Category Archives: ΜΕΛΕΤΕΣ – ΑΡΘΡΑ

Αναμετάδοση σύντομων αποσπασμάτων γεγονότων μεγάλου ενδιαφέροντος: Η στάθμιση της ελευθερίας πληροφόρησης του κοινού έναντι της επιχειρηματικής ελευθερίας του κατόχου αποκλειστικής άδειας μετάδοσης

Γεώργιος Αναγνωσταράς Δικηγόρος, Διδάκτωρ Ευρωπαϊκού Δικαίου, Ειδικός Επιστήμονας - Νομικός (Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης), Επιστημονικός Συνεργάτης (ΤΕΙ Αθήνας).

Η οδηγία για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων επιτρέπει την αναμετάδοση από τους τηλεοπτικούς σταθμούς σύντομων ανταποκρίσεων γεγονότων μεγάλου ενδιαφέροντος, εφόσον αυτά αποτελούν το αντικείμενο αποκλειστικής άδειας τηλεοπτικής μετάδοσης. Στην υπόθεση Sky Österreich κρίθηκε ότι ο περιορισμός που θέτει η οδηγία ως προς το ύψος της χρηματικής αποζημίωσης που μπορεί να ζητήσει για την αναμετάδοση αυτών των σύντομων αποσπασμάτων ο κάτοχος της αποκλειστικής άδειας μετάδοσης είναι συμβατός με τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης. Αν και περιορίζει την επιχειρηματική ελευθερία, ο περιορισμός της προβλεπόμενης αποζημίωσης μόνο στα πρόσθετα έξοδα που προκύπτουν άμεσα από την παροχή της πρόσβασης στο σήμα υπηρετεί όμως τη θεμελιώδη ελευθερία λήψεως πληροφοριών και προωθήσεως του πλουραλισμού που κατοχυρώνει ο Χάρτης σεβόμενος ταυτόχρονα την αρχή της αναλογικότητας. Η απόφαση αυτή υπονοεί τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να γίνεται η στάθμιση των οικονομικής φύσεως ελευθεριών, όταν συγκρούονται με νομοθετικές ρυθμίσεις που αποσκοπούν στην προστασία της ελευθερίας πληροφόρησης. Χρονικά, έρχεται σε μια περίοδο που το θέμα των σύντομων ανταποκρίσεων επικαιρότητας βρίσκεται στο προσκήνιο στη χώρα μας με αφορμή τους όρους αναμετάδοσης μαγνητοσκοπημένων στιγμιοτύπων του ελληνικού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου. Αυτό γεννά με τη σειρά του πρόσθετα ερωτήματα, σχετικά με τον ορισμό των γεγονότων μεγάλου ενδιαφέροντος και τον τρόπο που η έννοια αυτή θα πρέπει να κατανοείται και να ερμηνεύεται από τις αρμόδιες εθνικές αρχές.

Συνταγματικός λόγος, πολιτειακή κρίση και Αριστερά

του Γιάννη Ζ. Δρόσου, Καθηγητή στο Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών
[αναδημοσίευση από The Books’ Journal, τευχ. 30, Απρίλιος 2013, σελ. 26 επ.]

Το κείμενο χαρτογραφεί την σχέση της Αριστεράς στην Ελλάδα με το Σύνταγμα, μία σχέση παραδοσιακά «μάλλον περίεργη και αντιφατική», μας λέει ο συγγραφέας, καθώς και το λόγο της για αυτό, ο οποίος θεμελιώθηκε στην πεποίθηση ότι «η τέχνη του Συντάγματος είναι η τεχνική της πολιτικής ελευθερίας», υιοθέτησε το αίτημα της περιαφής με τον τύπο της… Read More: Συνταγματικός λόγος, πολιτειακή κρίση και Αριστερά »

Η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων ύστερα από τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβόνας

Βασίλης Χατζόπουλος Αν. Καθηγητής στο ΔΠΘ, Επισκ. Καθηγητής στο Κολλέγιο της Ευρώπης, Μπρυζ, Επί τιμή Λέκτορας στο Πανεπιστήμιο του Νόττιγχαμ, Δικηγόρος Αθηνών

Ύστερα από περιπέτειες μιας δεκαετίας, ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (ο Χάρτης) κατέστη εν τέλει υποχρεωτικός με τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβόνας, με ισχύ από το 2009. Τίθεται το ερώτημα τι σηματοδοτεί η αίσια αυτή κατάληξη του Χάρτη για την προάσπιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Με άλλα λόγια, δεδομένου ότι α) ο… Read More: Η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων ύστερα από τη θέση σε… »

