Category Archives: ΜΕΛΕΤΕΣ – ΑΡΘΡΑ

Η αρχιτεκτονική της ευρωπαϊκής δημοκρατίας, σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λισαβόνας

Λίνα Παπαδοπούλου, Επ Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου, Τμήμα Νομικής ΑΠΘ

Στη μελέτη παρατίθενται ευσύνοπτα και σχλιάζονται κριτικά οι νέες ρυθμίσεις του δεύτερου τίτλου της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση που αφορούν στις «Διατάξεις περί δημοκρατικών αρχών». Ο τίτλος αυτός περιλαμβάνει μια σειρά διαφορετικών μεταξύ τους διατάξεων, κοινός άξονας των οποίων είναι η δημοκρατική νομιμοποίηση και ο έλεγχος της ευρωπαϊκής εξουσίας, εξού και χαρακτηρίστηκε ως «ανομοιογενής… Read More »

Κοινωνικά Δικαιώματα, αναλογικότητα και δημοσιονομική κρίση. Θεωρητικές επισημάνσεις επ΄ευκαιρία την ΣτΕ 668/2012

Ξενοφώντας Κοντιάδης και Αλκμήνης Φωτιάδου

Κοινωνικά Δικαιώματα, αναλογικότητα και δημοσιονομική κρίση. Θεωρητικές επισημάνσεις επ΄ευκαιρία την ΣτΕ 668/2012 Για να διαβάσετε το άρθρο πατήστε στο εικονίδιο του pdf.

Η πρωταρχικότητα του Αστικού Δικαίου έναντι του Συνταγματικού, (Βιβλιοκρισία του βιβλίου του Ιωάννη. Καράκωστα, το «Δίκαιο της Προσωπικότητας», Νομική Βιβλιοθήκη, 2012)

Του Αντώνη Μανιτάκη Ομότιμου καθηγητή Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Με αφορμή το βιβλίο του Ι. Καράκωστα, το Δίκαιο της Προσωπικότητας, ο καθηγητής Αντώνης Μανιτάκης, διατυπώνει σκέψεις για την ουσιαστική σχέση Αστικού και Συνταγματικού Δικαίου, τονίζοντας την πρωταρχικότητα του αστικού δικαίου έναντι του Συνταγματικού στη διαμόρφωση των εννόμων σχέσεων και των νομικών εννοιών γενικά, πέρα και ανεξάρτητα από την τυπική, ιεραρχική ανωτερότητα του Συνταγματικού.

Η αρχή «nullum crimen nulla poena sine lege» ως συνταγματικός κανόνας δικαίου (άρ. 7 § 1 εδ. α΄ Συντ.) (Τυπική παραγωγή και δογματική ανάλυση στο πλαίσιο ενός θεωρητικού μοντέλου).

Του Κωνσταντίνου Τσίνα

Η αρχή «nullum crimen nulla poena sine lege» ως συνταγματικός κανόνας δικαίου (άρ. 7 § 1 εδ. α΄ Συντ.) (Τυπική παραγωγή και δογματική ανάλυση στο πλαίσιο ενός θεωρητικού μοντέλου). Για να διαβάσετε το άρθρο πατήστε στο εικονίδιο του pdf.

Τα συνταγματικά ζητήματα του Μνημονίου ενόψει μοιρασμένης κρατικής κυριαρχίας και επιτηρούμενης δημοσιονομικής πολιτικής

Αντώνη Μανιτάκη, Ομ. Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ, πρ. Υπουργού

