25 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνες για την προστασία της ζωής (5 παρ. 2 Συντ.) και τον σεβασμό στην αξία του ανθρώπου (2 παρ. 1 Συντ.), είναι μια ερμηνεία που έχει ήδη προταθεί από έγκυρα χείλη στο δημόσιο διάλογο εδώ και δύο δεκαετίες (Σωτηρέλης 2000, 341-379). Θα μπορούσε, επομένως, να αξιοποιηθεί δεόντως στην παρούσα συγκυρία για να θεμελιώσει εκτεταμένες προστατευτικές δράσεις από την πλευρά του Κράτους, υπερβαίνοντας την καθαρά αμυντική διάσταση της έννοιας του (σχετικού) «κοινωνικού κεκτημένου» και προσδίδοντας έναν πιο δυναμικό και εξελικτικό χαρακτήρα στη λειτουργία της κοινωνικής πολιτικής. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, θα αποκτούσε νόημα και η προσθήκη της πρόσφατης αναθεώρησης στην παρ. 1 του άρθρου 21 του Συντάγματος ότι «το Κράτος μεριμνά για τη διασφάλιση συνθηκών αξιοπρεπούς διαβίωσης όλων των πολιτών μέσω ενός συστήματος ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, όπως νόμος ορίζει». Η διάταξη αυτή, εάν δεν θέλουμε να εκπέσει σε ένα ρηχό ρητορικό συμβολισμό και να είναι κανονιστικά ωφέλιμη, πρέπει να αρχίσει από τώρα να ερμηνεύεται ευρύτερα από ότι μια στενά νοούμενη χρηματική παροχή, όπως υποδηλώνει ο όρος του «εισοδήματος» -που κατάγεται από τη νεοφιλελεύθερη απολογία των ανισοτήτων (Hayek 1976, Χαραλάμπης 1998, 226)-, ώστε να συμπεριλάβει σταδιακά όλα τα ανελαστικά προστατευτικά όρια που αφορούν το σύνολο των βασικών κοινωνικών δικαιωμάτων. Με τον τρόπο αυτό, θα μπορούσε να διαμορφωθεί μια δυναμική έννοια ικανή να προσαρμόζεται σε κάθε μελλοντικό κίνδυνο (Κατρούγκαλος 1998, 508 επ), η οποία θα εμπλούτιζε ουσιωδώς τον κανονιστικό χαρακτήρα των κοινωνικών δικαιωμάτων, διευρύνοντας παράλληλα τη λειτουργική δέσμευση εκείνων των ατομικών δικαιωμάτων που απορρέουν από την ιδιοκτησία και την οικονομική ελευθερία.
Γ. Περαιτέρω, η επιβεβαίωση του κανονιστικού χαρακτήρα των κοινωνικών δικαιωμάτων στη συγκυρία της πανδημίας θα επέφερε και μια ιδιαίτερα αισθητή πρακτική συνέπεια, η οποία εξηγεί εν πολλοίς και την επιφυλακτικότητα της κρατούσας ερμηνευτικής τάσης να υιοθετήσει μια ανάλογη θεώρηση: πρόκειται για «την ερμηνευτική ισοτιμία τους σε περίπτωση στάθμισης με τα ατομικά δικαιώματα». Ο μεγαλύτερος φόβος, με άλλα λόγια, που προκαλεί η αναγνώριση της πλήρους δεσμευτικότητας των κοινωνικών δικαιωμάτων είναι η συνεπαγόμενη μετατόπιση του κέντρου βάρους στην κανονιστική δικαιολόγηση των νομοθετικών και δικαιοδοτικών οργάνων, καθώς και η αναπόφευκτη ιδεολογικοπολιτική φόρτιση που τη συνοδεύει. Πιο συγκεκριμένα, σε περίπτωση «ερμηνευτικής ισοτιμίας», οι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων, αντί να αποδίδονται γενικώς στο «δημόσιο συμφέρον», όπως είναι σήμερα ο κανόνας, θα μπορούσαν πλέον να καταλογίζονται ευθέως στα κοινωνικά δικαιώματα και τις αυτοτελείς βιοτικές ανάγκες των ανθρώπων, ούτως ώστε αυτοί οι περιορισμοί «να προκύπτουν, με μεγαλύτερη ερμηνευτική διαφάνεια και αξιοπιστία, από την απευθείας στάθμιση μεταξύ ισότιμων δικαιωμάτων» (Σωτηρέλης 2000, 359). Εάν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι η οικονομική βάση αυτών των δικαιωμάτων, άρα και οι πραγματικές προϋποθέσεις της ικανοποίησής τους, είναι η εκπλήρωση της συνταγματικής υποχρέωσης του Κράτους για αναλογική κατανομή των φορολογικών βαρών (4 παρ. 5 Συντ.), τότε αντιλαμβανόμαστε ότι το νομικό διακύβευμα των κοινωνικών δικαιωμάτων αγγίζει τον πυρήνα των δημόσιων επιλογών και πολιτικών, όπως αυτές αποτυπώνονται στο επίπεδο της συστηματικής διασφάλισης των υλικών όρων της άσκησής τους.
Δ. Η εμπειρία της πανδημίας αποκαλύπτει, εξάλλου, κατά γενική παραδοχή, την απόλυτη κανονιστική προτεραιότητα του κοινωνικού δικαιώματος στην υγεία (Παπαδοπούλου 2020). Πράγματι, χωρίς τη λειτουργία του ΕΣΥ, θα ήταν αδύνατον να διασφαλισθεί η καθολική προστασία των νοσούντων, την οποία, σημειωτέον, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να εγγυηθεί ένα ιδιωτικό σύστημα υγείας. Σε περίπτωση, μάλιστα, καταφανούς ανεπάρκειας του ΕΣΥ να ανταποκριθεί στην ελάχιστη υγειονομική ζήτηση και πίεση εν μέσω πανδημίας, η ανεπαρκής διασφάλιση του κοινωνικού δικαιώματος στην υγεία, θα μπορούσε υπό ορισμένες προϋποθέσεις να αποτελέσει αντικείμενο αγώγιμης αξίωσης και πλήρους δικαστικού ελέγχου. Τούτο διότι θα συνιστούσε παραβίαση της «ευθείας εκ του Συντάγματος υποχρέωσης του Κράτους για τη λήψη θετικών μέτρων προς προστασία της υγείας των πολιτών», κατά το περίφημο σκεπτικό του ΣτΕ στην ιστορική απόφαση 400/1986 που επικύρωσε το συνταγματικό κεκτημένο του ΕΣΥ. Με τη στάση του βεβαίως εκείνη το ΣτΕ προέβη σε μια «σύμφωνη ερμηνεία» του άρθρου 21 παρ. 3 Συντ. προς το Ν. 1397/1983 που θέσπισε τη μετάβαση στο ΕΣΥ (Ανθόπουλος 2020 γ, 29). Δείχνει, έτσι, εκ πρώτης όψεως, να επιβεβαιώνει την κλασική ερμηνεία στη χώρα μας για την «εξαρτημένη κανονιστική δεσμευτικότητα» των κοινωνικών δικαιωμάτων από τη διαπλαστική βούληση του νομοθέτη ή του δικαστή. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει σε πρόσφατο κείμενό του για τα κοινωνικά δικαιώματα ο Αντώνης Μανιτάκης, «η κανονιστική τους ενέργεια εξαντλείται δυστυχώς εκεί που αρχίζει η πραγμάτωσή τους», καθώς «οι κοινωνικές παροχές απαιτούν για να εκπληρώσουν το «παροχικό» κανονιστικό τους περιεχόμενο … συνεστημένες ήδη και βιώσιμες κοινωνικές υπηρεσίες». Η άποψη αυτή, η οποία παραδόξως αντλεί στη συνθήκη της πανδημίας την ευκαιρία να καταδείξει την «κανονιστική καχεξία» των κοινωνικών δικαιωμάτων, επικαλείται κατά βάση το εμπειρικό-πραγματικό γεγονός ότι οι κρατικές παροχές εξαρτώνται από τις «δημοσιονομικές δυνατότητες» της χώρας, τη «βιωσιμότητα» του Κοινωνικού Κράτους και το «εχθρικό οικονομικό περιβάλλον» (Μανιτάκης 2020 β). Το μείζον λογικό σφάλμα που διαπράττει, όμως, αυτή η διαδεδομένη προσέγγιση είναι ότι, ενώ εκκινεί η ίδια από ένα εμπειρικό γεγονός, αυτό της πραγματικής δυνατότητας χορήγησης των παροχών, εν συνεχεία επιχειρεί μια ανεπίτρεπτη μετάβαση στο κανονιστικό πεδίο, αποφαινόμενη ότι τα κοινωνικά δικαιώματα δεν είναι δεσμευτικά και άρα οι παροχές δεν είναι υποχρεωτικές για το Κράτος[6]. Από την απόφανση, όμως, ότι «τα μεγάλα ψάρια τρώνε τα μικρά», κανείς δεν μπορεί να συναγάγει λογικά το συμπέρασμα ότι «πρέπει και να τα τρώνε», όπως υπογράμμιζε σκωπτικά ο Hans Kelsen στην πρώτη έκδοση της «Καθαρής Θεωρίας του Δικαίου»… Με άλλα λόγια, το πραγματικό ζήτημα του πόσο επιδρούν στη βούληση του νομοθέτη ή του δικαστή οι κανονιστικές εξαγγελίες των κοινωνικών δικαιωμάτων ή το πόσο αντέχει ο κρατικός προϋπολογισμός να τις εκπληρώσει είναι ένα εντελώς διαφορετικό ζήτημα από την αναγνώριση ή μη του υποχρεωτικού χαρακτήρα τους, έστω σε ένα ευρύτερο πλαίσιο συνταγματικά ανεκτών εναλλακτικών οργανωτικών ή δικαιοπολιτικών επιλογών. Ανεξαρτήτως, λοιπόν, από τα ευρέα περιθώρια άσκησης μιας κυβερνητικής πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής, είναι σαφές ότι ο «κανονιστικός πυρήνας» των κοινωνικών δικαιωμάτων δεσμεύει το νομοθέτη σε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση και ως προς το «αν» και ως προς το «πώς» και ως προς το «πότε» θα αναπτυχθεί μια προστατευτική δράση και όχι μόνον ως προς το σκοπό που αυτός οφείλει να επιδιώκει. Η δε «επιφύλαξη του εφικτού», κατά τον προσφυή χαρακτηρισμό του Κώστα Γιαννακόπουλου (Γιαννακόπουλος 2017, 417 επ), δεν έχει κάποια κανονιστική αξία αφ’ εαυτής και ως εκ τούτου δεν είναι σε θέση να θεμελιώσει την ελλειμματική δεσμευτικότητα των κοινωνικών δικαιωμάτων. Άλλωστε, η ίδια η δήθεν «πραγματολογική» συνθήκη της «δημοσιονομικής αδυναμίας» επ’ ουδενί δεν εξομοιώνεται με «ωμό» εμπειρικό γεγονός (“brut fact”), καθώς παραπέμπει σε πολιτικές και οικονομικές αξιολογήσεις που απηχούν ριζικά διαφορετικές αξιακές και ιδεολογικές κατευθύνσεις. Τη διάσταση αυτή την έχει υποδειγματικά αναδείξει ο Κ. Γιαννακόπουλος στην τελευταία εμπεριστατωμένη μελέτη του για την προστασία της υγείας στη συγκυρία της πανδημίας. «Είναι προφανές», γράφει, «ότι, για την αντιμετώπιση μιας πανδημίας, η οικονομική πολιτική είναι αυτή κατ’ αρχήν που πρέπει να προσαρμοστεί στην ανάγκη παροχής υψηλού επιπέδου υπηρεσιών υγείας και όχι το αντίθετο. Συναφώς, η αποτελεσματική προστασία της υγείας δεν συγκρούεται γενικώς και a priori με την οικονομία και μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να εναρμονιστεί με αυτήν. Η αποτελεσματική προστασία της υγείας συγκρούεται και δεν μπορεί να εναρμονιστεί με τον νεοφιλελεύθερο οικονομικό μονολογισμό, δηλαδή με συγκεκριμένες δομές οικονομικών σχέσεων που, ενόψει και των παγκόσμιων και ευρωπαϊκών ερεισμάτων τους, αναπαράγουν κρίσεις που απορρυθμίζουν όχι μόνο την προστασία της υγείας, αλλά και το ίδιο το Σύνταγμα». Μια τέτοια προσέγγιση αποκαλύπτει το μύθο των δήθεν «εξωτερικών αντικειμενικών αδυναμιών» και των αδιάψευστων «εμπειρικών δεδομένων» που καθιστούν ελλειμματική την υποχρεωτική υφή των κοινωνικών δικαιωμάτων. Έτσι, αντί για την ατελή κανονιστικότητα εν ώρα πανδημίας, το μόνο τελικά που αναδεικνύεται ευκρινώς είναι μια απολογητική κατασκευή που διευκολύνει το «δημοσιονομικώς και θεσμικώς εξαντλημένο Κράτος, όντας ευάλωτο στις πιέσεις των ιδιωτικών συμφερόντων, να απαλλαγεί από σημαντικό τμήμα του βάρους των συνταγματικών υποχρεώσεών του» (Γιαννακόπουλος 2020 β, 10).