Η ποινική ευθύνη των υπουργών

Σπυρίδων Β. Βλαχόπουλος Αναπληρωτής καθηγητής Τμήματος Νομικής Πανεπιστημίου Αθηνών
(Προδημοσίευση από το συλλογικό τόμο ‘Η πρόκληση της αναθεώρησης του Συντάγματος’, ΙΣΤΑΜΕ 2013)

Η ισχύουσα ρύθμιση του άρθρου 86 Συντ περί της ποινικής ευθύνης των Υπουργών, συγκεντρώνει τρία κύρια χαρακτηριστικά . Πρώτον , την άσκηση της ποινικής δίωξης από τη Βουλή, δεύτερον, την ειδική και σύντομη αποσβεστική προθεσμία που συνίσταται στο πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της επόμενης βουλευτικής περιόδου και , τρίτον , την εκδίκαση της υπόθεσης… Read More: Η ποινική ευθύνη των υπουργών »

«Λιγότερη Βουλή!»: η προοπτική της προεδρικής δημοκρατίας

Τάκης Βιδάλης, Δρ Νομικής

Στο κείμενο που ακολουθεί υποστηρίζεται ότι η ενίσχυση της διακυβέρνησης και η απελευθέρωση της λήψης αποφάσεων δεν μπορεί να επιδιωχθεί, παρά με τον θεσμικό περιορισμό της Βουλής και την καθιέρωση της μεγαλύτερης δυνατής διάκρισης των λειτουργιών. Η άμεση ανάδειξη από το εκλογικό σώμα ενός δεύτερου πόλου διακυβέρνησης, από τον οποίον θα εξαρτάται αποκλειστικά η κυβέρνηση και η διοίκηση, θα είχε δύο συνέπειες α) την ισότιμη με τη Βουλή νομιμοποίηση ενός κέντρου διακυβέρνησης, κατ’ αρχήν θεσμικά προστατευμένου από την επιρροή πελατειακών συμφερόντων, και γι’ αυτό περισσότερο ευαίσθητου σε αυθεντικές κοινωνικές πρωτοβουλίες υπεράσπισης του δημόσιου συμφέροντος και β) την απαλλαγή της ίδιας της Βουλής από ένα υπέρμετρο βάρος διακυβέρνησης, μια απαλλαγή που θα της επιτρέψει να αντιμετωπίσει και η ίδια τις πελατειακές πιέσεις. Αυτό θα ήταν ένα μοντέλο προεδρικής δημοκρατίας για την Ελλάδα, με κάποιες πιθανότητες επιτυχίας αρκεί να απαντώνται τα δυο ακόλουθα ερωτήματα: α) μπορεί να επιδιωχθεί θεσμικά, εν όψει του ισχύοντος Συντάγματος; και β) υπάρχουν δυνάμεις πρόθυμες και ικανές να αναλάβουν ένα τέτοιο εγχείρημα;

Ο «χρυσός» δημοσιονομικός κανόνας στο Σύνταγμα. Λύση του προβλήματος ή ένα ακόμα εμπόδιο στην οικονομική προσαρμογή και στην προστασία των δικαιωμάτων

Παναγιώτης. Μαντζούφας, Επ. Καθηγητής Νομικής στο ΑΠΘ

Ο συγγραφέας εξετάζει το ερώτημα σχετικά με τη συνταγματοποίηση των κανόνων δημοσιονομικής πειθαρχίας και τις δικαιοπολιτικές συνέπειες μιας τέτοιας επιλογής, τόσο στο επίπεδο της λειτουργίας του πολιτεύματος όσο και στο επίπεδο προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων. Συμπεραίνει δε ότι ο δημοσιονομικός κανόνας με την αυστηρότητα της τήρησης του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού ναι μεν αποτελεί θεσμική απόρροια της… Read More: Ο «χρυσός» δημοσιονομικός κανόνας στο Σύνταγμα. Λύση του προβλήματος ή… »

Το εκλογικό σύστημα de constitutione ferenda. Σχεδίασμα συνταγματικής πολιτικής σε περιβάλλον συναινετικού κοινοβουλευτισμού*