Στην εκτενή μελέτη του ο καθηγητής Μανιτάκης αναλύει τα συνταγματικά ζητήματα του Μνημονίου και της δανειακής σύμβαση που υπέγραψε η Ελλάδα τον Μάϊο του 2010. Υποστηρίζει ότι το Μνημόνιο, ως άτυπη διεθνή συμφωνία, προγραμματικού χαρακτήρα, που δεν περιέχει κανόνες δικαίου, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 28 παρ.2 και 3Σ και 36 παρ. 2Σ και άρα δεν χρειάζεται κύρωση για να αποκτήσει δεσμευτική ισχύ ούτε μπορεί για τον ίδιο λόγο να επιφέρει νομικούς περιορισμούς στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας. Κύρωση με νόμο δεν απαιτείται ούτε για τη δανειακή σύμβαση, αν ακολουθηθεί η πάγια συνταγματική πρακτική, σύμφωνα με την οποία δεν κυρώνονται από τη Βουλή οι δανειακές συμβάσεις. Ωστόσο, η συγκεκριμένη δανειακή σύμβαση θα έπρεπε να είχε κυρωθεί με νόμο, επειδή επάγεται, έστω και έμμεσα, φορολογικές επιβαρύνσεις ή βάρη στα δημοσιονομικά του κράτους. Το ίδιο θα πρέπει να γίνει και με την νέα δανειακή σύμβαση, όποια μορφή και αν πάρει αυτή. Η κύρωσή της γίνεται με βάση το άρθρο 36 παρ. 2Σ και αρκεί απλή πλειοψηφία των βουλευτών. Ως προς το ζήτημα της εθνικής κυριαρχίας υποστηρίζεται ότι οι περιορισμοί της έχουν επέλθει, ούτως ή άλλως από τις ευρωπαϊκές συνθήκες και είναι συνέπεια της ένταξής μας στην Ευρωζώνη και της παραίτησής μας από την νομισματική κυριαρχία. Οι δε περιορισμοί στην διαμόρφωση και άσκηση της δημοσιονομικής μας πολιτικής είναι και αυτοί απόρροια του Συμφώνου Σταθερότητας, που έχουμε υπογράψει και των δημοσιονομικών διατάξεων περί δημοσιονομικής πειθαρχίας και περιορισμένου ελλείμματος της Συνθήκης της Λισαβόνας. Το ίδιο ισχύει και για την δημοσιονομική επιτήρηση της Ελλάδος από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Συμβούλιο. Ως προς το δημοσιονομικό πρόγραμμα του Μνημονίου και των νομοθετικών μέτρων που έχουν ληφθεί κατ΄ εφαρμογήν του, η Κυβέρνηση έχει αναλάβει εξ ολοκλήρου την πολιτική και κοινοβουλευτική ευθύνη των μέτρων, ενώ τα ίδια τα μέτρα μπορούν να κριθούν ως προς την συνταγματικότητα τους από τα ελληνικά και ευρωπαϊκά δικαστήρια. Η διαφωνία, και μάλιστα ριζική που ενδεχομένως έχει κανείς με την νεοφιλελεύθερη, στυγνή, άδικη και αδιέξοδη αυτή δημοσιονομική πολιτική, σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο, δεν μπορεί και δεν πρέπει να επηρεάζει την κρίση ενός ερμηνευτή του Συντάγματος, που οφείλει να ερμηνεύει το Σύνταγμα και σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις της Ελλάδος. Η αλλαγή οικονομικής πολιτικής στην Ευρώπη είναι το ζητούμενο και αυτή δεν επιτυγχάνεται με έωλες συνταγματικές ερμηνείες, αλλά με πολιτική αντιπαράθεση και με πολιτικά και όχι πλέον με συνταγματικά επιχειρήματα.

‘Μεγάλη πολιτική’ και ασθενής δικαστικός έλεγχος. Συνταγματικά ζητήματα και ζητήματα συνταγματικότητας στο ‘Μνημόνιο’

Του Ακρίτα Καϊδατζή, Λέκτορας Συνταγματικού Δικαίου στο Τμήμα Νομικής Α.Π.Θ.