Κατά την κρατούσα ερμηνευτική τάση, η κοινωνική συνιστώσα του Συντάγματος επιστρέφει στα συμφραζόμενα του λοιμού όχι ως ευθεία ανασημασιοδότηση των κοινωνικών δικαιωμάτων, αλλά ως αναζήτηση πρόσθετων ή εναλλακτικών κανονιστικών ερεισμάτων, που θα αντλούν την ισχύ τους από τις βιωματικές αντιλήψεις της πανδημίας.
Α. Σε μια τέτοια κατεύθυνση, διαπιστώνεται από πολλές πλευρές η ανάγκη να επανεφευρεθεί το κανονιστικό περιεχόμενο της έννοιας της «αλληλεγγύης», που τόσο συχνά και μονοσήμαντα επιστρατεύθηκε στη διάρκεια της κρίσης. Πιο συγκεκριμένα, προτείνεται να αξιοποιηθεί ένα «δυστυχώς λησμονημένο υπερόπλο» (Αλιβιζάτος 2020 α), που δεν είναι άλλο από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 4 Συντ., η οποία παρέχει στο Κράτος τη δυνατότητα «να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής αλληλεγγύης» (Ανθόπουλος 2020 β). Ωστόσο, παρά τη σχεδόν καθολική υπενθύμιση της μεγάλης της επικαιρότητας στην παρούσα συγκυρία, ούτε η εν λόγω διάταξη έμεινε ανέγγιχτη από την «πάλη των ερμηνειών», γεγονός που φανερώνει και την πληθώρα των ανταγωνιστικών αντιλήψεων που συνυπάρχουν στην ιεραρχική κοινωνία μας γύρω από το περιεχόμενο της «αλληλεγγύης». Η πολιτική θεωρία επισημαίνει, άλλωστε, τη δυσκολία που παρουσιάζει εγγενώς η έννοια της αλληλεγγύης να κωδικοποιηθεί θετικά, καθώς δεν συναρθρώνει αφ’ εαυτής δικαιώματα, αλλά νοηματοδοτεί με ποικίλους τρόπους την αξιακή συσχέτιση της ελευθερίας με την ισότητα, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης συνειδητοποίησης και επιδίωξης ενός κοινού σκοπού (Χαραλάμπης 1998, 167- 179). Έτσι, για μια προσέγγιση, που επισημαίνει τις αποστάσεις της από το «σταλινικό» πρότυπο, η «αλληλεγγύη» μπορεί να εκδηλωθεί κυρίως με αυτόβουλες και εθελοντικές δράσεις του πυλώνα της «κοινωνίας των πολιτών» που κατατείνουν στη στήριξη των ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού. Στην αντίληψη αυτή, το «χρέος» δεν έχει την έννοια της υποχρεωτικής επιβολής, αλλά της ατομικής ευθύνης και του ηθικού καθήκοντος από μέρους των πολιτών, ενώ ο ρόλος του Κράτους περιορίζεται στην ενθάρρυνση της δημιουργίας τέτοιων εθελοντικών δικτύων αυτοπροσφοράς (Αλιβιζάτος 2020 α, β και γ). Η άποψη αυτή θα μπορούσε να ελεγχθεί για το ότι ενισχύει την προϊούσα τάση συρρίκνωσης των θεμελιωδών καθηκόντων σε μια «ασυντόνιστη και συγκυριακή καλή πρόθεση των ατόμων» (Γιαννακόπουλος 2020 β,10). Σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση κινείται η ερμηνεία του «χρέους αλληλεγγύης» υπό το φως του άρθρου 4 παρ. 5 Συντ. περί συμβολής στα δημόσια βάρη. Μέσω της συστηματικής αυτής συσχέτισης, το «χρέος αλληλεγγύης» αναγορεύεται σε αυτοτελές θεμέλιο για την εκπλήρωση του συνόλου των συνταγματικών καθηκόντων από την πλευρά των πολιτών, αποτελώντας τη «μήτρα» των ατομικών «δημόσιων καθηκόντων», όπως η στράτευση ή η φορολογική υποχρέωση, τα οποία διαθέτουν αναμφίβολα έναν κανονιστικά δεσμευτικό χαρακτήρα (Μανιτάκης 2020 α, Ανθόπουλος 2020 γ, 33).
Β. Μια ακόμη πιο προωθημένη ερμηνεία, που επιδιώκει την «κανονιστική ολοκλήρωση» της έννοιας, προτείνει να εντάξουμε την «αλληλεγγύη» στο ευρύτερο συστηματικό πλαίσιο του «Κοινωνικού Κράτους Δικαίου», που προσδίδει πραγματικό περιεχόμενο στα κοινωνικά δικαιώματα, λειτουργώντας αντιθετικά προς τις πρακτικές του ατομικού ανταγωνισμού και της εκμετάλλευσης (Χαραλάμπης 1998, 174). Υπό τη φόρτιση αυτής της αρχής, που εκφράζει συνταγματικά την «οφειλή αλληλεγγύης» του Κράτους προς τους πολίτες, καλούμαστε να νοηματοδοτήσουμε συναφώς και όλα τα κοινωνικά δικαιώματα, δηλαδή τις αξιώσεις των πολιτών έναντι της Πολιτείας για βασικά κοινωνικά αγαθά που κατοχυρώνουν τη βιοτική τους υπόσταση και αυτοτέλεια (Μήτας 2016, 137-153). Η εμβέλεια της «αλληλεγγύης» δείχνει μάλιστα να υπερβαίνει τις γνωστές “liberal” προσεγγίσεις περί «ίσης πρόσβασης στα δικαιώματα», καθόσον ενσωματώνει το σύνολο των θεμιτών αιτημάτων και διεκδικήσεων για παροχικές και αναδιανεμητικές δράσεις εκ μέρους του Κράτους. Στο διευρυμένο αυτό πλαίσιο, το «χρέος αλληλεγγύης» των πολιτών συμπληρώνει την «αλληλεγγύη της Πολιτείας», στο βαθμό που ο καθένας υποχρεούται -και δεν επιλέγει απλώς- να συμβάλλει ανάλογα με τις δυνάμεις του στη διασφάλιση της βιοτικής υπόστασης των συμπολιτών του. Με τον τρόπο αυτό, ο κάθε πολίτης αναλαμβάνει έμπρακτα και το μερίδιο ευθύνης που του αναλογεί, με βάση το Σύνταγμα, για την κατοχύρωση ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης για όλους (Μήτας 2020 α).
Γ. Αυτού του είδους οι «έκτακτες ερμηνείες», σε αντίθεση με όσες προαναφέρθηκαν, δεν έχουν καταφέρει μέχρι σήμερα να ασκήσουν ιδιαίτερη επιρροή, με αποτέλεσμα να παραμένουν στο περιθώριο του δημοσίου λόγου στη χώρα μας. Σε αυτόν προσώρας κυριαρχούν αφενός τα ιδεολογικά σχήματα της πρόσκαιρης εθελούσιας προσφοράς, της επιδερμικής φιλανθρωπίας και του υπερτονισμού της ατομικής ευθύνης (Παπατόλιας 2020 α) και αφετέρου εκείνα μιας εντελώς αποδυναμωμένης εκδοχής της αλληλεγγύης που περιορίζει την εμβέλειά της στις δράσεις των εθελοντικών δικτύων και των μη κυβερνητικών οργανώσεων. Δεν είναι συμπτωματικό ότι ακόμη και η ερμηνεία του «χρέους αλληλεγγύης», ως κανονιστικά επιτακτικού «συνταγματικού καθήκοντος», επιστρατεύεται επιλεκτικά μόνο και μόνο για να θεμελιωθεί το καθήκον του υποχρεωτικού εγκλεισμού σε συνθήκες αμοιβαιότητας για την αποφυγή της διασποράς της νόσου (Μανιτάκης 2020 α). Αντιθέτως, επιδεικνύεται αιδήμων σιωπή όταν πρόκειται να προσφύγουμε στο ίδιο ακριβώς «συνταγματικό καθήκον» για να θεμελιωθούν δράσεις αναδιανομής ή αναλογικά ίσης κατανομής των βαρών για την αντιμετώπιση του λοιμού. Ελάχιστοι, επίσης, αναδεικνύουν τη στενή αλληλεξάρτηση του ατομικού δικαιώματος στην υγεία με το κοινωνικό δικαίωμα στην εργασία ή την αξιοπρεπή διαβίωση. Η συμπληρωματική αυτή σχέση αγνοείται, παρά την πληθωρική ρητορική για το “status mixtus” των δικαιωμάτων και παρότι στις «ειδικές μελέτες» κοινωνικής ιατρικής αναγνωρίζεται, κατά κανόνα, η συσχέτιση των ποσοστών θνησιμότητας ή των υποκείμενων νοσημάτων με την αύξηση της ανεργίας ή τις κακές συνθήκες διαβίωσης (Joffrin 2020). Ας τεθεί το ζήτημα με τη μορφή ρητορικών ερωτημάτων: Πόσοι, αλήθεια, ανέδειξαν τη συνταγματική διάσταση της δραματικής αύξησης της επισφάλειας της εργασίας μέσω του κατ’ ουσίαν αρρύθμιστου τοπίου της τηλεργασίας; Πόσοι στοχάστηκαν με συνταγματικούς όρους την ατελή προστασία του δικαιώματος της υγείας αστέγων, προσφύγων, Ρομά και κρατουμένων; Αυτά τα συνταγματικά δικαιώματα της πρόνοιας, της κοινωνικής ασφάλισης και της κατοικίας δεν υπέστησαν, άραγε, καμία ρωγμή; Πόσοι, τέλος, θεώρησαν συνταγματικώς αδιάφορες τις κραυγαλέες ανισότητες σε σύγχρονο ψηφιακό εξοπλισμό που καθιστούσε κενό γράμμα το δικαίωμα ισότιμης πρόσβασης στην εκπαίδευση και της δωρεάν παροχής παιδείας; (Αθανασίου 2020, 38). Θα ήταν, επομένως, «κανονιστικά άσφαιρη κατασκευή» και «επιστημονικά αλαζονική κριτική» (Μανιτάκης 2020 β) να επικαλεσθεί κάποιος τα σχετικά κοινωνικά δικαιώματα του συνταγματικού χάρτη για να επισημάνει την υποχρέωση του Κράτους να καλύψει αυτά τα ολοφάνερα ελλείμματα κοινωνικής μέριμνας;
Δ. Η ίδια σιωπή βασιλεύει ακόμη και όταν πρόκειται να στηριχθεί συνταγματικά η αναγκαιότητα πολύ πιο απλών δράσεων, όπως η λήψη προστατευτικών μέτρων για συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων ή η διανομή του αναγκαίου υγειονομικού υλικού προστασίας στις πιο ευάλωτες κατηγορίες του πληθυσμού. Το Σύνταγμα, για την κρατούσα αντίληψη, είναι προφανώς χρήσιμο για να θεμελιώνει την υποχρέωση υπακοής στις κυβερνητικές εντολές περί απαγόρευσης κυκλοφορίας, αλλά παντελώς απρόσφορο για να δεσμεύσει το Κράτος να διανείμει δωρεάν μάσκες σε ορισμένους εργαζόμενους ή να διευρύνει την εφαρμογή των διαγνωστικών τεστ. «Είναι νομικά μάταιο», υποστηρίζει ο Α. Μανιτάκης, «να αποδίδουμε στον θεμελιώδη νόμο του κράτους ιδιότητες που δεν έχει», καθώς η στάση αυτή ενέχει τον κίνδυνο της «φετιχοποίησης» του Συντάγματος και της «κοινωνικοκρατικίστικης πλειοδοσίας» του περιεχομένου του (Μανιτάκης 2020 β). Αποτελεί όμως πράγματι «κρατικίστικη πλειοδοσία» η συνταγματική απαίτηση για διασφάλιση προσβάσιμων σε όλους και επαρκών ιατρικών και θεραπευτικών πόρων που θα ήταν σε θέση να αποτρέψουν την απώλεια ανθρώπινων ζωών; Δεν θα μπορούσε να θεμελιωθεί σε τέτοιες περιστάσεις ο αστικός και ακυρωτικός δικαστικός έλεγχος τυχόν σοβαρής παράλειψης εκ μέρους του Κράτους να εκπληρώσει αυτές τις συνταγματικές υποχρεώσεις του;