Θανάσης Γ. Ξηρός ΔΝ-Δικηγόρος

*Εμπλουτισμένη εισήγηση στο συνέδριο με τον τίτλο: «Η πρόκληση της αναθεώρηση του Συντάγματος που διοργάνωσε το Ινστιτούτο Στρατηγικών και Αναπτυξιακών Μελετών Ανδρέας Παπανδρέου το διήμερο 25 και 26 Φεβρουαρίου 2013 στο Αμφιθέατρο Μεγάρου Καρατζά. Προδημοσίευση από τον τόμο που θα περιληφθούν τα πρακτικά των εργασιών του συνεδρίου και πρόκειται να κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Σάκκουλα.… Read More: Το εκλογικό σύστημα de constitutione ferenda. Σχεδίασμα συνταγματικής πολιτικής σε… »

Ευθανασία και διαθήκες ζωής

Ελένη Ρεθυμιωτάκη, Επ. Καθηγήτρια Νομικής ΕΚΠΑ

Όσο περισσότερο η ιατρική επιστήμη εξελίσσει την γνώση και την τεχνολογία της για να αντιμετωπίσει τις μεγάλες ασθένειες της εποχής μας τόσο εντονότερα συζητείται η ευθανασία. Το ζήτημα είναι πολύ ευρύ και τοποθετείται στα πεδία του δικαίου και της βιοηθικής. Το παρόν άρθρο το προσεγγίζει υπό το πρίσμα του δικαιώματος του ασθενή να θέτει ο… Read More: Ευθανασία και διαθήκες ζωής »

Το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή: Θεωρητικά και μεθοδολογικά θεμέλια

Χριστίνα Μ. Ακριβοπούλου Δ. Ν. Δικηγόρος, Ειδική Επιστήμονας ΔΠΘ, Μεταδιδακτορική Υπότροφος Αριστείας ΑΠΘ

H μελέτη που ακολουθεί εξετάζει από τη σκοπιά της συνταγματικής θεωρίας τη μεθοδολογική και ερμηνευτική θεμελίωση του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή. Στο πλαίσιο αυτό, και προκειμένου να ανατρέψει κλασικές στη διεθνή θεωρία προσεγγίσεις, οι οποίες αντιλαμβάνονται το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή, ως δικαίωμα αρνητικό και ατομιστικό επιχειρεί μια νέα θεμελίωσή του στο πλαίσιο τεσσάρων διακριτών,… Read More: Το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή: Θεωρητικά και μεθοδολογικά θεμέλια »

Ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων στην Ελλάδα, ενόψει της διάκρισης σε συστήματα ισχυρού και ασθενούς τύπου

Ακρίτας Καϊδατζής Λέκτορας Συνταγματικού Δικαίου στο Τμήμα Νομικής Α.Π.Θ.

Στη μελέτη παρουσιάζεται μια νέα διάκριση που προτείνει ο καθηγητής Mark Tushnet για την κατάταξη των συστημάτων ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων –αντί της παραδοσιακής μεταξύ συστημάτων συγκεντρωτικού και διάχυτου ελέγχου– σε συστήματα ελέγχου ισχυρού τύπου και ασθενούς τύπου. Με βάση τη διάκριση αυτή το ελληνικό σύστημα ελέγχου της συνταγματικότητας εμφανίζεται μικτό, δηλαδή συνδυάζει στοιχεία τόσο ελέγχου ασθενούς τύπου όσο και ισχυρού τύπου. Το συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι η, κατά κάποιον τρόπο, συνταγματική «ατολμία» των ελληνικών δικαστηρίων μπορεί να περιοριστεί αποτελεσματικότερα, αν ενισχύσουμε τα στοιχεία ελέγχου ασθενούς τύπου, δηλαδή τον παρεμπίπτοντα και συγκεκριμένο χαρακτήρα του ελέγχου –και όχι, όπως θέλουν οι κατά καιρούς προτάσεις για την ίδρυση συνταγματικού δικαστηρίου, τα στοιχεία ελέγχου ισχυρού τύπου.

Το δικαίωμα δωρεάν παιδείας μεταξύ (συνταγματικού) δικαίου και (νομοθετικής) πολιτικής. Με αφορμή την απόφαση για τα δίδακτρα στις μεταπτυχιακές σπουδές

Ακρίτας Καϊδατζής Λέκτορας Συνταγματικού Δικαίου στο Τμήμα Νομικής Α.Π.Θ.