Σε περιόδους κρίσης τείνει να μειώνεται η ένταση του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των μέτρων που λαμβάνει η πολιτική εξουσία. Αυτό δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι το Σύνταγμα χάνει τη σημασία του για τις υιοθετούμενες δημόσιες πολιτικές. Σημαίνει όμως ότι η τήρηση του Συντάγματος δεν διασφαλίζεται τόσο στις δικαστικές αίθουσες όσο μάλλον στο πεδίο της πολιτικής. Το Μνημόνιο θέτει μείζονα συνταγματικά ζητήματα, που δεν μπορούν όλα να τεθούν σε δικαστική κρίση ως ζητήματα (αντι)συνταγματικότητας. Με την απόφαση ΣτΕ (Ολ.) 668/2012 απορρίφθηκαν με ευρεία πλειοψηφία, αλλά και με αξιοπρόσεκτες μειοψηφίες, οι αιτήσεις ακυρώσεως στη λεγόμενη ‘δίκη του Μνημονίου’. Η απόφαση αφήνει να διαφανούν ενδιαφέρουσες τάσεις του δικαστικού ελέγχου (έλεγχος της αιτιολόγησης και των συνεπειών των νομοθετικών επιλογών), ωστόσο τα σημαντικότερα συνταγματικά ζητήματα παραμένουν ανοικτά ως πολιτικά ζητήματα.

The judicial treatment of the conflicts between trade union rights and economic freedoms in EU legal order: a critical analysis of the ECJ rulings in Laval and Viking cases

Eftychia Achtsioglou

Οι αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε.) στις υποθέσεις Laval και Viking έχουν προσελκύσει και ακόμη προσελκύουν έντονο ενδιαφέρον, καθώς αγγίζουν τον πυρήνα του προβληματισμού, που διέπει τη ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η μελέτη επιχειρεί να σχολιάσει τις αποφάσεις Laval και Viking από τη σκοπιά τόσο του εργατικού όσο και του συνταγματικού δικαίου. Παρουσιάζονται κριτικά τα βασικά επιχειρήματα του Δικαστηρίου και εντοπίζονται οι ανακολουθίες και αντιφάσεις του δικανικού συλλογισμού. Η προσοχή της συγγραφέως εστιάζεται στη μεθοδολογία που ακολούθησε το Δικαστήριο, καθώς και στις γενικές θεωρητικές – δικαιικές παραδοχές που διέπουν παρόμοιες αποφάσεις. Υποστηρίζεται ότι και στις δύο σχολιαζόμενες αποφάσεις κυριάρχησε η διπολική, τυπική, λογική «κανόνας – εξαίρεση», στην οποία η οικονομική ελευθερία λογίζεται ως κανόνας και τα συνδικαλιστικά δικαιώματα ως εξαίρεση. Υπογραμμίζεται ότι ο δικανικός συλλογισμός οργανώθηκε στη βάση μιας τυπικής προσέγγισης, η οποία, αφενός είναι ακατάλληλη για την αντιμετώπιση σχετικών δικαιικών αντιπαραθέσεων και, αφετέρου, υποθάλπει μια προβληματική, προ-ερμηνευτική, αποδοχή που στηρίζει μια αφηρημένη αξιακή ιεράρχηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων από την πλευρά του Δικαστηρίου).

Ο πολιτικός δικαστής αντιμέτωπος με την αναλογικότητα κατά τον αναιρετικό έλεγχο της εύλογης χρηματικής αποζημίωσης