Τέλος, είναι αξιοσημείωτο ότι δράσεις με αδιαμφισβήτητο συνταγματικό υπόβαθρο, που ήδη προτείνονται και αρχίζουν να υλοποιούνται στις προηγμένες δημοκρατίες της Δύσης, όπως η αναλογική φορολογία, η υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση, η επίταξη προσωπικών εργασιών ή αγαθών (Καϊδατζής-Κουρουνδής-Κεσσόπουλος 2020) ή ακόμη η έκτακτη και αναλογική εισφορά αλληλεγγύης υπέρ των αδύναμων, θεωρούνται στη χώρα μας είτε απρόσφορες είτε παρακινδυνευμένες. Το ίδιο συμβαίνει και με υποστηρικτικά μέτρα, όπως η ενίσχυση των υπερχρεωμένων νοικοκυριών ή η προστασία των δανειοληπτών, τα οποία όχι μόνο δεν προωθούνται στο δημόσιο διάλογο ως αυτονόητες εκδηλώσεις αλληλεγγύης για την αποτροπή μιας κοινωνικής καταστροφής, παρά φαντάζουν «εξωτικές» και συναντούν πλήθος επιφυλάξεων, συχνά με την προσχηματική επίκληση των δυσκολιών της «επόμενης μέρας» και των αναγκών της «εύθραυστης οικονομίας» μας. Εν κατακλείδι, το ότι οι απρόβλεπτες καταστροφές πληγώνουν περισσότερο τους πιο αδύναμους ηχεί ως κοινοτυπία (Μαλούτας 2020, 294), που αγνοείται, όμως, επιδεικτικά από το κυρίαρχο συνταγματολογικό ρεύμα στη χώρα μας. Πλην ελαχίστων περιπτώσεων, σπανίως γίνεται απευθείας επίκληση του Συντάγματος, προκειμένου να διασφαλισθούν, έστω με διαβαθμισμένο τρόπο, θεμελιώδη κοινωνικά δικαιώματα που ταυτίζονται με την επίτευξη στοιχειώδους προστασίας εν όψει των κοινωνικών καταστροφών που επιφέρει η πανδημία. Και αυτό είναι μια από τις, διόλου αμελητέες, «παράπλευρες απώλειες» της σημερινής πολυεπίπεδης κρίσης.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
[1] Αυτό το αίτημα για ρυθμιστική παρέμβαση της Πολιτείας μπορεί να θεμελιωθεί εναλλακτικά με δύο τρόπους: είτε πρώτον, με την επίκληση μιας «φιλελεύθερης» εκδοχής, που προτάσσει τον ατομικό και συλλογικό αυτοκαθορισμό και αναζητεί εγγυήσεις ίσης απόλαυσης ενός θεμελιώδους δικαιώματος (εν προκειμένω της υγείας) είτε δεύτερον, μέσω μιας πιο «συντηρητικής» ερμηνείας, που προτάσσει ένα γενικό και αυτοτελές «δικαίωμα στην ασφάλεια», με επικίνδυνα αβέβαιο και κυμαινόμενο περιεχόμενο, που τείνει από τη φύση του να παραμερίσει τις υπόλοιπες ελευθερίες (Ανθόπουλος 2005, 108 επ). Στη σημερινή συγκυρία, η εντύπωση που παράγεται από τις κυρίαρχες προσεγγίσεις είναι ακριβώς αυτή της μη ομολογημένης αναγνώρισης ενός τέτοιου «δικαιώματος στην ασφάλεια» που θα θεμελίωνε τη γενική αξίωση κατά του Κράτους να λαμβάνει όλα τα κανονιστικά, διοικητικά και αστυνομικά μέτρα, που θα εγγυώνται την αποτελεσματική προστασία των προσώπων από τους κινδύνους που απειλούν δυνητικά τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα, την υγεία και την ησυχία τους (Καμτσίδου 2006, Χρυσόγονος 2005, 137 επ). Δεν είναι τυχαίο ότι η σχετική προβληματική ήλθε πιεστικά στο προσκήνιο μετά την 11η Σεπτεμβρίου, όταν δηλαδή εκδηλώθηκαν με τη μεγαλύτερη ένταση και τις σοβαρότερες επιπτώσεις στα δικαιώματα οι κρατικές δράσεις «μηδενικής ανοχής» στο πλαίσιο της αντιτρομοκρατικής πρόληψης (Μανιτάκης – Τάκης 2004). Σήμερα, η επίκληση ενός δικαιώματος στην ασφάλεια επιβιώνει υπόρρητα μέσα στις σταθμίσεις και κυρίως τις ιεραρχήσεις που επιχειρούνται για την προστασία «υπέρτερης αξίας» συνταγματικών αγαθών.
[2] Ο Αντώνης Μανιτάκης δείχνει να υιοθετεί την άποψη αυτή, όταν υποστηρίζει ότι «έχει δημιουργηθεί (εν μέσω κρίσης) από τη συνταγματική πρακτική και ερμηνεία, μέσω των άδηλων τροποποιήσεών του, ένα πραγματικό Σύνταγμα, που δεν αντίκειται στα καθιερωμένα νοήματα του τυπικού Συντάγματος, αλλά το συμπληρώνει τροποποιώντας το». Μας καλεί, επομένως, «να ξανασκεφτούμε την αντίληψη που έχουμε για το Σύνταγμα, η οποία είναι του περασμένου αιώνα, κυρίως εγγυητική και κρατικοθετικιστική». Τούτο διότι «το Σύνταγμα … δεν εγγυάται παθητικά τις ελευθερίες των πολιτών και τη νόμιμη δράση των οργάνων», αλλά ταυτόχρονα, «εξορθολογίζει» και «τροποποιεί» τη «συνταγματική νομιμότητα» , υπό την έννοια ότι «λειαίνει τις γωνίες, απαλύνει τις προστριβές και ενεργώντας έτσι νομιμοποιεί, κάνει αποδεκτή την κυβερνητική πολιτική και τη δράση της πολιτικής εξουσίας» (Μανιτάκης 2020 γ).
[3] Ο Γ. Καραβοκύρης υποστηρίζει σχετικά:“The pandemic crisis shifts, like the financial one, the constitutional paradigm from the ground of rights to the capital notion of public interest and constitutional objectives. Rights, in this context, are not considered as trumps (R. Dworkin), the strongest claims against authority, because the normativity of common health/good simply exceeds them. The lethal virus challenges liberalism and the republican conception of «salus populi» is revitalized” (Karavokyris 2020).
[4] Αξίζει να παραπέμψουμε στις σκέψεις του Ξ. Κοντιάδη: «Η επέκταση της χαμηλά αμειβόμενης απασχόλησης και της εργασιακής επισφάλειας δημιουργούν ομάδες ανθρώπων στις παρυφές του κοινωνικού αποκλεισμού. Παραφράζοντας τον αφορισμό του Jean-Paul Sartre για την πανώλη, η πανδημία δεν δρα παρά ως αυξητικός παράγοντας των ταξικών διαφορών: χτυπάει τη δυστυχία, φειδωλεύεται τους πλούσιους. Η πιο προφανής ανισότητα βιώνεται βέβαια στις ίδιες τις συνθήκες του εγκλεισμού, με γνώμονα τη διαθέσιμη επιφάνεια κατοικίας ανά άτομο, αποτυπώνοντας τη διπλή, ταξική και εθνοτική, ανισότητα του συνωστισμού στη γεωγραφία των πόλεων. Το γεγονός ότι σε ορισμένες χώρες η πανδημία έπληξε σφοδρότερα τα οικονομικά ασθενέστερα, συνωστισμένα κοινωνικά στρώματα προκάλεσε τις κραυγές εκείνων που καταγγέλλουν τους φτωχούς για την ίδια τους τη φτώχεια και απαιτούν για αυτούς αυστηρότερους βιοπολιτικούς περιορισμούς. Έτσι αποκαλύπτεται ακόμη πιο κραυγαλέα η πλαστότητα της κατασκευασμένης κοινωνικής συναίνεσης, η οποία συναρτήθηκε με τη δήθεν κοινή μοίρα της πανδημίας» (Κοντιάδης 2020 β).
[5] Η άποψη αυτή αναδεικνύει την αναγκαιότητα να αρχίσουμε να εστιάζουμε πλέον και στα κοινωνικά δικαιώματα. «Όχι μόνο διότι το αντικείμενό τους, δηλαδή η κοινωνική προστασία απέναντι στις οικονομικές επιπτώσεις της δοκιμασίας, θα αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη βαρύτητα όσο θα επιτείνεται η προϊούσα οικονομική κρίση αλλά και διότι η ικανοποίησή τους αποτελεί προϋπόθεση για να θεωρηθούν ανεκτοί, από ένα σημείο και μετά, ορισμένοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων (ιδίως των οικονομικών δικαιωμάτων). Επειδή, δε, τα κοινωνικά δικαιώματα συνδέονται με τις οικονομικές δυνατότητες της χώρας, θα πρέπει να καταστεί σαφές αφενός μεν ότι η πραγμάτωσή τους προϋποθέτει, κατ’ ανάγκην, αναδιανομή εισοδήματος, αφετέρου δε ότι η αναδιανομή αυτή πρέπει να γίνει δίκαια και όχι με επιβάρυνση των συνήθων υποζυγίων» (Σωτηρέλης σε Μανιτάκης, Σωτηρέλης, Κοντιάδης 2020).
[6] Η άποψη αυτή, που αναγνωρίζει στα κοινωνικά δικαιώματα έναν ρόλο όχι ευθέως κανονιστικό, αλλά πρωτίστως ερμηνευτικό, υπό την έννοια της ερμηνευτικής τους συνεισφοράς στη στάθμιση των έννομων αγαθών και των συνταγματικών περιορισμών, εμφανίζεται εξόχως αντιφατική, στο μέτρο που αποδίδει στις κανονιστικές έννοιες που βρίσκονται στη βάση των δικαιωμάτων αυτών μία ισότιμη ηθικο-πολιτική αξία με εκείνες που θεμελιώνουν τα «κλασικά» ατομικά δικαιώματα. Το ακόλουθο απόσπασμα από σχετική ανάλυση του Αντ. Μανιτάκη είναι ενδεικτικό της αντίφασης: «Στους εφαρμοστές και ερμηνευτές του Συντάγματος εναπόκειται να εμφυσήσουν στις ερμηνευόμενες συνταγματικές διατάξεις, αναζητώντας το πραγματικό τους νόημα, την πνοή που εκπέμπουν οι συνταγματικές αξίες οι οποίες εμπεριέχονται ενθυλακωμένες σε αυτές. Τις απαξιωμένες και περιφρονημένες από τον νομικό θετικισμό αόριστες έννοιες … της «δικαιοσύνης», της «κοινωνικής αλληλεγγύης», της «ζωής», της «δημόσιας υγείας», της «κοινωνικής ασφάλειας» ή ακόμα και του «γενικότερου οικονομικού και κοινωνικού συμφέροντος» χρειάζεται να τις ανυψώσουμε μαζί με άλλες όμοιες, όπως εκείνες της ατομικής και πολιτικής αυτονομίας ή της ίσης ελευθερίας, στο βάθρο των συνταγματικών αξιών, πλάι στις θεμελιώδεις αρχές του Συντάγματος. Για να λειτουργήσουν και αυτές, όπως και εκείνες, ως ύπατα ερμηνευτικά κριτήρια ή ως γνώμονες κατά τη στάθμιση συγκρουόμενων δικαιωμάτων ή δημόσιων αγαθών» (Μανιτάκης, Σωτηρέλης, Κοντιάδης 2020).