Στη μελέτη διατυπώνεται η υπόθεση ότι, όσο παραμελούμε να θέσουμε κρίσιμα συνταγματικά ζητήματα σε πολιτικό επίπεδο, τόσο εξασθενεί η προστασία των δικαιωμάτων και στο νομικό επίπεδο. Η υπόθεση εργασίας εξετάζεται στο παράδειγμα του δικαιώματος δωρεάν παιδείας, με αφορμή την απόφαση 2411/2012 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία κρίθηκε ότι η επιβολή διδάκτρων για μεταπτυχιακές σπουδές δεν αντίκειται στο άρθρο 16 παρ. 4 Συντ. Η κεντρική ιδέα της μελέτης είναι ότι, χωρίς να αναθεωρηθεί η διάταξη, ο σχετικός συνταγματικός κανόνας έχει μεταβληθεί, όχι όμως λόγω αυτής ή όποιας άλλης δικαστικής απόφασης, αλλά ως συνέπεια της μακροχρόνιας αποτυχίας της πολιτικής να θέσει ως συνταγματικό ζήτημα το πρόβλημα της κατανομής του κόστους της δημόσιας εκπαίδευσης, όπως και γενικότερα του κοινωνικού κράτους. [Δημοσιεύθηκε σε: ΘΠΔΔ 2012, σελ. 1046 επ.]

Το κατ’ άρθρο 62 του Συντάγματος ακαταδίωκτο του βουλευτή υπό το πρίσμα του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ

Ιωάννης Π. Παραράς, Δικηγόρος, DEA de Droit public interne (Paris II), ΠΜΣ Δημοσίου Δικαίου Νομικής Αθηνών

Ο συγγραφέας εξετάζει τη σχετική με το ακαταδίωκτο (άρθρο 62 Συντ.) νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και υποστηρίζει την άποψη ότι η νομολογία αυτή αποτυπώνει και την πραγματική βούληση του έλληνα συντακτικού νομοθέτη, ο οποίος, θεσπίζοντας το θεσμό της βουλευτικής ασυλίας, απέβλεπε στην ενίσχυση της ανεξαρτησίας του βουλευτή, στην ακώλυτη άσκηση των… Read More: Το κατ’ άρθρο 62 του Συντάγματος ακαταδίωκτο του βουλευτή υπό… »

Οι αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κοινωνικών Δικαιωμάτων για τα ελληνικά μέτρα λιτότητας και η αποτελεσματικότητά τους

Χριστίνα Δεληγιάννη-Δημητράκου Αν. Καθηγήτρια στο Τμήμα Νομικής Α.Π.Θ.

Στις 19 Οκτωβρίου 2012 εκδόθηκαν δύο σημαντικές αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κοινωνικών Δικαιωμάτων (Ε.Ε.Κ.Δ.), οι οποίες έκριναν βάσιμες επί της ουσίας τις υπ’ αριθ. 65 και 66/21.2.2011 συλλογικές προσφυγές που είχαν ασκήσει ενώπιόν της δύο αντιπροσωπευτικές ελληνικές συνδικαλιστικές οργανώσεις: η ΓΕΝ.Ο.Π./Δ.Ε.Η. και η Α.Δ.ΕΔ.Υ. Οι παραπάνω οργανώσεις είχαν ισχυριστεί στις προσφυγές τους ότι ορισμένα από τα μέτρα που υιοθέτησε η ελληνική κυβέρνηση σε εκτέλεση του πρώτου Μνημονίου ήταν αντίθετα με διατάξεις Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη (Ε.Κ.Χ.). Η μελέτη εξετάζει τα ακόλουθα ερωτήματα: γιατί η Α.Δ.Ε.Δ.Υ. και η ΓΕΝ.Ο.Π./Δ.Ε.Η. κατήγγειλαν ενώπιον της Ε.Ε.Κ.Δ. ορισμένα μόνο από τα μέτρα λιτότητας που υιοθέτησε η ελληνική κυβέρνηση και τι απάντηση έδωσε στις καταγγελίες των δύο αυτών συνδικαλιστικών οργανώσεων το παραπάνω όργανο; Ποια είναι η αποτελεσματικότητα των αποφάσεων της Ε.Ε.Κ.Δ. και τι θα συμβεί αν η ελληνική κυβέρνηση τις αγνοήσει, αν δεν εξαλείψει, με άλλα λόγια, τις αντίθετες προς τον Ε.Κ.Χ. ρυθμίσεις της ελληνικής νομοθεσίας; Τι δυνατότητες δικαστικής προστασίας θα έχουν σε μια τέτοια περίπτωση τα πρόσωπα που έχουν ζημιωθεί ή υποστεί βλάβη από τις ρυθμίσεις αυτές και τι επιπτώσεις θα έχει στην προστασία τους το γεγονός ότι τα επίμαχα μέτρα υιοθετήθηκαν για να συμμορφωθεί η χώρα με εντολές του πρώτου Μνημονίου;