Της X. M. Aκριβοπούλου

Το κείμενο που ακολουθεί συνιστά αναδημοσίευση από τον Τιμητικό Τόμο Πέτρου Παραρά (Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 2012) και εξετάζει το ζήτημα τη δέσμευση των πολιτικών δικαστηρίων ουσίας αλλά και του Αρείου Πάγου κατά τον αναιρετικό έλεγχο από την αρχή της αναλογικότητας. Με άξονα τον προσδιορισμό του εύλογου χαρακτήρα αποζημίωσης για μη περιουσιακή ζημία, ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη προσεγγίζεται η αρεοπαγιτική νομολογία, η οποία απορρίπτει τη δυνατότητα ελέγχου της εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας σε τέτοιες περιπτώσεις, αποδεσμεύοντας ουσιαστικά τα κατώτερα πολιτικά δικαστήρια από την τήρησή της. Σε ένα πρώτο επίπεδο, το κείμενο προσεγγίζει ερμηνευτικά το άρθρο 25 §1, εδάφιο γ΄ Σ, όπου κατοχυρώνεται συνταγματικά η αρχή της αναλογικότητας, επιχειρώντας να προσδιορίσει το πλαίσιο των υποχρεώσεων που είναι δυνατόν να θεμελιώσει έναντι των πολιτικών δικαστηρίων ουσίας αλλά και έναντι του Αρείου Πάγου κατά τον αναιρετικό έλεγχο. Κατά δεύτερο λόγο, εξετάζεται το ζήτημα της έμμεσης εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας στο ιδιωτικό δίκαιο, με επίκεντρο τόσο το αίτημα της αυτοτέλειας του ιδιωτικού δικαίου όσο και τον αναγκαίο μετασχηματισμό που η αρχή της αναλογικότητας υφίσταται κατά την εφαρμογή της στην πολιτική δίκη. Σε ένα τρίτο επίπεδο, στο κείμενο που ακολουθεί επιχειρείται η αναλυτική προσέγγιση των τριών επιμέρους σταδίων εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας (προσφορότητα-καταλληλότητα, αναγκαιότητα-ηπιότητα, αναλογικότητα με τη στενή έννοια), προκειμένου να υποστηριχθεί ο πρωτίστως κανονιστικός και όχι ουσιαστικός χαρακτήρας της αρχής. Τέλος και αντί συμπεράσματος, παρουσιάζεται η ορθολογική θεωρία εφαρμογής της αναλογικότητας του Robert Alexy, γνωστή και ως weight formula, με την οποία επιχειρείται μια μεθοδολογική και φιλοσοφική απάντηση έναντι των ενστάσεων περί υποκειμενισμού και ανορθολογικότητας κατά την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, προκειμένου να αναζητηθεί και η αναγκαιότητα της εφαρμογής της στην αναιρετική πολιτική δίκη.

Οι συμβιωτικοί και συγγενικοί δεσμοί στη Νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Του Χρήστου Παπαστυλιανού

(Η μελέτη αποτελεί αναδημοσίευση από τον Συλλογικό τόμο στη Μνήμη της Γιώτας Κραβαρίτου, Εκδ. Σάκκουλα 2012). Ένα σημαντικό κομμάτι των ακαδημαϊκών ενδιαφερόντων της Γιώτας Κραβαρίτου, περιστράφηκε γύρω από το ζήτημα των δεσμών που αναπτύσσουν τα άτομα μεταξύ τους και της σχέσης τους με το δίκαιο. Σύμφωνα με την άποψη που έχει διατυπώσει, στο έργο της οι κανόνες δικαίου αναγνωρίζουν και ταυτόχρονα δημιουργούν δεσμούς. Η συγκεκριμένη θεώρηση μπορεί να ανιχνευθεί και στο σώμα των αποφάσεων του ΕΔΔΑ σχετικά με την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή. Το Δικαστήριο με μια σειρά αποφάσεων έχει αναγνωρίσει ότι οι προσωπικοί, κοινωνικοί και οικονομικοί δεσμοί που αναπτύσσουν τα άτομα, αποτελούν εξίσου με την ιθαγένεια θεμέλιο δικαιωμάτων, ο σεβασμός των οποίων αποτελεί υποχρέωση των κρατών που έχουν κυρώσει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αναγνωρίζοντας με αυτό τον τρόπο ότι υπάρχουν διαφορετικά είδη δεσμών που επιτρέπουν διαφορετικούς βαθμούς ένταξης σε μια πολιτική κοινότητα. Σε μερικές περιπτώσεις η ερμηνεία από το ΕΔΔΑ, της διάταξης του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ [προστασία της ιδιωτικής & οικογενειακής ζωής] έχει διευρύνει το κανονιστικό εύρος των ανωτέρω όρων, περιλαμβάνοντας στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή και τους συμβιωτικούς δεσμούς που αναπτύσσει κάποιος/α εξαιτίας της εγκατάστασης της/του σε συγκεκριμένο τόπο. Η συγκεκριμένη νομολογία εκφράζει μια αλλαγή παραδείγματος ως προς την πρωτοκαθεδρία που έχει η ιθαγένεια στο εθνικό δίκαιο, σχετικά με τον προσδιορισμό των υποκειμένων στα οποία αναγνωρίζεται η ιδιότητα του φορέα δικαιωμάτων. Το γεγονός της διαμονής σε ένα συγκεκριμένο τόπο και για κάποιο χρονικό διάστημα θεμελιώνει, πλέον υπό προϋποθέσεις, δικαιώματα που εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο της Συνθήκης, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια του υποκειμένου. Οι δεσμοί που δημιουργούν τα άτομα εξαιτίας της εγκατάστασης τους σε ένα τόπο και των βιοτικών δραστηριοτήτων που αναπτύσσουν, σταθμίζονται, και κατά περίπτωση μπορούν να αναδειχθούν υπέρτεροι των οικογενειακών δεσμών ή των δεσμών της ιθαγένειας.

Το άδοξο τέλος της Μεταπολίτευσης και οι όροι ανάδυσης μιας νέας μεταπολιτευτικής περιόδου

του Αντώνη Μανιτάκη

Ο συγγραφέας αναζητά, ξεκινώντας από την υπόθεση ότι η Μεταπολίτευση έφτασε στο τέλος της, τα θεσμικά χαρακτηριστικά της νέας μεταπολιτευτική περιόδου, Τα εντοπίζει στο παγκοσμιοποιημένο και ευρωζωνικό πολιτικο-οικονομικό περιβάλλον, τα οποία θεωρεί συστατικό στοιχείο της νέας περιόδου. Υπογραμμίζει ως πρώτο χαρακτηριστικό την τριπλή εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας, -διεθνή, ευρωπαϊκή και αγοραία- και τονίζει το νέο ρόλο του κράτους και της κυριαρχίας. Η ένταξη της ελληνικής οικονομίας στο Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα επικαθορισμού της νέας περιόδου, η οποία διανύεται σε συνθήκες διαδικτυομένης παγκόσμια κρατικής κυριαρχίας και διεθνούς οικονομικής αστυνόμευσης (πειθάρχησης) των υπερχρεωμένων κρατών. Στην ελληνική επικράτεια είναι έκδηλη η πλήρης απαξίωση του μετα-πολιτευτικού πολιτικού και κοινωνικού παραδείγματος εν μέσω όμως σταθερού κοινοβουλευτικού πολιτεύματος και αυτό είναι αξιοπρόσεκτο. Μια βαθειά κρίση εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας χαρακτηρίζει το αντιπροσωπευτικό σύστημα και τους αντιπροσωπευτικού θεσμούς. Καθρεπτίζεται στη σχέση αντιπροσώπευσης εκλογέως και βουλευτή. Η απονομιμοποίηση των αντιπροσωπευτικών θεσμών δεν φαίνεται ωστόσο να θίγει τόσο το θεσμό της πολιτικής αντιπροσώπευσης όσο τη λειτουργία της και τους φορείς της. Η αποκατάσταση της σχέσης εμπιστοσύνης περνά αναγκαστικά από την θεαματική, θεσμική και ηθικο-πολιτική, αναδιάρθρωση της σχέσης αντιπροσώπευσης.

Το νομικό καθεστώς των ανιθαγενών

Ζωή Παπασιώπη-Πασιά Καθηγήτρια Νομικής ΑΠΘ

Εναυσμα για το παρόν άρθρο έδωσε, καταρχήν, η απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου της Θεσσαλονίκης (Τμ ΙΑ΄) 782/2009 (αδημ.), όπως και κάποιες υποθέσεις που απασχολούν την ελληνική Διοίκηση αναφορικά με την πιστοποίηση και τακτοποίηση ορισμένων ατόμων, που δεν έχουν ιθαγένεια ή έστω που δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί η ιθαγένειά τους. Μία έλλειψη που θα σκεφτόταν κάποιος πως είναι εξαιρετικά απίθανο να συμβαίνει στην εποχή μας, κάτι που όμως δεν είναι καθόλου σπάνιο να επισυμβεί ακόμη και σήμερα, ενώ στο πρόσφατο παρελθόν και η ίδια η χώρα μας δημιούργησε απάτριδες με το να αφαιρέσει μονομερώς (ακούσια απώλεια) την ελληνική ιθαγένεια από ορισμένα άτομα.Τα προβλήματα που δημιουργούνται για τα άτομα ‘χωρίς πατρίδα’, δηλαδή τους ανιθαγενείς ή απάτριδες είναι πολλά και κυρίως, είναι προβλήματα που αγγίζουν αφενός το νομικό τους καθεστώς και, αφετέρου το καθεστώς της προσωπικής τους κατάστασης ως προς το δίκαιο που πρέπει να εφαρμόζεται σε αυτούς, αφού στερούνται ιθαγένειας.

Η διαβούλευση ως φιλοσοφική θεωρία της δημοκρατίας (Κανονιστικές, διαδικασιακές και κριτικές όψεις)

του Σπύρου Μακρή

1.Διαβούλευση, πολιτική φιλοσοφία και δημοκρατική θεωρία. 2. Ελευθεριακές και νεο-διαφωτιστικές φιλοσοφικές θεωρίες της διαβούλευσης. 3. Δημοκρατικό έλλειμμα και διαβουλευτικοί θεσμοί. 4. Ριζοσπαστικές και ρεπουμπλικανικές κριτικές της διαβουλευτικής δημοκρατίας.5. Μερικά συμπεράσματα.ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ της δεκαετίας του 1990, στα πλαίσια της κατάρρευσης του διπολισμού και του τέλους του Ψυχρού Πολέμου (1992 και εντεύθεν), συντε-λείται στο πεδίο της δημοκρατικής πολιτικής θεωρίας και φιλοσοφίας, κανονιστικής ή δεοντολογικής και περιγραφικής ή εμπειρικής, μία εκτενής και ενδελεχής συζήτηση περί της φύσης και του περιεχομένου της φιλελεύθερης δημοκρατίας, η οποία έχει πλέον πολιτογραφηθεί στις τάξεις των ειδικών μελετητών ως διαβουλευτική στροφή (the deliberative turn) (Dryzek 2004:145). Η θεματολογία της διαβουλευτικής στροφής εστιάζεται κυρίως στην έννοια της διαβουλευτικής δημοκρατίας και εντάσσεται στο στοχαστικό πλαίσιο μίας ευρύτερης φιλοσοφικής και θεωρητικής αναζήτησης, η οποία αφορά ουσιαστικά στη νομιμοποιητική ναβάθμιση και δη στη συμμετοχική εμβάθυνση της σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας και συνδέεται με μία σειρά από συναφείς στοχοθεσίες και αντιλήψεις, όπως είναι για παράδειγμα η ρεπουμπλικανική στροφή, η κοινοτιστική στροφή κ.ο.κ.

Η βιοτική αυτοτέλεια, ως ratio και κανονιστικός πυρήνας των κοινωνικών δικαιωμάτων

Του Στέργιου Μήτα. Υποψήφιου Διδάκτορα Φιλοσοφίας του Δικαίου Α.Π.Θ.

[Προκαταρκτικά, το κείμενο καλεί σε επανεξέταση δύο κοινότοπων διδασκαλιών της θεωρίας δικαιωμάτων: αφενός, ότι τα δικαιώματα διαιρούνται αυστηρώς αναλυτικά σε ατομικά, κοινωνικά και πολιτικά˙ αφετέρου, ότι ειδικά τα κοινωνικά υπολείπονται κανονιστικά των άλλων. Αποπειράται να απαντήσει, για το μεν πρώτο, ότι η διάκριση ανταποκρίνεται σε μια τρίπτυχη κατανόηση της ανθρώπινης αυτονομίας, συνεπώς ο ίδιος ο λόγος της διάκρισης των δικαιωμάτων συναποτελεί κριτήριο συνεξάρτησής τους. Ως προς το δεύτερο, συνομιλεί κριτικά ιδίως με την άποψη ότι η δημοσιονομική συνθήκη ικανοποίησης των κοινωνικών δικαιωμάτων τα καθιστά από κανονιστικά εύπλαστα έως και ασθενή. Προτείνει τη «βιοτική αυτοτέλεια» ως δικαιολογητική ιδέα και ταυτόχρονα κανονιστικό περιεχόμενο των κοινωνικών δικαιωμάτων: παραδοχή που όχι μόνο δεν είναι δυνατόν να διακυβεύεται υπό την εκάστοτε δημοσιονομική συγκυρία, αλλά αντιθέτως αποτελεί παράμετρο αντιμετώπισης και αποτίμησής της.]

Γιατί το Σύνταγμα; Ιστορικές προϋποθέσεις του συνταγματισμού

Του Κώστα Χρυσόγονου Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου

Το συνταγματικό φαινόμενο είναι εντελώς πρόσφατο, αν συγκριθεί με την επί δεκάδες χιλιάδες χρόνια εξέλιξη του homo sapiens. Σε αντίθεση π.χ. με το θρησκευτικό συναίσθημα, το οποίο εκδηλώνεται στο μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής της ανθρωπότητας, η «θέληση για το Σύνταγμα» εμφανίσθηκε στις ανθρώπινες κοινωνίες πριν από μόλις δυόμισι αιώνες. Η κύρια κινητήρια δύναμη του συνταγματισμού της νεωτερικότητας υπήρξε η παγκόσμια επικράτηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Είναι ανοικτό ερώτημα ποιο μέρος του θεσμικού εποικοδομήματος των καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών μπορεί να επιβιώσει από μια ενδεχόμενη μελλοντική κατάρρευση του καπιταλισμού, ιδίως αν η οικονομική ανάπτυξη που πυροδότησε αυτός προσκρούσει κάποια στιγμή στη φέρουσα ικανότητα του πλανήτη, και ποιο όχι.

Τα όρια της Αυτοδιοίκησης και των ΟΤΑ και ο Νομοθέτης

Του Μιχάλη Πικραμένου, Συμβούλου του ΣτΕ

Η εισήγηση πραγματεύεται τα όρια του νομοθέτη κατά τη συγκρότηση, οργάνωση και λειτουργία των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ενόψει του άρθρου 102 του Συντάγματος, που περιέχει δέσμη εγγυήσεων για την τοπική αυτοδιοίκηση. Εξετάζεται Η νομολογία του ΣτΕ που διέπλασε νομολογιακούς κανόνες, ερμηνεύοντας το άρθρο 102 του Συντάγματος, που συνθέτουν το βασικό περίγραμμα εντός του οποίου οφείλει να κινείται ο νομοθέτης κατά τη διαρρύθμιση του οργανωτικού σχήματος των ΟΤΑ, των αρμοδιοτήτων που τους αναθέτει, της μεταφοράς προσωπικού, καθώς και των υποχρεώσεων της Πολιτείας για την οικονομική τους ενίσχυση σε σχέση με τις μεταβιβαζόμενες αρμοδιότητες.