Τα πολιτικά κόμματα είναι συλλογικά υποκείμενα της ελευθερίας της έκφρασης (άρθρο 14 § 1 Συντ.) και έχουν συνεπώς το δικαίωμα της κριτικής αλλά και της σάτιρας, η οποία αποτελεί στην ουσία μια επιθετική και συνειδητά υπερβολική μορφή κριτικής. Στην εποχή μάλιστα του viral πολιτικού μάρκετινγκ μέσω του διαδικτύου, τα πολιτικά κόμματα ολοένα και πιο συχνά χρησιμοποιούν σατιρικά σποτ ως μορφή πολιτικής επικοινωνίας. Ωστόσο, τα πολιτικά κόμματα δεν είναι ιδιωτικά ή εμπορικά υποκείμενα, αλλά φορείς συνταγματικών λειτουργιών, που οφείλουν κατά το άρθρο 29 § 1 Συντ. να συμβάλλουν με την εν γένει δράση τους στην εξυπηρέτηση του δημοκρατικού πολιτεύματος. Για τον λόγο αυτόν, η άσκηση εκ μέρους τους του δικαιώματος της κριτικής και της σάτιρας, στο πλαίσιο της πολιτικής επικοινωνίας, δεν υπάγεται μόνον στις δεσμεύσεις των γενικών νόμων του Κράτους που προστατεύουν άλλα ατομικά ή δημόσια αγαθά, αλλά υπόκειται και σε έναν κανόνα «συνταγματικής ορθότητας», που συνίσταται στην υποχρέωσή τους να μην χρησιμοποιούν την κριτική και τη σάτιρα ως όπλο για την απονομιμοποίηση των αντιπάλων τους στον πολιτικό αγώνα, δηλαδή για τον μετασχηματισμό τους σε υπαρξιακούς «πολιτικούς εχθρούς». Δεν χρειάζεται εδώ να αναφερθούμε στον ρόλο που έπαιζαν κατά την περίοδο της Βαϊμάρης και μεταπολεμικά στην Ιταλία και στην Ελλάδα οι αντικομμουνιστικές αφίσες…
Σε κάθε περίπτωση, βρίσκεται έξω από το πνεύμα του άρθρου 29 § 1 Συντ., η χρήση του όπλου της κριτικής και της σάτιρας, όταν έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα, έστω και μη ηθελημένο, την απονομιμοποίηση θεμελιωδών θεσμών του πολιτεύματος, όπως η ελευθερία του Τύπου. Εδώ βρίσκεται κατά τη γνώμη μου το πρόβλημα με το «σατιρικό σποτ» του ΣΥΡΙΖΑ που παρουσίασε τον έντυπο και τον ραδιοτηλεοπτικό Τύπο στο σύνολό του ως φορέα πολιτικής προπαγάνδας επ’ αμοιβή.
Ως προς αυτό δεν υπάρχει όμως τίποτε αυθεντικά καινούργιο. Το σποτ αυτό αναπαράγει την ιδεολογία του περιβόητου νόμου για τον «βασικό μέτοχο» (Ν. 3310/2005), ο οποίος με πρόσχημα ή αφορμή την καταπολέμηση της «διαπλοκής», επιχείρησε την πολιτική εξουδετέρωση των δυσμενώς διακείμενων προς την τότε Κυβέρνηση μέσων ενημέρωσης (βλ. το άρθρο μου, Ποιος φοβάται την ελευθερία της πληροφόρησης;, Το Βήμα, 14.11.2004). Ο νόμος αυτός υπήρξε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα détournement de pouvoir (κατάχρησης εξουσίας) σε νομοθετικό επίπεδο, δηλαδή ένας νόμος με «κρυφή ατζέντα»: ο αληθινός πολιτικός σκοπός του ήταν η εγκαθίδρυση ενός συστήματος διακυβέρνησης, στο οποίο δεν θα υπήρχαν άλλα κέντρα πολιτικής επιρροής που δεν θα συμπίπτουν με τα πολιτικά κόμματα και ιδίως με το εκάστοτε κυβερνών κόμμα, ως εάν το άρθρο 29 § 1 Συντ. να καθιέρωνε απόλυτο μονοπώλιο των πολιτικών κομμάτων στην άσκηση επιρροής στο πεδίο της πολιτικής. Ωστόσο, η ιδέα της εξουδετέρωσης της πολιτικής δύναμης των μέσων ενημέρωσης ή άλλων κέντρων εξουσίας που δεν έχουν δημοκρατική νομιμοποίηση, δηλαδή βρίσκονται έξω από το κύκλωμα εκλογικό σώμα-Βουλή-Κυβέρνηση-Πρόεδρος της Δημοκρατίας, δεν είναι συμβατή με την έννοια της σύγχρονης πλουραλιστικής δημοκρατίας. Άλλωστε η ίδια η έννοια της πολιτικής ευθύνης θα είχε περιπέσει σε αχρησία, αν δεν υπήρχε ένας ελεύθερος και ανεξάρτητος Τύπος ως κοινωνικό όργανο για τον καταλογισμό της. Η ελληνική συνταγματική εμπειρία παρέχει σειρά παραδειγμάτων που επιβεβαιώνουν τον καθοριστικό αλλά ανεπιθύμητο για το πολιτικό-κομματικό σύστημα ρόλο των μέσων ενημέρωσης στον καταλογισμό της πολιτικής ευθύνης. Αυτή τη δυσανεξία απέναντι στην ελευθερία της πολιτικής κριτικής εκ μέρους του Τύπου, εξέφρασε με παραδειγματικό τρόπο ο νόμος για τον «βασικό μέτοχο» και αναπαρήγαγε το «σατιρικό σποτ» του ΣΥΡΙΖΑ.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ στις 27-28/6/2020
1. Ο διάλογος μεταξύ Καρλσρούης και Λουξεμβούργου
Στις 5 Μαΐου του 1955 η Δυτική Γερμανία ανέκτησε την κυριαρχία της από τις Μεγάλες Δυνάμεις, τις ΗΠΑ, τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία. Εξήντα πέντε χρόνια αργότερα, στις 5 Μαΐου 2020 το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο (ΓΟΣΔ) εξέδωσε μία απόφαση, με την οποία, κατά μία έννοια, προσπαθεί να ανακτήσει ή, πάντως, να διακηρύξει τη νομική κυριαρχία του γερμανικού κράτους έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), να αμφισβητήσει την «απόλυτη υπεροχή του ενωσιακού δικαίου» και να περιφρουρήσει ή να διατρανώσει τη δική του ανεξαρτησία απέναντι στο Δικαστήριο της τελευταίας (ΔΕΕ).
Η απόφαση αυτή προστίθεται σε μια σειρά μεγάλων αποφάσεων του ΓΟΣΔ, που αποτελούν σταθμούς στη νομολογία του και θεμέλιους λίθους στον διάλογό του με το ΔΕΕ. Οι πρώτες τέτοιες διαλογικές αποφάσεις αφορούσαν αρχικά την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην ΕΕ (γνωστές και ως Solange I και Solange II). Είναι αλήθεια ότι η πρώτη απόφαση, η Solange I [1974, BVerfGE 37, 271επ], με την οποία το ΓΟΣΔ φάνηκε «να υψώνει ανάστημα» απέναντι στο τότε Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ), διακηρύττοντας ότι θα ελέγχει τις κοινοτικές πράξεις με κριτήριο τα θεμελιώδη δικαιώματα του γερμανικού Συντάγματος (Grundgesetz = Θεμελιώδους Νόμου), έδωσε το έναυσμα στο ευρωπαϊκό Δικαστήριο να αρχίσει να ασκεί το ίδιο έλεγχο των πράξεων των οργάνων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με κριτήριο τα θεμελιώδη δικαιώματα, προκειμένου να αποφύγει να πράξει τούτο το ΓΟΣΔ και να υποσκάψει έτσι την ενιαία και ομοιογενή εφαρμογή, την αυτονομία και την προτεραιότητα εφαρμογής (την ιδιότητα δηλαδή που συνήθως αποκαλείται ‘υπεροχή’) του κοινοτικού δικαίου. Η αλλαγή αυτή της στάσης του ΔΕΚ επέτρεψε στο ΓΟΣΔ να εκδώσει, 12 χρόνια αργότερα, την απόφαση Solange II [1986 BVerfGE 73, 339επ], με την οποία αποδέχτηκε να μην ελέγχει τις κοινοτικές πράξεις με βάση τον κατάλογο θεμελιωδών δικαιωμάτων του γερμανικού Συντάγματος, εφόσον και καθόσον το ΔΕΚ παρέχει ισότιμη προστασία.
Ο διάλογος μεταξύ Καρλσρούης (έδρα του ΓΟΣΔ) και Λουξεμβούργου (έδρα του ΔΕΕ) συνεχίστηκε τα τελευταία χρόνια με αφορμή υποθέσεις αναφορικά με βήματα οικονομικής ενοποίησης της Ένωσης και διακυβερνητικά μέτρα στήριξης των ευάλωτων χωρών της Ευρωζώνης (μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα) μετά τη δημοσιονομική κρίση που ξέσπασε το 2009. Ήταν πολλοί οι πολιτικοί και οι πολίτες στη Γερμανία που επιχείρησαν και πέτυχαν να εκνομικεύσουν την αντίθεσή τους προς αυτές τις αποφάσεις, όπως ακριβώς ήταν αντίστοιχα πολλοί και στην Ελλάδα ή στην Πορτογαλία εκείνοι που προσπάθησαν να κάνουν το ίδιο αναφορικά με τα μνημόνια και τα μέτρα οικονομικής πολιτικής και λιτότητας.
Η εδώ συζητούμενη απόφαση PSPP του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου (ΓΟΣΔ) είναι το πιο πρόσφατο, όχι όμως το πρώτο και μάλλον ούτε το τελευταίο επεισόδιο αυτού του νομικο-πολιτικού «πετροπόλεμου». Και γεννήθηκε και από τη θεσμική φιλοδοξία των Γερμανών δικαστών (ιδίως του Προέδρου του Δικαστηρίου, Αντρέα Φοσκούλε, την προτελευταία ημέρα της θητείας του, και του εισηγητή της υπόθεσης, Πέτερ Χούμπερ) να αφήσουν και αυτοί το αποτύπωμά τους στην ιστορία επηρεάζοντας –κατά την εκτίμησή τους θετικά- την πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης.
Η δημοσιονομική κρίση χρέους της τελευταίας δεκαετίας επέβαλε τη λήψη μέτρων για την αντιμετώπισή της και τη σταθεροποίηση του ευρώ, μέτρα που με τη σειρά τους επέδρασαν στο να αρχίσει να γεφυρώνεται αργά η άβυσσος ανάμεσα στην νομισματική ενοποίηση αφενός και την ανύπαρκτη σχεδόν μέχρι πριν 8 χρόνια οικονομική ενοποίηση. Το χάσμα αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η νομισματική πολιτική ασκείται αποκλειστικά από την Ένωση για τις χώρες της Ευρωζώνης, ενώ οι η οικονομική πολιτική αποτελεί απλώς συντονιστική αρμοδιότητα.
Η διάσταση έχει τη βάση της στη δομική αρχή που διέπει τη δράση της Ένωσης, την αρχή των δοτών ή ανατεθειμένων αρμοδιοτήτων. Ως γνωστόν, η Ένωση δεν έχει κάποιο τεκμήριο αρμοδιότητας. Αυτό το παρακρατεί ακόμη το κράτος. Αν δηλαδή οι Συνθήκες δεν προβλέπουν αναγνώριση μίας αρμοδιότητας σε αυτήν, η συγκεκριμένη αρμοδιότητα συνεχίζει να ανήκει στα Κράτη – Μέλη. Το κράτος, δηλαδή, έχει –καταρχήν– αρμοδιότητα επί παντός του επιστητού. Καταρχήν, επειδή τα κράτη μέλη της Ένωσης έχουν μεταφέρει στην τελευταία κάποιες από τις αρμοδιότητες αυτές. Αντίθετα, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει μόνον τις αρμοδιότητες που τις μεταφέρουν ή «αναγνωρίζουν» (κατά τη διατύπωση του άρθρου 28 παρ. 2 του Συντάγματος) τα κράτη μέλη. Είναι φυλακισμένη στα όρια αυτών των αρμοδιοτήτων που τα κράτη αποφασίζουν όλα μαζί να παύσουν να ασκούν μονομερώς το καθένα και να τις συνασκήσουν συλλογικά. Αυτό είναι θετό δίκαιο και, ως τέτοιο, αδιαμφισβήτητο. Εξάλλου, κύριοι του Συνθηκών παραμένουν τα κράτη. Η κύρωση κάθε τροποποιητικής Συνθήκης της Ένωσης από κάθε κράτος μέλος αποτελεί αναφαίρετη προϋπόθεση για την αλλαγή του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης.
Δημιουργείται έτσι μέσα από την απόφαση των κρατών μελών που λαμβάνεται από τα συνταγματικά προβλεπόμενα όργανα μία άλλη, αυτόνομη έννομη τάξη, διακριτή από τις κρατικές, η ενωσιακή έννομη τάξη. Άπαξ όμως και τα κράτη συμφωνήσουν σ’ αυτή τη μεταφορά αρμοδιοτήτων, στο πλαίσιο πλέον της ενωσιακής έννομης τάξης το ενωσιακό δίκαιο απολαύει «προτεραιότητας εφαρμογής», μία ιδιότητα που είναι περισσότερο γνωστή ως «υπεροχή».
Στην απόφαση-σταθμό της 5ης Μαΐου 2020 για το πρόγραμμα PSPP το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο (ΓΟΣΔ) δεν αμφισβήτησε αυτή τη λεγόμενη «αρχή της υπεροχής» του δικαίου της Ένωσης, ή ακριβέστερα την «προτεραιότητα εφαρμογής» του. Αυτό που το ΓΟΣΔ αμφισβήτησε είναι το ποιος αποφασίζει, ως τελικός κριτής, σχετικά με το πλαίσιο, με τα όρια, εντός των οποίων μπορεί να κινείται η Ένωση και τα όργανά της. Το ποιος δηλαδή είναι εν τέλει ο τελικός κριτής στο ερώτημα αν κάτι εντάσσεται στην αυτόνομη ενωσιακή έννομη τάξη ή παραμένει στην αρμοδιότητα του κράτους. Και ως προς αυτό ήταν σταθερή η θέση του, δεκαετίες τώρα, ότι παραμένει το ίδιο τελικός κριτής, στηριγμένο σε μία εθνοκεντρική και κρατοκεντρική αντίληψη περί δημοκρατίας.
Ήδη από την απόφαση Kloppenburg (1987) αλλά και με κάθε ευκαιρία το ΓΟΣΔ διακήρυττε ότι ναι μεν αποδέχεται την «υπεροχή» του ενωσιακού δικαίου έναντι και του Συντάγματος, αλλά μόνον αν μία πράξη εμπίπτει στις ανατεθείσες στην Ένωση αρμοδιότητες, πράγμα που εναπόκειται στο ίδιο να το ελέγξει. Το ίδιο, εξάλλου, έχουν διακηρύξει και άλλα ευρωπαϊκά συνταγματικά ή ανώτατα δικαστήρια, δύο μάλιστα έφτασαν στο σημείο να διενεργήσουν τέτοιο έλεγχο (το δανέζικο και το τσέχικο), δεν είχαν όμως τη δύναμη και επιδραστικότητα του Γερμανικού Δικαστηρίου. Αντίθετα, από την πλευρά του, το ΔΕΕ θεωρεί εαυτό ως το μόνο αρμόδιο να κηρύξει μια πράξη της Ένωσης ως ultra vires (βλ. πχ C-317/04 και C-318/04).
Αυτή του την πολλάκις διακηρυγμένη, αλλά ουδέποτε ασκηθείσα μέχρι τώρα αρμοδιότητα άσκησε, για πρώτη φορά, το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο, βγάζοντας «κίτρινη κάρτα» -με τρόπο νομικά μη πειστικό, βέβαια, όπως θα διαφανεί παρακάτω- ενόψει της διάκρισης μεταξύ νομισματικής και οικονομικής πολιτικής και της προβληματικής, πράγματι, ανάθεσης (από τις χώρες της Ευρωζώνης) μόνον της πρώτης στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης, αλλά όχι της τελευταίας. Ας δούμε όμως το συγκείμενο της περίφημης ήδη απόφασης.
Όπως ήδη σημειώσαμε, ενώ η νομισματική είναι πολιτική ασκούμενη –για τις χώρες της Ευρωζώνης- αποκλειστικά από την Ένωση, η Οικονομική πολιτική παραμένει εθνική αρμοδιότητα, και μόνον συντονιστικά μπορεί να παρέμβει η Ένωση. Η δε εντολή που έχει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Ευρωσύστημα (κεντρικών τραπεζών) περιορίζεται σε μέτρα νομισματικής πολιτικής με σκοπό τη σταθεροποίηση των τιμών και τη στήριξη του ευρώ.
Αυτό δεν σημαίνει βεβαίως ότι αποκλείεται και άλλες πολιτικές (πλην των ‘καθαρά’ οικονομικών / δημοσιονομικών) να έχουν οικονομικές συνέπειες. Αυτονοήτως, έτσι, οικονομικές συνέπειες έχουν όχι μόνον η νομισματική πολιτική αλλά κατεξοχήν και οι τέσσερις θεμελιώδεις ελευθερίες κυκλοφορίας των οικονομικών παραγόντων, των αγαθών, εργαζομένων, υπηρεσιών και κεφαλαίων, η εμπορική πολιτική με την κατάργηση των εσωτερικών δασμών και το κοινό εξωτερικό δασμολόγιο και άλλες πολλές πολιτικές αναφορικά με αποκλειστικές ή ασκηθείσες από την Ένωση συντρέχουσες αρμοδιότητές της.
Το ίδιο συμβαίνει προφανώς και με το πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων στις δευτερογενείς αγορές εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ), δηλαδή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και εθνικών Κεντρικών Τραπεζών, , το λεγόμενο “secondary markets public sector asset purchase programme”, εφεξής το “πρόγραμμα PSPP”, ως τμήμα του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ. Το πρόγραμμα αυτό βρέθηκε στο «μάτι του κυκλώνα» και έφτασε να κριθεί τόσο από το γερμανικό συνταγματικό δικαστήριο όσο και από το ΔΕΕ.
Πράγματι, τo γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο κλήθηκε, βάσει συνταγματικής προσφυγής πολιτών –μεταξύ των οποίων και πολιτικών–, αντιπάλων του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης, να αποφανθεί για τη συμφωνία των σχετικών με το πρόγραμμα πράξεων της γερμανικής Κυβέρνησης, Βουλής και Κεντρικής Τράπεζας. Πριν αποφανθεί ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΕ (βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ) ρωτώντας κατά βάση το κατά πόσο το PSPP εμπίπτει πράγματι στο πεδίο της νομισματικής πολιτικής και δεν αποτελεί κα’ ουσία οικονομικό εργαλείο, ενόψει των εκτεταμένων οικονομικών του συνεπειών και αν παραβιάζει το άρθρο 123 ΣΛΕΕ.
Στην απόφασή του Weiss (C-493/17 της 11/12/2018) το ΔΕΕ απάντησε στις αιτιάσεις του ΓΟΣΔ κρίνοντας το πρόγραμμα PSPP σύννομο, καθώς αφενός εμπίπτει στο πεδίο της νομισματικής πολιτικής και αφετέρου δεν παραβιάζει το άρθρο 123 ΣΛΕΕ που απαγορεύει στην ΕΚΤ και στις κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών τις υπεραναλήψεις ή οποιουδήποτε άλλου είδους πιστωτικές διευκολύνσεις προς τις αρχές και τους οργανισμούς δημοσίου δικαίου της Ένωσης και των κρατών μελών καθώς και την απευθείας αγορά χρεογράφων από τους οργανισμούς ή τους φορείς αυτούς.
Επί τη βάσει της απόφασης αυτής του ΔΕΕ που εκδόθηκε επί προδικαστικού ερωτήματος που υπέβαλε το ίδιο το ΓΟΣΔ, θα ανέμενε κανείς ότι το τελευταίο θα δεχόταν την ερμηνεία του ευρωπαϊκού δικαστηρίου και θα έκρινε τις προσφυγές ως νομικά αβάσιμες. Τούτο όμως δεν συνέβη.
Προκειμένου να μπορέσει να ασκήσει έλεγχο ultra vires, το ΓΟΣΔ χρειάζεται καταρχάς να «αφοπλίσει» το ΔΕΕ. Να κηρύξει δηλαδή τη σχετική απόφαση που το τελευταίο εξέδωσε επί του προδικαστικού ερωτήματος που το εθνικό Δικαστήριο του έθεσε ultra vires. Και για να το πετύχει δεν διστάζει να δώσει ένα «χτύπημα κάτω από τη ζώνη» κατά του ΔΕΕ αναφορικά με την απόφασή του Weiss (απόφαση C-493/17 της 11/12/2018), όπου το Λουξεμβούργο αποδέχτηκε ως σύμφωνο με το ενωσιακό δίκαιο πρόγραμμα PSPP. στο πλαίσιο και ενός δικαστικού αυτοπεριορισμού, επιβαλλόμενου και συνήθους όταν πρόκειται για μέτρα νομισματικού, οικονομικού ή δημοσιονομικού χαρακτήρα με έντονα τεχνικά χαρακτηριστικά. Για να μπορέσει να θεωρήσει την απόφαση αυτή ως ultra vires, το ΓΟΣΔ λέει ότι πρόκειται για μία λογικά ακατανόητη και αυθαίρετη απόφαση. Μόνον με τόσο σκληρούς χαρακτηρισμούς για το έργο των ομοτέχνων του, θα μπορούσε το γερμανικό Δικαστήριο να υπερβεί την απόφαση του ΔΕΕ και να δικαιολογήσει γιατί δεν δεσμεύεται από αυτή. Οτιδήποτε λιγότερο δεν θα δικαιολογούσε αυτή την «απείθεια», καθώς όπως ήδη επισημάνθηκε το ΓΟΣΔ δεν αμφισβητεί την «υπεροχή» εντός του ενωσιακού δικαίου, αλλά ισχυρίζεται ότι εδώ βρισκόμαστε εκτός του πεδίου του ενωσιακού δικαίου και εντός της εθνικής αρμοδιότητας. Αυτός είναι ο κεντρικός του ισχυρισμός και δεν θα μπορούσε να τον θεμελιώσει καν ως καταρχήν παραδεκτό (ανεξάρτητα της νομικής του βασιμότητας) αν δεν χαρακτήριζε με τόσο βαριές λέξεις την απόφαση του ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Αυτό είναι το μόνο που εξηγεί πώς και γιατί ανώτατοι δικαστές (επτά έναντι ενός ή μίας δικαστή) κατέφυγαν σε τέτοιους χαρακτηρισμούς για απόφαση ομοτέχνων τους, και δη μελών ενός υπερεθνικού δικαστηρίου, επαρκέστατων κατά τεκμήριο νομικών.
Εφόσον «απενεργοποίησε» την υποχρέωση και δέσμευσή του από το ΔΕΕ, το ΓΟΣΔ απέρριψε καταρχάς την αιτίαση των προσφευγόντων ότι η αγορά αυτή συνιστά παραβίαση του άρθρου 123 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ένωσης (ΣΛΕΕ), δηλαδή απαγορευμένη από το ενωσιακό δίκαιο απευθείας αγορά κρατικών ομολόγων εκ μέρους της Ευρωπαϊκής ή εθνικών Κεντρικών Τραπεζών.
Σε αντίθεση με ανάλογες προσφυγές στο παρελθόν κατά διαφόρων χρηματοδοτικών εργαλείων και πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) για τη στήριξη του ευρώ, αυτή τη φορά το ΓΟΣΔ έκρινε ως αντισυνταγματική την παράλειψη της Κυβέρνησης και της ομοσπονδιακής Βουλής της χώρας να αναλάβουν την «ευθύνη τους αναφορικά με την ενοποίηση» (Integrationsverantwortung) και να ελέγξουν πιο εντατικά το αν και κατά πόσο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), εφαρμόζοντας το πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων στη δευτερογενή αγορά (PSPP), ξεπέρασε τα όρια των αρμοδιοτήτων που της απονέμουν οι ευρωπαϊκές Συνθήκες, έδρασε δηλαδή ‘ultra vires’. Και αυτό επειδή οι οικονομικές συνέπειες του προγράμματος PSPP υπερβαίνουν, με κριτήριο την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 5 παρ. 4 ΣΕΕ), το αναγκαίο μέτρο για να διασφαλιστεί ο θεμιτός στόχος της νομισματικής σταθεροποίησης. Επιπλέον, το ΓΟΣΔ θεωρεί ότι αν πράγματι υπάρχει μία τέτοια παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, συγκεκριμένα αν η ΕΚΤ δεν αποδείξει εντός τριμήνου ότι δεν υπάρχει τέτοια παραβίαση- τότε το πρόγραμμα PSPP θα προσβάλλει την εθνική συνταγματική ταυτότητα της Γερμανίας. Ειδικότερα, θα συνιστά παραβίαση της δημοκρατικής αρχής και του εκλογικού δικαιώματος των προσφευγόντων, το οποίο δεν επιτρέπεται να χάνει το ουσιαστικό του περιεχόμενο, όπως θα συνέβαινε αν αρμοδιότητες που η Γερμανία δεν μετέφερε στην Ένωσης ασκούνταν από την τελευταία.
Ως υπέρτατος κριτής το Συνταγματικό Δικαστήριο εγκαλεί και καλεί πολλές φορές τα δύο πολιτικά όργανα, την Κυβέρνηση και τη Βουλή, να αναλάβουν την «ευθύνη τους όσον αφορά την ευρωπαϊκή ενοποίηση» (Integrationsverantwortung). Και εκφράζει μία αντίληψη ότι η δημοκρατία είναι δυνατή μόνον εντός του εθνικού κράτους, καθώς παραγνωρίζει ότι κάθε πολιτική επιλογή έχει επίδραση όχι μόνον στον εθνικό χώρο της Γερμανίας αλλά και πέραν αυτού. Εξ ού και αρμοδιότερο είναι να κρίνει ένα υπερεθνικό Δικαστήριο και όχι ένα –οποιοδήποτε- εθνικό.
Με το παραπάνω σκεπτικό, το ΓΟΣΔ κάλεσε τα αρμόδια εθνικά όργανα –γιατί σε αυτά μόνον μπορεί να απευθυνθεί και όχι στην ΕΚΤ–, δηλαδή την Κυβέρνηση της Γερμανίας και την ομοσπονδιακή Βουλή (Bundestag), να ελέγξουν εντονότερα τα ενωσιακά όργανα (εν προκειμένω την ΕΚΤ και το Ευρωσύστημα) όταν, κατά την κρίση του, αυτά δραπετεύουν από τη φυλακή που χτίζει η αρχή των δοτών ενωσιακών αρμοδιοτήτων και δρουν πέραν των εξουσιών τους (ultra vires). Και βέβαια, αν η ΕΚΤ δεν κατορθώσει να αποδείξει ότι δεν έχει παραβιάσει την αρχή της αναλογικότητας και δεν έχει πράξει ultra vires, τότε, κατά το ΓΟΣΔ, η συμμετοχή της Γερμανίας στο PSPP θα προσβάλλει την εθνική συνταγματική ταυτότητα, και συγκεκριμένα το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού του γερμανικού λαού και τη δημοκρατική αρχή, που αποτελεί τμήμα του σκληρού μη αναθεωρήσιμου πυρήνα του γερμανικού Συντάγματος.
«Η απόφαση αυτή, με μία πρώτη ματιά, μπορεί να ενοχλήσει» προειδοποίησε ο Πρόεδρος του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου (ΓΟΣΔ), Αντρέας Φοσκούλε, κατά την ανακοίνωση της απόφασης της 5ης Μαΐου του ισχυρού αυτού –και με πολιτικούς όρους– οργάνου. Μετά το BREXIT και την απομείωση των εγγυήσεων του κράτους δικαίου σε Ουγγαρία και Πολωνία, η απόφαση αυτή αποτελεί ένα ακόμη πλήγμα στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης, εξ ού και τα πανευρωπαϊκα πυρά που δέχτηκε.
Το Δικαστήριο πράγματι αναγνωρίζει ότι αν η έβρισκε μιμητές και σε άλλα κράτη, η ενιαία εφαρμογή του δίκαιου της ΕΕ θα υπονομευόταν δραματικά. Αναγνωρίζει, λοιπόν, ότι οφείλει καθήκον συνεργασίας, διεκδικεί όμως παράλληλα τον ρόλο του ισότιμου συνομιλητή με το Δικαστήριο της Ένωσης, στο πλαίσιο ενός πλουραλιστικού μοντέλου των εννόμων τάξεων. Ταυτόχρονα διεκδικεί και την πολιτική του ισχύ εντός Γερμανίας, απέναντι στα πολιτικά όργανα. Έχει όμως επίγνωση ότι η ένταση αυτή στις σχέσεις εθνικού και ενωσιακού δικαίου που προκαλεί δεν μπορεί να λυθεί νομικά, παρά μόνον πολιτικά. Εξ ού και αυτοπεριορίζεται, εντέλει, καταλείποντας, ως οφείλει, την τελική απόφαση στα γερμανικά πολιτικά όργανα, την Κυβέρνηση και την ομοσπονδιακή Βουλή.
Η σύγκρουση ως προς το ποιος είναι «ο τελικός κριτής», ή ο ανώτατος «κανόνας αναφοράς» είναι εν πολλοίς εξωνομική, καθώς το ερώτημα είναι εντέλει τι συμφώνησαν τα κράτη ως «κύριοι των Συνθηκών». Είναι, λοιπόν, τουλάχιστον παράλογο, ένα και μόνο εθνικό Δικαστήριο να το κρίνει μονομερώς. Σε αυτό έγκειται εντέλει και η εσωτερική και εγγενής αντίφαση της ίδιας της απόφασης του ΓΟΣΔ. Από τη μία προβαίνει σε ανεπίτρεπτες κρίσεις για την ποιότητα της απόφασης του ΔΕΕ που έκρινε ως σύμφωνο με το ενωσιακό δίκαιο το PSPP, στο πλαίσιο και ενός δικαστικού αυτοπεριορισμού, επιβαλλόμενου όταν πρόκειται για μέτρα τεχνικού και δημοσιονομικού χαρακτήρα, απλώς και μόνον για να το παραμερίσει.
Από την άλλη, σε νομικό επίπεδο, η απόφαση του ΓΟΣΔ είναι επιχειρηματολογικά αδύναμη: για να μην δείξει ασυνέπεια προς την προηγούμενη νομολογία του, ανασύρει μεν τα κριτήρια που το ίδιο είχε θέσει (βλ. π.χ. απόφαση Honeywell, 2010), απλώς και μόνον για να τα διαστρέψει: ενώ δηλαδή τότε είχε αυτοδεσμευτεί ότι έλεγχο ultra vires θα διενεργεί μόνον οριακά για προφανείς πράξεις εκτός ανατεθειμένων αρμοδιοτήτων (ausbrechende Rechtsakte) και για λόγους ουσιώδεις συνταγματικά, τώρα μπαίνει σε μία λεπτολόγο και καθόλου πειστική, υπερλεπτομερή ανάλυση οικονομοτεχνικών δεδομένων. Επιπλέον, χρησιμοποιεί λανθασμένα την αρχή της αναλογικότητας, η οποία αφορά την άσκηση και όχι την κατανομή των αρμοδιοτήτων της Ένωσης. Για να εφαρμοστεί δηλαδή το τεστ της αναλογικότητας θα πρέπει καταρχάς να έχει καταφαθεί η ενωσιακή αρμοδιότητα και μετά να ελεγχθεί το αν τηρήθηκε και η αναλογικότητα, αν δηλαδή τα μέτρα υπερέβησαν το αναγκαίο μέτρο. Και πάντως ο έλεγχος της αρχής αυτής ανήκει στο ΔΕΕ και μόνον προφανή δεν μπορεί να θεωρήσει κανείς την παραβίασή της.
Καθίσταται φανερό από το παραπάνω ότι το ΓΟΣΔ καταλείπει ένα περιθώριο στο πρόγραμμα να «διασωθεί» το πρόγραμμα και να επιτραπεί η συμμετοχή σε αυτό της γερμανικής ομοσπονδιακής τράπεζας, υπό την προϋπόθεση ότι η ΕΚΤ θα παράσχει μία εμπεριστατωμένη ανάλυση γιατί το PSPP δεν είναι δυσανάλογο προς τον επιδιωκόμενο στόχο της νομισματικής σταθερότητας, και δεν αποτελεί εισπήδηση στο πεδίο της οικονομικής πολιτικής που παραμένει στα χέρια των κρατών-μελών. Αν, βέβαια, η ΕΚΤ το πράξει, πράγμα καθόλου πιθανό, το ΓΟΣΔ θα έχει «νικήσει» σε συμβολικό επίπεδο νομικής δογματικής και πολιτικής, καθώς θα έχει αναγκάσει ένα ενωσιακό όργανο να ακολουθήσει τη νομολογία του· αν η ΕΚΤ δεν το πράξει, επιμένοντας ότι λογοδοτεί μόνον στο ευρωπαϊκό και όχι σε εθνικά Κοινοβούλια, θα χρεωθεί εκείνη –τουλάχιστον για κάποιους– το πρόβλημα που θα δημιουργηθεί. Το ΓΟΣΔ θεωρεί προφανώς ότι αυτό θα είναι μία win-win situation για το ίδιο και παίζει αυτό το blame game.
Το πιθανότερο είναι τις όποιες εξηγήσεις να ζητήσει όπως δικαιούται η Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Γερμανίας. Και να τις προωθήσει εκείνη στη γερμανική Κυβέρνηση και Ομοσπονδιακή Βουλή (Bundestag). Με άλλα λόγια, εφόσον το Δικαστήριο δεν επέλεξε να «σπάσει το σκοινί», αλλά απλώς να το «παρατεντώσει», τα υπεύθυνα πολιτικά όργανα μπορούν να σώσουν το παιχνίδι. Εκτός και αν το ΓΟΣΔ έχει σκοπό να επανέλθει για να ελέγξει εκ νέου το αν η Κυβέρνηση και η Βουλή ανέλαβαν πράγματι και πλήρως την ευθύνη τους για την ευρωπαϊκή ενοποίηση (Integrationsverantwortung). Αν δηλαδή επιλέξουν να δώσουν στη γερμανική δημοκρατία τη σφραγίδα των δικαστών, πέρα από την εθνική σφραγίδα που ήδη έβαλαν στην ευρωπαϊκή δημοκρατία.
Προδημοσίευση από: “Για μια Ενωμένη Ευρώπη” – 1o επετειακό τεύχος 06/2020, Περιοδική έκδοση του Σπιτιού της Ευρώπης στη Ρόδο
Η ακύρωση του Δήμου, ή έστω η αβεβαιότητα για την ικανότητα ενεργοποίησης του Δήμου συνεπάγεται την απίσχναση της Δημοκρατίας σε τέτοιο βαθμό που να ακυρώνει τον θεμελιακό χαρακτήρα του πολιτεύματος. Έτσι, όσο η εντροπία του α-πολιτικού επικρατεί, τόσο το δημοκρατικό ενεργειακό δυναμικό εξατμίζεται. Αυτό ίσως είναι ένα από τα διακυβεύματα των καιρών.
Η πανδημία του COVID-19 ανέδειξε και πάλι την αξία των θετικών επιστημών στην προσπάθεια αντιμετώπισης ενός τόσο μείζονος προβλήματος. Ανεξάρτητα πάντως από την παρούσα συγκυρία, οι θετικές επιστήμες χαίρουν ευρείας αναγνώρισης και αποδοχής ειδικά σε σχέση με τις ανθρωπιστικές επιστήμες και δη τη νομική, από την οποία πιστεύεται ότι απέχουν παρασάγγας. Αυτή η θέση βρίσκει απήχηση και μεταξύ των νομικών[1].
Ο λόγος έγκειται κυρίως στην πεποίθηση ότι τα πορίσματα των θετικών επιστημών είναι απότοκος επιστημονικών μεθόδων και παρατηρήσεων που εδράζονται σε φυσικούς ή λογικούς κανόνες και πάντως σε κανόνες, στους οποίους δεν επεμβαίνει ο επιστήμονας, επαληθεύονται δε κατά περίπτωση με την πειραματική μέθοδο. Αυτή η φαινομενική απουσία επέμβασης του ανθρώπινου παράγοντα κατά τη διεξαγωγή της επιστημονικής έρευνας δίνει στις θετικές επιστήμες μια αξιοπιστία που δεν αναγνωρίζεται στη νομική επιστήμη, στο πλαίσιο της οποίας ο ρόλος του ερμηνευτή του κανόνα δικαίου θεωρείται κρίσιμος, ίσως και καθοριστικός.
Ωστόσο, αρκετά συχνά τα πορίσματα των θετικών επιστημών δεν είναι αποτέλεσμα μιας καθαγιασμένης επιστημονικής διαδικασίας. Αντιθέτως, πολύ συχνά επηρεάζονται από την υποκειμενική κρίση και τις αποφάσεις των επιστημόνων σε τέτοιο βαθμό που τελικά μπορεί να θέσουν εν αμφιβόλω την ίδια την αξιοπιστία τους. Στο άρθρο αυτό θα προσπαθήσω να δείξω ότι, όταν ανακύπτουν αυτές οι επιστημονικές διαφωνίες, είναι αναγκαία η εξεύρεση πρακτικών λύσεων προς άρση του επιστημονικού αδιεξόδου. Και συνήθως αυτές οι πρακτικές λύσεις ερείδονται στους μηχανισμούς που μελετά κατ’ εξοχήν η επιστήμη του συνταγματικού δικαίου. Η συλλογιστική μου θα βασιστεί σε ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα[2] από το χώρο της φυσικής υψηλών ενεργειών[3], το οποίο εμφανίζει στοιχεία που απαντώνται και σε άλλους κλάδους των θετικών επιστημών.
Κατ’ αρχάς για την προσέγγιση του θέματος είναι σημαντικές κάποιες εισαγωγικές σκέψεις. Αυτό που καλούνται να κάνουν οι επιστήμονες κατά την εκπόνηση του έργου τους είναι να εξαγάγουν επιστημονικά συμπεράσματα. Για την εξαγωγή συμπερασμάτων κεντρικό ρόλο διαδραματίζει η ερμηνεία των πραγματικών δεδομένων που συλλέγονται κατά την έρευνα. Η ερμηνεία είναι μια κατ’ εξοχήν πράξη του ερμηνευτή, κατά την οποία αυτός παρατηρεί κάποια πραγματικά δεδομένα, τα οποία εντάσσονται στην έννοια των αποδείξεων και είναι σημαντικά για τον επιστημονικό σκοπό του, τα επεξεργάζεται και εξάγει από αυτά συγκεκριμένα τελικά συμπεράσματα. Τα τελικά συμπεράσματα ναι μεν προέρχονται από τα αρχικά δεδομένα, ωστόσο δεν ταυτίζονται με αυτά. Περαιτέρω, η ερμηνευτική αυτή διαδικασία λαμβάνει χώρα εντός μιας ερμηνευτικής κοινότητας, δηλαδή εντός ενός κύκλου προσώπων που ασχολούνται με το επιστημονικό αντικείμενο και έχουν – κατ’ αρχήν τουλάχιστον – τον ίδιο επιστημονικό σκοπό που είναι η εξεύρεση της επιστημονικής αλήθειας. Η έννοια της ερμηνευτικής κοινότητας δεν περιορίζεται αναγκαστικά σε άτομα που βρίσκονται ταυτόχρονα στον ίδιο χώρο και χρόνο, ωστόσο αυτό είναι το πλέον σύνηθες φαινόμενο. Η ερμηνευτική κοινότητα λειτουργεί καταλυτικά στην ερμηνευτική διαδικασία υπό την έννοια ότι για την εξαγωγή επιστημονικών συμπερασμάτων θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μέθοδοι και τεχνικές που είναι αποδεκτές στο πλαίσιο της κοινότητας. Αυτά τα δύο στοιχεία που εμφανίζονται κατά την εκπόνηση του επιστημονικού έργου, δηλαδή η ανάγκη ερμηνείας των επιστημονικών δεδομένων και η ανάγκη μιας κάποιου επιπέδου συμφωνίας μεταξύ των μελών της ερμηνευτικής κοινότητας σχετικά με τον ορθό τρόπο ερμηνείας, δημιουργούν τις συνθήκες για να δημιουργηθεί επιστημονική διαφωνία. Σε αυτό ακριβώς το σημείο αποκτά αξία η υπεισέλευση του συνταγματικού δικαίου ως επιστήμης που μελετά τον τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας και τους τρόπους επίλυσης των διαφορών μεταξύ των μελών της. Αυτές τις παρατηρήσεις θα πρέπει νομίζω να τις έχει κανείς υπόψη για το παράδειγμα που ακολουθεί.
Το 2000 στo κέντρο πυρηνικών ερευνών της Γενεύης της Ελβετίας ξεκίνησε το πείραμα HARP[4] για λογαριασμό του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Πυρηνική Έρευνα, του γνωστού CERN. Το πείραμα είχε ως σκοπό την άντληση δεδομένων και την εξαγωγή συμπερασμάτων που θα προέκυπταν από τη μελέτη της διαδικασίας παραγωγής αδρονίων. Τα συμπεράσματα του πειράματος θα χρησιμοποιούνταν στο μέλλον για τη δημιουργία ενός εργοστασίου νετρονίων που με τη σειρά του θα εξυπηρετούσε άλλους ερευνητικούς σκοπούς. Στη σύμπραξη του πειράματος συμμετείχαν συνολικά 108 συνεργάτες επιστήμονες με ενεργό ρόλο.
Το 2002 η διαδικασία συλλογής δεδομένων έλαβε τέλος. Συνολικά κατεγράφησαν περίπου 420.000.000 περιστατικά σχετικά με το αντικείμενο έρευνας. Το επόμενο βήμα ήταν η επεξεργασία των δεδομένων αυτών. Οι επιστήμονες σε αυτό το στάδιο θα έπρεπε να αναλύσουν τα δεδομένα προβαίνοντας σε μια υψηλού επιπέδου στατιστική ανάλυση στη βάση του συνολικού αριθμού των καταγραφέντων περιστατικών. Αυτό φαίνεται πως αποτελεί συνήθη πρακτική για τους επιστήμονες της φυσικής υψηλών ενεργειών, ιδίως σε πειράματα με τόσο μεγάλη συγκέντρωση πραγματικών δεδομένων. Στο συγκεκριμένο πείραμα μάλιστα η ανάγκη ανάλυσης των δεδομένων ήταν πιο επιτακτική λόγω ορισμένων συστηματικών σφαλμάτων που είχαν εντοπιστεί ήδη κατά το στάδιο συλλογής δεδομένων[5].
Σε αυτό ακριβώς το σημείο άρχισαν οι διαφωνίες μεταξύ των επιστημόνων. Σχεδόν 6 μήνες μετά την έναρξη της διαδικασίας επεξεργασίας των δεδομένων παρατηρήθηκαν δύο διαφορετικές προσεγγίσεις ως προς τον ορθό τρόπο ερμηνείας των δεδομένων που είχαν συλλεχθεί. Η διαφωνία μεταξύ των δύο τάσεων αφορούσε στις επιλεγείσες μεθόδους λογισμικού, βάσει των οποίων γινόταν η επεξεργασία δεδομένων, αλλά κυρίως στις επιστημονικές προτεραιότητες κατά την ανάλυση.
Η μέχρι τότε υπαρκτή αλλά άτυπη διαφωνία μεταξύ των επιστημόνων του HARP σχηματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 2003 επ’ ευκαιρία των εκλογών που έλαβαν χώρα εντός του πειράματος. Το ερώτημα που τέθηκε στις εκλογές ήταν αν θα επανεκλεγεί ή όχι ο μέχρι τότε εκπρόσωπος του πειράματος, Friedrich Dydak. Σημειωτέον ότι η θέση του εκπροσώπου είναι εξαιρετικά σημαντική σε πειράματα, όπως το HARP, καθώς ο εκπρόσωπος δεν περιορίζεται σε απλή δημοσιοποίηση των τεκταινόμενων στο πείραμα, αλλά κατά κανόνα δρα επιτελικά σε θέματα οργάνωσης και λειτουργίας καθορίζοντας εν πολλοίς τον τρόπο διεξαγωγής της επιστημονικής έρευνας. Όπως προανέφερα, ο κύριος λόγος[6] που αμφισβητήθηκε η ηγεσία του Dydak σχετιζόταν με τον ορθό τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων που συλλέχθηκαν στο πείραμα, ο δε Dydak δεν είχε κρατήσει ουδέτερη στάση στη διαμάχη, αλλά είχε λάβει σαφή θέση υπέρ της μιας εκ των δύο προσεγγίσεων. Τελικά, οι εκλογές κατέληξαν σε οριακό αποτέλεσμα. 53 κατά της καθαίρεσης του Dydak και 55 υπέρ.
Μετά από αυτό το αποτέλεσμα θα περίμενε κανείς η γραμμή του Dydak να εγκαταλειφθεί και η μειοψηφία να προσχωρήσει στις θέσεις της πλειοψηφίας σχετικά με τον ορθό τρόπο επεξεργασίας των πειραματικών δεδομένων. Ωστόσο, αυτό δεν συνέβη. 20 από τους 53 μειοψηφούντες αποφάσισαν να μην υπαναχωρήσουν από την αρχική τους θέση, αλλά να συνεχίσουν να την υπερασπίζονται ως τη μόνη ορθή. Έτσι, συνέστησαν μια ομάδα εντός του HARP που την ονόμασαν HARP CDP[7] με υπεύθυνο επικοινωνίας τον Dydak. Πλέον, στο HARP υπήρχαν δύο αντικρουόμενες ομάδες: η HARP CDP και αυτή που κατέληξε να ονομάζεται αργότερα OH[8], κάθε μία με τη δική της αντίληψη για το ποια είναι η σωστή ερμηνεία των πειραματικών δεδομένων.
Έκτοτε, η επιστημονική διαμάχη έλαβε ευρύτερες διαστάσεις. Στην αρχή, οι δυο ομάδες αντάλλασσαν εσωτερικά μέμο και e-mails, στα οποία η μια ισχυριζόταν ότι η προσέγγιση της άλλης ως προς την ερμηνεία των δεδομένων είναι εσφαλμένη. Στη συνέχεια, η διαμάχη μεταφέρθηκε εκτός HARP, καθώς τα δεδομένα, με τον τρόπο που τα επεξεργαζόταν η πλειοψηφία, διοχετεύονταν σε άλλες επιστημονικές μονάδες εντός του CERN προς περαιτέρω χρήση. Έτσι, η HARP CDP ενημέρωνε τις άλλες επιστημονικές ομάδες εντός του CERN ότι τα συμπεράσματα της OH είναι εσφαλμένα, καθώς βασίζονταν σε λανθασμένες διορθώσεις των δεδομένων που συλλέχθηκαν, και κατά τούτο δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για περαιτέρω επιστημονική έρευνα. Παράλληλα, η OH ξεκίνησε να δημοσιεύει τα συμπεράσματα του πειράματος κάνοντας χρήση προφανώς των δικών της διορθώσεων. Για κάθε δημοσίευση της OH η HARP CDP δημοσίευε μια αντίθετη, η οποία σε γενικές γραμμές ανέφερε τα λάθη της ανάλυσης των δεδομένων εκ μέρους της OH και καλούσε την επιστημονική κοινότητα να μην την λαμβάνει υπόψη λόγω του ότι η OH παραβίαζε τα αποδεκτά πρότυπα ποιότητας επιστημονικής έρευνας. Μετά από περίπου 2 χρόνια, αυτή η επιθετική τακτική της HARP CPD οδήγησε την OH στο να μην παραπέμπει στις δημοσιεύσεις της τα άρθρα της HARP CPD ως σχετική βιβλιογραφία. Κατ’ αποτέλεσμα, η HARP CDP κατηγόρησε την OH και για έλλειψη επιστημονικής ηθικής.
Τελικά, το 2007 το πρόβλημα είχε πάρει ευρύτατες διαστάσεις, καθώς η διαμάχη μεταξύ της OH και της HARP CDP συνεχιζόταν αδιάκοπα. Έτσι, με πρωτοβουλία του CERN και του τότε προεδρεύοντος στο CERN Ιταλικού Οργανισμού Πυρηνικής Φυσικής αποφασίστηκε να επιλυθεί οριστικά το ζήτημα. Συγκροτήθηκε έτσι ένα τρίτο, ανεξάρτητο επιστημονικό συμβούλιο με σκοπό να κρίνει τη βασιμότητα των ισχυρισμών των δύο πλευρών. Πράγματι, τα μέρη εισέφεραν ενώπιον του συμβουλίου τα στοιχεία που θεωρούσαν κρίσιμα, το συμβούλιο τα εξέτασε και αποφάνθηκε ότι η HARP CDP είχε προβεί στην ορθή επεξεργασία των δεδομένων του πειράματος, ενώ η OH όχι. Το συμβούλιο δηλαδή δικαίωσε τη μειοψηφία. Η απόφαση του συμβουλίου επικυρώθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο και από την συμβουλευτική επιτροπή SPSC[9] του CERN.
Θα περίμενε κανείς ότι κάπως έτσι η διαμάχη θα τελείωνε. Ωστόσο, αυτό δεν συνέβη. Η OH εξακολουθούσε να ελέγχει τα δεδομένα που προέρχονταν από το πείραμα υπό την έννοια ότι σε αυτήν εξακολουθούσε να εντάσσεται η συμπαγής πλειοψηφία των συνεργατών επιστημόνων του πειράματος, η οποία δεν είναι διατεθειμένη να συμμορφωθεί με την απόφαση των ανεξάρτητων οργάνων και να προσχωρήσει στις θέσεις της HARP CDP. Έτσι, ακόμη και σήμερα η διαμάχη είναι ενεργή και πρακτικά ανεπίλυτη. Η OH εξακολουθεί να δημοσιεύει μελέτες με βάση τα στοιχεία που τα μέλη της κρίνουν ως αξιόπιστα, η HARP CDP επιμένει να θεωρεί τις εν λόγω μελέτες ως επιστημονικά απαράδεκτες και να τις αμφισβητεί με επίκληση των δικών της στοιχείων. Μάλιστα, το ζήτημα είναι υπό αμφισβήτηση ακόμη και από υψηλόβαθμα στελέχη του CERN που δεν είναι μέλη του HARP, αλλά έχουν εποπτικό ρόλο. Ο νυν διευθυντής έρευνας του CERN αμφισβητεί την κρίση των ανεξάρτητων οργάνων που έκριναν επί της υπόθεσης και τα οποία ανήκουν στην οργανωτική δομή του ίδιου του CERN. Προς εκτόνωση της κρίσης ο διευθυντής έρευνας πρότεινε τη δημοσίευση όλων των μελετών που προκύπτουν από το HARP, είτε αυτές προέρχονται από την OH είτε από την HARP CDP, στην ιστοσελίδα του CERN, χωρίς την μέχρι τότε απαιτούμενη έγκριση εκ μέρους του πειράματος, δηλαδή των μελών της OH, και ανεξαρτήτως της προηγούμενης κρίσης του επιστημονικού συμβουλίου και της συμβουλευτικής επιτροπής SPSC. Αυτή η τακτική έχει επισύρει το μένος της HARP CDP, καθώς τα μέλη της θεωρούν ότι μια τέτοια επιλογή είναι αντιεπιστημονική, δεδομένου ότι ανεξάρτητα όργανα του ίδιου του CERN έχουν κρίνει και μάλιστα δύο φορές υπέρ της βασιμότητας των δικών της επιστημονικών πορισμάτων.
Έχω την αίσθηση ότι μέσα από αυτό το παράδειγμα εξάγονται σημαντικά συμπεράσματα σε σχέση με τον τρόπο λειτουργίας των θετικών επιστημών γενικότερα. Κατά την επιστημονική έρευνα είναι αναγκαία η συγκέντρωση δεδομένων και η μετέπειτα επεξεργασία τους. Σε αυτή τη διαδικασία είναι απαραίτητη σχεδόν πάντοτε η στατιστική ανάλυση, η οποία μπορεί να αποτελέσει μια εξαιρετικά περίπλοκη διαδικασία. Η διαδικασία της επεξεργασίας των δεδομένων αποτελεί μια γνήσια ερμηνευτική διαδικασία, στην οποία ο επιστήμονας καλείται να αποφασίσει ποια δεδομένα είναι σημαντικά και ποια όχι, ποιες μέθοδοι θα χρησιμοποιηθούν για την ερμηνεία αυτών των δεδομένων και τελικά με ποιο τρόπο από τα συγκεκριμένα δεδομένα θα εξαχθούν ασφαλή επιστημονικά πορίσματα. Σε όλη αυτή τη διαδικασία είναι λοιπόν καίριος ο ρόλος του επιστήμονα, αφού οι παραπάνω επιλογές απαιτούν μια ιεράρχηση προτεραιοτήτων, κατά την οποίο το υποκειμενικό στοιχείο προφανώς διαδραματίζει σημαντικό ρόλο. Αυτή η ένταση επιτείνεται ιδίως στις «δύσκολες υποθέσεις», δηλαδή σε περιπτώσεις, όπως αυτής του HARP, το οποίο αποτελεί ένα καινοφανές πείραμα για τα δεδομένα της φυσικής υψηλών ενεργειών με σημαντικά διακυβεύματα. Σε αυτό το στάδιο της επιστημονικής έρευνας είναι λοιπόν εύλογο να ανακύψουν διαφωνίες μεταξύ των επιστημόνων, για την επίλυση των οποίων η ίδια η επιστήμη φαίνεται να μην επαρκεί. Έτσι, για την εξεύρεση βιώσιμων πρακτικών λύσεων οι επιστήμονες στρέφονται – προφανώς ακούσια – σε δύο κλασικά εργαλεία για την επίλυση των διαφορών μεταξύ των κοινωνών: τις εκλογές και την προσφυγή σε ανεξάρτητα όργανα, τρίτα σε σχέση με τα εμπλεκόμενα μέρη. Για την αποτελεσματική λειτουργία και την καλύτερη κατανόηση αυτών των μηχανισμών είναι επομένως εξαιρετικά χρήσιμα τα πορίσματα της επιστήμης που τα μελετά κατ’ εξοχήν, δηλαδή της επιστήμης του συνταγματικού δικαίου.
Μπορεί να υποστηριχθεί εύλογα νομίζω πως όσα ισχύουν στην περίπτωση του HARP αφορούν στο σύνολο των θετικών επιστημών για τον εξής λόγο: Όλοι οι επιστήμονες αναγκάζονται να προβούν σε μια διαδικασία ερμηνείας των δεδομένων που συνέλεξαν κατά τη διάρκεια της έρευνάς τους. Η ερμηνεία αυτή βασίζεται κατά κόρον στη μέθοδο της στατιστικής ανάλυσης, στην οποία εμφιλοχωρεί, όπως προεκτέθηκε, το υποκειμενικό στοιχείο σε μεγάλο βαθμό, γεγονός που επηρεάζει την αξιοπιστία της. Το συμπέρασμα αυτό δεν είναι καινοφανές. Ήδη από το 2005 υποστηρίζεται[10] σοβαρά ότι μεγάλο ποσοστό δημοσιευμένων επιστημονικών μελετών πάσχει αναξιοπιστία ακριβώς για τον λόγο που προαναφέρθηκε. Αλλά και σε πρόσφατες μελέτες τεκμηριώνεται[11],[12] ικανοποιητικά το γεγονός ότι η εσφαλμένη στατιστική ανάλυση είναι μια από τις κυριότερες αιτίες για την αναξιοπιστία των πορισμάτων των θετικών επιστημών, η οποία μάλιστα εξίκνειται μέχρι του σημείου μεγάλο ποσοστό των δημοσιευμένων επιστημονικών μελετών να μην είναι δυνατό να επαληθευτούν ως ορθές. Έτσι, παραδείγματος χάριν, στο πεδίο των καρκινικών μελετών μόνο 6 από τις 53 πιο σημαντικές έρευνες του πεδίου ήταν δυνατό να επαληθευτούν με τα ίδια αποτελέσματα[13], στο πεδίο των φαρμάκων σχεδόν 75% των δημοσιευμένων μελετών δεν μπορούσαν να επαναληφθούν με επιτυχία[14] και ούτω καθεξής. Άρα, τα προβλήματα που ανέκυψαν στο πλαίσιο του HARP αφορούν αναμφίβολα και άλλους κλάδους των θετικών επιστημών.
Κατά τη διαδικασία της επίλυσης διαφωνιών μεταξύ των επιστημόνων φαίνεται λοιπόν ότι οι θετικές επιστήμες προσφεύγουν άθελα τους στους μηχανισμούς που μελετά το συνταγματικό δίκαιο. Ωστόσο, θεωρώ ότι η σημασία του συνταγματικού δικαίου δεν περιορίζεται στα ζητήματα των εκλογών ή των τρίτων ανεξάρτητων οργάνων που δρουν εν είδει δικαστηρίου. Το ζήτημα των διαφωνιών μεταξύ των μελών της επιστημονικής κοινότητας φαίνεται να σχετίζεται έντονα με το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση. Είναι σύνηθες το φαινόμενο να μην επιτρέπεται στα μέλη των επιστημονικών ομάδων να εκφράσουν την άποψή τους σε σχέση με τα δεδομένα της έρευνας, τουλάχιστον χωρίς την προηγούμενη έγκριση από κάποιο αρμόδιο όργανο, όπως συνέβαινε μέχρι πρόσφατα στο HARP. Σχετικό είναι και το προνόμιο της «πρώτης δημοσίευσης», το οποίο πρακτικά απαγορεύει σε κάθε τρίτο σε σχέση με την έρευνα να κάνει χρήση των δεδομένων που συλλέχθηκαν σε αυτήν πριν οι ίδιοι οι ερευνητές προβούν σε μια πρώτη δημοσίευση επί του θέματος. Ακόμη, φαίνεται να είναι συναφής η διαδικασία δημοσίευσης επιστημονικών άρθρων, η οποία περιλαμβάνει απαραίτητα την αξιολόγηση του προς δημοσίευση άρθρου από μια επιστημονική επιτροπή, η οποία αποφασίζει κατ’ αρχήν με επιστημονικά κριτήρια, χωρίς όμως να είναι σαφή τα συγκεκριμένα όρια της εξουσίας της, ιδίως ενόψει του ότι οι σχετικές αποφάσεις της δεν απαιτείται να είναι αιτιολογημένες. Όλα αυτά τα φαινόμενα έχουν σαν αποτέλεσμα να περιορίζεται εν τοις πράγμασι η δυνατότητα έκφρασης διαφωνιών, άρα και η ανάπτυξη ενός υγιούς και δυναμικού επιστημονικού διαλόγου. Σε αυτό το επίπεδο το συνταγματικό δίκαιο θα μπορούσε να αποτελέσει πολύτιμο εργαλείο για την επαναξιολόγηση της υφιστάμενης κατάστασης.
Η διεξαγωγή εκλογών, η προσφυγή σε τρίτα ανεξάρτητα όργανα και η θωράκιση των δικαιωμάτων έκφρασης των επιστημόνων είναι μερικοί από τους τρόπους, με τους οποίους μπορεί να επιλυθούν οι επιστημονικές διαφωνίες και να οδηγηθούμε τελικά πιο κοντά στην επιστημονική αλήθεια, η οποία θα είναι μοιραία ελλειμματική όσο ο ανθρώπινος παράγοντας θα εμφιλοχωρεί στη διαδικασία εξεύρεσής της. Σε αυτή τη διαδικασία το συνταγματικό δίκαιο φαίνεται να μπορεί να εισφέρει χρήσιμα πορίσματα για να γίνουν πιο ξεκάθαρες και αποτελεσματικές αυτές οι – ούτως ή άλλως ατελείς – διαδικασίες επίλυσης διαφορών. Υπ’ αυτή την έννοια, ίσως τελικά το συνταγματικό δίκαιο να μην απέχει από τις θετικές επιστήμες τόσο πολύ όσο νομίζουμε.
[1] Από τις πλέον πρόσφατες τοποθετήσεις το άρθρο του Ομότιμου Καθηγητή Ν. Αλιβιζάτου με τίτλο Οι επιστημονικές διαφωνίες σε ώρα κρίσης, Καθημερινή (13-04-2020), διαθέσιμο στο σύνδεσμο https://www.kathimerini.gr/1073559/article/epikairothta/politikh/oi-episthmonikes-diafwnies-se-wra-krishs.
[2] Το παράδειγμα ανέκυψε από τον Christopher Rogan στο πλαίσιο του μαθήματος «On The Nature of Evidence» της Νομικής Σχολής του Harvard με διδάσκοντες τους Barry Mazur και Noah Feldman. Από το υλικό του μαθήματος προέκυψε και η βασική ιδέα του άρθρου. Η έκθεση των γεγονότων του παραδείγματος Που ακολουθεί προκύπτει κατά κύριο λόγο από τα δημοσίως προσβάσιμα αρχεία της HARP CDP στο σύνδεσμο https://harp-cdp.web.cern.ch/ και το άρθρο του PhysicsWorld.com με τίτλο Particle Feud goes Public που δημοσιεύτηκε στις 24-09-2009, διαθέσιμο στο σύνδεσμο https://physicsworld.com/a/particle-feud-goes-public/.
[3] Αλλιώς σωματιδιακής φυσικής.
[4] Για την ακρίβεια το πείραμα ονομάζεται Hadron Production Experiment HARP (PS214).
[5] Το βασικό πρόβλημα εντοπιζόταν στο «time projection chamber» του πειράματος που επηρεάζει τις θέσεις και την ταχύτητα των προϊόντων σύγκρουσης των υποσωματιδίων που μελετώνται. Το πρόβλημα δημιουργήθηκε λόγω της βεβιασμένης χρησιμοποίησης του «time projection chamber». Ενώ υπό κανονικές συνθήκες χρειάζονταν 3 με 4 χρόνια προετοιμασίας πριν τη χρήση του «time projection chamber», στο πλαίσιο του HARP η χρήση του ξεκίνησε περίπου 1,5 χρόνο μετά την έγκριση του πειράματος και μάλιστα μετά από σχετική έγκριση του CERN.
[6] Προφανώς η αμφισβήτηση του Dydak ενδέχεται να σχετιζόταν και με άλλους παράγοντες (κοινωνιολογικούς, οικονομικούς κτλ), αλλά είναι σαφές ότι η κύρια πηγή αντιπαράθεσης αφορούσε στην ερμηνεία των δεδομένων του πειράματος.
[7] HARP CERN-Dubna-Protvino.
[8] Original HARP.
[9] Super Proton Synchrontron Committee.
[10] John Ioannidis – Why Most Published Research Findings Are False, PLOS Medicine 2(8): e124 (2005), διαθέσιμο στο σύνδεσμο https://doi.org/10.1371/journal.pmed.0020124.
[11] How Science Goes Wrong, The Economist (21-10-2013), διαθέσιμο στο σύνδεσμο https://www.economist.com/leaders/2013/10/21/how-science-goes-wrong.
[12]Unreliable Research – Trouble at the Lab, The Economist (18-10-2013), διαθέσιμο στο σύνδεσμο https://www.economist.com/briefing/2013/10/18/trouble-at-the-lab.
[13] In Cancer Science Many “Discoveries” Don’t Hold Up, Reuters (28-03-2012), διαθέσιμο στο σύνδεσμο https://www.reuters.com/article/us-science-cancer-idUSBRE82R12P20120328
[14] Prinz, Schlange, Asadullah – Believe It or Not: How Much Can We Rely on Published Data on Potential Drug Targets? Nature Reviews Drug Discovery 10, 712 (2011).