Το ερμηνευτικό ζήτημα του άρθρου 86 παρ.3 του Συντάγματος: ποινική ευθύνη υπουργών και αποσβεστική προθεσμία

του Γιώργου Ν. Καραβοκύρη, Δικηγόρου, Δ.Ν. Αναδημοσίευση από την Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου, τ. 6/2012, σελ.733-738.

Με αφορμή την υπόθεση της λίστας Λαγκάρντ και την αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 86 παρ.3 Σ. έχουν διατυπωθεί δύο ερμηνευτικές εκδοχές.Η θέση της παρέλευσης της προθεσμίας επικαλείται το γράμμα του Συντάγματος και την ασφάλεια του δικαίου ενώ η αντίθετη προσέγγιση εστιάζει στηratio και την πολιτική ανάγνωση του συνταγματικού κειμένου. Στη σύγκρουση των παραπάνω θέσεων, οι οποίες εκκινούν από διαφορετικέςεπιστημολογικές και μεθοδολογικές παραδοχές, διαγράφονται τα ερμηνευτικά όρια της επίμαχης διάταξης.

Επανεξετάζοντας την αμεσότητα του δημοψηφίσματος στη θεωρία και την πράξη

Χριστίνα Ακριβοπούλου, Δ.Ν. Δικηγόρος, Ειδική Επιστήμονας ΔΠΘ, ΣΕΠ ΕΑΠ. Νίκος Γαρυπίδης, Δ.Μ.Ε. Ιστορίας και Φιλοσοφίας του Δικαίου ΑΠΘ, EALT Brussels

Στο πρώτο μέρος της μελέτης, εξετάζεται η ‘αρχιτεκτονική’ των δημοψηφισμάτων με αφορμή τον ‘Κώδικα Βέλτιστης Πρακτικής για τα Δημοψηφίσματα’ της Επιτροπής της Βενετίας του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ειδικότερα, οι επιμέρους ρυθμίσεις του διεθνούς σημασίας αυτού κειμένου αναλύονται μέσα από την προοπτική των δυο βασικών δημοκρατικών συνιστωσών, της προστασίας της ισότητας και της αυτονομίας κατά την ενάσκηση των πολιτικών ελευθεριών και της δημοκρατικής συμμετοχής. Στο πλαίσιο του πρώτου αυτού μέρους, τα συμπεράσματα και οι αρχές που απορρέουν από τον ‘Κώδικα’ της Επιτροπής της Βενετίας συνιστούν τη βάση για μια κριτική προσέγγιση των ρυθμίσεων του Ν. 4023/2011 για τη ‘Διεύρυνση της άμεσης και συμμετοχικής δημοκρατίας με τη διενέργεια δημοψηφίσματος’. Στο δεύτερο μέρος, αναλύεται ο θεσμός των δημοψηφισμάτων από μια θεωρητική σκοπιά. Έτσι, καταρχήν τα δημοψηφίσματα εξετάζονται στην ιστορική τους διαδρομή και σε συγκριτικό πλαίσιο, ενώ σε ένα δεύτερο επίπεδο επιχειρείται μια ταξινόμησή τους με άξονα τη δεσμευτικότητα, τη στόχευση και τη θεματολογία τους. Περαιτέρω, υποστηρίζεται η άποψη ότι τα δημοψηφίσματα συνιστούν στην πραγματικότητα θεσμό άμεσης συμμετοχής και όχι άμεσης δημοκρατίας, ενώ τέλος γίνεται μια κριτική ανάλυση της λειτουργίας των δημοψηφισμάτων στη δημοκρατική λήψη αποφάσεων από τη σκοπιά της αυτοκυβέρνησης και της διαβούλευσης. Κεντρικό συμπέρασμα της ανάλυσης που επιχειρείται είναι ότι τα δημοψηφίσματα είναι δυνατόν να αποτελέσουν τη βάση για μια αναζωογόνηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, εφόσον λειτουργήσουν σε ένα πλαίσιο διαλόγου, πληροφόρησης, ελέγχου, ανταλλαγής ιδεών, ενεργητικής και ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων.