Author Archives: admin

Η ατυχής νομοθετική τροποποίηση της διαδικασίας επιλογής των Προεδρείων των Ανωτάτων Δικαστηρίων

Αντώνης Μανιτάκης, Kαθηγητής Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ

Η ατυχής νομοθετική τροποποίηση της διαδικασίας επιλογής των Προεδρείων των Ανωτάτων Δικαστηρίων
Όταν ο κοινός νομοθέτης αγνοώντας τη βούληση του αναθεωρητικού επιχειρεί να τον υποκαταστήσει
1. Τουλάχιστον ως ατυχής θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η πρόσφατη νομοθετική πρωτοβουλία του Υπουργού Δικαιοσύνης, με την οποία τροποποιήθηκε η διαδικασία επιλογής των Προέδρων και Αντιπροέδρων των Ανωτάτων δικαστηρίων, που καθόριζε η παράγραφος 3 του άρθρου 49 του Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών. Και τούτο, όχι μόνον διότι η σχετική νομοθετική τροποποίηση ήγειρε από την αρχή σοβαρά ζητήματα αντισυνταγματικότητας, αλλά κυρίως διότι αποδοκιμάστηκε πολιτικά και συνταγματικά από το ίδιο το όργανο το οποίο είχε κληθεί να θεραπεύσει τις αδυναμίες της προηγούμενης ρύθμισης αντικαθιστώντας τη μονομερή κυβερνητική επιλογή από την παρεμβολή μιας πρόσθετης συναινετικής-διακομματικής ‘προεπιλογής’ οργάνου της Βουλής. Πράγματι, το όργανο που έπρεπε σύμφωνα με το νόμο να πραγματώσει και να δικαιώσει τη νομοθετική πρωτοβουλία, δηλαδή η Διάσκεψη των Προέδρων, δεν κατάφερε, παραδόξως, πέρα από κάθε προσδοκία, να συναινέσει στη διατύπωση ‘συναινετικής γνώμης’ προς τον Υπουργό, όπως απαιτούσε ο νόμος και ευελπιστούσε ο νομοθέτης. Τούτο συνέβη, διότι σύμπασα η Αντιπολίτευση θεώρησε τη νομοθετική τροποποίηση της συνταγματικής διαδικασίας επιλογής των επικεφαλής της δικαστικής εξουσίας, αντισυνταγματική.
Η παταγώδης αυτή αποτυχία της πρώτης εφαρμογής του νόμου κατέστησε τη νέα διαδικασία επιλογής στην πράξη ανενεργό και έπληξε ανεπανόρθωτα τη νομιμοποιητική δύναμη και, τελικά, το ίδιο το κύρος του νόμου. Υπονόμευσε εξ αυτού του λόγου και την μελλοντική εφαρμογή του, η οποία καθίσταται πλέον προβληματική.
2. Με το άρθρο 1 του νόμου 3841/2010 προβλέφθηκε, πριν από την τελική εισήγηση του αρμόδιου υπουργού και πριν τη σχετική απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου και την έκδοση του Προεδρικού Διατάγματος, η διατύπωση γνώμης από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής επί ενός καταλόγου υποψηφίων που προτείνονται από τον Υπουργό, η οποία όμως δεν δεσμεύει τον Υπουργό στην εισήγησή του. Η παρεμβολή ενός ‘οργάνου’ της Βουλής στη συνταγματικά προβλεπόμενη και ρυθμιζόμενη διαδικασία επιλογής από την εκτελεστική εξουσία του Προεδρείου των Ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας, καθιστά τη διοικητική διαδικασία επιλογής από απλή σύνθετη και καθιερώνει μια ‘χαλαρή’ μορφή διασταύρωσης των εξουσιών –νομοθετικής και δικαστικής εξουσίας–, χωρίς αυτή να προβλέπεται ή να υπονοείται από το Σύνταγμα. Και πάντως είναι αμφίβολο –και εν πάση περιπτώσει είναι ερευνητέον– αν είναι συνταγματικά επιτρεπτή.
Οι αμφιβολίες ως προς τη συνταγματικότητα του νομοθετικού εγχειρήματος ενισχύονται, πάντως, και από το γεγονός ότι ο κοινός νομοθέτης ενεργεί αγνοώντας και την πρόσφατη βούληση του αναθεωρητικού νομοθέτη, ο οποίος απέρριψε κάθε ιδέα αναθεώρησης της σχετικής συνταγματικής πρόβλεψης της παραγράφου 5 του άρθρου 90, παρόλο που την είχε συμπεριλάβει στις αναθεωρητέες διατάξεις και είχαν υποβληθεί ποικίλες προτάσεις για την αναθεώρησή της. (Βλέπε σχετικά την εισήγηση του Γενικού Εισηγητή της πλειοψηφίας Ευάγγελου Βενιζέλου στην Ολομέλεια της Αναθεωρητικής Βουλής σε Ευάγγελος Βενιζέλος, Η Αναθεώρηση του Συντάγματος: Συνολικό σχέδιο για την Ελλάδα του 21ου αιώνα, Συναινετική αναθεώρηση, ΙΙ, Αντ. Σάκκουλας, 1998, σ. 147 και 205). Στην πρόταση Αναθεώρησης των βουλευτών του ΠΑΣΟΚ που κατατέθηκε στη Βουλή το 1997, η αρμοδιότητα προεπιλογής των προσώπων από τα οποία το Υπουργικό Συμβούλιο θα έκανε την επιλογή των Προέδρων και των Αντιπροέδρων είχε ανατεθεί στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. Παρόμοια πρόταση αναθεώρησης είχε κάνει και η Ν.Δ. Αλλά και οι άλλες προτάσεις κινούνταν προς την ίδια κατεύθυνση και οι περισσότερες συνέκλιναν στην ανάθεση της σχετικής αρμοδιότητας προεπιλογής στην Ολομέλεια των Ανωτάτων Δικαστηρίων (Βλέπε και Ι.Μ. Βαρβιτσιώτη, Η Ελλάδα μπροστά στο 2000, Ένα νέο συνταγματικό πλαίσιο, Αντ. Σάκκουλας, 1998, σ. 209). Βασικός άξονας όλων σχεδόν των προτάσεων ήταν ο σεβασμός του συνταγματικού κανόνα της «εσωτερικής», δια του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, αποκλειστικά, κρίσης και αξιολόγησης της ικανότητας των δικαστικών λειτουργών για τις «προαγωγές, τοποθετήσεις τους» κλπ. Κανόνας που καθιερώνεται στο άρθρο 90 παρ. 1 Σ.
Ο νόμος 3841/2010 με το άρθρο 1 αγνόησε όλες αυτές τις προτάσεις και τελικά τη βούληση του αναθεωρητικού νομοθέτη, ο οποίος είχε καταλήξει μετά από συζήτηση να μη πειράξει τη σχετική διάταξη του Συντάγματος του 1975. Είναι αλήθεια ότι ο εφαρμοστής ή ερμηνευτής του Συντάγματος δεν είναι υποχρεωμένος να ακολουθεί την ιστορική ερμηνεία αναζητώντας, πάση θυσία, τη βούληση του ιστορικού νομοθέτη. Όταν όμως απομακρύνεται ή αποκλίνει από αυτήν, θα πρέπει να στηρίζεται, τουλάχιστον, σε μια άλλη ερμηνευτική μέθοδο, π.χ. στη συστηματική ερμηνεία, που να είναι πειστική και λογικά θεμελιωμένη, κάτι που δεν φαίνεται να έκανε στην προκειμένη περίπτωση ο εφαρμοστής του άρθρου 90 παρ. 5.
Δεν αγνόησε όμως μόνον τη βούληση του αναθεωρητικού ο κοινός νομοθέτης, ανάλογη και μάλιστα απερίφραστη αυτή τη φορά περιφρόνηση έδειξε ο Υπουργός Δικαιοσύνης και προς τη γνώμη της Διοικητικής Ολομέλειας του Συμβουλίου Επικρατείας, το οποίο όταν κλήθηκε από τον ίδιο τον Υπουργό να εκφέρει γνώμη κατέληξε με μεγάλη πλειοψηφία στην αντισυνταγματικότητα του νόμου. (Βλέπε Πρακτικό της Διοικητικής Ολομέλειας 2/2010). Η δημοσίευση της «απόφασης-γνώμης» συνάντησε απαξιωτικούς, δυστυχώς, χαρακτηρισμούς του Υπουργού της Δικαιοσύνης.
Πάντως, ανεξάρτητα από τις κρίσεις νομοθετικής πολιτικής που θα μπορούσε να διατυπώσει κανείς σχετικά με τη σκοπιμότητα και τη θεσμική χρησιμότητα ή λειτουργικότητα της νομοθετικής πρωτοβουλίας του Υπουργού Δικαιοσύνης, εκείνο που παραμένει και υπονομεύει το κύρος του νόμου είναι η ένσταση της αντισυνταγματικότητας, που προέβαλε η Διοικητική Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας και ακολούθησαν τα κόμματα της Αντιπολίτευσης στη Διάσκεψη των Προέδρων.
Είναι ανάγκη, επομένως, να διερευνηθούν διεξοδικά οι λόγοι της αντισυνταγματικότητας, διότι μαζί της δοκιμάζεται η ερμηνευτική μέθοδος, που αρμόζει στις συνταγματικές διατάξεις που θεσπίζουν δικαιοκρατικές εγγυήσεις και μάλιστα ειδικά υπέρ της ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών, καθώς και η δυνατότητα εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών σε συνάρτηση με την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Μια συνάντηση συνταγματικών αρχών που δεν μπορεί να αποφευχθεί.
Οι λόγοι αντισυνταγματικότητας της νέας διαδικασίας επιλογής των Προεδρείων των Ανωτάτων Δικαστηρίων
3. Είναι προφανές, και αυτό συνάγεται εύκολα τόσο από την αιτιολογική έκθεση όσο και από τη λογική του νόμου, ότι απώτερος σκοπός του είναι να διασφαλίσει επιλογή της δικαστικής ηγεσίας που να συναντά τη μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση της ‘πολιτικής’ εξουσίας, μέσα από μια διαδικασία που διέπεται από την αρχή της διαφάνειας και του δημόσιου ελέγχου. Παράλληλα, πιστεύεται ότι η διαδικασία αυτή φέρει από μόνη της τα εχέγγυα της αντικειμενικής και αξιοκρατικής αξιολόγησης. Ο σκοπός είναι θεμιτός. Το ερώτημα είναι αν η διαδικασία ανταποκρίνεται πράγματι στον σκοπό και αν διαδικασία και σκοπός εναρμονίζονται με τη θεμελιώδη δικαιοκρατική εγγύηση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, που διέπει την οργάνωση της δικαστικής εξουσίας και τις προαγωγές των δικαστικών λειτουργών.
Θα πρέπει κατ’ αρχήν να διευκρινιστούν τα όρια της διαπλαστικής εξουσίας του νομοθέτη στην προκειμένη περίπτωση. Ο νόμος για την οργάνωση των δικαστηρίων και άρα και η επίμαχη τροποποίηση αποτελεί νόμο ‘οργανικό’ του Συντάγματος και όχι εκτελεστικό, όπως λέγεται, δηλαδή νόμο που είναι οργανικά, αναπόσπαστα, δεμένος με την οργάνωση και λειτουργία του θεσμού και δεν μπορεί να καταργηθεί χωρίς να αντικατασταθεί. Τέτοιος είναι και ο νόμος που προβλέπεται από την παράγραφο 5 του άρθρου 90 του Συντάγματος και αφορά «τις προαγωγές στις θέσεις του προέδρου, και του αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου», που «ενεργούνται … με επιλογή μεταξύ των μελών του αντίστοιχου ανωτάτου δικαστηρίου, όπως νόμος ορίζει». Πρόκειται άρα για νόμο οργανικό του Συντάγματος, συνυφασμένο, ταυτισμένο με την οργάνωση και διαδικασία του θεσμού της ‘επιλογής’ της ηγεσίας, όπως την καθορίζει το ίδιο το Σύνταγμα και από την οποία ο οργανικός νόμος δεν μπορεί να αποστεί ούτε να τη θίξει. Άλλωστε η επιφύλαξη ‘όπως νόμος ορίζει’ αναφέρεται και δεν μπορεί παρά να αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο στα κριτήρια, ουσιαστικά και τυπικά της επιλογής και όχι στη διαδικασία που ορίζεται κατά βάση από το Σύνταγμα. Μόνον τις τεχνικές ή τυπικές λεπτομέρειες εφαρμογής της όλης διαδικασίας –μεταξύ των οποίων είναι και οι προθεσμίες– μπορεί να διαπλάσει ο οργανικός νομοθέτης. Η διαπλαστική ευχέρειά του είναι άρα εδώ περιορισμένη και σαφώς οριοθετημένη. Και πάντως δεν είναι τόσο ευρεία ούτε τόσο δημιουργική όσο η εξουσία που αντλεί ο νομοθέτης από τις επιφυλάξεις του νόμου, που προβλέπονται για την οργάνωση και άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων, τους καλούμενους κατά κυριολεξία ‘εκτελεστικούς νόμους’ του Συντάγματος. Όταν ενεργεί στο πλαίσιο της εξουσίας που του παρέχει μια επιφύλαξη του νόμου, ο νομοθέτης έχει ευρύτατη ευχέρεια να ‘ρυθμίζει’ την άσκηση ενός δικαιώματος, αρκεί να μην θίγει τον πυρήνα του, να μην δημιουργεί ανισότητες και να θεσπίζει ρύθμιση που να συνάπτεται με τον σκοπό του νόμου. Αντίθετα, στους οργανικούς του Συντάγματος νόμους ο κοινός νομοθέτης περιορίζεται στο να ρυθμίζει την οργάνωση της λειτουργίας ενός συνταγματικού θεσμού, όπως κατά βάση οργανώνεται από το ίδιο το Σύνταγμα χωρίς να μπορεί να προσθέσει ή να αφαιρέσει τι. Αυτή είναι η πρώτη υποθήκη της περιορισμένης διαπλαστικής εξουσίας του νομοθέτη.
4. Ο οργανικός νόμος εξάλλου της παραγράφου 5 του άρθρου 90 φέρει και μια άλλη υποθήκη, είναι ένα νόμος που εξειδικεύει και ενεργοποιεί μια συνταγματική διαδικασία, η οποία είναι ειδική και μάλιστα εξαιρετική σε σχέση με τη διαδικασία που διέπει τις προαγωγές όλων των άλλων δικαστικών λειτουργών, που οργανώνονται από το ίδιο άρθρο. Η διάταξη της παραγράφου 5 καθιερώνει άρα μία εδική και ρητή απόκλιση από τον γενικό κανόνα του άρθρου 90 και ως τέτοια θα πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Αυτή είναι η δεύτερη ερμηνευτική υποθήκη.
Η ειδική αυτή συνταγματική διάταξη θα πρέπει να ερμηνεύεται στενά και για έναν επί πλέον λόγο: καθιερώνει με την παρεμβολή της εκτελεστικής εξουσίας και ειδικά του Υπουργικού Συμβουλίου στις προαγωγές σε θέσεις προέδρου και αντιπροέδρου των Ανωτάτων Δικαστηρίων, μία απόκλιση από τη συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών, εισάγοντας μια μορφή διασταύρωσης της εκτελεστικής με τη δικαστική εξουσία. Από τη θεμελιώδη συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών συνάγεται ο ερμηνευτικός κανόνας ότι κάθε μορφή διασταύρωσης των εξουσιών, που δεν καθιερώνεται από το Σύνταγμα, είναι μεν επιτρεπτή και πάντως δεν αποκλείεται, πρέπει όμως να αντιμετωπίζεται ως απόκλιση και να ερμηνεύεται περιοριστικά. Ο κοινός νομοθέτης έχει μεν την εξουσία να επιβάλει νομοθετικά μιας μορφής διασταύρωση των εξουσιών, μόνον όμως όταν δεν αποκλείεται από το ίδιο το Σύνταγμα ή όταν το Σύνταγμα δεν την οργανώνει το ίδιο με τρόπο ειδικό, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση με το άρθρο 90 παρ. 5. Αυτή είναι η τρίτη ερμηνευτική υποθήκη του άρθρου.
5. Έτσι, αν ερμηνευτεί υπό αυτό το πρίσμα και ειδικά υπό το φως της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, η επίμαχη νομοθετική τροποποίηση δύσκολα βγαίνει αλώβητη από τη δοκιμασία του ελέγχου της συνταγματικότητας.
Πρώτον, διότι το άρθρο 1 του νόμου 3841/2010 τροποποιεί τη συνταγματική διαδικασία επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης καθιερώνοντας ένα νέο στάδιο και παρεμβάλλοντας ένα νέο όργανο, τη Διάσκεψη των Προέδρων. Η διοικητική διαδικασία από απλή γίνεται σύνθετη. Στην διαδικασία επιλογής συμπράττει και η Βουλή δια μέσου ενός ‘οργάνου’ της, της Διάσκεψης των Προέδρων, προεπιλέγοντας έναν αριθμό υποψηφίων από αυτόν που έχει ήδη επιλέξει αρχικά ο Υπουργός.
Υποστηρίζεται ότι η παρεμβολή της Βουλής δεν αλλοιώνει τη διαδικασία που ορίζει το Σύνταγμα στην παράγραφο 5 του άρθρου 90, αφού η Βουλή δεν ασκεί στην προκειμένη περίπτωση αποφασιστική αρμοδιότητα, αλλά μόνον γνωμοδοτική και μάλιστα μη δεσμευτική για τον Υπουργό και το Υπουργικό Συμβούλιο. Το επιχείρημα είναι ασθενές, διότι το κρίσιμο νομικό ζήτημα δεν είναι αν η παρεμβολή της Βουλής με τη διατύπωση γνώμης από τη Διάσκεψη των Προέδρων είναι δεσμευτική ή μη για τον Υπουργό, αλλά αν η νέα διαδικασία με παρέμβαση οργάνου της Βουλής αλλοιώνει ή όχι την καθορισμένη από το Σύνταγμα διαδικασία ανάθεσης αποκλειστικά στον Υπουργό και στο Υπουργικό Συμβούλιο της ευθύνης επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Το Υπουργικό Συμβούλιο εξοπλίζεται από το Σύνταγμα μόνον αυτό με αρμοδιότητα επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης.
Την αρμοδιότητά του την ασκεί κατά ρητή και ειδική συνταγματική επιταγή μόνο του και δεν δύναται ούτε να την αποποιηθεί ούτε να τη μοιραστεί με άλλο όργανο χωρίς συνταγματική αναθεώρηση. Η ακολουθητέα διαδικασία είναι υποχρεωτική για τον Υπουργό και το Υπουργικό Συμβούλιο. Κάθε παρέκβαση ή παρέκκλιση από αυτήν συνεπάγεται ακυρότητα της διαδικασίας, ακόμη και όταν η παρέκβαση έχει προβλεφθεί από το νόμο. Η εκτελεστική εξουσία συνολικά, Υπουργός, Υπουργικό Συμβούλιο και Πρόεδρος Δημοκρατίας, βαρύνονται με την υποχρέωση τήρησης της διαδικασίας που ορίζει επιτακτικά η παράγραφος 5 του άρθρου 90. Με τον νόμο 3841/2010, αντίθετα, εκτός από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, εξοπλίζεται επιπρόσθετα ένα άλλο όργανο με αρμοδιότητα διατύπωση γνώμη επί της ‘επιλογής’. Είναι αναμφίβολο ότι η παρεμβολή του οργάνου αυτού και η διατύπωση γνώμης από το ίδιο γίνεται με το νόμο υποχρεωτική, η δε τυχόν παράλειψή της στο μέλλον συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, η οποία συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα. Δεν είναι δυνατόν, δηλαδή, ο Υπουργός να παραλείψει τη δική του νομοθετική διαδικασία και να παρακάμψει τη διατύπωση γνώμης από τη Διάσκεψη των Προέδρων, χωρίς η παράλειψη αυτή να οδηγήσει σε ακυρότητα. Ο Υπουργός βρίσκεται όμως έτσι εγκλωβισμένος ανάμεσα σε δύο τυπικές υποχρεώσεις που αλληλοσυγκρούονται: στην τήρηση της διαδικασίας όπως την προβλέπει το Σύνταγμα και στην τήρηση μιας άλλης διαφορετικής από την προηγούμενη που την επιβάλλει ο νομοθέτης. Το δράμα του είναι ότι όποια και αν παραβεί, η ενέργειά του συνεπάγεται ακυρότητα.
Δεύτερον, με τον ίδιο νόμο ανατίθεται στη Βουλή αρμοδιότητα συμμετοχής στην ‘προεπιλογή’ Προέδρων ή Αντιπροέδρων χωρίς να προβλέπεται ή να υπονοείται από το άρθρο 90 παρ. 5, που ρυθμίζει το θέμα ειδικά, κατ’ εφαρμογή μιας διασταλτικής ερμηνείας της ρήτρας ‘όπως νόμος ορίζει’. Η διασταλτική ερμηνεία αντιτίθεται ωστόσο στην προκειμένη περίπτωση στον γενικό συνταγματικό κανόνα που απορρέει από το άρθρο 90 παρ. 1Σ, που ρυθμίζει τις προαγωγές γενικά των δικαστικών λειτουργών. Αυτές συντελούνται όλες με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, άρα από ένα σώμα ειδικό που αποτελείται από δικαστικούς, καθιερώνοντας έτσι ένα είδος εσωτερικής κρίσης. Από τον κανόνα της κρίσης και αξιολόγησης των λειτουργών από τους ίδιους του δικαστικούς, δια μέσου του ΑΔΣ, αποκλίνει το άρθρο 90 παρ.5Σ, το οποίο ως εξαίρεση και διάταξη ειδική θα πρέπει υποχρεωτικά να ερμηνεύεται στενά.
Τρίτον, η ίδια ερμηνεία αντιστρατεύεται και τη θεμελιώδη συνταγματική αρχή οργάνωσης της άσκησης των κρατικών λειτουργιών, δηλαδή την αρχή της διάκρισης τους. Η εφαρμογή της κρίσιμης νομοθετικής διάταξης θα πρέπει να καθοδηγείται και από το πνεύμα της αρχής αυτής, που επιτάσσει μεταξύ των άλλων τη διασφάλιση της πλήρους ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας από την πολιτική εξουσία.
6. Αντιτάσσεται, ακόμη, ότι τα προηγούμενα δεν ισχύουν στην περίπτωση ανάθεσης αρμοδιότητας στη Βουλή, σε όργανο δηλαδή που έχει άμεση δημοκρατική νομιμοποίηση και εκφράζει κατά τρόπο ευθύ τη λαϊκή κυριαρχία. Αυτό επιβεβαιώνεται, λένε, και με το τεκμήριο αρμοδιότητας που συντρέχει υπέρ της Βουλής. Κάθε φορά, δηλαδή, που ανακύπτει μια ερμηνευτική αμφιβολία ως προς το αν είναι ή δεν είναι εξοπλισμένο ένα κρατικό όργανο, κυρίως της εκτελεστικής εξουσίας, με την άσκηση ορισμένης συνταγματικής αρμοδιότητας, τότε δυνάμει του τεκμηρίου αυτού μπορεί η αμφισβητούμενη αρμοδιότητα να θεωρηθεί ότι ανήκει κατά τεκμήριο στη Βουλή. Αυτό κάνει και ο νόμος Καστανίδη: αφού το άρθρο 90 παρ. 5 δεν το αποκλείει και πάντως δεν το απαγορεύει ρητά και αφού «νόμος ορίζει τον τρόπο και τα κριτήρια επιλογής», η νομοθετική ανάθεση αρμοδιότητας προ-επιλογής, και μάλιστα με τη μορφή γνώμης στο όργανο που εκφράζει κατ’ εξοχήν τη λαϊκή κυριαρχία, όχι απλώς επιτρέπεται και δικαιολογείται, αλλά είναι σύμφωνη μαζί της.
7. Το επιχείρημα είναι κατά τη γνώμη μου χωλό: πρώτον διότι το τεκμήριο αρμοδιότητας είναι ένα κριτήριο ερμηνευτικό που επιλύει ερμηνευτικές αμφισημίες συνταγματικών διατάξεων και δεν εξουσιοδοτεί σε καμία περίπτωση τη νομοθετική εξουσία να «αναθέτει στον εαυτό της» νέες, πρόσθετες αρμοδιότητες διαταράσσοντας την ισορροπία των αρμοδιοτήτων που επιβάλλει το ίδιο το Σύνταγμα. Δεύτερον, η λαϊκή κυριαρχία είναι, βέβαια, η πρωταρχική οργανωτική αρχή του πολιτεύματος και η πλέον θεμελιώδης συνταγματική αρχή, που η επίκλησή της λειτουργεί ως τίτλος νομιμοποιητικός όλων των εξουσιών και παράλληλα ως ύπατη ερμηνευτική αρχή των συνταγματικών διατάξεων, που οργανώνουν κυρίως την άσκηση κρατικών λειτουργιών. Το ίδιο όμως το άρθρο 1 παρ. 3 Σ, που την καθιερώνει, προβλέπει ρητά και επιτακτικά ότι όλες οι εξουσίες, ακόμη και η νομοθετική, που πηγάζουν από το Λαό, οφείλουν να ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα. Και η συνταγματική αρχή που καθορίζει το πως οργανώνονται και ασκούνται οι κρατικές εξουσίες, στις οποίες περιλαμβάνεται φυσικά και η νομοθετική, είναι η αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Η λαϊκή κυριαρχία, επομένως, ασκείται μέσα στα όρια και με βάση τις επιταγές που προδιαγράφει το άρθρο 26 του Συντάγματος. Η αρχής της λαϊκής κυριαρχίας, αν και πρωταρχική συνταγματική αρχή, δεν βρίσκεται τυπικά πιο πάνω από την αρχή της διάκρισης της εξουσιών, δεν διαθέτει υπέρτερη τυπική ισχύ. Η τυπική ισοτιμία των δύο αρχών δεν αναιρεί ούτε αντιφάσκει τη θεσμική υπεροχή της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας έναντι των άλλων εξουσιών που υπόκεινται στο νόμο και οφείλουν να ενεργούν πάντα σύμφωνα με το νόμο. Και πάντως η θεσμική και λογική προτεραιότητα της νομοθετικής έναντι των άλλων εξουσιών δεν νομιμοποιεί την πρώτη να νομοθετεί αγνοώντας την αρχή της διάκρισης των εξουσιών και τους κανόνες που απορρέουν από αυτήν ούτε να οικειοποιείται αρμοδιότητες που ανήκουν εκ του Συντάγματος σε άλλες εξουσίες (βλέπε για τη σχέση της διάκρισης των εξουσιών με την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, Αντ. Μανιτάκη, Κράτος Δικαίου, εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 1994, σ. 324-327).
Οι δύο θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές διαθέτουν ένα διαφορετικό πεδίο εφαρμογής και, πάντως, επιτελούν διαφορετική κανονιστική λειτουργία. Η ρυθμιστική τους ύλη είναι διαφορετική. Θα έλεγα μάλιστα, σε ό, τι αφορά την οργάνωση των κρατικών λειτουργιών, ότι η αρχή της διάκρισής τους έχει προτεραιότητα εφαρμογής απέναντι στη λαϊκή κυριαρχία. Η επίκληση πάντως της λαϊκής κυριαρχίας δεν δικαιολογεί τον παραμερισμό της διάκρισης των λειτουργιών ούτε απενεργοποιεί τους κανόνες που απορρέουν από αυτήν, όπως είναι η κατανομή των εξουσιών και οι διαδικασίες που οργανώνουν και εγγυώνται την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης. Η Βουλή οφείλει και αυτή να ενεργεί και να αποφασίζει σεβόμενη τους κανόνες που απορρέουν από την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, οι οποίοι έχουν βέβαια ισχύ συνταγματική.
Αυτό σημαίνει ότι κάθε είδους διασταύρωση των εξουσιών, όπως αυτή που καθιερώνει ο νόμος Καστανίδη, μεταξύ της Βουλής και της δικαστικής εξουσίας, πέρα από τη διασταύρωση που καθιερώνει το άρθρο 90 παρ. 5 μεταξύ εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας, θα πρέπει να προβλέπεται ή να υπονοείται από το Σύνταγμα και όχι απλώς από το νόμο. Είναι αλήθεια, γράφει ο Μάνεσης, ότι «πέραν των περιπτώσεων ‘διασταυρώσεως των εξουσιών’ τας οποίας θεσπίζει το Σύνταγμα, ο κοινός νομοθέτης –η νομοθετική εξουσία– δύναται να καθιερώση και άλλας, υπό την προϋπόθεσιν βεβαίως ότι εις την συγκεκριμένην περίπτωσιν δεν έχει καθοριστεί εκ του συντάγματος ως αποκλειστικώς αρμόδιο προς διενέργειαν κρατικών τινών πράξεων ωρισμένον κρατικόν όργανον. Πράγματι, εφ’ όσον το ισχύον τυπικόν –γραπτόν και αυστηρόν– Σύνταγμα καθιερώνει την διάκρισιν των εξουσιών, η βάσει αυτής ενεργούμενη κατανομή της ασκήσεως της κρατικής εξουσίας εις διάφορα όργανα δεν είναι δυνατόν να τροποποιηθεί δια συνήθους νόμου».
Από τα προηγούμενα συνάγεται ότι ναι μεν το Σύνταγμα και ειδικά η αρχή της διάκρισης των εξουσιών δεν αποκλείει την ανάθεση δια νόμου διοικητικής λειτουργίας σε όργανο της νομοθετικής εξουσίας, όπως είναι η Βουλή ή και Τμήμα αυτής, ωστόσο όταν έχει καθοριστεί από το ίδιο το Σύνταγμα αρμόδιο κρατικό όργανο για την επιτέλεση της εν λόγω λειτουργίας, όπως το Υπουργικό Συμβούλιο για την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, η προσθήκη και άλλου οργάνου, της διάσκεψης των Προέδρων, στη διαδικασία επιλογής και η καθιέρωση με τον τρόπο αυτό μιας νέας μορφής διασταυρώσεως –έστω και χαλαρής – δεν συμβιβάζεται με τη λογική της διάκρισης των εξουσιών. Δεν μειώνεται ούτε αναιρείται η προσβολή αυτή από το γεγονός ότι η παρεμβολή της Διάσκεψης των Προέδρων στη διαδικασία είναι απλώς γνωμοδοτική και μάλιστα μη δεσμευτική για τον Υπουργό. Παραβίαση συνταγματικά καθοριζόμενης διαδικασίας δεν παύει να αποτελεί προσβολή ακόμη και όταν είναι ήπια. Ούτε μπορεί να αντισταθμιστεί από την ανάγκη προστασίας ενός άλλου συνταγματικού αγαθού. Η παραβίαση συνταγματικών διατάξεων διαδικαστικού χαρακτήρα, επειδή είναι τυπικές, δεν είναι δυνατόν να δικαιολογηθεί από κανένα λόγο δημοσίου συμφέροντος ούτε μπορεί να αντισταθμιστεί χάριν της προστασίας άλλου συνταγματικού αγαθού ή σκοπού. Η παραβίασή τους είναι, πάντα και άνευ ετέρου, αθέμιτη.
8. Ανακεφαλαιώνοντας ως προς τους λόγους αντισυνταγματικότητας, θα λέγαμε ότι τόσο η γραμματική όσο κυρίως η συστηματική ερμηνεία του άρθρου 90 παρ. 5 Σ, το οποίο συστηματικά εντάσσεται στη ρύθμιση των προαγωγών, μεταθέσεων και τοποθετήσεων κλπ. των δικαστικών λειτουργών, οι οποίες πραγματοποιούνται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, δεν αφήνει περιθώριο αναγνώρισης στον κοινό νομοθέτη εξουσίας ανάθεσης αρμοδιότητας της Βουλής στη διαδικασία επιλογής από το Υπουργικό Συμβουλίου των Προεδρείων των Ανωτάτων Δικαστηρίων. Το άρθρο 90 παρ. 5 Σ εισάγει μια μορφή διασταύρωσης των εξουσιών, η οποία, ως απόκλιση από τη συνταγματική αρχή της διάκρισης, δεν μπορεί παρά να ερμηνεύεται στενά και να μην επιδέχεται εξ αυτού του λόγου νομοθετική ‘διεύρυνση’ ή προσθήκη «πρόσθετης διαδικασίας» και παρεμβολή άλλου οργάνου.
Η επίκληση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας δεν αρκεί εξάλλου από μόνη της να δικαιολογήσει μια νομοθετική αναδιάταξη εξουσιών και διαδικασίας που ορίζεται και προβλέπεται στο Σύνταγμα από ρητή διάταξη. Η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας δεν αντιμάχεται την αρχή της διάκρισης των εξουσιών ούτε είναι δυνατόν η απλή επίκληση της πρώτης να δικαιολογήσει την παράκαμψη ή τον παραμερισμό της δεύτερης. Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και ειδικά των δικαστικών λειτουργών άλλωστε δεν αποτελεί απλώς μια εγγύηση δικαιοκρατική, αλλά και ένα αίτημα της δημοκρατικής αρχής, διότι διασφαλίζει το σεβασμό της γενικής βούλησης, όπως αυτή εκδηλώνεται συνταγματικά, κυρίως με τη θέσπιση των νόμων.
Οι παράπλευρες θεσμικές και πολιτικές συνέπειες: η δικαστική εξουσία αντιμέτωπη με την πολιτική
9. Παράλληλα, όμως, με την αντισυνταγματικότητα της νέας ρύθμισης, υπάρχουν και λόγοι δικαιοπολιτικής φύσεως που στρέφονται κατά του νόμου. Το δημοκρατικό αίτημα του δημόσιου ελέγχου της δικαστικής εξουσίας –που και αυτό προβάλλεται ως δικαιολογία της παρεμβολής της Βουλής– είναι, στην προκειμένη περίπτωση, άτοπο. Και τούτο όχι μόνο διότι η συγκεκριμένη ακρόαση των ‘υποψηφίων’ δεν εξυπηρετεί αντικειμενικά ένα τέτοιο σκοπό, δηλαδή ‘ελεγκτικό’, αφού πρόκειται για ακρόαση προκειμένου να δικαιολογηθεί κρίση προεπιλογής, η οποία όμως δεν αιτιολογείται (!). Πρόκειται για ακρόαση υποψηφίων που γίνεται χωρίς ‘σκοπό’ και η οποία οδηγεί σε ‘προεπιλογή’ και, άρα, σε κρίση και αξιολόγηση δικαστικών λειτουργών, που δεν είναι δυνατόν να αιτιολογηθεί , είτε διότι κάτι τέτοιο δεν επιτρέπεται είτε διότι είναι πρακτικά και θεσμικά αδύνατον να γίνει.
Ακρόαση εξάλλου είναι νοητή στα συστήματα της εκλεγόμενης δικαιοσύνης, όπως είναι το αμερικανικό, όπου οι δικαστές επιλέγονται με εκλογή βάσει προγράμματος δικαιοδοτικής πολιτικής που υπερασπίζονται οι ίδιοι, κάτι που είναι εντελώς ξένο και αντίθετο με το ηπειρωτικό σύστημα επιλογής και προαγωγής δικαστών, που είναι ισόβιοι και ανήκουν οργανικά σε ένα σώμα ανεξάρτητων δημόσιων λειτουργών, εξοπλισμένων με εγγυήσεις προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας. Γι΄αυτό και είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς σε αυτό το σύστημα το είδος της ακρόασης των δικαστών και κυρίως το είδος των ερωτήσεων που μπορεί να απευθύνει ένα πολιτικός σε ένα δικαστή που είναι υποχρεωμένος να τηρεί απόλυτη διακριτικότητα και ανεξαρτησία γνώμης και να απέχει ως τρίτος από κάθε είδους δηλώσεις ως προς την άσκηση των καθηκόντων του.
Δεν παύει ωστόσο η άτοπη και αδικαιολόγητη αυτή διαδικασία να έχει δυσμενείς θεσμικές και πολιτικές επιπτώσεις. Πρώτον, στην ανεξαρτησία και στο κύρος των δικαστικών λειτουργών που είναι επιλέξιμοι και δεν επελέγησαν από τον Υπουργό στην πρώτη φάση της διαδικασίας ή επελέγησαν μεν αλλά ‘κόπηκαν’ από τη Διάσκεψη των Προέδρων μετά την ακρόαση, άνευ λόγου και αιτίας. Η δημόσια αυτή ‘έκθεση’ της υπηρεσιακής προσωπικότητας ανωτάτων δικαστικών, οι οποίοι από τη φύση του λειτουργήματός τους έχουν εθιστεί και συμπεριφέρονται με απόλυτη διακριτικότητα και ουδετερότητα, δεν μπορεί παρά να βλάπτει και να θίγει ανεπανόρθωτα τόσο τη δημόσια όσο και την υπηρεσιακή τους εικόνα. Δημιουργεί ούτως ή άλλως για αυτούς που δεν επελέγησαν ένα ‘δυσμενές’ ή ‘δυσάρεστο’ προηγούμενο, τους χρεώνει με μια δημόσια ‘αρνητική’ κρίση, η οποία τους ‘στιγματίζει’ και θα τους ακολουθεί για πάντα. Και πάντως ήδη η πρώτη προ-επιλογή του Υπουργού, εκείνη των έξη, θέτει πολλά τυπικά και ουσιαστικά ερωτήματα: «πριν ζητηθεί η γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής, το Υπουργικό Συμβούλιο με εισήγηση του ως άνω Υπουργού προεπιλεγεί έξι από τους δικαστικούς λειτουργούς που έχουν τα τυπικά προσόντα κατά περίπτωση» (νόμος 3841/2008, άρθρο 1).
Ποια είναι η συνέπεια της ιεραρχικής κατάταξής τους; Τι δηλώνει η ίδια, αξιολογική κατάταξη; δημιουργεί προηγούμενο οιονεί επετηρίδας που πρέπει να γίνεται σεβαστό σε κάθε νέα προεπιλογή; Όσοι παρελήφθησαν, είναι καταδικασμένοι να παραλείπονται εσαεί; Πως δικαιολογείται μια νέα κατάταξη των υποψηφίων σε νέα διαδικασία επιλογής, η οποία δεν ακολουθεί την προηγούμενη; Ότι άλλαξε εν τω μεταξύ γνώμη ο Υπουργός; Αν ναι γιατί, αν όχι γιατί τότε προέβη σε νέα προεπιλογή;
Αλλά και αυτούς που επελέγησαν τους χρεώνει η «προεπιλογή» με ένα δυσάρεστο προνόμιο: θα φέρουν εσαεί την υπόνοια της ‘πολιτικής ή κομματικής’ επιλογής και της ενδεχόμενης σύστοιχης ‘υποταγής’, ακόμη και στην περίπτωση που η επιλογή βασίστηκε σε αυστηρά αξιοκρατικά κριτήρια.
Το ‘στίγμα’ της κομματικής εύνοιας των επιλεγόμενων ανωτάτων δικαστικών με τη νέα διαδικασία είναι αναπόφευκτο και πηγάζει από το όργανο που επιλέχτηκε να κάνει την τελική προεπιλογή: τη Διάσκεψη των Προέδρων. Πρόκειται για όργανο της Βουλής, που προβλέπεται από τον Κανονισμό της Βουλής και δεν έχει συνταγματική υπόσταση. Και δεν αποκτά συνταγματική υπόσταση με την παρεμπίπτουσα αναφορά σε αυτό από το άρθρο 101A παρ. 2, το οποίο το καθιστά αρμόδιο για την επιλογή των προσώπων που στελεχώνουν τις Ανεξάρτητες Αρχές. Διότι την ύπαρξή του δεν την οφείλει στο Σύνταγμα αλλά στον Κανονισμό της Βουλής, που καθορίζει τις αρμοδιότητές του. Οι τελευταίες συνδέονται αποκλειστικά με την εσωτερική λειτουργία της Βουλής. Είναι αρμόδιο κυρίως για θέματα καθαρώς διαδικαστικά και καθορισμού της ημερήσιας διάταξης των συζητήσεων της Βουλής. Η σύνθεσή του είναι κατά βάση διακομματική (βλέπε άρθρο 13 του Κανονισμού της Βουλής). Η μόνη αρμοδιότητα που του επιβλήθηκε εκτός Κανονισμού είναι αυτή που προβλέφτηκε με την αναθεώρηση του 2001 και με βάση την οποία ‘επιλέγει’ με ομοφωνία ή με πλειοψηφία των 4/5 τα μέλη των Ανεξάρτητων Αρχών. Πάντως όργανο συνταγματικό με την ουσιαστική του όρου έννοια δεν είναι ώστε να νομιμοποιείται να κρίνει, αυτό ειδικά, την επιλογή των προσώπων που θα τεθούν επικεφαλής της δικαστικής εξουσίας.
Η οποιαδήποτε σύγκριση ή αναλογία της συνταγματικά προβλεπόμενης αρμοδιότητας για τη στελέχωση των Ανεξάρτητων Αρχών με αυτή που μας απασχολεί εδώ είναι άστοχη. Πρώτον, διότι τα μέλη των Ανεξάρτητων Αρχών δεν συγκρίνονται με τους δικαστικούς λειτουργούς, ως προς τη θεσμική τους κατάσταση: και αν έχουν προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία, αυτή είναι παροδική, για όσο χρόνο ασκούν τα καθήκοντά τους. Όχι μόνον δεν είναι ισόβια αλλά δεν έχουν απολύτως καμία άλλη συνταγματική εγγύηση που να δικαιολογεί την παρομοίωσή τους με δικαστικούς λειτουργούς. Δεύτερον, διότι στην περίπτωση των ΑΑ η Διάσκεψη των Προέδρων ‘επιλέγει’ για πρώτη φορά τα μέλη τους και δεν καλείται όπως στην επιλογή των Προέδρων και Αντιπροέδρων να ‘κρίνει’ προαγωγή ισόβιων δικαστικών λειτουργούν, με προϋπηρεσία και με ισόβιο καθήκον αμεροληψίας και «πολιτικής ουδετερότητας», επιλέγοντας τους πλέον άξιους μεταξύ των μελών του σώματος.
Υπάρχει όμως και μια άλλη αρνητική θεσμική, ‘πολιτική’ συνέπεια της όλης διαδικασίας που καθιερώνει ο νόμος. Η ανάθεση της αρμοδιότητας επιλογής της ηγεσίας της δικαιοσύνης στη Διάσκεψη των Προέδρων και όχι στη Βουλή ή σε Τμήμα της είναι υποτιμητική για τη δικαστική εξουσία και το κύρος των δικαστικών λειτουργών. Διότι η δικαστική εξουσία είναι μία από τις τρείς εξουσίες, ισότιμη τυπικά με τη νομοθετική, και μόνον το όργανο της νομοθετικής, που είναι η ίδια η Βουλή και όχι οποιοδήποτε υπηρεσιακό όργανο της τελευταίας, μπορεί να αντιπαρατεθεί θεσμικά προς αυτήν.
Το πλέον όμως βαρύ πλήγμα στο κύρος της δικαιοσύνης και στην ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών επέρχεται στην προκειμένη περίπτωση από τον έντονα πολιτικό και κομματικό ή διακομματικό χαρακτήρα της Διάσκεψης των Προέδρων. Η σύνθεση του οργάνου είναι διακομματική. Οι αποφάσεις του, που εδώ λαμβάνονται με ομοφωνία ή πλειοψηφία των 4/5, διασφαλίζουν κυρίως ή προϋποθέτουν διακομματική συναίνεση. Η τελευταία βασίζεται αναγκαστικά σε κομματική συμφωνία ή συναλλαγή. Αυτό δείχνει η εμπειρία των Ανεξάρτητων Αρχών. Και αν στην περίπτωσή τους αυτό είναι ανεκτό και ίσως από μία σκοπιά και εν μέρει δικαιολογημένο, αφού οι Α.Α. καλούνται να εφαρμόσουν ή να επεξεργαστούν ‘δημόσιες πολιτικές’ στον τομέα που δρουν και απαιτούν για το λόγο αυτό από τα μέλη τους προσόντα και ικανότητες επιλογής και διαμόρφωσης της καταλληλότερης πολιτικής, στο πλαίσιο της γενικότερης κυβερνητικής πολιτικής, στην περίπτωση ωστόσο της δικαστικής εξουσίας και των δικαστικών λειτουργών τέτοια κριτήρια επιλογής είναι παντελώς ανάρμοστα.
Και έρχομαι στην τελευταία δυσμενή θεσμική συνέπεια του νόμου, που τον καθιστά δικαιοπολιτικά άστοχο και άτοπο. Με τη νέα διαδικασία επιλογής ‘πολιτικοποιείται’, χωρίς λόγο και αιτία, μια διαδικασία που πρέπει να μείνει, και σε αυτό συμφωνούν πιστεύω όλοι, ‘απολιτική’. Διότι το όργανο που παρεμβάλλεται είναι από τη σύνθεση και την αποστολή του κατ’ εξοχήν πολιτικό. Η διακομματική του σύνθεση το δηλώνει με τρόπο απερίφραστο. Αν διαβάσει κανείς προσεκτικά το νέο νόμο θα διαγνώσει ότι ο κυβερνητικός νομοθέτης δεν θέλησε απλώς να εξουδετερώσει τις πολιτικές εντάσεις που είχαν δημιουργηθεί εξ αιτίας ορισμένων ‘αμαρτωλών’ επιλογών του παρελθόντος, δεν θέλησε απλώς να απαλλαγεί ο ίδιος από την ευθύνη μιας κρίσιμης επιλογής, θέλησε να θέσει προ των ευθυνών τους όλα τα κόμματα και τελικά την πολιτική εξουσία στο σύνολό της. Στην πράξη ο Υπουργός Δικαιοσύνης αποποιήθηκε την ευθύνη που το Σύνταγμα του ανέθεσε και ο αναθεωρητικός νομοθέτης το επιβεβαίωσε. Δίστασε να κρίνει μόνος, χωρίς να επιζητά πολιτικό άλλοθι, και να κάνει αυτό που το Σύνταγμα απαιτεί, η δικαιοσύνη το έχει ανάγκη και το πολιτικό μας σύστημα αναζητά: να επιλέξει επιτέλους, τους κατάλληλους με κριτήρια αντικειμενικά, ακομμάτιστα και αξιοκρατικά.
Τελικά, ο στόχος του νόμου είχε και μια αντεστραμμένη όψη και μια παράπλευρη συνέπεια: αντί να φέρει προ των ευθυνών της την πολιτική εξουσία, έφερε αντιμέτωπη την πολιτική εξουσία με τη δικαστική. Μετατρέπει, χωρίς να το θέλει, τη διασταύρωση της εκτελεστικής με την δικαστική εξουσία σε αντιπαράθεση της πολιτικής με την δικαστική. Και αυτό είναι ό,τι χειρότερο θα μπορούσε να περιμένει κανείς. Αδυνατώ να πιστέψω ότι αυτό επεδίωκε ο συντάκτης του νόμου. Άλλη ήταν σίγουρα η επιδίωξή του. Μόνον που συχνά άλλα είναι τα κίνητρα του νομοθέτη και άλλα τα αποτελέσματα του νόμου. Ένας συνετός νομοθέτης οφείλει να προνοεί και για τα δεύτερα και να φροντίζει να τα αντιμετωπίζει έγκαιρα, πριν αφήσουν ανεπανόρθωτες βλάβες.

Η επικαιρότητα του λόγου του Αριστόβουλου Μάνεση

Νίκος Αλιβιζάτος, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Η επικαιρότητα του λόγου του Αριστόβουλου Μάνεση
Συμπληρώνονται αυτές τις μέρες δέκα χρόνια από τον θάνατο του Αριστόβουλου Μάνεση, το καλοκαίρι του 2000. Ήταν ο διαπρεπέστερος Έλληνας συνταγματολόγος της γενιάς του, ο οποίος σημάδεψε με το έργο, τη διδασκαλία και τον δημόσιο λόγο του τρεις, τουλάχιστον, γενιές νομικών της μεταπολεμικής περιόδου.
Για τη συμβολή του Αρ. Μάνεση στην επιστήμη του Συνταγματικού Δικαίου σε καιρούς χαλεπούς, αλλά και πιο πρόσφατα, έχουν γραφεί πολλά. Ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ανατρέξει επωφελώς στους δύο συγκεντρωτικούς τόμους με τις μελέτες του (Συνταγματική θεωρία και πράξη, τ. Α΄, Θεσσαλονίκη, 1980, τ. Β΄, Αθήνα, 2007) και, προπάντων, στον πρώτο από τους τρεις τόμους του Χαρμόσυνου, που εξέδωσαν προς τιμήν του οι μαθητές του, το 1994. Σε αυτόν δημοσιεύονται 27 μελέτες για το έργο του, παρουσιασμένες όλες ενώπιόν του, σε συμπόσιο που του αφιέρωσε ο Τομέας Δημόσιου Δικαίου του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τον Μάιο του 1991. Σε αυτή την εκδήλωση, χωρίς προηγούμενο για εν ζωή επιστήμονα, δάσκαλος, ομότεχνοι και μαθητές (προερχόμενοι απ’ όλο το πολιτικό και ιδεολογικό φάσμα!) δεν συζήτησαν απλώς επί ώρες, αλλά «αντιπαρατέθηκαν» πάνω σε ένα πολυσχιδές έργο, που ξεπερνούσε κατά πολύ το στενό αντικείμενο του κλάδου που υπηρετούσε ο τιμώμενος.
Η μοναδική ζεστασιά με την οποία συμπεριφερόταν στους μαθητές του, ήταν το βασικότερο χαρακτηριστικό του Μάνεση ως δασκάλου. Γιατί, χωρίς την παραμικρή επιτήδευση, είχε καταφέρει να αντιστρέψει τον κανόνα: τους μεν ισχυρούς τους αντιμετώπιζε «αφ’ υψηλού», τους δε ανίσχυρους με ταπεινοφροσύνη. Κάτι που βέβαια, ενώ προκαλούσε τη δυσπιστία των πρώτων, του χάριζε το πιο πολύτιμο δώρο: την εμπιστοσύνη των δεύτερων.
Χάρη σ’ αυτή την εμπιστοσύνη, ο Αρ. Μάνεσης απολαμβάνει μετά θάνατον ένα σπάνιο προνόμιο: οι μαθητές του συγκρότησαν επιστημονική εταιρεία που φέρει το όνομά του όχι μόνο για την προβολή του έργου του, αλλά και για την καλλιέργεια ενός «ζωντανού» Συνταγματικού Δικαίου (http://manesis.blogspot.com/).
Ποιο είναι όμως αυτό το «ζωντανό» δίκαιο, για το οποίο ο Μάνεσης πάσχισε ως επιστήμονας και ως συνειδητός πολίτης; Δεν είναι βέβαια μόνο το σύνολο των εν ισχύι κανόνων δικαίου. Πέρα από αυτούς, αντικείμενο της μελέτης του είναι και το πώς οι κανόνες αυτοί παράγονται και πώς, μετά, εφαρμόζονται. Ακολουθώντας στο σημείο αυτό τον Αλέξανδρο Σβώλο –δάσκαλο και πολιτικό μέντορά του– ο Μάνεσης πίστευε ότι μόνον έτσι ο νομικός, είτε θεωρητικός του δικαίου είναι αυτός είτε νομικός της πράξης (δικηγόρος ή δικαστής), μπορεί να εντοπίσει τους κρυφούς «χυμούς» κάθε νόμου, τις αντινομίες και τα κενά του και, ακολούθως, να προσδιορίσει το αληθινό νόημά του.
Γιατί παρ’ ό,τι αντανακλούν τον συσχετισμό δυνάμεων που ίσχυε όταν αυτοί θεσπίσθηκαν, οι κανόνες δικαίου –προπάντων οι συνταγματικοί– δεν είναι άθυρμα των κρατούντων: απολαμβάνουν σχετικής αυτονομίας και διέπονται από τη δική τους λογική, η οποία δεν συμπίπτει απαραιτήτως με τις προθέσεις των συντακτών τους. Αυτήν τη λογική οφείλει να αναδείξει ο καλός νομικός για να πείσει.
Από την άλλη, χρέος του νομικού, κατά τον Μάνεση, είναι να καταπιάνεται και με τα ζέοντα ζητήματα του καιρού του. Τέτοια, πριν από το 1967 ήταν τα «βασικά» της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, στο έλλειμμα των οποίων αφιέρωσε μερικά από τα καλύτερα γραπτά του. Μετά το 1974, ήταν η ισονομία ανδρών και γυναικών, η σεξουαλική ελευθερία και τα δικαιώματα του παιδιού, θέματα δηλαδή που ο ακαδημαϊκός καθωσπρεπισμός απέφευγε επί μακρόν να αγγίξει.
Κλείνοντας, δεν αντέχω στον πειρασμό να μην αναφερθώ στις απόψεις του Μάνεση για το θέμα των ημερών, δηλαδή το «κοινωνικό κεκτημένο» και το περιορίσιμο των κοινωνικών δικαιωμάτων. Προλογίζοντας, το 1995, έναν συλλογικό τόμο του Ιδρύματος Μαραγκοπούλου, ο Μάνεσης επαναλάμβανε τις επιφυλάξεις του για τη χρήση του όρου «κοινωνικό κράτος». Απόδοση του γερμανικού Sozialstaat, ο όρος αυτός δεν του άρεσε, γιατί «καλλιεργεί την εντύπωση μιας ενότητας κράτους και κοινωνίας», ανύπαρκτης τουλάχιστον στις μέρες μας. Και γιατί ως αρχή προσδίδει έναν «λειτουργικό» χαρακτήρα στα κλασικά ατομικά δικαιώματα επηρεάζοντας αρνητικά την εφαρμογή τους. Προτιμότερος λοιπόν ήταν γι’ αυτόν ο όρος «κράτος πρόνοιας»
Από εκεί και πέρα, η προσοχή του νομικού έπρεπε να στραφεί προς τα επιμέρους κοινωνικά δικαιώματα, που η πραγμάτωσή τους προϋποθέτει την ψήφιση των αναγκαίων εκτελεστικών νόμων. Κανένας βέβαια δεν μπορεί να εξαναγκάσει τον νομοθέτη να ψηφίσει τέτοιους νόμους αν δεν το θέλει. Μπορεί, ωστόσο, από τη στιγμή που ψηφίσθηκαν, να εναντιωθεί στην κατάργησή τους.
Εδώ ακριβώς τίθεται το ερώτημα: επιτρέπεται, αν οι συνθήκες το επιβάλλουν, μεγάλες κοινωνικές κατακτήσεις όπως το οκτάωρο, οι άδειες μετ’ αποδοχών και τα διάφορα επιδόματα, να συρρικνωθούν; Η απάντηση κατά τον Μάνεση είναι «ναι». Διότι, όπως υποστήριζε, η «ισχύς του “κοινωνικού κεκτημένου” δεν είναι απόλυτη». Το μόνο που αποκλείει το Σύνταγμα είναι η «ολοσχερής κατάργηση» ρυθμίσεων που ενεργοποιούν τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα κοινωνικά δικαιώματα· δεν απαγορεύει τον εύλογο περιορισμό τους. Την ερμηνεία αυτή την επιβάλλει η «ελαστική κανονιστικότητα» των κοινωνικών δικαιωμάτων, όπως την αποκαλούσε, και η «επιφύλαξη του εφικτού», που διέπει την προστασία τους.
Όσοι λοιπόν σήμερα επικαλούνται τον Μάνεση για να ξιφουλκήσουν εναντίον όλων αδιακρίτως των μέτρων που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογήν του περίφημου Μνημονίου, θα κάνουν καλά να ανατρέξουν στο έργο του. Ο λόγος του παραμένει επίκαιρος, διότι δεν ενδίδει σε ιδεολογικά στερεότυπα, ούτε σε πατριωτισμούς άλλων εποχών. Αν και νομικός, είναι «ζωντανός», διότι δεν επιλέγει από τη ζώσα πραγματικότητα μόνον ό,τι βολεύει το επιχείρημα, αλλά και ό,τι το διαψεύδει. Κάτι που αρκετοί νεότεροι νομικοί αρνούνται δυστυχώς να κάνουν.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή», Κυριακή 25.7.2010

Οικονομική ενίσχυση πολιτικών κομμάτων

ΣτΕ 3157/2009 Τμ. Δ με σημείωμα Στέργιου Κοφίνη

Οικονομική ενίσχυση πολιτικών κομμάτων

[…]

2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, ζητείται, η ακύρωση της με αριθμ. 10542/24.2.2006 κοινής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ 285 Β΄/2006), με την οποία έγινε η κατανομή της τακτικής χρηματοδότησης και οικονομικής ενίσχυσης για ερευνητικούς και επιμορφωτικούς σκοπούς στα πολιτικά κόμματα, για το έτος 2006, βάσει των διατάξεων του Ν. 3023/2002. Η ακύρωση ζητείται κατά το μέρος που η απόφαση δεν περιέλαβε μεταξύ των δικαιούχων κομμάτων το αιτούν Κόμμα Φιλελευθέρων.

3. Επειδή, το αιτούν κόμμα έχει την ικανότητα να είναι διάδικος και νομιμοποιείται για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως (ΣτΕ 993/1989 Ολομ.). Εξάλλου, η αίτηση ασκείται με έννομο συμφέρον, εφόσον επιδιώκεται η ακύρωση πράξης δυσμενούς για το κόμμα και εν γένει παραδεκτώς (ΣτΕ 1862/1985 Ολομ., 993/1989 Ολομ.).

4. Επειδή, ο Ν. 3023/2002 “Χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων από το κράτος …” (ΦΕΚ 146), κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του οποίου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση, ορίζει στα άρθρα του 1 έως 4 (όπως ισχύουν) που περιλαμβάνονται στο πρώτο κεφάλαιο με τίτλο “ΚΡΑΤΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ”, μεταξύ άλλων, και τα εξής: “Άρθρο 1. Διακρίσεις και ύψος κρατικής χρηματοδότησης. 1. Τα πολιτικά κόμματα χρηματοδοτούνται από το Κράτος, προκειμένου να αντιμετωπίζουν μέρος των λειτουργικών και των εκλογικών δαπανών τους. 2. Η κρατική χρηματοδότηση διακρίνεται σε τακτική και εκλογική. 3. Η τακτική χρηματοδότηση καταβάλλεται κατ’ έτος και ανέρχεται σε ποσοστό ένα κόμμα μηδέν δύο τοις χιλίοις (1,02‰) των τακτικών εσόδων του Κρατικού Προϋπολογισμού του αντίστοιχου οικονομικού έτους. 4.α. Η εκλογική χρηματοδότηση καταβάλλεται κάθε φορά που διεξάγονται γενικές βουλευτικές εκλογές ή εκλογές για την ανάδειξη των Ελλήνων αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και ανέρχεται σε ποσοστό έως μηδέν κόμμα είκοσι δύο τοις χιλίοις (0,22‰) των τακτικών εσόδων του Κρατικού Προϋπολογισμού του οικονομικού έτους κατά τη διάρκεια του οποίου διεξάγονται οι εκλογές … β. Το ποσοστό της χορηγούμενης κάθε φορά εκλογικής χρηματοδότησης καθορίζεται ύστερα από γνώμη της Διακομματικής Επιτροπής, με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης … 5. … 6. … Άρθρο 2. Δικαιούχοι. 1. Τακτική χρηματοδότηση δικαιούνται: α. Τα πολιτικά κόμματα και οι συνασπισμοί, που εκπροσωπούνται στη Βουλή με βουλευτές εκλεγμένους στις γενικές βουλευτικές εκλογές από τους συνδυασμούς του ίδιου κόμματος ή συνασπισμού. β. Τα πολιτικά κόμματα και οι συνασπισμοί, από τους συνδυασμούς των οποίων έχουν εκλεγεί αντιπρόσωποι στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. γ. Τα πολιτικά κόμματα και οι συνασπισμοί, τα οποία στις τελευταίες γενικές βουλευτικές εκλογές είχαν καταρτίσει πλήρεις συνδυασμούς, τουλάχιστον, στο εβδομήντα τοις εκατό (70%) των εκλογικών περιφερειών της χώρας και συγκεντρώσει αριθμό ψήφων, τουλάχιστον, ίσο με το ένα κόμμα πέντε τοις εκατό (1,5%) του συνόλου των έγκυρων ψηφοδελτίων της επικράτειας. Η τακτική χρηματοδότηση χορηγείται για τη χρονική περίοδο από το επόμενο έτος εκείνου, κατά το οποίο έλαβαν χώρα οι γενικές βουλευτικές εκλογές, προκειμένου για τα υπό στοιχεία α΄ και γ΄ κόμματα και συνασπισμούς ή οι εκλογές για την ανάδειξη των Ελλήνων αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, προκειμένου για τα υπό στοιχείο β΄ κόμματα και συνασπισμούς, έως και το έτος διεξαγωγής των επόμενων αντίστοιχων εκλογών. 2. Εκλογική χρηματοδότηση δικαιούνται: α. Τα πολιτικά κόμματα και οι συνασπισμοί, που εκπροσωπούνται στη Βουλή με βουλευτές εκλεγμένους στις γενικές βουλευτικές εκλογές από τους συνδυασμούς του ίδιου κόμματος ή συνασπισμού. Για τη χρηματοδότηση λόγω συμμετοχής σε γενικές βουλευτικές εκλογές, η προϋπόθεση αυτή απαιτείται να συνέτρεχε κατά τη βουλευτική περίοδο που έληξε. β. Τα πολιτικά κόμματα και οι συνασπισμοί, από τους συνδυασμούς των οποίων έχουν εκλεγεί αντιπρόσωποι στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Για τη χρηματοδότηση λόγω συμμετοχής σε εκλογές για την ανάδειξη των Ελλήνων αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η προϋπόθεση αυτή απαιτείται να συνέτρεχε κατά την περίοδο που έληξε. γ. Τα πολιτικά κόμματα και οι συνασπισμοί κομμάτων, τα οποία έχουν καταρτίσει πλήρεις συνδυασμούς, τουλάχιστον, στο εβδομήντα τοις εκατό (70%) των εκλογικών περιφερειών της χώρας και συγκεντρώσει αριθμό ψήφων, τουλάχιστον, ίσο με το ένα κόμμα πέντε τοις εκατό (1,5%) του συνόλου των έγκυρων ψηφοδελτίων της επικράτειας στις γενικές βουλευτικές εκλογές τις οποίες αφορά η χρηματοδότηση. Για τη χρηματοδότηση λόγω συμμετοχής σε εκλογές για την ανάδειξη των Ελλήνων αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο απαιτείται το κόμμα ή ο συνασπισμός να έχει συγκεντρώσει αριθμό ψήφων, τουλάχιστον, ίσο με το ένα κόμμα πέντε τοις εκατό (1,5%) του συνόλου των έγκυρων ψηφοδελτίων της επικράτειας στις εκλογές αυτές. Άρθρο 3. Κατανομή. 1. Το συνολικό ποσό της τακτικής χρηματοδότησης κατανέμεται στα δικαιούχα πολιτικά κόμματα και συνασπισμούς ως εξής: α. Ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%) καταβάλλεται στα κόμματα και τους συνασπισμούς που εμπίπτουν στην περίπτωση α΄ της παρ. 1 του άρθρου 2 και κατανέμεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 3 του παρόντος άρθρου. β. Ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) καταβάλλεται, ισόποσα, στα κόμματα και τους συνασπισμούς που εμπίπτουν στην περίπτωση β΄ της παρ. 1 του άρθρου 2. Στην κατανομή του ποσοστού αυτού μετέχουν τα κόμματα και οι συνασπισμοί που εμπίπτουν στην περίπτωση α΄ της παρούσας παραγράφου. γ. Ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) χορηγείται ισόποσα στα κόμματα και τους συνασπισμούς, που εμπίπτουν στην περίπτωση γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 2. Στην κατανομή του ποσοστού αυτού μετέχουν τα κόμματα και οι συνασπισμοί που εμπίπτουν και στις περιπτώσεις α΄ και β΄ της παρούσας παραγράφου. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, που εκδίδεται το πρώτο τρίμηνο κάθε έτους και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα κόμματα και οι συνασπισμοί που εμπίπτουν σε καθεμία από τις παραπάνω κατηγορίες και το ποσό τακτικής χρηματοδότησης που καταβάλλεται σε αυτά. 2. Το συνολικό ποσό της εκλογικής χρηματοδότησης κατανέμεται στα δικαιούχα πολιτικά κόμματα και συνασπισμούς ως εξής: α. … β. … 3. … 4. … Άρθρο 4. Οικονομική ενίσχυση για ερευνητικούς και επιμορφωτικούς σκοπούς. 1. Τα πολιτικά κόμματα και οι συνασπισμοί που δικαιούνται κρατική χρηματοδότηση, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 2, λαμβάνουν ετήσια οικονομική ενίσχυση από το Κράτος για την ίδρυση και λειτουργία κέντρων ερευνών και μελετών, καθώς και τη διοργάνωση προγραμμάτων επιμόρφωσης των στελεχών τους. … 2. … 3. Με την απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 3, καθορίζονται τα κόμματα και οι συνασπισμοί που δικαιούνται την παραπάνω ενίσχυση, καθώς και τα αντίστοιχα ποσά. 4. …”.

5. Επειδή, το άρθρο 29 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως ίσχυε πριν από την αναθεώρηση του έτους 2001, όριζε τα εξής: “1. Έλληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, που η οργάνωση και η δράση τους οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος … 2. Νόμος μπορεί να ορίζει την οικονομική ενίσχυση των κομμάτων από το Κράτος και τη δημοσιότητα των εκλογικών δαπανών των κομμάτων και των υποψηφίων βουλευτών.”. Ερμηνεύοντας την ανωτέρω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 29 του Συντάγματος, το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει παγίως δεχθεί ότι τόσο από τη διάταξη αυτή, που προβλέπει την κρατική οικονομική ενίσχυση των κομμάτων, όσο και από την αρχή της ισότητας και ειδικότερα την αρχή της ίσης μεταχείρισης των πολιτικών κομμάτων και της παροχής σ’ αυτά ίσων ευκαιριών, η οποία αποτελεί θεμελιώδη κανόνα του δημοκρατικού πολιτεύματος, απορρέει δε και από την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου 29, προκύπτει ότι η οικονομική ενίσχυση πρέπει να παρέχεται από το Κράτος σε όλα, κατ’ αρχήν, τα κόμματα που προβλέπει η ανωτέρω διάταξη της παραγρ. 1 του άρθρου 29 και οι νόμοι που τελούν σε αρμονία προς αυτήν. Δεν αποκλείουν όμως οι συνταγματικές αυτές διατάξεις την θέσπιση από το νόμο προϋποθέσεων για την παροχή της κρατικής οικονομικής ενίσχυσης, εφ’ όσον οι προϋποθέσεις αυτές στηρίζονται σε κριτήρια αντικειμενικά και πρόσφορα για την εξυπηρέτηση του επιδιωκόμενου σκοπού, ο οποίος συνάπτεται με την ύπαρξη κομμάτων που αντιπροσωπεύουν εν ενεργεία πολιτικές δυνάμεις, των οποίων η παρουσία στην πολιτική σκηνή είναι έκδηλη (ΣτΕ 993/1989 Ολομ., 1862/1985 Ολομ., 1116/1990 7μ., 2285/1994). Εν όψει δε της έννοιας αυτής του Συντάγματος, το Δικαστήριο έκρινε συνταγματικές τις διατάξεις των Ν. 1443/1984 και 1599/1986, 1731/1987 και 1775/1988, σύμφωνα με τις οποίες, προκειμένου να περιληφθεί ένα πολιτικό κόμμα μεταξύ των δικαιούχων κρατικής οικονομικής ενίσχυσης, πρέπει να συγκεντρώνει ορισμένες προϋποθέσεις, οι οποίες συνάπτονται είτε με την κατάρτιση εκλογικών συνδυασμών κατά τις γενικές βουλευτικές εκλογές στα δύο τρίτα (2/3) των εκλογικών περιφερειών της Χώρας και σωρευτικώς τη λήψη αριθμού ψήφων ίσου τουλάχιστον με το τρία τοις εκατό (3%), αν πρόκειται για αυτοτελές κόμμα ή με το πέντε τοις εκατό (5%), αν πρόκειται για συνασπισμό δύο κομμάτων ή έξι τοις εκατό (6%), αν πρόκειται για συνασπισμό τριών ή περισσοτέρων κομμάτων, του συνόλου των έγκυρων ψηφοδελτίων είτε με την εκπροσώπησή του στη Βουλή, έστω και με έναν βουλευτή. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι οι ανωτέρω ρυθμίσεις δεν προσκρούουν στο άρθρο 29 παρ. 2 του Συντάγματος, ούτε στην αρχή της ίσης μεταχείρισης των κομμάτων, με τη σκέψη ότι οι θεσπιζόμενες με αυτές προϋποθέσεις στηρίζονται σε κριτήρια αντικειμενικά και πρόσφορα για την εξυπηρέτηση του επιδιωκόμενου σκοπού, ο οποίος συνάπτεται με την ύπαρξη κομμάτων που εκπροσωπούν εν ενεργεία πολιτικές δυνάμεις, των οποίων η παρουσία στην πολιτική σκηνή είναι έκδηλη. Συνεπώς, επιτρεπτώς, κατά το Σύνταγμα, αποκλείονται από την κρατική οικονομική ενίσχυση κόμματα, τα οποία αποτελούν εκλογικούς σχηματισμούς χωρίς πολιτική υπόσταση και δεν αντιπροσωπεύουν πολιτικές δυνάμεις με ενεργό πολιτική παρουσία, όπως αποδεικνύεται από τους περιορισμένους τοπικά εκλογικούς τους συνδυασμούς ή από την μη υπολογίσιμη απήχησή τους στο εκλογικό σώμα ή από τη μη εκπροσώπησή τους στη Βουλή (ΣτΕ 1862/1985 Ολομ., 993/1989 Ολομ., 1116/1990 7μ.). Την πάγια αυτή νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επιβεβαίωσε και το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (ΑΕΔ), το οποίο έκρινε σύμφωνες με το Σύνταγμα τις, ταυτόσημες, κατά περιεχόμενο, με εκείνες των κρίσιμων, εν προκειμένω, διατάξεων του άρθρου 2 του Ν. 3023/2002, ρυθμίσεις του άρθρου 2 του Ν. 2429/1996, κατά τις οποίες κρατική οικονομική ενίσχυση (τακτική και εκλογική) δικαιούνται τα πολιτικά κόμματα και συνασπισμοί, τα οποία είτε εκπροσωπούνται στη Βουλή, είτε από τους συνδυασμούς των οποίων έχουν εκλεγεί αντιπρόσωποι στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και είτε είχαν καταρτίσει πλήρεις συνδυασμούς τουλάχιστον στο εβδομήντα τοις εκατό (70%) των εκλογικών περιφερειών της Χώρας και συγκεντρώσει αριθμό ψήφων τουλάχιστον ίσο με το ένα κόμμα πέντε τοις εκατό (1,5%) του συνόλου των εγκύρων ψηφοδελτίων όλης της Επικράτειας στις γενικές βουλευτικές εκλογές ή έχουν συγκεντρώσει αριθμό ψήφων τουλάχιστον ίσο με το ένα κόμμα πέντε (1,5%) του συνόλου των έγκυρων ψηφοδελτίων όλης της επικράτειας στις εκλογές για την ανάδειξη αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, προκειμένου για την χρηματοδότηση λόγω συμμετοχής τους στις εν λόγω εκλογές (ΑΕΔ 35 και 34/1999, 74/1997).

6. Επειδή, κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, η παρ. 2 του άρθρου 29 του Συντάγματος τροποποιήθηκε ως εξής : «2. Τα κόμματα έχουν δικαίωμα στην οικονομική τους ενίσχυση από το Κράτος για τις εκλογικές και λειτουργικές τους δαπάνες, όπως νόμος ορίζει…». Με τη νέα αυτή διάταξη, όπως προκύπτει από τη γραμματική της διατύπωση καθώς και από τα Πρακτικά συζητήσεων της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής, (Πρακτικά Βουλής, Συνεδρίαση ΡΚΑ`, 21.2.2001, απόγευμα, σελ. 437-438) ο αναθεωρητικός νομοθέτης απέβλεψε, σε σχέση με την αναθεωρηθείσα διάταξη, όσον αφορά την οικονομική ενίσχυση των κομμάτων, μόνον στην συνταγματική αναγνώριση του δικαιώματος των πολιτικών κομμάτων στην οικονομικής τους ενίσχυση από το Κράτος για τις εκλογικές και τις λειτουργικές τους δαπάνες. Η κρατική οικονομική ενίσχυση των πολιτικών κομμάτων, η οποία, σύμφωνα με την αναθεωρηθείσα διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 29 του Συντάγματος, ανήκε στην ευχέρεια του κοινού νομοθέτη, πλέον με τη νέα διάταξη συνιστά, κατ’ αρχήν, δικαίωμα των κομμάτων και αντιστοίχως υποχρέωση του νομοθέτη, ο οποίος ρητώς πάντως εξουσιοδοτείται να καθορίσει τις, κατά την εκτίμησή του, αναγκαίες προϋποθέσεις, υπό τις οποίες παρέχεται η κρατική χρηματοδότηση καθώς και τον τρόπο κατανομής της μεταξύ των δικαιούχων κομμάτων. Ο αναθεωρητικός νομοθέτης του 2001, έχοντας υπ’ όψη του την πάγια ερμηνεία του άρθρου 29 παρ. 2 του Συντάγματος από το Συμβούλιο της Επικρατείας και το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο και την τότε ισχύουσα σχετική νομοθεσία (Ν. 2429/1996), προφανώς δεν επεδίωξε, με την νέα αναθεωρημένη διάταξη, την αναγνώριση συνταγματικού δικαιώματος κρατικής οικονομικής ενίσχυσης ακόμη και σε μη υποστατά πολιτικά κόμματα, δηλαδή σε εκλογικούς σχηματισμούς χωρίς υπολογίσιμη απήχηση στο εκλογικό σώμα. Συνεπώς, κατά την έννοια και της νέας διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 29, δεν αποκλείεται η θέσπιση από το νόμο προϋποθέσεων για την παροχή της κρατικής οικονομικής ενίσχυσης στα πολιτικά κόμματα, εφόσον οι προϋποθέσεις αυτές στηρίζονται σε κριτήρια αντικειμενικά και πρόσφορα για την εξυπηρέτηση του επιδιωκόμενου σκοπού, ο οποίος συνάπτεται με την ύπαρξη κομμάτων που αντιπροσωπεύουν εν ενεργεία πολιτικές δυνάμεις, των οποίων η παρουσία στην πολιτική σκηνή είναι έκδηλη. Τέτοιες προϋποθέσεις συνταγματικώς επιτρεπτές είναι και οι θεσπιζόμενες με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του, εκτελεστικού του άρθρου 29 παρ. 2 του Συντάγματος, Ν. 3023/2002, σύμφωνα με τις οποίες τακτική χρηματοδότηση δικαιούνται τα πολιτικά κόμματα (και οι συνασπισμοί) τα οποία είτε εκπροσωπούνται στη Βουλή με βουλευτές εκλεγμένους στις γενικές βουλευτικές εκλογές από τους συνδυασμούς του ίδιου κόμματος ή συνασπισμού, είτε από τους συνδυασμούς των οποίων έχουν εκλεγεί αντιπρόσωποι στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και είτε στις τελευταίες γενικές βουλευτικές εκλογές είχαν καταρτίσει πλήρεις συνδυασμούς, τουλάχιστον, στο εβδομήντα τοις εκατό (70%) των εκλογικών περιφερειών της Χώρας και συγκεντρώσει αριθμό ψήφων, τουλάχιστον, ίσο με το ένα κόμμα πέντε τοις εκατό (1,5%) του συνόλου των έγκυρων ψηφοδελτίων της επικράτειας. Και τούτο διότι οι προϋποθέσεις αυτές στηρίζονται σε κριτήρια αντικειμενικά και πρόσφορα, υπό την εκτεθείσα έννοια, των οποίων η εφαρμογή οδηγεί σε συνταγματικώς επιτρεπτό αποκλεισμό της χρηματοδότησης είτε κομμάτων που αποτελούν κατ’ ουσίαν εκλογικούς σχηματισμούς χωρίς πολιτική υπόσταση, είτε κομμάτων τα οποία δεν αντιπροσωπεύουν πολιτικές δυνάμεις με ενεργό παρουσία, όπως αποδεικνύεται από τους περιορισμένους τοπικά εκλογικούς τους συνδυασμούς ή από την μη υπολογίσιμη απήχησή τους στο εκλογικό σώμα ή από την μη εκπροσώπησή τους στη Βουλή ή το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η εκτίμηση δε του κοινού νομοθέτη ότι πολιτικά κόμματα, τα οποία δεν έχουν συγκεντρώσει αριθμό ψήφων τουλάχιστο ίσο με το ένα κόμμα πέντε τοις εκατό (1,5%) του συνόλου των έγκυρων ψηφοδελτίων, αποτελούν εκλογικούς σχηματισμούς χωρίς πολιτική υπόσταση, λόγω της μη υπολογίσιμης απήχησής τους στο εκλογικό σώμα, δεν μπορεί να θεωρηθεί εσφαλμένη και μάλιστα καταδήλως, όπως απαιτείται κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, όταν μάλιστα για την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση πολιτικού κόμματος απαιτείται η συγκέντρωση στην επικράτεια ποσοστού έγκυρων ψηφοδελτίων τουλάχιστον ίσο με το τρία τοις εκατό (3%) του συνόλου των έγκυρων ψηφοδελτίων που έλαβαν στην επικράτεια όλοι οι εκλογικοί σχηματισμοί (άρθρο 5 του Ν. 3231/2004). Άλλωστε, όπως έχει ήδη εκτεθεί, το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει δεχθεί ότι δεν προσκρούει στο Σύνταγμα ο καθορισμός, σύμφωνα με την προϊσχύσασα νομοθεσία και διπλάσιου ποσοστού ψήφων, δηλαδή ποσοστού 3%, ως ελάχιστου ποσοστού για την κρατική οικονομική χρηματοδότηση των κομμάτων (ΣτΕ 1862/1985 Ολομ., 993/1989 Ολομ., 1116/1990 επτ.). Ενώ, το ΑΕΔ έχει ήδη κρίνει σύμφωνες με το Σύνταγμα τις ταυτόσημες, κατά περιεχόμενο, με εκείνες των κρίσιμων, εν προκειμένω διατάξεων του άρθρου 2 του Ν. 3023/2002, ρυθμίσεις του άρθρου 2 του Ν. 2429/1996 (ΑΕΔ 74/1997, 34 και 35/1999). Επομένως, οι θεσπιζόμενες, με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 3023/2002, προϋποθέσεις δεν προσκρούουν σε καμία συνταγματική διάταξη και συγκεκριμένα, ούτε στο άρθρο 29 παρ. 2, ούτε στην αρχή της ίσης μεταχείρισης των κομμάτων, καθ’ όσον τα κόμματα, για τα οποία συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και εκείνα, για τα οποία δεν συντρέχουν, δεν τελούν υπό τις αυτές συνθήκες (πρβλ. ΣτΕ 1862/1985 Ολομ., 993/1989 Ολομ., 1116/1990 7μ., ΑΕΔ 35 και 34/1999 και 74/1997). Ως εκ τούτου, οι αντίθετοι λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους προβάλλεται ότι οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 3023/2002, βάσει των οποίων καθορίσθηκαν, με την προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση, τα πολιτικά κόμματα που δικαιούνται τακτική χρηματοδότηση και οικονομική ενίσχυση για ερευνητικούς και επιμορφωτικούς σκοπούς, για το έτος 2006, αντίκεινται στο άρθρο 29 παρ. 2 του Συντάγματος, στην αρχή της ίσης μεταχείρισης των πολιτικών κομμάτων και της παροχής σ’ αυτά ίσων ευκαιριών, καθώς και την αρχή της ισότητας της ψήφου, που, κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος Κόμματος, επιβάλλουν την κρατική οικονομική ενίσχυση όλων, χωρίς διάκριση, των πολιτικών κομμάτων, τα οποία λειτουργούν νόμιμα, ανάλογα με τον αριθμό των έγκυρων ψηφοδελτίων που έλαβε κάθε κόμμα κατά τις διενεργούμενες εκλογές, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Δ. Γρατσίας ο οποίος υπεστήριξε την εξής γνώμη, με την οποία συντάχθηκαν και οι Πάρεδροι Ηρ. Τσακόπουλος και Α.Μ. Παπαδημητρίου : Από την αδιάστικτη διατύπωση της διάταξης του άρθρου 29 παρ. 2 του Συντάγματος (: «Τα κόμματα έχουν δικαίωμα στην οικονομική τους ενίσχυση από το Κράτος …»), ερμηνευόμενης υπό το πρίσμα της αρχής της ίσης μεταχείρισης των κομμάτων και της παροχής σ’ αυτά ίσων ευκαιριών για την ανάπτυξη της πολιτικής τους δράσης, που αποτελεί θεμελιώδη κανόνα του δημοκρατικού πολιτεύματος, προκύπτει ότι δικαίωμα στην κρατική χρηματοδότηση έχουν όλα τα πολιτικώς υποστατά κόμματα. Ο νομοθέτης μπορεί να θέσει ως κριτήριο της πολιτικής υπόστασης κάθε κόμματος το ποσοστό ψήφων που το κόμμα αυτό έλαβε κατά τις γενικές βουλευτικές εκλογές ή τις εκλογές για την ανάδειξη των ελλήνων αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Το ποσοστό, όμως, αυτό δεν μπορεί να είναι τόσο υψηλό, ώστε να αποκλείονται από την κρατική οικονομική ενίσχυση κόμματα, τα οποία έχουν λάβει αριθμό ψήφων, που κατά κοινή πείρα υποδηλώνει, στοιχειώδη έστω, πολιτική υπόσταση. Το ποσοστό δε του 1,5% το οποίο θέτει, κατά τα ανωτέρω το άρθρο 2 του ν. 3023/2002 και αντιστοιχεί, εν όψει του αριθμού των εκλογέων, σε πολλές δεκάδες χιλιάδες ψήφους, ενίοτε δε μπορεί να υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες, είναι, κατά κοινή πείρα, πολύ υψηλότερο του ποσοστού, το οποίο αρκεί για να υποδηλώσει την πολιτική υπόσταση ενός κόμματος. Υπό την έννοια αυτή, κατά την μειοψηφήσασα γνώμη, η επίμαχη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 3023/2002 είναι αντίθετη προς την διάταξη του άρθρου 29 παρ. 2 του Συντάγματος.

7. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση και σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, το αιτούν πολιτικό Κόμμα Φιλελευθέρων νομίμως αποκλείσθηκε από την τακτική χρηματοδότηση για το έτος 2006, με την προσβαλλόμενη πράξη, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την, αναφερόμενη στο προοίμιό της, απόφαση 1/2004 της Ανώτατης Εφορευτικής Επιτροπής, με την οποία καταρτίσθηκε ο γενικός οριστικός πίνακας των αποτελεσμάτων των γενικών βουλευτικών εκλογών της 7ης Μαρτίου 2004 και κατανεμήθηκαν οι βουλευτικές έδρες, το εν λόγω Κόμμα στις ανωτέρω βουλευτικές εκλογές έλαβε 2.619 ψήφους, δηλαδή ποσοστό 0,035% των έγκυρων ψηφοδελτίων όλης της Επικράτειας και συνεπώς δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 3023/2002 για τη χορήγηση τακτικής χρηματοδότησης.

8. Επειδή, εν όψει των όσων έγιναν δεκτά στις προηγούμενες σκέψεις, η υπό κρίση αίτηση ακυρώσεως, θα ήταν, σύμφωνα με την κρατήσασα γνώμη, απορριπτέα. Λόγω όμως, της σπουδαιότητας και της γενικότερης σημασίας του ζητήματος της έννοιας του άρθρου 29 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως ισχύει, και, κατά συνεκδοχή, της συνταγματικότητας των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1 του Ν. 3023/2002, το Τμήμα κρίνει ότι η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στην Ολομέλεια, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 περ. β` του Π.Δ. 18/1989, ορίζει δε εισηγητή τον Σύμβουλο Δημοσθένη Π. Πετρούλια.

[…]

Σημείωμα

Με τα αρ. 1 έως 4 του ν. 3023/2002 διαμορφώθηκε το κανονιστικό πλαίσιο για την κατανομή της εκλογικής και της τακτικής ετήσιας χρηματοδότησης στα πολιτικά κόμματα. Σε αντίθεση με τα προβλεπόμενα στο αρ. 10 του ίδιου νόμου για τη δωρεάν ραδιοτηλεοπτική προβολή μηνυμάτων των πολιτικών κομμάτων κατά την προεκλογική περίοδο, ως προς το ζήτημα της χρηματοδότησης των κομμάτων ο νομοθέτης προχώρησε ο ίδιος στην κατηγοριοποίηση των δικαιούμενων κρατικής ενίσχυσης και στον λεπτομερή προσδιορισμό του ύψους αυτής και των κριτηρίων βάσει των οποίων παρέχεται. Ειδικότερα, η κρατική χρηματοδότηση διακρίνεται σε τακτική, η οποία καταβάλλεται ετησίως και σε εκλογική, η οποία χορηγείται κάθε φορά που γίνονται εθνικές ή ευρωεκλογές. Την τακτική χρηματοδότηση δικαιούνται τα κόμματα και οι συνασπισμοί κομμάτων που είτε α) εκπροσωπούνται στο εθνικό κοινοβούλιο είτε β) εκπροσωπούνται στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο είτε γ) συμμετείχαν στις τελευταίες γενικές βουλευτικές εκλογές έχοντας καταρτίσει συνδυασμούς τουλάχιστον στο 70% των εκλογικών περιφερειών και έλαβαν τουλάχιστον 1,5% του συνόλου των ψήφων. Η κατανομή της χρηματοδότησης αυτής γίνεται ως εξής: τα κόμματα της πρώτης κατηγορίας μοιράζονται το 80% της κρατικής χρηματοδότησης σε ποσοστό ευθέως ανάλογο προς το εκλογικό ποσοστό τους κατά τις τελευταίες γενικές βουλευτικές εκλογές. Το 10% κατανέμεται ισόποσα στα κόμματα που εκπροσωπούνται στο ευρωκοινοβούλιο, συμπεριλαμβανομένων και των κομμάτων που ανήκουν στην πρώτη κατηγορία. Το δε τελευταίο 10% κατανέμεται ισόποσα στα κόμματα της τρίτης κατηγορίας, αλλά και αυτά της πρώτης και της δεύτερης κατηγορίας. Οι ίδιοι κανόνες που ισχύουν για την τακτική χρηματοδότηση εφαρμόζονται και ως προς την ετήσια κρατική οικονομική ενίσχυση για ερευνητικούς και επιμορφωτικούς σκοπούς.

Είναι φανερό ότι η μερίδα του λέοντος της κρατικής χρηματοδότησης επιφυλάσσεται στα μεγαλύτερα σε εκλογική επιρροή κόμματα (ποσοστό περίπου 95% βάσει των αποτελεσμάτων των εθνικών εκλογών και των ευρωεκλογών του 2004, ενώ τα δύο μεγαλύτερα κόμματα μοιράζονται άνω του 76% του συνολικού ποσού), ενώ αρκετά άλλα πολιτικά κόμματα με σταθερή και μακροχρόνια πορεία αλλά με μικρή απήχηση στο εκλογικό σώμα αποκλείονται πλήρως από αυτήν. Καταρχήν παρίσταται ως εύλογη η νομοθετική και νομολογιακή επιλογή να αποκλείονται της εκλογικής και της ετήσιας τακτικής χρηματοδότησης, κόμματα που δημιουργούνται ευκαιριακά ενόψει συγκεκριμένης εκλογικής αναμέτρησης, προκειμένου να αποφευχθεί ο άμεσος και υπαρκτός κίνδυνος σχηματισμού πολιτικών κομμάτων με μοναδικό σκοπό την είσπραξη κρατικών επιδοτήσεων. Παραμένει, ωστόσο, το ερώτημα της συμβατότητας του πλήρους αποκλεισμού των «μικρών» κομμάτων από τη χρηματοδότηση και της τόσο μεγάλης ψαλίδας υπέρ των μεγαλύτερων κομμάτων με τη συνταγματική αρχή της δημοκρατικής πολυφωνίας που επιβάλλει την παροχή ίσων ευκαιριών σε όλες τις πολιτικές δυνάμεις να διεκδικήσουν την ψήφο των πολιτών.

Ο νόμος 3023/2002 εκδόθηκε μετά την αντικατάσταση της διάταξης του αρ. 29 παρ. 2 Συντάγματος, κατά την αναθεώρηση του 2001, που πλέον ορίζει στο πρώτο εδάφιο ότι «Τα κόμματα έχουν δικαίωμα στην οικονομική τους ενίσχυση από το Κράτος για τις εκλογικές και λειτουργικές τους δαπάνες, όπως νόμος ορίζει». Υπό την προϊσχύσασα μορφή της διάταξης της παρ. 2 του αρ. 29 Σ., σύμφωνα με την οποία «Νόμος μπορεί να ορίζει την οικονομική ενίσχυση των κομμάτων από το Κράτος…», είχε κριθεί τόσο από το Συμβούλιο της Επικρατείας, όσο και από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο ότι οι σχετικές ρυθμίσεις των νόμων 1443/1984, 1599/1986, 1731/1987, 1775/1988, 2429/1996, που προέβλεπαν δυσμενέστερες ή στην καλύτερη περίπτωση παρόμοιες με το ν. 3023/2002 προϋποθέσεις για τη χορήγηση κρατικής χρηματοδότησης, δεν προσέκρουαν στην ως άνω συνταγματική διάταξη ούτε στην αρχή της ίσης μεταχείρισης και της παροχής ίσων ευκαιριών στα πολιτικά κόμματα (βλ. ΟλΣτΕ 1862/1985, ΤοΣ 1986.493, ΣτΕ 1116/1990, ΤοΣ 1990.289 και ΑΕΔ 34/1990, ΔΔίκη 2000.1269).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Κόμμα Φιλελευθέρων, το οποίο στις βουλευτικές εκλογές του 2004 είχε συγκεντρώσει μόλις το 0,035% του συνόλου των έγκυρων ψήφων στην Επικράτεια, ήτοι 2.619 ψήφους, προσέβαλε την κοινή υπουργική απόφαση καθορισμού των δικαιούχων και του ποσού της ετήσιας κρατικής τακτικής χρηματοδότησης και οικονομικής ενίσχυσης για ερευνητικούς και επιμορφωτικούς σκοπούς για το έτος 2006 κατά το μέρος που δεν περιλαμβάνεται το ίδιο μεταξύ των δικαιούχων. Τα βασικά ζητήματα που κλήθηκε να εξετάσει το δικαστήριο ήταν, πρώτον, κατά πόσο βάσει της νέας διατύπωσης της παρ. 2 του αρ. 29 Σ. προκύπτει υποχρέωση του Κράτους να χρηματοδοτεί το σύνολο των πολιτικών κομμάτων και, δεύτερον, κατά πόσο μία διαφοροποίηση με βάση τον αριθμό των ψήφων που συγκέντρωσε κάθε κόμμα στις τελευταίες εκλογές είναι συνταγματικά ανεκτή ενόψει των αρχών της ίσης μεταχείρισης και της παροχής ίσων ευκαιριών στα πολιτικά κόμματα.

Η πάγια έως τώρα νομολογία τόσο του ΣτΕ όσο και του ΑΕΔ για τα ζητήματα αυτά είναι αλήθεια πως δεν άφηνε πολλά περιθώρια αμφιβολίας ως προς την τύχη της κρινόμενης αίτησης ακύρωσης και καθιστούσε ακόμη και την παραπομπή στην Ολομέλεια «πολυτελή» διαδικασία (βλ. Παρατηρήσεις Θ.Γ.Ξηρού στην ΣτΕ 3157/2009, ΘΠΔΔ 2010,907 επ.), καθόσον και η μεσολαβείσασα αναθεώρηση της διάταξης του αρ. 29 παρ. 2 Σ. δείχνει να έχει μάλλον επιβεβαιωτικό της μέχρι τότε νομολογίας χαρακτήρα. Η υπόθεση φαίνεται να αποκτά, ωστόσο, νέο ενδιαφέρον μετά την έκδοση της ΟλΣτΕ 3427/2010 (δημοσιευμένη σε www.constitutionalism.gr, ιστότοπος του Ομίλου ‘Αρ. Μάνεσης’ με παρατηρήσεις Σ.Κοφίνη) για το ζήτημα της ραδιοτηλεοπτικής προβολής των κομμάτων κατά την προεκλογική περίοδο. Η αναλογία μεταξύ των δύο υποθέσεων εντείνεται από το γεγονός ότι δύο από τους τρεις δικαστές που συγκροτούν τη μειοψηφία της σχολιαζόμενης απόφασης διατύπωσαν τη μειοψηφούσα γνώμη (η οποία τελικώς επικράτησε στην Ολομέλεια) και στην παραπεμπτική απόφαση του Δ΄ Τμήματος (ΣτΕ 1784/2009, ΘΠΔΔ 2009.974=ΕφημΔΔ 2009.291).

Ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το αποτέλεσμα της ΟλΣτΕ 3427/2010 προδικάζει την κρίση της Ολομέλειας στην περίπτωση αυτή, καθώς οι δύο υποθέσεις παρουσιάζουν σημαντικές διαφοροποιήσεις. Πρώτον, στην περίπτωση της ραδιοτηλεοπτικής προβολής υπήρχε η νέα ρύθμιση του αρ. 11 του ν. 3023/2002 περί απόλυτης απαγόρευσης προβολής διαφημίσεων κατά την προεκλογική περίοδο, η οποία διαφοροποιούσε το κανονιστικό πλαίσιο από το αντίστοιχο που είχε ήδη κριθεί με προηγούμενες αποφάσεις ως συνταγματικά ανεκτό. Και δεύτερον, δοθείσης της ιδιάζουσας φύσης της κρατικής επιχορήγησης που αφήνει μεγάλα περιθώρια καταχρήσεων, η μειοψηφία εδώ δεν ακολούθησε τη δογματική θέση (την οποία τελικώς υιοθέτησε και η ολομέλεια στην 3427/2010) περί ύπαρξης μιας συνταγματικής αρχής (αριθμητικής) ισότητας που διέπει την κανονιστική ύλη του επίμαχου δικαιώματος και η οποία απαιτεί ένα ελάχιστο κοινό σημείο αφετηρίας για όλα τα κόμματα. Αντιθέτως, παρότι επισήμανε την αδιάστικτη διατύπωση του αρ. 29 παρ. 2 Σ., αναγνώρισε στο νομοθέτη τη δυνατότητα να περιορίσει το δικαίωμα λήψης κρατικής χρηματοδότησης μόνο στα πολιτικώς υποστατά κόμματα και επικέντρωσε την αποκλίνουσα γνώμη της στην παραβίαση των συνταγματικά ανεκτών ορίων ως προς το ύψος του απαιτούμενου ποσοστού ψήφων για την ένταξη ενός κόμματος στην κατηγορία των δικαιούμενων χρηματοδότησης.

Σε κάθε περίπτωση, μπορεί κανείς να διακρίνει και στη σχολιαζόμενη απόφαση τη διάθεση του ανώτατου ακυρωτικού μας δικαστηρίου να επανεξετάσει τους όρους με τους όποιους διεξάγεται ο πολιτικός ανταγωνισμός και να θέσει όρια στην ευχέρεια του νομοθέτη να ρυθμίζει το σχετικό κανονιστικό πλαίσιο, στο βαθμό που με τις ρυθμίσεις αυτές τίθενται ανυπέρβλητα εμπόδια στην ισότιμη πολιτική συμμετοχή των νεοπαγών και μικρότερων κομμάτων.

Στέργιος Κοφίνης

Υπ.ΔΝ, Υπότροφος Κοινωφελούς Ιδρύματος “Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης”

Συμφωνία της Βάρκιζας – Ισχύς συντακτικών πράξεων

ΣτΕ 1683/2009 Τμ. Γ΄ με σημείωμα Α. Καϊδατζή

Συμφωνία της Βάρκιζας – Ισχύς συντακτικών πράξεων

ΣτΕ 1683/2009 Τμ. Γ΄

Προεδρεύων: Γ. Παπαμεντζελόπουλος, Σύμβουλος

Εισηγητής: Α. Καραμιχαλέλης, Σύμβουλος

[…]

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, η οποία εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον του Γ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου κατόπιν της 1887/2004 παραπεμπτικής απόφασης του Α΄ Τμήματος, ζητείται η ακύρωση της Φ.454/2/146026/Σ.2301/27.12.2002 πράξης του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας (Δ.Ε.Π.Α.Θ.Α.), με την οποία απορρίφθηκε η από 8.4.2002 αίτηση του και ήδη αιτούντος, με την οποία ζήτησε να ενταχθεί στη δύναμη των εφέδρων ανθυπολοχαγών των ενόπλων δυνάμεων της χώρας σύμφωνα με την παράγραφο 5 του Δ΄ μέρους της από 12.2.1945 Συμφωνίας της Βάρκιζας.

3. Επειδή, στο άρθρο 1 παρ. 1 εδ. β΄ του ν. 702/1977 (Α΄ 268), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε τελικά με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2944/2001 (Α΄ 222), ορίζεται ότι στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου υπάγεται η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων που αφορούν, μεταξύ άλλων, τις μεταβολές της κατάστασης των εφέδρων αξιωματικών, οι εκδιδόμενες δε αποφάσεις επί των υποθέσεων αυτών υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 και του άρθρου 5Α, όπως η παρ. 1 του άρθρου 5 αντικαταστάθηκε και το άρθρο 5Α προστέθηκε με το άρθρο 2 και το άρθρο 3 αντίστοιχα του ν. 2944/2001. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 34 παρ. 1 εδ. γ΄ του ν. 1968/1991 (Α΄ 150), στις ακυρωτικές υποθέσεις για τις οποίες προβλέπει ειδικώς το άρθρο 1 του ν. 702/1977, εάν κρίνει το Συμβούλιο της Επικρατείας ότι η υπόθεση υπάγεται στην αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου, μπορεί να την παραπέμψει σε αυτό ή να την κρατήσει και να τη δικάσει κατ’ ουσίαν. Εξάλλου, η από 12.2.1945 Συμφωνία της Βάρκιζας, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 της υπ’ αριθμ. 23/1945 Συντακτικής Πράξης (Α΄ 68/23.3.1945), ορίζει στην παράγραφο 5 του Δ΄ μέρους, που φέρει τον τίτλο «Διατύπωσις Συμφωνίας διά τα Στρατιωτικά Ζητήματα», τα εξής: «Η Κυβέρνησις αναγνωρίζει εφέδρους αξιωματικούς τους αποκτήσαντας τον βαθμόν μέχρι της 28ης Απριλίου 1941. Η Κυβέρνησις δεν αναγνωρίζει τους εφέδρους αξιωματικούς του ΕΛΑΣ και των λοιπών οργανώσεων, τους ονομασθέντας υπό των οργανώσεων κατά την διάρκειαν της κατοχής. Διά τούτους αναλαμβάνει την υποχρέωσιν, όπως, εις περίπτωσιν προσκλήσεώς των υπό τα όπλα και εφ’ όσον θα συγκροτηθώσι σχολαί εφέδρων αξιωματικών εκ της κλάσεώς των, κέκτηνται δε τα υπό του νόμου προβλεπόμενα προσόντα, εισάγονται υποχρεωτικώς εις τας σχολάς εφέδρων. Την αυτήν υποχρέωσιν αναλαμβάνει και διά τους διατελέσαντας καπετανέους. Εξαιρετικώς και μόνον η Κυβέρνησις θα αναγνωρίσει ως εφέδρους αξιωματικούς, κατόπιν αυστηρών ανακρίσεων, εκείνους εκ των υπό των μονάδων αντιστάσεως ονομασθέντων αξιωματικών, οίτινες κατέστησαν ανάπηροι ή εφονεύθησαν».

4. Επειδή, στις διαφορές που αφορούν τις μεταβολές της κατάστασης των εφέδρων αξιωματικών εντάσσεται κάθε μεταβολή στο στέλεχος των εφέδρων αξιωματικών, όπως είναι και η εγγραφή το πρώτον σ’ αυτό. Επομένως, αρμόδιο για την εκδίκαση της κρινόμενης αίτησης, με την οποία προσβάλλεται πράξη απορριπτική αιτήματος του αιτούντος για εγγραφή του στη δύναμη των εφέδρων αξιωματικών, είναι μεν το διοικητικό εφετείο, το Δικαστήριο όμως κρίνει ότι για λόγους οικονομίας της δίκης πρέπει, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 34 παρ. 1 εδ. γ΄ του ν. 1968/1991, να την κρατήσει και να τη δικάσει κατ’ ουσίαν (πρβλ. ΣτΕ 736/2008 Ολ., 1103/2006, 3382/2002, 3064, 2267/2000, 3193/2000 Ολ., 2365/1992 κ.ά.).

5. Επειδή, με το άρθρο 2 της υπ’ αριθμ. 23/1945 Συντακτικής Πράξης, με την οποία κυρώθηκε, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, η Συμφωνία της Βάρκιζας, ορίστηκε ότι η Συμφωνία ισχύει από την υπογραφή της, δηλαδή από την 12η Φεβρουαρίου 1945, προβλέφθηκε δε ότι πρέπει αυτή να υποβληθεί προς κύρωση στη μέλλουσα να συνέλθει Εθνοσυνέλευση. Το ζήτημα της ισχύος των συντακτικών πράξεων οι οποίες είχαν εκδοθεί κατά τη μεταπελευθερωτική περίοδο και μέχρι τη θέση σε ισχύ του αναθεωρημένου Συντάγματος του 1952 ρυθμίστηκε με το Ψήφισμα της 16/29 Απριλίου του 1952 (Α΄ 120), το οποίο κατήργησε αναδρομικώς την υποχρέωση των μεταπελευθερωτικών Κυβερνήσεων να υποβάλουν στην Αναθεωρητική Βουλή προς κύρωση τις συντακτικές πράξεις που εκδόθηκαν από αυτές (άρθρο 1), διατήρησε δε σε ισχύ τις συντακτικές πράξεις που εκδόθηκαν από τις 14.10.1944 και κατά τις αντιτιθέμενες στο αναθεωρημένο Σύνταγμα διατάξεις τους μέχρι την κατάργηση ή τροποποίησή τους με νόμο (άρθρο 3). Ειδικότερα, με το άρθρο 3 του Ψηφίσματος αυτού ορίσθηκαν τα εξής: «1. Διατάξεις των από της 14ης Οκτωβρίου 1944 και εφεξής εκδοθεισών Συντακτικών Πράξεων και Ψηφισμάτων, αντίθετοι προς το Σύνταγμα, ων η ισχύς δεν έληξεν ή δεν κατηργήθησαν, εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την αναθεώρησιν του Συντάγματος, θεωρούμεναι ως κατά παρέκκλισιν αυτού ισχύουσαι, μέχρι καταργήσεως αυτών. 2. Άπασαι οι διατάξεις των Συντακτικών Πράξεων και Ψηφισμάτων των εκδοθέντων από 14ης Οκτωβρίου 1944 και εφεξής, περιλαμβανομένων και των περί ων η προηγουμένη παράγραφος διατάξεων, δύνανται να καταργηθούν και τροποποιηθούν εφεξής δια Νόμου. Αι γενόμεναι μέχρι τούδε, διά Νόμων καταργήσεις ή τροποποιήσεις τοιούτων διατάξεων κυρούνται. 3. …». Το ανωτέρω Ψήφισμα της 16/29 Απριλίου 1952 διατηρήθηκε σε ισχύ για έξι μήνες από την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος του 1975, ήτοι μέχρι την 11η Δεκεμβρίου 1975. Ειδικότερα, με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 111 του Συντάγματος του 1975 ορίστηκαν τα εξής: «Το Ψήφισμα της 16/29 Απριλίου 1952 εξακολουθεί να ισχύει για έξι μήνες από την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος. Μέσα στην προθεσμία αυτή επιτρέπεται να τροποποιηθούν, συμπληρωθούν ή καταργηθούν με νόμο οι συντακτικές πράξεις και τα ψηφίσματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 του ψηφίσματος αυτού, ή να διατηρηθούν ορισμένες συντακτικές πράξεις και ψηφίσματα, εν όλω ή εν μέρει, και αφού περάσει η προθεσμία αυτή, με τον περιορισμό ότι οι διατάξεις που τροποποιούνται, συμπληρώνονται ή διατηρούνται σε ισχύ δεν μπορεί να είναι αντίθετες προς το Σύνταγμα». Κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 111 παρ. 4 του Συντάγματος 1975 εκδόθηκε εμπρόθεσμα ο ν. 233/1975 «περί εκκαθαρίσεως Συντακτικών Πράξεων και Ψηφισμάτων, περί ων η παράγραφος 1 του άρθρου 3 του Ψηφίσματος της 16/29 Απριλίου 1952 και περί παραγραφής εκλογικών τινών αδικημάτων» (Α΄ 282/1975). Στο άρθρο 1 του εν λόγω νόμου απαριθμούνται οι συντακτικές πράξεις και τα ψηφίσματα που καταργούνται από την έναρξη της ισχύος του, ενώ στο άρθρο 2 αυτού απαριθμούνται τα ψηφίσματα που εξακολουθούν να ισχύουν ως τυπικοί νόμοι και μετά τη λήξη της ισχύος του Ψηφίσματος της 16/29 Απριλίου 1952, όπως ίσχυαν κατά τη δημοσίευση του νόμου. Με το νόμο αυτό δεν προβλέφθηκε η διατήρηση της ισχύος καμίας συντακτικής πράξης.

6. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, οι κανόνες δικαίου που περιέχονται στη Συμφωνία της Βάρκιζας, που κυρώθηκε με την 23/1945 Συντακτική Πράξη, έπαυσαν να ισχύουν από 11.12.1975, δεν ασκεί δε από την άποψη αυτή επιρροή το γεγονός ότι αυτή δεν συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των συντακτικών πράξεων που καταργήθηκαν ρητώς με το άρθρο 1 του ν. 233/1975. Και τούτο διότι ο νόμος αυτός αφορά μόνο τις συντακτικές πράξεις της παρ. 1 του άρθρου 3 του Ψηφίσματος 16/29.4.1952, δηλαδή τις συντακτικές πράξεις που ήταν αντίθετες προς το Σύνταγμα, ενώ οι συντακτικές πράξεις της παρ. 2 του άρθρου 3 του Ψηφίσματος της 16/19.4.1952, δηλαδή αυτές που δεν ήταν αντίθετες προς το Σύνταγμα, όπως η ανωτέρω επίμαχη διάταξη της Συμφωνίας της Βάρκιζας, έπαυσαν να ισχύουν από 11.12.1975 ευθέως δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 111 παρ. 4 εδάφιο α΄ του Συντάγματος, που αφορά όλες τις συντακτικές πράξεις που αναφέρονται τόσο στην παρ. 1 όσο και στην παρ. 2 του άρθρου 3 του Ψηφίσματος της 16/19.4.1952.

[…]

Σημείωμα

Εντελώς αναπάντεχα, εν έτει 2009, το Συμβούλιο της Επικρατείας κλήθηκε να αποφανθεί εάν η Συμφωνία της Βάρκιζας, όπως κυρώθηκε με τη Συντακτική Πράξη 23/1945, παράγει έννομες συνέπειες, εάν δηλαδή εξακολουθεί να είναι σε ισχύ! Τη Συμφωνία της Βάρκιζας υπέγραψαν στις 12 Φεβρουαρίου 1945 εκπρόσωποι της κυβέρνησης Πλαστήρα και της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΑΜ. Στο πρωτόκολλο «δια στρατιωτικά ζητήματα», που προσαρτάται στη Συμφωνία, προβλέφθηκε μεταξύ άλλων ότι η κυβέρνηση θα αναγνωρίσει, κατ’ εξαίρεση και υπό προϋποθέσεις, την ιδιότητα του έφεδρου αξιωματικού σε όσους ονομάστηκαν έφεδροι από τον ΕΛΑΣ και τις άλλες αντιστασιακές οργανώσεις κατά τη διάρκεια της κατοχής. Το ζήτημα έφτασε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όταν αγωνιστής της εθνικής αντίστασης, απόφοιτος της Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών του ΕΛΑΣ, προσέβαλε την απόρριψη από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας του αιτήματος, που είχε υποβάλει το 2002 κατ’ επίκληση της παραπάνω διάταξης της Συμφωνίας της Βάρκιζας, για ένταξη στη δύναμη των εφέδρων αξιωματικών.

Από τυπική – νομική άποψη, βέβαια, ζήτημα δεν τίθεται. Είναι, άλλωστε, μάλλον προφανές ότι η συγκεκριμένη διαφορά είχε πρωτίστως συμβολικό χαρακτήρα και εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο διεκδικήσεων, εκ μέρους ενώσεων αγωνιστών της εθνικής αντίστασης, για την πλήρη αναγνώριση των αντιστασιακών οργανώσεων και ειδικότερα, εν προκειμένω, για την αναγνώριση της Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών του ΕΛΑΣ. Ανεξάρτητα από την ουσιαστική ισχύ της, πάντως τυπικά η Συνθήκη της Βάρκιζας, εφόσον κυρώθηκε με Συντακτική Πράξη, διατηρήθηκε σε ισχύ βάσει του Ψηφίσματος της 16/19 Απριλίου 1952, με το οποίο παρέμειναν σε ισχύ, σε επίπεδο τυπικού νόμου, όλες οι συντακτικές πράξεις και τα ψηφίσματα που εκδόθηκαν μετά την απελευθέρωση. Το σώμα των νομοθετημάτων αυτών, μεταξύ των οποίων και εκείνα που συγκροτούσαν το «παρασύνταγμα», παρέμεινε έτσι, τουλάχιστον τυπικά, σε εκκρεμότητα μέχρις ότου εκκαθαρίστηκε οριστικά με το άρθρο 111 παρ. 4 του Συντάγματος του 1975. Ο εκτελεστικός νόμος 233/1975 κατονομάζει ρητά, στο άρθρο 1, συντακτικές πράξεις και ψηφίσματα που καταργούνται και, στο άρθρο 2, ελάχιστα ψηφίσματα που διατηρούνται σε ισχύ. Το ότι πουθενά στο νόμο δεν αναφέρεται η Συντακτική Πράξη 23/1945 δεν αποτελεί, βέβαια, τεκμήριο υπέρ της διατήρησής της σε ισχύ, αλλά, όπως έκρινε και η σχολιαζόμενη απόφαση, ακριβώς το αντίθετο (βλ. και Κ. Χρυσόγονου, Συνταγματικό Δίκαιο, 2003, σ. 111 επ.).

Από ουσιαστική άποψη, ωστόσο, και ανεξάρτητα από τα παραπάνω, πρέπει να επισημανθεί ότι η Συμφωνία της Βάρκιζας, για όσο ίσχυσε (στην πραγματικότητα, ελάχιστα) αποτέλεσε ένα «προσύνταγμα», κατά το χαρακτηρισμό του Νίκου Αλιβιζάτου, όπου αποτυπώθηκε ένα minimum συναίνεσης για τη συνταγματική εξέλιξη της χώρας (βλ. πρόχειρα Χρ. Παπαστυλιανού, Μετακατοχικές κυβερνήσεις και Σύνταγμα. Σχόλιο στο πρακτικό ΣτΕ Ολ. 2/1945, ΕφημΔΔ 2008, σ. 436 επ., Γ. Τασόπουλου, Ο κανόνας και οι εξαιρέσεις το: Το Σύνταγμα του 1952 και η (α)συνέχεια της συνταγματικής μας παράδοσης, σε: Μ. Τσαπόγα/Δ. Χριστόπουλου (επιμ.), Τα δικαιώματα στην Ελλάδα 1953-2003, 2004, σ. 28 επ., όπου και περαιτέρω αναφορές). Στο πλαίσιο αυτό, η στρατιωτική αναγνώριση, οσοδήποτε διστακτική, των μαχητών του ΕΛΑΣ εμπεριέχει και υπονοεί και μια, περιορισμένη έστω, θεσμική αναγνώριση του ΕΛΑΣ ως φορέα δημόσιας εξουσίας στην κατεχόμενη Ελλάδα. Παρόλο, επομένως, που το επίδικο αίτημα για αναγνώριση δεν διαθέτει τυπικό-νομικό θεμέλιο και δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από το δικαστή, έχει όμως ηθικοπολιτικό έρεισμα, ώστε να νομιμοποιείται η διεκδίκησή του από το νομοθέτη.

 

Πολυτεκνική σύνταξη και προϋπόθεση ιθαγένειας

ΕΔΔΑ, απόφαση της 9.7.2009, ZEΪBEK κατά Ελλάδας με σημείωμα Α. Καϊδατζή

Πολυτεκνική σύνταξη και προϋπόθεση ιθαγένειας

Σύνθεση: N. Vajic, Πρόεδρος, Χρ. Ροζάκης, A. Kovler, E. Steiner, Kh. Hajiyev, G. Malinverni, Γ. Νικολάου, Δικαστές Νομικοί παραστάτες: Ι. Κούρτοβικ – Γ. Κανελλόπουλος (Σύμβουλος Ν.Σ.Κ.), Σ. Τρέκλη (Εισηγήτρια Ν.Σ.Κ.)

[…]EN FAIT

I. LES CIRCONSTANCES DE L’ESPÈCE

5. La requérante est née en 1951, réside à Xanthi et est au chômage.

6. En 1973, la requérante, citoyenne grecque de confession musulmane, épousa Hussein Zeibek, également citoyen grec de confession musulmane. En 1974, 1975, 1977 et 1982, la requérante donna naissance à quatre enfants, Ozour, Fatme, Aisel et Ilkai. A la naissance du quatrième enfant, elle devint mère de famille nombreuse au sens de l’article 1 de la loi no 1910/1944.

7. En janvier 1984, la requérante, accompagnée de sa famille, rendit visite à son père, à Istanbul. Pendant leur séjour, le mari de la requérante perdit son passeport et s’adressa au consulat grec afin d’obtenir un document officiel lui permettant de retourner en Grèce. Quelques mois plus tard, le consulat informa le mari de la requérante qu’il avait perdu sa nationalité grecque par une décision du ministre de l’Intérieur. Toutefois, la copie de la décision ne lui fut pas notifiée. Le 30 mai 1985, la requérante et ses enfants, qui possédaient des passeports grecs, revinrent en Grèce. Son mari les suivit un mois plus tard, en traversant illégalement la frontière.

8. La requérante fut alors informée que, par une décision du 22 novembre 1984, le ministre de l’Intérieur avait privé tous les membres de la famille Zeïbek de leur nationalité grecque, en application de l’article 19 du code de la nationalité en vigueur à l’époque (voir ci-dessous le droit interne pertinent). La décision indiquait que tous les membres de la famille avaient quitté le territoire grec et avaient installé le centre de leur vie familiale, sociale et économique à l’étranger, après avoir liquidé, le 30 décembre 1983, leur patrimoine mobilier et immobilier. Il en ressortait leur intention de ne plus revenir en Grèce.

9. Le 1er septembre 1995, la famille Zeïbek saisit le Conseil d’Etat d’un recours en annulation de la décision leur retirant la nationalité. Elle soutenait que la décision ne leur avait jamais été notifiée, que les faits sur la base desquels elle avait été prise étaient incorrects, que la décision n’était pas suffisamment motivée et qu’aucun membre de la famille n’avait été préalablement entendu.

10. Le 11 septembre 1996, le Conseil d’Etat déclara le recours irrecevable. Il releva que la décision attaquée avait été rendue le 22 novembre 1984 sur la base d’un rapport de police de Xanthi, selon lequel la famille Zeïbek avait vendu tous ses biens le 30 décembre 1983 et quitté la Grèce en janvier 1984. Par une requête du 10 novembre 1990, la famille avait demandé de récupérer la nationalité grecque en se fondant sur la décision du 22 novembre 1984, ce qui prouvait qu’au 10 novembre 1990 elle avait déjà pris connaissance de la décision. Toutefois, comme elle n’avait saisi le Conseil d’Etat que le 1er septembre 1995, le recours devait être rejeté comme tardif.

11. Le 25 octobre 1996, la famille Zeïbek introduisit une requête (no 34372/97) devant la Commission européenne des droits de l’homme. Elle invoquait plusieurs violations de la Convention et de ses Protocoles.

Le 21 mai 1997, la Commission déclara la requête irrecevable, au motif, notamment, qu’elle n’avait pas épuisé les voies de recours internes faute de s’être conformée aux exigences procédurales pour la saisine du Conseil d’Etat.

12. En 1998, l’article 19 du code de la nationalité fut supprimé. L’administration invita alors les membres de la communauté musulmane, qui avaient été privés de leur nationalité grecque, à postuler pour leur naturalisation ce que firent la requérante et sa famille le 4 novembre 1999.

13. Par une décision du 23 mai 2000, la nationalité grecque fut restituée à la requérante et à trois de ses quatre enfants, mais pas à son mari (en raison du fait que son casier judiciaire n’était pas vierge suite à des infractions au code de la route) et à l’une de ses filles (Ilkaï), qui était à la fois mineure, mariée et considérée ainsi comme étant sous la tutelle de son mari elle ne pouvait donc acquérir la nationalité grecque par le biais de sa mère. Toutefois, nulle décision de rejet ne fut portée à la connaissance d’Ilkaï par le service compétent.

14. Le 4 janvier 2001, Ilkaï introduisit une nouvelle demande de restitution de la nationalité. Le 9 juillet 2003, l’administration compétente l’informa que pour procéder à la naturalisation, elle devait déposer, entre autres justificatifs, un timbre fiscal de 1 467,53 euros. En 2003, Ilkaï saisit le médiateur qui, par un avis du 2 février 2004, conclut qu’il existait un problème de légalité concernant tant la procédure appliquée à Ilkaï que l’exigence de payer un timbre fiscal.

15. Le 19 décembre 2001, la requérante sollicita auprès d’un organisme de sécurité sociale une retraite à vie en tant que mère de famille nombreuse, conformément aux dispositions de l’article 63 de la loi 1892/1990, de l’article 18 § 9 de la loi 2008/1992 et de l’article 3 § 4 de la loi 2163/1993 (aux termes duquel pour fonder un droit à l’octroi des allocations, les enfants doivent avoir la nationalité grecque).

16. Par un acte du 22 novembre 2002, le directeur du département des allocations familiales rejeta sa demande. Il releva que les quatre enfants de la requérante n’étaient pas tous de nationalité grecque et que, par conséquent, les conditions exigées par la loi ne se trouvaient pas réunies.

17. La requérante forma un recours contre cette décision devant la commission du contentieux du département des allocations familiales. Le 22 octobre 2003, cette commission rejeta le recours pour les mêmes motifs.

18. Le 1er juin 2004, la requérante saisit le Conseil d’Etat. Elle soutenait qu’elle avait droit à une retraite à vie du fait qu’elle avait acquis la qualité de mère de famille nombreuse, au sens de la loi 860/1979, au moment de la naissance de son quatrième enfant et qu’elle était citoyenne grecque. Elle ajoutait qu’elle n’avait pas perdu cette qualité en dépit de la perte de la nationalité, car cette qualité était pérenne. Elle alléguait une violation des articles 21 de la Constitution (qui protège la famille et la maternité), 8 et 14 de la Convention et 1 du Protocole no 1.

19. Le 22 mai 2006, le Conseil d’Etat rejeta le recours. Il considéra que l’article 21 de la Constitution concernant les familles nombreuses ne peut jouer qu’en vue de la nécessité de préserver et promouvoir la nation grecque et ne concerne pas les familles d’étrangers domiciliées ou résidant en Grèce, et que les allocations prévues par l’article 63 de la loi 1892/1990 sont conçues comme une incitation des citoyens grecs à fonder des familles nombreuses afin de faire face au grave problème démographique du pays. L’octroi de ces allocations sur la base du critère de la nationalité des enfants ne méconnaît pas le principe d’égalité entre les mères ayant des enfants de nationalité grecque et les mères n’ayant pas d’enfants répondant à ce critère. En outre, l’article 3 § 4 de la loi 2163/1993 n’était pas contraire aux articles 8 et 12 de la Convention car il introduit une condition objective pour l’octroi de l’allocation aux mères de famille nombreuses mais ne dresse pas d’obstacle à la vie familiale ou à la création d’une famille. Il n’y avait pas non plus de discrimination fondée sur la religion car l’octroi de l’allocation dépendait non pas de la religion de l’intéressée mais du nombre et de la nationalité des enfants. Enfin, il n’y avait pas de violation de l’article 1 du Protocole no 1, car la requérante n’avait jamais réuni les conditions pour l’octroi de la retraite à vie : la famille de celle-ci avait en fait perdu la nationalité grecque en 1984 alors que ces allocations avait été établies par la loi 1892/1990.

20. Par une décision du 25 janvier 2007, le ministre de l’Intérieur révoqua la décision par laquelle Ilkaï avait été privée de sa nationalité grecque.

[…]EN DROIT[…]

II. SUR LA VIOLATION ALLÉGUÉE DE L’ARTICLE 1 DU PROTOCOLE No 1 PRIS ISOLEMENT ET COMBINÉ AVEC L’ARTICLE 14 DE LA CONVENTION

34. La requérante se plaint d’avoir été privée d’une pension de retraite en tant que mère de famille nombreuse. Elle invoque l’article 1 du Protocole no 1 pris isolément et en combinaison avec l’article 14 de la Convention précité :

« Toute personne physique ou morale a droit au respect de ses biens. Nul ne peut être privé de sa propriété que pour cause d’utilité publique et dans les conditions prévues par la loi et les principes généraux du droit international.

Les dispositions précédentes ne portent pas atteinte au droit que possèdent les Etats de mettre en vigueur les lois qu’ils jugent nécessaires pour réglementer l’usage des biens conformément à l’intérêt général ou pour assurer le paiement des impôts ou d’autres contributions ou des amendes. »

A. Sur la recevabilité

35. En premier lieu, le Gouvernement soutient que la requérante ne peut se prévaloir de l’existence d’un « bien » au sens de l’article 1 du Protocole no 1. La pension de mère de famille nombreuse ne constitue pas une allocation sociale ou une rémunération en relation avec une prestation de travail, mais une incitation, sous forme pécuniaire prévue dans le budget de l’Etat, pour faire face au problème démographique aigu de la Grèce.

36. La requérante soutient que si la pension de retraite n’a pas un caractère évident de rétribution, elle constitue cependant une sorte de rétribution pour les mères de familles nombreuses pour le travail précieux, quoique non rémunéré, qu’elles fournissent en tant que mères et qui les oblige à rester hors du marché du travail.

37. La Cour observe que le droit à pension n’est pas garanti comme tel par la Convention. Toutefois, elle rappelle également que selon sa jurisprudence, le droit à pension fondé sur l’emploi peut, dans certaines circonstances, être assimilé à un droit de propriété. Ce peut être le cas lorsque des cotisations particulières ont été versées (Gaygusuz c. Autriche, 16 septembre 1996, Recueil des arrêts et décisions 1996-IV, §§ 39-41). Cela peut également être le cas lorsque l’engagement plus général a été pris de verser une pension à des conditions qui peuvent être considérées comme faisant partie du contrat de travail, comme dans le cas des pensions de retraite des fonctionnaires.

38. La Cour note qu’en 1982, au moment de la naissance de son quatrième enfant, Ilkaï, la requérante et tous les membres de sa famille avaient la nationalité grecque. En vertu des dispositions législatives alors en vigueur (article 1 de la loi no 1910/1944 et article 2 de la loi no 860/1979), la requérante avait la qualité de mère de famille nombreuse et pouvait donc prétendre à la pension de retraite à vie. Le retrait ultérieur de la nationalité grecque à tous les membres de la famille de la requérante, dans des conditions que la Cour examinera sous l’angle de la justification de l’ingérence, n’a pas fait perdre à celle-ci cette qualité. La Cour relève d’ailleurs que le Gouvernement admet que la requérante peut désormais introduire une nouvelle demande en vue d’obtenir la pension, puisqu’elle remplit toutes les conditions requises (paragraphe ci-dessous).

39. Enfin, la Cour note aussi que les termes employés par l’article 63 de la loi no 1892/1990 sont « pension de retraite à vie » ce qui exclut toute confusion avec une allocation quelconque.

40. Compte tenu du droit interne pertinent et de la situation de la requérante, la Cour considère que celle-ci a acquis un droit qui constituait un « bien » au sens de l’article 1 du Protocole no 1.

41. La Cour constate par ailleurs que le présent grief n’est pas manifestement mal fondé au sens de l’article 35 § 3 de la Convention. Elle relève en outre que celui-ci ne se heurte à aucun autre motif d’irrecevabilité. Il convient donc de le déclarer recevable.

B. Sur le fond

42. Le Gouvernement soutient qu’à supposer même que la requérante disposait d’un « bien », le législateur avait soumis l’octroi de cette pension à certains critères. Or, les autorités compétentes ont estimé qu’à la date de sa demande, la requérante ne remplissait pas tous les critères requis, en raison notamment du fait qu’Ilkaï était déjà mariée. Le Gouvernement ajoute que, la décision retirant la nationalité à Ilkaï ayant été révoquée, la requérante peut déposer une nouvelle demande pour obtenir la pension, puisqu’elle remplit désormais toutes les conditions requises à cet égard.

43. La requérante souligne que le retrait de la nationalité aux membres de sa famille, en application de l’article 19 du code de la nationalité, a eu une incidence sur ses griefs sous l’angle de l’article 1 du Protocole no 1. Elle affirme faire partie de 46 638 musulmans, vivant pour la plupart en Thrace, dont la nationalité a été retirée entre 1955 et 1996. La plupart d’entre eux n’ont pas été informés du fait qu’une procédure était engagée pour leur retirer la nationalité, et ce n’est qu’à l’occasion d’une demande de passeport ou d’un certificat de naissance qu’ils ont eu connaissance de la décision de retrait elle-même. Le recours au Conseil d’Etat constituait un « luxe » inaccessible à ces paysans de Thrace qui n’avaient pas de moyens suffisants pour le saisir. Quelques recours en annulation tentés devant cette juridiction ont été rejetés comme tardifs, au motif que le délai de soixante jours à compter de la publication de la décision était révolu.

44. La requérante prétend que les autorités ont refusé de lui accorder le bénéfice de la pension au prétexte de la perte de la nationalité grecque de sa fille, mais la véritable raison du refus réside dans le fait qu’elles sont toutes deux de confession musulmane.

45. La Cour estime que le refus d’accorder à la requérante une pension de retraite en tant que mère de famille nombreuse constituait une atteinte à son droit de propriété et que celle-ci ne correspondait ni à une expropriation ni à une mesure de réglementation de l’usage des biens elle doit donc être examinée sous l’angle de la première phrase du premier alinéa de l’article 1. Aussi convient-il de déterminer si un juste équilibre a été ménagé entre les exigences relatives à l’intérêt général de la société et les impératifs liés à la protection des droits fondamentaux de l’individu.

46. Selon la jurisprudence de la Cour, une distinction est discriminatoire au sens de l’article 14, si elle « manque de justification objective et raisonnable », c’est-à-dire si elle ne poursuit pas un « but légitime » ou s’il n’y a pas de « rapport raisonnable de proportionnalité entre les moyens employés et le but visé ». Par ailleurs, les Etats contractants jouissent d’une certaine marge d’appréciation pour déterminer si et dans quelle mesure des différences entre situations analogues à d’autres égards justifient des distinctions de traitement. Toutefois, seules des considérations très fortes peuvent amener la Cour à estimer compatible avec la Convention une différence de traitement exclusivement fondée sur la nationalité (Gaygusuz c. Autriche précité, § 42).

47. La Cour a déjà relevé qu’à la date de la naissance d’Ilkaï, les membres de la famille de la requérante avaient la nationalité grecque. La requérante était donc considérée comme une mère de famille nombreuse. Selon l’article 2 de la loi no 860/1979, cette qualité est en principe conservée à vie, ce que le Conseil juridique de l’Etat a par ailleurs confirmé, même au cas où certains des enfants auraient cessé de faire partie de la famille. De plus, par un arrêt no 2654/2000, le Conseil d’Etat a jugé que l’octroi d’une pension de retraite à vie aux mères de famille nombreuse, de nationalité grecque et résidant de manière permanente et légale en Grèce, n’était pas conditionné par la nationalité de leurs enfants.

48. La Cour note, en outre, que, par une décision du 22 novembre 1984 prise par le Ministère de l’intérieur, la famille de la requérante a été privée de la nationalité grecque à l’occasion d’un voyage qu’elle avait effectué en Turquie. Cette décision, qui n’a jamais été notifiée à la requérante, ni à aucun autre membre de sa famille, précisait se fonder sur un rapport de police selon lequel la famille de la requérante avait définitivement quitté le territoire pour s’installer en Turquie. Elle a été prise en vertu de l’article 19 du code de la nationalité, qui visait « toute personne d’origine étrangère », et a été systématiquement appliqué pendant une longue période aux ressortissants grecs de confession musulmane, comme la famille de la requérante. Suite à la suppression de cet article en 1998, la requérante et trois de ses enfants se sont vus restituer la nationalité grecque en mai 2000, à l’exception d’Ilkaï qui était à la fois mineure et mariée, et considérée ainsi comme étant sous la tutelle de son mari.

49. S’il est vrai, comme l’a souligné le Conseil d’Etat dans son arrêt du 22 mai 2006, que la famille de la requérante a perdu la nationalité grecque en 1984 alors que cette pension avait été établie par la loi no 1892/1990, la requérante a été rétablie dans sa nationalité en mai 2000. Elle a sollicité la pension en décembre 2001 et les autorités l’ont refusée en novembre 2002. Or, la Cour constate qu’à cette dernière date non seulement la loi no 1982/1990 était déjà en vigueur, mais le Conseil d’Etat avait aussi rendu ses arrêts no 2654/2000 et no 1095/2001, qui étaient en principe favorables à la requérante. Il en ressort que si la requérante et certains membres de sa famille ont été rétablis dans leur nationalité, celle-ci n’a pas été rétablie dans tous les droits qui en découlaient, comme pour toutes les familles nombreuses grecques. Ce rétablissement aurait impliqué la reconnaissance à la requérante de la qualité de mère de famille nombreuse et des avantages y relatifs, comme si ce retrait de nationalité n’avait jamais eu lieu. A supposer même qu’on puisse admettre, comme le soutient le Gouvernement, qu’à la date de la demande de la requérante celle-ci ne remplissait pas les conditions légales en raison du fait qu’Ilkaï ne possédait pas la nationalité grecque, la Cour relève que la procédure que celle-ci a dû engager pour la récupérer était entachée d’illégalité selon les conclusions du médiateur (paragraphe 14 ci-dessus).

50. Dans ce contexte, et eu égard à l’importance qu’accordent tant la Constitution, par l’existence d’une disposition spécifique, que le législateur, à la protection des familles nombreuses, la Cour s’étonne que dans son arrêt, dans le cas de la requérante, le Conseil d’Etat associe l’octroi de cette protection accordée par la Constitution à « la nécessité de préserver et promouvoir la nation grecque », un critère fondé non pas sur la nationalité grecque mais sur l’origine nationale.

51. La Cour estime que la requérante a subi une différence de traitement qui ne reposait sur aucune « justification objective et raisonnable », ainsi qu’une charge excessive et disproportionnée qui a eu pour effet de rompre le juste équilibre devant être ménagé entre les exigences relatives à l’intérêt général de la société et les impératifs liés à la protection des droits fondamentaux de l’individu.

52. Partant, il y a eu violation de l’article 1 du Protocole no 1 pris isolément et combiné avec l’article 14 de la Convention.

[…]

Για το πλήρες πρωτότυπο κείμενο της απόφασης στα γαλλικά (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου):

http://cmiskp.echr.coe.int/tkp197/portal.asp?sessionSimilar=44973738&skin=hudoc-en&action=similar&portal=hbkm&Item=3&similar=frenchjudgement

Για την επίσημη μετάφραση της απόφασης στα ελληνικά (Νομικό Συμβούλιο του Κράτους): http://www.nsk.gr/edad/ee616.pdf

Σημείωμα

Ίσως το πιο χαρακτηριστικό σημείο στην απόφαση είναι η αποστροφή, στη σκέψη 50, ότι «το Δικαστήριο εκφράζει την έκπληξή του» [la Cour s’étonne] για την υπόθεση που έφτασε ενώπιόν του.

Η υπόθεση αφορά την άρνηση χορήγησης πολυτεκνικού επιδόματος, της ισόβιας σύνταξης πολύτεκνης μητέρας, σε Ελληνίδα μουσουλμάνα της Θράκης με τέσσερα παιδιά, το ένα από τα οποία είχε στερηθεί την ελληνική ιθαγένεια. Ο νόμος (άρθρο 63 του ν. 1892/1990) είναι στο σημείο αυτό σαφής: η χορήγηση του επιδόματος εξαρτάται από την ελληνική ιθαγένεια (όλων) των παιδιών. Καθόλου σαφής, αντίθετα, όπως επισημαίνει και το Δικαστήριο, δεν υπήρξε στη συγκεκριμένη περίπτωση ούτε ο τρόπος με τον οποίο τα μέλη της οικογένειας της προσφεύγουσας στερήθηκαν, κατ’ εφαρμογή του περιβόητου άρθρου 19, την ελληνική ιθαγένεια ούτε, πολύ περισσότερο, ο λόγος για τον οποίον αποκαταστάθηκε η ιθαγένεια της μητέρας και των τριών παιδιών, αλλά όχι και του τέταρτου.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας, στο οποίο η πολύτεκνη προσέφυγε, απέρριψε την αίτησή της, κρίνοντας ότι δεν αντίκειται στο Σύνταγμα η εξάρτηση της χορήγησης πολυτεκνικών παροχών από την προϋπόθεση της ιθαγένειας. Για το Συμβούλιο, η συνταγματική προστασία της πολύτεκνης οικογένειας (παρ. 2 του άρθρου 21 Συντ.) εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της συνταγματικής προστασίας της οικογένειας ως θεμελίου της συντήρησης και προαγωγής του ελληνικού έθνους (παρ. 1 του ίδιου άρθρου) και συνεπώς δεν αναφέρεται σε οικογένειες αλλοδαπών που ζουν στην Ελλάδα, ενώ οι πολυτεκνικές παροχές έχουν το χαρακτήρα κινήτρου για την αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος (ΣτΕ 1489/2006, ΕΔΔΔ 2008, σ. 498, ομοίως ΣτΕ 771/2007, ΕφημΔΔ 2007, σ. 627 = ΤοΣ 2008, σ. 217 επ., με παρατηρήσεις Ι. Παπαγεωργίου, κ.ά.).

Ένας απόλυτος αποκλεισμός από ορισμένο πεδίο κοινωνικής προστασίας, με αποκλειστικό κριτήριο την ιθαγένεια, δεν μπορεί παρά να προβληματίζει όσον αφορά τη συμβατότητά του προς το Σύνταγμα και το διεθνές δίκαιο (βλ. Ακρ. Καϊδατζή, Κοινωνικές παροχές και ιδιότητα του πολίτη: Η αντισυνταγματικότητα του αποκλεισμού αλλοδαπών από τη χορήγηση πολυτεκνικών επιδομάτων, ΕφημΔΔ 2007, σ. 629 επ., Ι. Παπαγεωργίου, Πολυτεκνικό επίδομα και αναγνωρισμένοι πρόσφυγες στην Ελλάδα, ΘΠΔΔ 2008, σ. 140 επ.). Οι πολυτεκνικές παροχές έχουν πράγματι χαρακτήρα κινήτρου για την εξυπηρέτηση δημογραφικών σκοπών, το δημογραφικό όμως δεν είναι εθνοφυλετικό, αλλά κοινωνικό ζήτημα. Η προστασία, επομένως, των πολύτεκνων οικογενειών, συνταγματική και νομοθετική, δεν εξυπηρετεί τόσο, και πάντως όχι μόνο, την «προαγωγή του ελληνικού Έθνους», αλλά έχει πρωτίστως προνοιακό χαρακτήρα. Κατά τούτο, η παρ. 2 του άρθρου 21 Συντ. δεν προστατεύει ειδικά μόνο τους Έλληνες πολύτεκνους, αλλά τους πολύτεκνους που ζουν στην Ελλάδα. Ευρύτερα, τα κοινωνικά δικαιώματα αποσκοπούν στην προστασία του κοινωνικού ανθρώπου, του ανθρώπου ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, δηλαδή του κοινωνικού –και όχι μόνο του Έλληνα– πολίτη (βλ. Ακρ. Καϊδατζή, Κοινωνικά δικαιώματα, ιδιότητα του πολίτη και μετανάστες, σε: ΙΜΕΠΟ, Μετανάστευση στην Ελλάδα: Εμπειρίες, πολιτικές, προοπτικές, τόμ. B΄, 2008, σ. 70 επ.).

Με τη σχολιαζόμενη απόφαση, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έρχεται να ανατρέψει μιαν ατυχή πρακτική του ελληνικού κράτους, υπεύθυνος για την οποία –ας μη το ξεχνάμε– είναι πρωτίστως ο νομοθέτης, που θέσπισε τη δυσμενή διάκριση στην απόληψη των πολυτεκνικών παροχών, και πολύ λιγότερο ο δικαστής, που την ανέχθηκε. Ανεξάρτητα πάντως απ’ τη συγκεκριμένη υπόθεση, το ιδιαίτερο ενδιαφέρον της απόφασης έγκειται στο ότι εντάσσεται σε μιαν ευρύτερη τάση του Δικαστηρίου του Στρασβούργου τα τελευταία χρόνια –την οποία και επιβεβαιώνει με πολύ ξεκάθαρο τρόπο–, την επέκταση δηλαδή της δικαιοδοσίας του σε θέματα κοινωνικών παροχών, παρά την απουσία κοινωνικών δικαιωμάτων στη Σύμβαση, μέσω μιας διευρυμένης έννοιας ιδιοκτησίας (άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου) σε συνδυασμό με την απαγόρευση διακρίσεων (άρθρο 14 ΕΣΔΑ). Ιδίως η τελευταία διάταξη, που μάλλον φειδωλά έχει ως τώρα χρησιμοποιηθεί από το Δικαστήριο, αναδεικνύεται έτσι, εν δυνάμει, σε προνομιακό πεδίο για τον έλεγχο του περιορισμού εθνικών κοινωνικών δικαιωμάτων (βλ. ιδίως Στ. Κτιστάκη, Οι κοινωνικές παροχές υπό το πρίσμα της ΕΣΔΑ, ΘΠΔΔ 2009, σ. 657 επ., επίσης Γ. Κατρούγκαλου, Θεσμοί κοινωνικής πολιτικής και προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων σε διεθνές και εθνικό επίπεδο, 2009, σ. 67 επ.).

Η υποχώρηση του δικαστή της Ένωσης απέναντι στους περιορισμούς των ελευθεριών από τα Κράτη Μέλη με αφορμή τις αποφάσεις για τα παίγνια και το στοίχημα

Γιώργος Γεραπετρίτης, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής

Η υποχώρηση του δικαστή της Ένωσης απέναντι στους περιορισμούς των ελευθεριών από τα Κράτη Μέλη με αφορμή τις αποφάσεις για τα παίγνια και το στοίχημα

Άδειες υπεραγορών και διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης

ΣτΕ (Ολ.) 3037/2008

Άδειες υπεραγορών και διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης

ΣτΕ (Ολ.) 3037/2008

[Άδειες υπεραγορών και διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης]
Πρόεδρος: Γ. Παναγιωτόπουλος
Εισηγητής: Δ. Γρατσίας, Σύμβουλος
Οι διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 2323/1995, με τις οποίες καταλείπεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στη Διοίκηση για τη χορήγηση αδειών υπεραγορών, αντίκειται στην ελευθερία ίδρυσης και εκμετάλλευσης εμπορικών καταστημάτων. Η υπαγωγή της σχετικής δραστηριότητας σε καθεστώς προηγούμενης αδείας είναι συνταγματικά ανεκτή, μόνον εάν η σχετική νομοθετική ρύθμιση δικαιολογείται από συγκεκριμένους λόγους δημοσίου συμφέροντος, καθορίζει σαφή και αντικειμενικού χαρακτήρα κριτήρια βάσει των οποίων ασκείται η αρμοδιότητα της Διοίκησης και κινείται εντός των ορίων που χαράσσει η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. (μειοψ.).
[…]
6. Επειδή, το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 5 παράγραφος 1 ότι «καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητα του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη» και στο άρθρο 24, όπως διαμορφώθηκε με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζει τα εξής: «1. Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξη του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας (…). 2. Η χωροταξική αναδιάρθρωση της Χώρας, η διαμόρφωση, η ανάπτυξη, η πολεοδόμηση και η επέκταση των πόλεων και των οικιστικών γενικά περιοχών υπάγεται στη ρυθμιστική αρμοδιότητα και τον έλεγχο του Κράτους, με σκοπό να εξυπηρετείται η λειτουργικότητα και η ανάπτυξη των οικισμών και να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης. Οι σχετικές τεχνικές επιλογές και σταθμίσεις γίνονται κατά τους κανόνες της επιστήμης (…). 3. (…)». Τέλος, στο άρθρο 106 του Συντάγματος ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας. Λαμβάνει τα επιβαλλόμενα μέτρα (…) για την προώθηση της περιφερειακής ανάπτυξης και την προαγωγή ιδίως της οικονομίας των ορεινών, νησιωτικών και παραμεθόριων περιοχών. 2. Η ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία δεν επιτρέπεται να αναπτύσσεται σε βάρος της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ή προς βλάβη της εθνικής οικονομίας. 3. (…)».
7. Επειδή, εξ άλλου, το άρθρο 10 του Ν. 2323/1995, όπως ίσχυε κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο, δηλαδή, μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 10 παράγραφοι 3 και 21 του Ν. 2741/1999 (Α΄ 199) και προ της αντικαταστάσεως του με το άρθρο 10 του Ν. 3377/2005 (Α΄ 202/19.8.2005), όριζε τα εξής: «1. Για την ίδρυση υπεραγορών λιανικού εμπορίου απαιτείται άδεια χορηγούμενη από το νομαρχιακό συμβούλιο της οικείας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, μετά γνώμη της αντίστοιχης οικονομικής και κοινωνικής επιτροπής και του οικείου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, όταν η επιφάνεια πωλήσεων είναι: α) άνω των 600 τ.μ. στα νησιά Χίος, Κως, Λέσβος, Σάμος, Λήμνος, Σύρος, Ζάκυνθος, Κεφαλλονιά και Λευκάδα, β) άνω των 200 τ.μ. στα υπόλοιπα νησιά, γ) άνω των 1000 τ.μ. σε δήμους με πληθυσμό κάτω των 30.000 κατοίκων, εφόσον η υπεραγορά βρίσκεται σε απόσταση μέχρι 10 χλμ. από το κέντρο του δήμου με το μεγαλύτερο πληθυσμό, δ) άνω των 2000 τ.μ. στα νησιά Κρήτη, Ρόδο και Κέρκυρα και σε δήμους με πληθυσμό από 30.001 -100.000 εφόσον η υπεραγορά βρίσκεται σε απόσταση μέχρι 10 χλμ. από το κέντρο του δήμου με το μεγαλύτερο πληθυσμό. Για το πληθυσμιακό όριο λαμβάνεται υπόψη η τελευταία κάθε φορά απογραφή. Στους Νομούς Αττικής και Θεσσαλονίκης δεν ισχύουν οι παραπάνω περιορισμοί. 2. Για την έκδοση της άδειας λαμβάνονται υπόψη, ιδίως: α) Οι οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες για την περιοχή ως σύνολο και ιδίως η εναρμόνιση προς το συνολικό πρόγραμμα ανάπτυξης μιας περιοχής, οι επιπτώσεις στον ανταγωνισμό και στην αγροτική οικονομία της περιοχής, β) Ο κίνδυνος διαρροής εισοδήματος από την περιοχή για την οποία ζητείται η άδεια, σε συνδυασμό με την ανάγκη συγκράτησης του πληθυσμού σε αυτή, γ) Η εξυπηρέτηση των καταναλωτών και ιδίως η επίδραση στο επίπεδο τιμών της περιοχής, η διασφάλιση του κανονικού εφοδιασμού των καταναλωτών, η ανταπόκριση στις ανάγκες και συνήθειες των καταναλωτών, η δυνατότητα πρόσβασης στη μονάδα με διάφορα μεταφορικά μέσα και κυρίως με μέσα μαζικής μεταφοράς, δ) Ο χωροταξικός σχεδιασμός και οι επιπτώσεις στο περιβάλλον και ιδίως η εναρμόνιση του όγκου και του τύπου της μονάδας προς το φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον της περιοχής, η ύπαρξη οδικού δικτύου και λοιπών έργων υποδομής, η επιβάρυνση του περιβάλλοντος από τις μετακινήσεις, ε) Οι επιπτώσεις στην απασχόληση, η συμβολή στη διατήρηση ή αύξηση των θέσεων εργασίας στην περιοχή, η συμβολή στη σταθερότητα και την ποιότητα των θέσεων εργασίας. Η απόφαση για τη χορήγηση ή μη της άδειας πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη και δημοσιεύεται εντός δέκα (10) ημερών από την έκδοση της σε μια ημερήσια εφημερίδα πανελλήνιας κυκλοφορίας και σε μια ημερήσια εφημερίδα της έδρας του νομού. Η δαπάνη δημοσίευσης βαρύνει τον προϋπολογισμό της Ν.Α. Το νομαρχιακό συμβούλιο υποχρεούται να εκδώσει απόφαση το βραδύτερο εντός διμήνου από την υποβολή της αίτησης, η οποία άλλως θεωρείται ότι έγινε δεκτή. Η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο προσδιορίζονται επακριβώς η επιφάνεια πωλήσεων, οι αποθηκευτικοί και λοιποί βοηθητικοί χώροι, ως και σχέδιο κάτοψης των κτισμάτων και του περιβάλλοντος χώρου. Κατά της απόφασης του νομαρχιακού συμβουλίου επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής ενώπιον του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την τελευταία δημοσίευση της σε ημερήσια εφημερίδα ή ύστερα από πάροδο διμήνου από την υποβολή της αίτησης εφόσον δεν εκδόθηκε απόφαση. Κατά της απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας επιτρέπεται άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου. 3. Μέχρι να λειτουργήσει η προβλεπόμενη στην παρ. 1 του παρόντος οικονομική και κοινωνική επιτροπή θα γνωμοδοτεί στο νομαρχιακό συμβούλιο επιτροπή που συγκροτείται εκ των εκπροσώπων: α) της οικείας επιθεώρησης εργασίας νομαρχιακού επιπέδου του Υπουργείου Εργασίας, ως Προέδρου, β) του εμπορικού συλλόγου της έδρας της Ν.Α., γ) της ένωσης καταναλωτών, που διαθέτει τα περισσότερα μέλη στη συγκεκριμένη περιφέρεια. Σε περίπτωση που δεν έχει συσταθεί ένωση καταναλωτών θα συμμετέχει υπάλληλος της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος και Χωροταξίας της Περιφέρειας. 4. Εφόσον έχουν εξαντληθεί τα τετραγωνικά μέτρα από την υπεραγορά που έχει ιδρυθεί σύμφωνα με τα παραπάνω, για την ίδρυση δεύτερης και επόμενων υπεραγορών λιανικού εμπορίου από την ίδια επιχείρηση ή από επιχειρήσεις ελεγχόμενες από αυτήν στον ίδιο Ο.Τ.Α. απαιτείται η άδεια της παραγράφου 1 που παρέχεται υπό τις προϋποθέσεις ίδρυσης και λειτουργίας του πρώτου καταστήματος, ανεξάρτητα από το μέγεθος της επιφάνειας του νέου καταστήματος. 5. α) Οι πολεοδομικές διατάξεις κατισχύουν των θεσπιζόμενων με το παρόν άρθρο, εφόσον αυτές είναι αυστηρότερες των τελευταίων, β) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται σε υπεραγορές λιανικού εμπορίου που έχουν τύχει της αντίστοιχης άδειας της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος και υπό τον όρο ότι η σχετική αίτηση, μετά των αναγκαίων δικαιολογητικών, υποβλήθηκαν στην εν λόγω υπηρεσία μέχρι τις 14.6.1995».
8. Επειδή, οι παρατεθείσες στην προηγουμένη σκέψη διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 2323/1995, βάσει των οποίων εκδόθηκε η απορριπτική του αιτήματος της εφεσίβλητου απόφαση του Νομαρχιακού Συμβουλίου Ηρακλείου, την οποία ακύρωσε ως ανεπαρκώς αιτιολογημένη ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας Κρήτης με την προσβληθείσα από την εκκαλούσα πράξη του, αντίκεινται στο Σύνταγμα και δεν είναι, ως εκ τούτου, εφαρμοστέες. Επί της ειδικότερης θεμελιώσεως της αντισυνταγματικότητας, οι Σύμβουλοι Α. Συγγούνα, Ε. Δανδουλάκη, Χ. Ράμμος, Μ.-Ε. Κωνσταντινίδου, Α.-Γ. Βώρος, Ε. Αναγνωστοπούλου, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Νίκα, Σ. Μαρκάτης, Δ. Γρατσίας και Σ. Παραμυθιώτης, προς την γνώμη των οποίων ετάχθη και ο Πάρεδρος Π. Τσούκας, δέχθηκαν τα εξής: Το άρθρο 5 παράγραφος 1 του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει την ελευθερία ασκήσεως οικονομικής δραστηριότητος, κατοχυρώνει, μεταξύ άλλων, και την ελευθερία ιδρύσεως και εκμεταλλεύσεως εμπορικών καταστημάτων (βλ. ΣτΕ 1991-2/2005 Ολομελείας κ.ά). Εν όψει τούτου, η δια νόμου υπαγωγή της τελευταίας αυτής μορφής οικονομικής δραστηριότητος σε καθεστώς προηγουμένης διοικητικής αδείας συνιστά περιορισμό συνταγματικώς κατοχυρωμένης ελευθερίας, ο οποίος είναι ανεκτός από το Σύνταγμα, μόνον εάν η σχετική νομοθετική ρύθμιση δικαιολογείται από συγκεκριμένους λόγους δημοσίου συμφέροντος, καθορίζει σαφή και αντικειμενικού χαρακτήρα κριτήρια, βάσει των οποίων ασκείται η αρμοδιότητα της Διοικήσεως και κινείται εντός των ορίων που χαράσσει η συνταγματική αρχή της αναλογικότητος. Εξ άλλου, δοθέντος ότι θεμελιώδη επιδίωξη του κράτους δικαίου αποτελεί ο περιορισμός της διακριτικής ευχέρειας της Διοικήσεως στο αυστηρώς αναγκαίο μέτρο, η δια νόμου χορήγηση στη Διοίκηση διακριτικής ευχέρειας, και μάλιστα κατά την άσκηση αρμοδιότητος που απολήγει στην επιβολή περιορισμού στην άσκηση ατομικού δικαιώματος, είναι ανεκτή από το Σύνταγμα, μόνον κατά το μέτρο που η χορήγηση διακριτικής ευχέρειας δικαιολογείται επαρκώς από την ειδική φύση του αντικειμένου της ρυθμίσεως. Εν όψει των ανωτέρω, το άρθρο 10 του Ν. 2323/1995 αντίκειται στο Σύνταγμα για τους εξής λόγους: Με την επίμαχη νομοθετική διάταξη εισάγεται ειδικό σύστημα αδειοδοτήσεως των υπεραγορών, σύμφωνα με το οποίο, στις προβλεπόμενες στο νόμο περιπτώσεις, η Διοίκηση αποφαίνεται επί του αιτήματος χορηγήσεως αδείας ιδρύσεως υπεραγοράς κατ’ εκτίμηση σειράς κριτηρίων, ένα έκαστο των οποίων ανάγεται σε διαφορετικές, εξ ίσου θαλπόμενες από το Σύνταγμα, πτυχές του δημοσίου συμφέροντος (επιπτώσεις στο πρόγραμμα αναπτύξεως της περιοχής και στην αγροτική οικονομία της, επιπτώσεις στον ανταγωνισμό, ανάγκη συγκρατήσεως του πληθυσμού στη συγκεκριμένη περιοχή, επίδραση στο επίπεδο τιμών των προϊόντων, κανονικότητα του εφοδιασμού των καταναλωτών, συμβολή στη διατήρηση ή αύξηση των θέσεων εργασίας, επιπτώσεις στο περιβάλλον κ.λπ.), χωρίς να είναι δυνατόν να συναχθεί, ούτε από το κείμενο της διατάξεως, ούτε από τις οικείες προπαρασκευαστικές εργασίες, ο προέχων σκοπός δημοσίου ενδιαφέροντος, στην εξυπηρέτηση του οποίου αποβλέπει η εισαγωγή του εν λόγω συστήματος αδειοδοτήσεως. Είναι δε, κατά τούτο, χαρακτηριστικό ότι στην οικεία εισηγητική έκθεση αναφέρεται, αφ’ ενός μεν ότι «η επέκταση των υπεραγορών (…) είχε πολλαπλές και αντικρουόμενες συνέπειες», αφ’ ετέρου δε ότι κατά τη χορήγηση της σχετικής αδείας «πρέπει να σταθμίζονται κατ’ αρχήν τα επί μέρους πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα». Υπό τα δεδομένα, όμως, αυτά, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις, υπό τις οποίες ανέχεται, κατά τα εκτεθέντα, το Σύνταγμα την υπαγωγή της ιδρύσεως εμπορικού καταστήματος σε σύστημα αδειοδοτήσεως. Τούτο δε διότι ο νόμος δεν καθορίζει, εκ των προτέρων και με την επιβαλλομένη σαφήνεια, τον συγκεκριμένο σκοπό δημοσίου ενδιαφέροντος, στην εξυπηρέτηση του οποίου σκοπεί προεχόντως το θεσπιζόμενο σύστημα, αλλά καταλείπει τις σχετικές σταθμίσεις στη Διοίκηση, με αποτέλεσμα ο προέχων προς εξυπηρέτηση σκοπός δημοσίου ενδιαφέροντος να καθορίζεται, κατά περίπτωση, από τη Διοίκηση, εξ αφορμής της αποφάνσεως επί συγκεκριμένου αιτήματος χορηγήσεως αδείας ιδρύσεως υπεραγοράς (βλ. την προμνησθείσα εισηγητική έκθεση, κατά την οποία η στάθμιση πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων καταλείπεται στις «αρμόδιες αρχές της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που είναι γνώστες όλων των πτυχών του σημαντικού αυτού τοπικού προβλήματος»). Η έλλειψη δε αυτή σαφούς και εκ των προτέρων καθορισμού από το νόμο του προέχοντος σκοπού δημοσίου ενδιαφέροντος, προς εξυπηρέτηση του οποίου εισάγεται το επίμαχο σύστημα αδειοδοτήσεως, επιτείνεται εκ του γεγονότος ότι η απαρίθμηση των κριτηρίων, κατ’ εκτίμηση των οποίων αποφαίνεται η Διοίκηση επί των σχετικών αιτημάτων, είναι, όπως ρητώς προβλέπει ο νόμος, απλώς ενδεικτική, πράγμα που καθιστά δυνατή τη λήψη υπ’ όψη από τη Διοίκηση και άλλων κριτηρίων, συνδεομένων, κατά την εκάστοτε εκτίμηση της, με άλλες, μη ρητώς μνημονευόμενες στο νόμο, πτυχές του δημοσίου συμφέροντος και καθιστά, επομένως, τη χορηγούμενη συναφώς στη Διοίκηση διακριτική ευχέρεια ιδιαιτέρως ευρεία. Η χορήγηση, εξ άλλου, στη Διοίκηση διακριτικής ευχέρειας, μάλιστα δε τόσον ευρείας, κατά την απόφανση επί αιτήματος χορηγήσεως αδείας ιδρύσεως υπεραγοράς δεν είναι δυνατόν να δικαιολογηθεί ούτε από την ανάγκη λήψεως υπ’ όψη των, κατά περίπτωση, τοπικών συνθηκών, ούτε από άλλα στοιχεία, αναγόμενα στην ειδική φύση του ρυθμιζόμενου αντικειμένου. Πράγματι, ο νομοθέτης (ή, κατόπιν σχετικής νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, ανταποκρινόμενης στις απαιτήσεις του άρθρου 43 παράγραφος 2 του Συντάγματος, η κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση) έχει τη δυνατότητα να προσδιορίσει, στην τοπική κλίμακα, την οποία θα κρίνει εκάστοτε κατάλληλη (περιοχή ορισμένης Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως, περιοχή ορισμένου Δήμου ή Κοινότητος, ορισμένο νησί ή ορισμένος οικισμός κ.λπ.) και λαμβάνοντας υπ’ όψη τις επικρατούσες στη συγκεκριμένη περιοχή ειδικές συνθήκες, τον συγκεκριμένο σκοπό δημοσίου ενδιαφέροντος (όπως, λόγου χάριν, την ιδιαίτερη ανάγκη προστασίας των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων ή την ιδιαίτερη ανάγκη δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας ή την ιδιαίτερη ανάγκη προστασίας παραδοσιακών οικισμών ή παραδοσιακών οικονομικών δραστηριοτήτων), στην εξυπηρέτηση του οποίου αποβλέπει, προεχόντως, η θέσπιση συστήματος αδειοδοτήσεως υπεραγορών στη συγκεκριμένη περιοχή και εν αναφορά προς τον οποίον θα ασκεί τη σχετική αρμοδιότητα της η Διοίκηση, χωρίς να αποκλείεται και η πλήρης από το νόμο απαγόρευση της ιδρύσεως υπεραγορών σε ορισμένη περιοχή, εάν ο λόγος δημοσίου ενδιαφέροντος, κατ’ επίκληση του οποίου επιβάλλεται η απαγόρευση, δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί με ηπιότερο μέσο. Άλλωστε, τα κριτήρια, τα οποία καθορίζονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 10 του Ν. 2323/1995, ως ληπτέα υπ’ όψη από τη Διοίκηση, κατά την απόφανση επί αιτήματος χορηγήσεως αδείας ιδρύσεως υπεραγοράς, περιλαμβάνονται μεταξύ των κριτηρίων, βάσει των οποίων οφείλει ο νομοθέτης, κοινός ή κανονιστικός, να ρυθμίζει, σε συμμόρφωση προς την επιταγή που του απευθύνουν οι διατάξεις του άρθρου 24 παράγραφοι 1 και 2 του Συντάγματος, τη χωροταξική ανάπτυξη και την πολεοδομική διαμόρφωση της Χώρας κατά τρόπο, διασφαλίζοντα την τήρηση της αρχής της αειφορίας (βιώσιμης αναπτύξεως), βάσει ορθολογικού σχεδιασμού και κατ’ εκτίμηση, μεταξύ άλλων, της ιδιομορφίας, της φυσιογνωμίας και των αναγκών κάθε περιοχής. Η ανάγκη, επομένως, αντιμετωπίσεως του ρυθμιζόμενου εν προκειμένω ζητήματος της ιδρύσεως υπεραγορών εκτός των Νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης και των μεγάλων, εκτός των Νομών τούτων, πολεοδομικών συγκροτημάτων δεν δικαιολογεί τη θέσπιση συστήματος αδειοδοτήσεως, όπως το επίμαχο, δηλαδή συστήματος, στο πλαίσιο του οποίου επιτρέπεται στη Διοίκηση να χωρεί, κατ’ ενάσκηση ευρύτατης διακριτικής ευχέρειας και επ’ ευκαιρία συγκεκριμένου αιτήματος, σε κατά περίπτωση και, ως εκ τούτου, αποσπασματικές σταθμίσεις, εφ’ όσον, εν πάση περιπτώσει, το ζήτημα τούτο ανάγεται, κατ’ ουσίαν, σε ζήτημα χωροταξικού σχεδιασμού, στο πλαίσιο του οποίου η Πολιτεία, βάσει σταθμίσεων, οι οποίες χωρούν σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης (βλ. τη σχετική ρητή επιταγή του άρθρου 24 παράγραφος 2 του Συντάγματος) και επί τη βάσει αναλύσεως των δεδομένων και προγνώσεως των μελλοντικών εξελίξεων, οφείλει να θέτει τους μακροπρόθεσμους στόχους της οικονομικής και κοινωνικής αναπτύξεως και να θεσπίζει, πλην άλλων, τους κανόνες που διέπουν την ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων στον χώρο (πρβλ. ΣτΕ 2489/2006 Ολομελείας, 705/2006 Ολομελείας, 1569/2005 Ολομελείας). Τέλος, οι κρίσιμες διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 2323/1995 δεν ευρίσκουν επαρκές συνταγματικό έρεισμα στις διατάξεις του άρθρου 106 παράγραφοι 1 και 2 του Συντάγματος, με τις οποίες προβλέπεται η λήψη μέτρων προγραμματισμού της εθνικής οικονομίας και αντιμετωπίσεως των ειδικών προβλημάτων της περιφέρειας (πρβλ. σχετικώς και τα προβλεπόμενα στο άρθρο 79 παράγραφος 8 του Συντάγματος περί προγραμμάτων οικονομικής και κοινωνικής αναπτύξεως εγκρινομένων από την Ολομέλεια της βουλής), καθώς και η επιβολή συναφών περιορισμών στην ιδιωτική οικονομική δραστηριότητα. Τούτο δε διότι τα ανωτέρω μέτρα και οι αντίστοιχοι περιορισμοί οφείλουν να κινούνται εντός των ορίων που τάσσουν οι λοιπές συνταγματικές διατάξεις και αρχές και, επομένως, οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 106 του Συντάγματος δεν μπορούν να καταστήσουν συνταγματικώς ανεκτό σύστημα αδειοδοτήσεως με τα χαρακτηριστικά που έχουν ήδη περιγραφεί ανωτέρω (έλλειψη σαφούς και εκ των προτέρων προσδιορισμού του προέχοντος σκοπού δημοσίου ενδιαφέροντος, στον οποίον αποβλέπει η θέσπιση του συστήματος και χορήγηση συναφώς στη Διοίκηση, χωρίς τούτο να δικαιολογείται από τη φύση του ρυθμιζόμενου αντικειμένου, ευρύτατης διακριτικής ευχέρειας). Άλλωστε, το εν λόγω σύστημα, προβλέποντας ότι οι άδειες ιδρύσεως υπεραγορών χορηγούνται από τη Διοίκηση κατόπιν κατά περίπτωση (και, ως εκ τούτου, αποσπασματικών) σταθμίσεων, δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να θεωρηθεί ως μέτρο προγραμματισμού, κατά την έννοια του άρθρου 106 παράγραφος 1 του Συντάγματος.
Κατά την γνώμη, εξ άλλου, των Συμβούλων Α. Θεοφιλοπούλου, Ν. Ρόζου, Ι. Μαντζουράνη, Α. Σακελλαροπούλου, Κ. Ευστρατίου και Ι. Γράβαρη, οι διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 2323/1995 αντίκεινται στο Σύνταγμα και δεν είναι, ως εκ τούτου, εφαρμοστέες, για τους εξής λόγους: Ο προβλεπόμενος από την παρ. 2 του άρθρου 24 του Συντάγματος χωροταξικός και πολεοδομικός σχεδιασμός αποτελεί την σε κάθε συγκεκριμένο χώρο της επικράτειας ορθολογική σύνθεση των διαφόρων καθοριζόμενων από το ίδιο το Σύνταγμα σκοπών δημοσίου ενδιαφέροντος (προστασία φυσικού περιβάλλοντος και πολιτιστικής κληρονομιάς, μορφή, έκταση και ένταση οικονομικής και κοινωνικής αναπτύξεως κ.λπ.), η οποία προκύπτει ύστερα από την ιεράρχηση των σκοπών αυτών και την άρση των συγκρούσεων που τυχόν υφίστανται μεταξύ τους, εν όψει και της θέσεως του χώρου αυτού στην ευρύτερη εδαφική περιφέρεια, εντός της οποίας περιλαμβάνεται. Βασικό στοιχείο του ανωτέρω σχεδιασμού είναι, σε ορισμένα επίπεδα του, ο καθορισμός των χρήσεων γης στον επίδικο χώρο, ο οποίος αποτελεί κανονιστική ρύθμιση και συνεπάγεται την σε κάθε συγκεκριμένη έκταση αυτού δυνατότητα ή μη ασκήσεως, πλην άλλων, ορισμένης οικονομικής δραστηριότητας. Εάν, συνεπώς, το, κατά τον οικείο σχεδιασμό, κανονιστικό καθεστώς χρήσεων γης, που θεσπίστηκε μετά την, κατά τα ανωτέρω, ιεράρχηση των σκοπών δημοσίου συμφέροντος και άρση των μεταξύ τους συγκρούσεων, επιτρέπει, σε ορισμένη έκταση αυτού, την άσκηση ορισμένης οικονομικής δραστηριότητας, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση της περαιτέρω τηρήσεως και των λοιπών διατάξεων της νομοθεσίας που διέπουν την άσκηση της (πολεοδομικών, κτηριοδομικών, περί υγιεινής, περί προστασίας των μνημείων κ.λπ.), η εν λόγω δραστηριότητα επιτρέπεται να ασκηθεί ελευθέρως, χωρίς δηλαδή να μεσολαβήσει νέα κρίση, ατομική τη φορά αυτή, και πάλι για τη δυνατότητα ασκήσεως της στην αυτή έκταση, και μάλιστα α) από όργανο το οποίο δεν είναι αρμόδιο να εγκρίνει το σχεδιασμό, ο οποίος έχει ήδη επιτρέψει την άσκηση της και β) κατά διαδικασία διαφορετική εκείνης που προβλέπεται για την κατάρτιση του ανωτέρω σχεδιασμού. Διαφορετικά, παρέχεται η δυνατότητα διαρκούς ματαιώσεως της εφαρμογής του σχεδιασμού αυτού και, συνεπώς, και της συνταγματικής διατάξεως, η οποία τον προβλέπει. Είναι, συνεπώς, αντίθετες προς το άρθρο 24 παρ. 2 του Συντάγματος και, επομένως, δεν είναι εφαρμοστέες οι ανωτέρω διατάξεις του Ν. 2323/1995, διότι επιτρέπουν στο νομαρχιακό συμβούλιο, το οποίο δεν είναι όργανο αρμόδιο να προβεί στην έγκριση χωροταξικού ή πολεοδομικού σχεδίου (Σ.τ.Ε. Ολ. 3661/2005), να ματαιώνει την εφαρμογή του με τη μη χορήγηση άδειας ιδρύσεως υπεραγορών λιανικού εμπορίου, μολονότι η χρήση γης αυτή επιτρέπεται από τον οικείο χωροταξικό ή πολεοδομικό σχεδιασμό.
Τέλος, κατά την γνώμη των Συμβούλων Μ. Καραμανώφ και Α. Χριστοφορίδου, οι διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 2323/1995 αντίκεινται στο Σύνταγμα και δεν είναι, ως εκ τούτου, εφαρμοστέες, για τους εξής λόγους: Η χρήση υπεραγοράς λιανικού εμπορίου αποτελεί ειδική χρήση γης, η οποία, ως εκ των γενικότερων κοινωνικών και οικονομικών επιπτώσεων της στην ανάπτυξη της περιοχής, την απασχόληση, τον ανταγωνισμό, την εξυπηρέτηση των καταναλωτών κ.λπ. δεν περιλαμβάνεται, άνευ άλλου, στην κατηγορία χρήσεων γης «εμπορικά καταστήματα», αλλά απαιτεί ειδικό αφορισμό του χώρου, εντός του οποίου πρόκειται να εγκατασταθεί, ο οποίος χωρεί κατά την αντίστοιχη πολεοδομική διαδικασία, αναλόγως αν πρόκειται περί περιοχής, κείμενης εντός ή εκτός σχεδίου πόλεως. Είναι δε ο αφορισμός αυτός κατ’ εξοχήν αντικείμενο του πολεοδομικού σχεδιασμού, διότι ο τελευταίος, έχων κατά το Σύνταγμα ως σκοπό την εξυπηρέτηση της λειτουργικότητος και αναπτύξεως των οικισμών, ενσωματώνει όλα τα πρόσφορα για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού κριτήρια, περιβαλλοντικά, κοινωνικά, οικονομικά κ.ο.κ., επί τη βάσει των οποίων καθορίζει, μεταξύ άλλων, τις προσήκουσες σε κάθε περιοχή χρήσεις γης. Κατά συνέπεια, ο αφορισμός Ο.Τ. προς χρήση υπεραγοράς ανήκει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα των πολεοδομικών οργάνων, η απόφαση των οποίων λαμβάνεται κατά συνεκτίμηση όλων των ανωτέρω κριτηρίων, έτσι ώστε δεν καταλείπεται έδαφος περαιτέρω κρίσεως, ως προς την νομιμότητα ή σκοπιμότητα του εν λόγω αφορισμού εκ μέλους άλλων, μη εντεταγμένων στην πολεοδομική νομοθεσία, οργάνων. Με τα δεδομένα αυτά, η με την επίμαχη διάταξη του άρθρου 10 του ν. 2323/95, ως ίσχυε, ανάθεση στο νομαρχιακό συμβούλιο, ήτοι σε όργανο της τοπικής αυτοδιοικήσεως, το οποίο δεν έχει και δεν δύναται, κατά το Σύνταγμα (βλ. Σ.τ.Ε. 3661/2005 Ολ.), να έχει πολεοδομικές αρμοδιότητες, της εκδόσεως αδείας σκοπιμότητος για την ίδρυση υπεραγοράς, συνιστά πράγματι, κατά περίπτωση, αναίρεση, τροποποίηση ή υποκατάσταση της αρμοδίως ληφθείσης αποφάσεως των πολεοδομικών οργάνων, η οποία αντίκειται στο άρθρο 24 του Συντάγματος.
Μειοψήφησαν ο Πρόεδρος, οι Σύμβουλοι Ε. Γαλανού, Γ. Παπαμεντζελόπουλος, Δ. Πετρούλιας, Α. Ράντος, Σ. Χαραλάμπους, Δ. Αλεξανδρής, Κ. Βιολάρης, Α. Καραμιχαλέλης, Γ. Ποταμιάς, Ε. Αντωνόπουλος, Γ. Τσιμέκας, Ι. Ζόμπολας και Φ. Ντζίμας, προς την γνώμη των οποίων ετάχθη και η Πάρεδρος Ε. Σταυρουλάκη, κατά την γνώμη των οποίων οι διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 2323/1995 είναι, κατά πάντα, συμβατές με το Σύνταγμα και τούτο για τους εξής λόγους: Με τις επίμαχες διατάξεις, η ίδρυση μεγάλων εμπορικών μονάδων, που είναι, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, ιδιαίτερης σημασίας για την εθνική οικονομία και έχει σημαντικές επιπτώσεις στην περιφερειακή ανάπτυξη, τίθεται υπό καθεστώς προηγουμένης διοικητικής αδείας. Η άδεια αυτή χορηγείται, κατά τις ως άνω διατάξεις, μετά συνεκτίμηση σειράς κριτηρίων οικονομικής και κοινωνικής φύσεως, καθένα από τα οποία τείνει στην εξυπηρέτηση σκοπού, ειδικώς θαλπομένου από αντίστοιχη συνταγματική διάταξη. Η, κατά το Σύνταγμα, προστασία της οικονομικής ελευθερίας, στην οποία περιλαμβάνεται και η ελευθερία ιδρύσεως εμπορικού καταστήματος, ουδόλως εμποδίζει, κατά την έννοια του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος, την θέσπιση συστήματος διοικητικών αδειών για την άσκηση οποιασδήποτε οικονομικής δραστηριότητος, αρκεί το σύστημα αυτό να ανταποκρίνεται στις γενικές προϋποθέσεις για το επιτρεπτό των περιορισμών της οικονομικής ελευθερίας και, επί πλέον, να είναι διαφανές και να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο του εκάστοτε προβλεπομένου από το Σύνταγμα είδους δικαστικού ελέγχου. Οι άδειες αυτές μπορεί να χορηγούνται είτε κατά δέσμια αρμοδιότητα, μετά, βεβαίως, τον έλεγχο από την Διοίκηση της συνδρομής των τασσομένων νομίμων προϋποθέσεων, είτε και κατά διακριτική ευχέρεια, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο νομοθέτης προβλέπει, για την άσκηση της, αντικειμενικά κριτήρια, η τήρηση των οποίων να είναι δικαστικώς ελέγξιμη. Από καμμία διάταξη ή αρχή δεν απορρέει η υποχρέωση να υπάρχει προέχων σκοπός δημοσίου ενδιαφέροντος ως κριτήριο για την άσκηση της αρμοδιότητος αυτής, δεν είναι δε υποχρεωτικό να κατατείνουν όλα τα κριτήρια στο αυτό αποτέλεσμα. Αντιθέτως, στο μέτρο που τα κριτήρια αυτά αντιστοιχούν στην εξυπηρέτηση σκοπών, θαλπομένων από διάφορες συνταγματικές διατάξεις, η υποχρεωτική πρόσδοση μείζονος βαρύτητος σε ένα από αυτά θα κατέλυε την αρχή της ισοδυναμίας των συνταγματικών διατάξεων, αφού θα είχε ως αποτέλεσμα η διάταξη, στην εξυπηρέτηση του σκοπού της οποία κατατείνει το θεωρούμενο ως προέχον κριτήριο, να διεκδικεί, χωρίς να είναι ειδικώτερη, προέχουσα εφαρμογή έναντι των λοιπών συνταγματικών διατάξεων. Μάλιστα, το ενδεχόμενο αντιφάσεως των θεσπιζόμενων κριτηρίων είναι σύμφυτο με την πολυπλοκότητα, αλλά και την αντίθεση των σκοπών, τους οποίους εξυπηρετούν οι συνταγματικές διατάξεις, απόκειται δε στην, κατά διακριτική ευχέρεια, δρώσα Διοίκηση να εναρμονίσει, υπό τον έλεγχο του δικαστή, την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Εξ άλλου, από καμμία αρχή ή κανόνα δεν συνάγεται ότι η, κατά διακριτική ευχέρεια, απόφανση της Διοικήσεως επί θεμάτων ασκήσεως οικονομικής δραστηριότητος συνιστά, καθ’ εαυτήν, περιορισμό, μάλιστα δε κατ’ εξαίρεση μόνον επιτρεπόμενο από το Σύνταγμα, της οικονομικής ελευθερίας. Αντιθέτως, τόσο σε εθνικό, όσο και σε κοινοτικό επίπεδο (βλ. αντί πολλών ΔΕΚ C-46/93 και C-48/93, υποθ. Brasserie du Pecheur και Factortame, απόφ. της 5-3-1996, σκ. 43-45), είναι αυτονόητη η αναγνώριση στην Διοίκηση διακριτικής ευχέρειας, μάλιστα δε ευρείας, σε ζητήματα, σχετιζόμενα με οικονομικού χαρακτήρα πολιτικές επιλογές, όπως είναι εν προκειμένω το εύρος αναπτύξεως εμπορικών δραστηριοτήτων στην περιφέρεια από μεγάλες εμπορικές μονάδες, οι οποίες, κατά την αντίληψη του νομοθέτη, μπορεί να θέσουν σε διακινδύνευση την περιφερειακή ανάπτυξη ή τον εμπορικό ανταγωνισμό σε συγκεκριμένες περιοχές. Η υιοθετούμενη από την πρώτη βάση της κρατησάσης γνώμης εκδοχή, άγουσα σε μονοσήμαντη, υπέρμετρη προστασία της οικονομικής ελευθερίας του επιχειρούντος έναντι άλλων σκοπών δημοσίου ενδιαφέροντος, την ισόρροπη εξυπηρέτηση των οποίων επιβάλλει, εν τούτοις, το ίδιο το Σύνταγμα, ανατρέπει την σχετική συνταγματική ισορροπία, κατά την οποία, εντός του θεμελιώδους και μη αναθεωρητέου πλαισίου κατοχυρώσεως και προστασίας του πυρήνα της οικονομικής ελευθερίας, επαφίεται, κατά τα λοιπά, στον εκάστοτε νομοθέτη η ευχέρεια να ρυθμίζει και να οργανώνει την άσκηση της ελευθερίας αυτής κατά τρόπο, στοιχούντα προς τις κοινωνικές του επιδιώξεις και προς τον σκοπό εξυπηρετήσεως και άλλων, θαλπομένων από το Σύνταγμα σκοπών. Ειδικώτερα, η προώθηση της ισόρροπης οικονομικής αναπτύξεως όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας και της περιφερειακής αναπτύξεως, στις οποίες, κατά την αντίληψη του νομοθέτη, αποβλέπει η επίμαχη διάταξη, επιβάλλει στο Κράτος, κατά την ρητή διατύπωση του άρθρου 106 παρ. 1 του Συντάγματος, την υποχρέωση προγραμματισμού και συντονισμού της όλης οικονομικής δραστηριότητος, στον συντονισμό δε αυτόν προδήλως εντάσσεται και η θέσπιση του επιμάχου διοικητικού συστήματος αδειών. Δεν αποτελεί δε αδυναμία του συστήματος αυτού, συνεκτιμητέα κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας του, το αποσπασματικό των σταθμίσεων του, διότι η αποσπασματικότητα αυτή είναι σύμφυτη με τον χαρακτήρα, ως ατομικής διοικητικής πράξεως, κάθε, κατά διακριτική ευχέρεια εκδιδομένης, διοικητικής αδείας, εν όψει, πάντως, του γεγονότος ότι το επίμαχο σύστημα βασίζεται, κατά τα ήδη εκτεθέντα, στην διαπίστωση της συνδρομής και στην, εν συνεχεία, στάθμιση από την Διοίκηση σειράς όλης αρκούντως σαφών και συγκεκριμένων νομοθετικών κριτηρίων, στοιχούντων σε αντίστοιχους, συνταγματικώς θαλπομένους, σκοπούς. Ως προς την βάση αντισυνταγματικότητας της επίμαχης διατάξεως, την στηριζόμενη σε παραβίαση του άρθρου 24 του Συντάγματος, τα αυτά μέλη του Δικαστηρίου διετύπωσαν την γνώμη ότι αυτή, επίσης, δεν ευσταθεί, διότι, προεχόντως, η εν λόγω διάταξη, ορθώς ερμηνευομένη, πραγματεύεται αποκλειστικώς ζητήματα αδείας ασκήσεως εμπορικής δραστηριότητος και δεν διέπει χωροταξικά ζητήματα, σχετικά με το επιτρεπτό της εγκαταστάσεως εμπορικών καταστημάτων ή, πολλώ μάλλον, δημιουργίας ευρύτερης περιοχής εγκαταστάσεως ομοειδών εμπορικών μονάδων. Τα ζητήματα αυτά, αναγόμενα, λόγω του είδους και της κλίμακας τους, στην πολεοδομική οργάνωση των οικισμών, εξετάζονται, κατά την σχετική εθνική, αλλά και κοινοτική νομοθεσία, η εφαρμογή της οποίας αυτονοήτως επιφυλάσσεται, αφ’ ενός μεν στο πρώτο ή το δεύτερο επίπεδο πολεοδομικού σχεδιασμού, δηλαδή κατά την έγκριση ή αναθεώρηση Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου ή Πολεοδομικής Μελέτης, αφ’ ετέρου δε, αν συντρέχει σχετική νόμιμη περίπτωση, κατά τον έλεγχο των περιβαλλοντικών επιπτώσεων από την κατασκευή και την λειτουργία της μονάδος, με την έγκριση ή όχι των οικείων περιβαλλοντικών όρων. Η, κατά τον τρόπο δε αυτό, οργάνωση και εξέταση του επιτρεπτού εγκαταστάσεως, εμπορικής μάλιστα και όχι παραγωγικής ή μεταποιητικής, μονάδος καλύπτει πλήρως τις απαιτήσεις του άρθρου 24 του Συντάγματος.
9. Επειδή, κατά τα εκτεθέντα στην προηγουμένη σκέψη, οι διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 2323/1995, βάσει των οποίων εκδόθηκε η απόφαση 90/1.8.2002 του Νομαρχιακού Συμβουλίου Ηρακλείου, απορριπτική του αιτήματος της εφεσίβλητου εταιρείας για τη χορήγηση αδείας ιδρύσεως υπεραγοράς λιανικού εμπορίου στη Νέα Αλικαρνασσό Ηρακλείου, δεν είναι εφαρμοστέες, ως αντικείμενες στο Σύνταγμα. Εν όψει τούτου, ορθώς, αν και με άλλη αιτιολογία, ακυρώθηκε, με την απόφαση 21137/14.10.2002 του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κρήτης, η προμνησθείσα απορριπτική απόφαση του Νομαρχιακού Συμβουλίου, και, περαιτέρω, ορθώς, αν και με άλλη αιτιολογία, απερρίφθη, με την εκκαλουμένη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, η αίτηση ακυρώσεως την οποία άσκησε κατά της ακυρωτικής αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κρήτης η εκκαλούσα Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, της οποίας η υπό κρίση έφεση αποβαίνει, κατά συνέπεια, απορριπτέα.
[…]

Επιβολή προστίμου για παράβαση ραδιοτηλεοπτικής νομοθεσίας

ΣτΕ (Ολ.) 3031/2008

Επιβολή προστίμου για παράβαση ραδιοτηλεοπτικής νομοθεσίας

ΣτΕ (Ολ.) 3031/2008

[Ευθύνη μετόχων για πρόστιμο σε Ρ/Τ σταθμό]
Πρόεδρος: Γ. Παναγιωτόπουλος
Εισηγητής: Χρ. Ράμμος, Σύμβουλος
[…]
3. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η ακύρωση: α) της υπ’ αριθμ. 11840/Ε/11.5.2001 αποφάσεως του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, με την οποία επιβλήθηκε στην αιτούσα ανώνυμη εταιρεία, η οποία είναι μέτοχος της ανώνυμης εταιρείας «…» (ιδιοκτήτριας του τηλεοπτική σταθμού …») πρόστιμο ύψους 10.000.000 δραχμών από κοινού και εις ολόκληρον με την εν λόγω εταιρεία («…»), καθώς και με τους λοιπούς μετόχους και με τα μέλη του Δ.Σ. της τελευταίας ως άνω ανώνυμης εταιρείας, με την αιτιολογία ότι κατά την διάρκεια του κεντρικού δελτίου ειδήσεων της 14ης Φεβρουαρίου 2000 του τηλεοπτικού σταθμού … υπήρξε παραβίαση της υποχρέωσης σεβασμού της προσωπικότητας, της τιμής, της υπόληψης και του οικογενειακού βίου, καθώς και του τεκμηρίου αθωότητας των τραγουδιστών …, … και του σχεδιαστού μόδας … και β) της υπ’ αριθμ. 122/91/20..2000 πράξης του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (εφεξής ΕΣΡ), η οποία απετέλεσε την βάση για την έκδοση της προσβαλλόμενης υπουργικής αποφάσεως.
[…]
6. Επειδή, στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη» και στην παράγρ. 3 του ίδιου άρθρου ότι: «η προσωπική ελευθερία είναι απαραβίαστη. Κανένας δεν … περιορίζεται παρά μόνον όταν και όπως ορίζει ο νόμος». Περαιτέρω, στο άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως ίσχυε πριν την συνταγματική αναθεώρηση του 2001, ορίζονταν τα εξής: «Η ραδιοφωνία και η τηλεόραση υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους και έχουν σκοπό την αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων, καθώς και προϊόντων του λόγου και της τέχνης. πρέπει πάντως να εξασφαλίζεται η ποιοτική στάθμη των εκπομπών που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή τους και η πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας». Τέλος, στο άρθρο 106 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζεται ότι «η ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία δεν επιτρέπεται να αναπτύσσεται σε βάρος της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ή προς βλάβη της εθνικής οικονομίας».
7. Επειδή, περαιτέρω, με το Ν. 2328/1995 (159 Α΄ «Νομικό καθεστώς της ιδιωτικής τηλεόρασης κ.λπ.») –εφαρμοστέο εν προκειμένω όπως είχε μετά την τροποποίησή του από τον Ν. 2644/1998 (233 Α΄ «Για παροχή συνδρομητικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών)– ρυθμίζεται το νομικό καθεστώς και καθορίζεται το πλαίσιο λειτουργίας της ιδιωτικής τηλεοράσεως και της τοπικής ραδιοφωνίας. Στο άρθρο 1 παρ. 1 του αυτού Ν. 2328/1995 ορίζεται ότι οι άδειες λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών χορηγούνται για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και η χρήση της συνιστά δημόσια λειτουργία και ότι οι τηλεοπτικοί σταθμοί υποχρεούνται να μεριμνούν για την ποιότητα του προγράμματος, ενώ στην παρ. 8 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι άδειες ίδρυσης εγκατάστασης και λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών χορηγούνται σε επιχειρήσεις (αμιγείς ή μεικτές) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και σε ανώνυμες εταιρείες. Περαιτέρω στις παρ. 9. 10, 11 και 13 του ίδιου άρθρου 1 του Ν. προβλέπονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «9. Οι μετοχές των ανωνύμων εταιρειών που υποβάλλουν αίτηση για χορήγηση άδειας Ίδρυσης, εγκατάστασης και λειτουργίας τηλεοπτικού σταθμού πρέπει να είναι ονομαστικές, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους και τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 24 παρ. 2 και 4 του ν. 1746/1988 (ΦΕΚ 2Α΄), όπως αυτό ισχύει… Από τους περιορισμούς του πρώτου εδαφίου εξαιρούνται οι ανώνυμες εταιρείας που είναι εισηγμένες σε ημεδαπό ή αλλοδαπό χρηματιστήριο αξιών ή σε διεθνώς αναγνωρισμένο χρηματιστηριακό θεσμό, καθώς και οι Τράπεζες που διαθέτουν υψηλή οικονομική φερεγγυότητα, εφόσον η συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο δεν υπερβαίνει για όλες μαζί τις πιο πάνω εταιρείες το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) … 10. Κάθε ανώνυμη εταιρεία, καθώς και κάθε επιχείρηση η οποία ανήκει σε Ο.Τ.Α. (αμιγής ή μεικτή) μπορεί να κατέχει μια μόνο άδεια Ίδρυσης, εγκατάστασης και λειτουργίας τηλεοπτικού σταθμού ή να μετέχει σε μία μόνο εταιρεία που κατέχει τέτοια άδεια. Κάθε φυσική ή νομικό πρόσωπο μπορεί να είναι μέτοχος σε μια μόνο εταιρεία που κατέχει άδεια Ίδρυσης και λειτουργίας τηλεοπτικού σταθμού και μέχρι ποσοστού είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) του μετοχικού κεφαλαίου ή σε μια μόνο εταιρεία που μετέχει σε εταιρεία που κατέχει τέτοια άδεια και μέχρι ποσοστού είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) του μετοχικού κεφαλαίου ή σε μια μόνο εταιρεία που μετέχει σε εταιρεία που κατέχει τέτοια άδεια και μέχρι του παραπάνω ποσοστού. Η ίδια απαγόρευση ισχύει και ως προς τις ιδιότητες του διαχειριστή, του μέλους οργάνου διοίκησης της εταιρείας, του διευθυντικού στελέχους, καθώς και για οποιαδήποτε άλλη συναφή ιδιότητα. Ο ή η σύζυγος σε κάθε περίπτωση και οι συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή απεριορίστως και εκ πλαγίου μέχρι και τετάρτου βαθμού φυσικού προσώπου, που μετέχει σε εταιρεία που κατέχει παρόμοια άδεια ή σε εταιρεία που μετέχει σε παρόμοια εταιρεία, εφόσον δεν διαθέτουν και δεν μπορούν να αποδείξουν την οικονομική και επιχειρηματική τους αυτοτέλεια σε σχέση με το συγγενή τους μέτοχο του τηλεοπτικού σταθμού, δεν μπορούν να κατέχουν άλλη τέτοια άδεια ή να μετέχουν σε εταιρεία που κατέχει τέτοια άδεια… Οι μέτοχοι των ανωνύμων εταιρειών που ζητούν ή κατέχουν άδεια τηλεοπτικού σταθμού, κάτοχοι ποσοστού του κεφαλαίου της μεγαλύτερου του δυόμισι τοις εκατό (2,5%), καθώς και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου πρέπει να μην έχουν καταδικασθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση για ποινικό αδίκημα που συνεπάγεται κώλυμα διορισμού σε θέση δημοσίου υπαλλήλου. Οι μέτοχοι των ανωνύμων εταιρειών που κατέχουν άδεια τηλεοπτικού σταθμού ή μετοχές εταιρείας που κατέχει παρόμοια άδεια ή όσοι μετέχουν στη διοίκησή τους υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 6 και επόμενα του ν. 1738/1987 (ΦΕΚ 200 Α΄), όπως ισχύει κάθε φορά (πόθεν έσχες) και στις διαδικασίες ελέγχου του τρόπου απόκτησης των οικονομικών του μέσων, που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου. 11. Όσοι μετέχουν στο μετοχικό κεφάλαιο ή στη διοίκηση εταιρείας ή ασκούν ατομική επιχείρηση που αναλαμβάνει έργα ή προμήθειες από το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή συμμετέχουν σε εταιρείες που συμμετέχουν σε παρόμοιες εταιρείες δεν μπορούν να κατέχουν ατομική επιχείρηση ή να συμμετέχουν το μετοχικό κεφάλαιο ή τη διοίκηση εταιρείας, που κατέχει άδεια τηλεοπτικού ή ραδιοφωνικού σταθμού … 13. Η μεταβίβαση της επιχείρησης που κατέχει άδεια ίδρυσης, εγκατάστασης και λειτουργίας τηλεοπτικού σταθμού στο σύνολό της ή μετοχών εταιρείας που κατέχει τέτοια άδεια σε ποσοστό που υπερβαίνει το δυόμισι τοις εκατό (2,5%) του κεφαλαίου, εντός ή εκτός του Χρηματιστηρίου, κάθε σύσταση νέας εταιρείας με τη συμμετοχή επιχείρησης αυτής της κατηγορίας, κάθε μετατροπή της εταιρείας, καθώς και κάθε τροποποίηση του καταστατικού της γνωστοποιείται μέσα σε δέκα (10) ημέρες στο ΕΣΡ και στον Υπουργό Τύπου και ΜΜΕ με κατάθεση αντιγράφου της σχετικής σύμβασης, που πρέπει να περιβάλλεται το συμβολαιογραφικό τύπο ή των πινάκων της χρηματιστηριακής μεταβίβασης μετοχών… Η χορήγηση δανείων από τους μετόχους ή τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο εδάφιο δ` της παραγράφου 10 του άρθρου αυτού προς την εταιρεία και για ποσό μεγαλύτερο του πέντε τοις εκατό (5%) του μετοχικού κεφαλαίου της απαγορεύεται…». Στο άρθρο 3 του ανωτέρω Ν. 2328/1995 περιλαμβάνονται ρυθμίσεις που περιέχουν αρχές δεοντολογίας των εκπομπών και διαφημίσεων, προκειμένου να διασφαλισθή η προστασία της προσωπικότητας και του ιδιωτικού βίου, το δικαίωμα απαντήσεως του θιγομένου, η προστασία της παιδικής ηλικίας. Ειδικότερα, στην παρ. 1 εδ. β΄ του αυτού άρθρου 3 του Ν. 2328/1995 ορίζονται τα εξής: «Οι κάθε είδους εκπομπές (συμπεριλαμβανομένων και των διαφημίσεων) που μεταδίδουν οι ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί πρέπει να σέβονται την προσωπικότητα, την τιμή, την υπόληψη, τον ιδιωτικό και οικογενειακό βίο, την επαγγελματική, κοινωνική, επιστημονική, καλλιτεχνική, πολιτική ή άλλη συναφή δραστηριότητα κάθε προσώπου, η εικόνα του οποίου εμφανίζεται στην οθόνη ή το όνομα του οποίου ή στοιχεία επαρκή για τον προσδιορισμό του οποίου μεταδίδονται». Στην παρ. 15 του προαναφερθέντος άρθρου 3 του ν. 2328/1995 προβλέπεται η κύρωση με π.δ/γμα κωδίκων δεοντολογίας που καταρτίζονται με απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεοράσεως, και ορίζεται ότι: «…Έως την έκδοση αυτού του προεδρικού διατάγματος εξακολουθούν να ισχύουν οι κώδικες δεοντολογίας που έχουν εκδοθή κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 3 του Ν. 1866/1989». Συναφώς, στο άρθρο 5 του υπ’ αριθ. 1/1991 Κανονισμού του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεοράσεως «περί δημοσιογραφικής δεοντολογίας στη ραδιοτηλεόραση» («Κώδικας Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας» –421 Β΄) ορίζεται ότι: «Δεν επιτρέπεται η παρουσίαση προσώπων με τρόπο που να μπορεί, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, να ενθαρρύνει τον εξευτελισμό, την κοινωνική απομόνωση ή τις δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος του…». Επίσης, στο άρθρο 2 παρ. 1 του Κανονισμού 2/1991 του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεοράσεως «περί ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων» («Κώδικας Ραδιοτηλεοπτικών Προγραμμάτων» –421 Β΄) ορίζεται ότι «οι ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές πρέπει να εξασφαλίζουν την ποιοτική στάθμη που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή της ραδιοτηλεοράσεως και η πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας». Εξάλλου, στο άρθρο 4 του Ν. 2328/1995 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 του Ν. 2644/1998 και ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως των προσβαλλομένων πράξεων) προβλέπονται οι διοικητικές κυρώσεις που αποσκοπούν στην τήρηση, εκτός των άλλων, των κανόνων δεοντολογίας, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερόμενοι και ορίζεται ότι «1. Σε κάθε περίπτωση παράβασης α) των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του διεθνούς δικαίου που διέπουν άμεσα ή έμμεσα τους ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς και γενικότερα τη λειτουργία της ιδιωτικής τηλεόρασης, β) του ν. 2121/1993 (ΦΕΚ 25 Α΄), όπως ισχύει, καθώς και κάθε άλλης διάταξης της εθνικής νομοθεσίας, της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του διεθνούς δικαίου που διέπουν την προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και κυρίως της παρ. 6 του άρθρου 6 του ν. 1866/1989 όπως αυτή αντικαθίσταται με την παρ. 24 του άρθρου 1 του νόμου αυτού, γ) των κανόνων δεοντολογίας, όπως αυτοί προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 3 του νόμου αυτού, επιβάλλονται με πράξη του Υπουργού Τύπου και ΜΜΕ και σύμφωνη γνώμη του ΕΣΡ, ύστερα από ακρόαση των ενδιαφερομένων, οι ακόλουθες κυρώσεις, ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης, την τηλεθέαση που συγκεντρώνει ο σταθμός, το ύψος της επένδυσης που έχει πραγματοποιηθεί ή σχεδιαστεί και την τυχόν ύπαρξη υποτροπών: αα) συστάσεις και προειδοποιήσεις, ββ) πρόστιμο από πέντε έως πεντακόσια εκατομμύρια (500.000.000) δραχμές που εισπράττεται κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ όπως ισχύει κάθε φορά, γγ) προσωρινή αναστολή μέχρι τρεις (3) μήνες οριστική διακοπή της μετάδοσης συγκεκριμένης εκπομπής του σταθμού, δδ) προσωρινή αναστολή μέχρι τρεις (3) μήνες της μετάδοσης κάθε τηλεοπτικού προγράμματος, εε) ανάκληση της άδειας λειτουργίας του σταθμού και στστ) κυρώσεις ηθικού περιεχομένου (όπως υποχρεωτική μετάδοση ανακοίνωσης σχετικά με τις λοιπές επιβαλλόμενες κυρώσεις. Το Ε.Σ.Ρ. διαβιβάζει αμελλητί την απόφασή του στον Υπουργό Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, ο οποίος ασκεί έλεγχο νομιμότητας και εκδίδει την πράξη επιβολής. Η επιλογή του είδους και η επιμέτρηση των διοικητικών κυρώσεως του άρθρου αυτού γίνεται ανάλογα με τη βαρύτητα της παραβίασης, την τηλεθέαση που συγκεντρώνει το πρόγραμμα στο πλαίσιο του οποίου τελέσθηκε η παραβίαση, το μερίδιο της αγοράς ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών που έχει τυχόν αποκτήσει η κάτοχος της άδειας, το ύψος της επένδυσης που έχει πραγματοποιηθεί ή σχεδιαστεί και την τυχόν ύπαρξη υποτροπών. Η απόφαση του Ε.Σ.Ρ. για την επιβολή των κυρώσεων της παραγράφου αυτής περιέχει πλήρη και ειδική αιτιολογία και διατυπώνεται σε κάθε περίπτωση ύστερα από ακρόαση των ενδιαφερομένων κατά τη διάρκεια μίας τουλάχιστον συνεδρίασης της Ολομέλειας του οργάνου. 2. … 3. Τα προβλεπόμενα στις προηγούμενες παραγράφους πρόστιμα επιβάλλονται από κοινού και σε ολόκληρο στην εταιρεία και ατομικά στο νόμιμο ή τους περισσότερους νόμιμους εκπροσώπους της, όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της και όλους τους μετόχους της που κατέχουν ποσοστό μετοχών μεγαλύτερο του δυόμισι τοις εκατό (2,5%). 4. … 5. Οι παραπάνω διοικητικές κυρώσεις είναι ανεξάρτητες από την ύπαρξη τυχόν ποινικής ή αστικής ευθύνης». Ο ίδιος Ν. 2328/1995 ορίζει, τέλος, στο άρθρο 14 παρ. 25 ότι «Όπου στο νόμο αυτόν προβλέπεται η έκδοση πράξης του Υπουργού Τύπου και Μ.Μ.Ε., ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, η αρμοδιότητα του Υπουργού περιορίζεται στον έλεγχο νομιμότητας της απόφασης του Ε.Σ.Ρ.». Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου παρ. 3 του Ν. 2328/1995 προκύπτει ότι από τις πιο προβλεπόμενες στο άρθρο αυτό διοικητικές κυρώσεις, για παραβιάσεις της νομοθεσίας και των κανόνων δεοντολογίας που διέπουν τη λειτουργία των τηλεοπτικών σταθμών, τα πρόστιμα επιβάλλονται από κοινού, και σε ολόκληρο, όχι μόνον στην εταιρεία κάτοχο της άδειας ίδρυσης και λειτουργίας του τηλεοπτικού σταθμού, τους νόμιμους εκπροσώπους της και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της, αλλά και σε όλους του μετόχους που κατέχουν ποσοστό μετοχών μεγαλύτερο του δυόμισι τοις εκατό (2,5%).
8. Επειδή, με το άρθρο 5 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος κατοχυρώνεται το δικαίωμα της οικονομικής ελευθερίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και το δικαίωμα ανάπτυξης επιχειρηματικής δραστηριότητας με την ίδρυση και λειτουργία εμπορικών εταιρειών. Το δικαίωμα όμως αυτό υπόκειται σε όρους και περιορισμούς, που επιβάλλει ο νόμος με κριτήρια γενικά και αντικειμενικά, για λόγους δημόσιου συμφέροντος. άλλωστε, κατά το άρθρο 106 παρ. 2 του Συντάγματος, η ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία δεν επιτρέπεται να αναπτύσσεται σε βάρος της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ή προς βλάβη της εθνικής οικονομίας. Απόκειται, συνεπώς, στο νομοθέτη να καθορίζει τους κανόνες που διέπουν στην άσκηση της οικονομικής ελευθερίας και, ειδικότερα, την ίδρυση και λειτουργία των εμπορικών εταιρειών. Σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, ως προς τους εταιρικούς τύπους που επιτρέπεται να συσταθούν, ισχύει η αρχή του κλειστού αριθμού. Όσον δε αφορά ειδικώς στην σύσταση και λειτουργία των ανωνύμων εταιρειών, έχει θεσπισθεί αυστηρό νομικό καθεστώς κυρίως με το Κ.Ν. 2190/1920, που, κατά βάση, αποτελεί, το κοινό δίκαιο των ανωνύμων εταιρειών. Ο κοινός νομοθέτης είναι βεβαίως ελεύθερος, κατ’ αρχήν, να τροποποιεί τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας των ανωνύμων εταιρειών, προσαρμόζοντας τις προϋποθέσεις και τους όρους ίδρυσης και λειτουργίας τους στις μεταβαλλόμενες συνθήκες, αλλά και να προβλέπει τη σύσταση ειδικών ανωνύμων εταιρειών, αν τούτο, κατά την εκτίμησή του, επιβάλλεται από το ειδικό αντικείμενο της δραστηριότητάς τους, στις οποίες έχουν εφαρμογή διατάξεις, αποκλίνουσες από το κοινό δίκαιο των εταιρειών αυτών. Τούτο ισχύει και για τις ρυθμίσεις εκείνες, οι οποίες αφορούν στα, κατά το νόμο, ουσιώδη χαρακτηριστικά της ανώνυμης εταιρείας, όπως είναι, μεταξύ άλλων, η έλλειψη, κατ’ αρχήν, ευθύνης του μετόχου για τα χρέη του νομικού προσώπου, η οποία αποτελεί μεν βασική και αναγκαστικού δικαίου αρχή της κοινής νομοθεσίας των ανωνύμων εταιρειών (άρθρο 1 του Κ.Ν. 2190/1920), όχι όμως και αρχή της συνταγματικής ισχύος. Η ανωτέρω ευχέρεια του νομοθέτη υπάρχει, κατά μείζονα λόγο, όταν πρόκειται για ειδικές ανώνυμες εταιρείες, το αντικείμενο της δραστηριότητας των οποίων είναι εντόνου κρατικού ενδιαφέροντος, διότι αποβλέπει στην εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος και, για το λόγο αυτό, ρυθμίζεται ειδικώς από το Σύνταγμα, όπως συμβαίνει με την ίδρυση και λειτουργία τηλεοπτικών σταθμών που, κατά το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος, υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους. Συνεπώς, το άρθρο 5 του Συντάγματος δεν απαγορεύει, κατ’ αρχήν, τη θέσπιση διάταξης, όπως εκείνης της παρ. 3 του άρθρου 4 του Ν. 2328/1995, η οποία, κατ’ απόκλιση από το κοινό δίκαιο των ανωνύμων εταιρειών, διευρύνει την ευθύνη του μετόχου ανώνυμης εταιρείας, κατόχου άδειας ίδρυσης και λειτουργίας τηλεοπτικού σταθμού ορίζοντας ότι τα προβλεπόμενα στο άρθρο αυτό διοικητικά πρόστιμα, για παραβιάσεις της νομοθεσίας και των κανόνων δεοντολογίας που διέπουν τη λειτουργία των τηλεοπτικών σταθμών, επιβάλλονται, από κοινού και σε ολόκληρο, όχι μόνο, στην εταιρεία (τους νόμιμους εκπροσώπους της και όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της), αλλά και σε όλους τους μετόχους που κατέχουν ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου μεγαλύτερο του δυόμισι τοις εκατό (2,5%). Με τη διάταξη, πάντως, αυτή δεν καθιερώνεται αλληλέγγυος ευθύνη των μετόχων της (όπως και των εκπροσώπων της και όλων των μελών του διοικητικού συμβουλίου της), για «χρέη» του νομικού προσώπου, αλλά η επιβολή των ανωτέρω διοικητικών κυρώσεων (προστίμων) τόσο κατά της εταιρείας, όσο και κατά των προαναφερόμενων φυσικών προσώπων. Τέλος, πέραν των ανωτέρω, με την επίμαχη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 4 του Ν. 2328/1995 ασφαλώς και δεν προσβάλλεται ο πυρήνας του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, δεδομένου ότι δεν μπορεί, πάντως, να θεωρηθεί ότι η ρύθμιση αυτή καθιστά, και πράγματι, κατά κοινή αντίληψη, δεν κατέστησε αδύνατη ή ουσιωδώς δυσχερή την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας στον τομέα της ίδρυσης και λειτουργίας ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών. Σύμφωνα, συνεπώς, με τα προεκτεθέντα, η διάταξη αυτή της παρ. 3 του άρθρου 4 του Ν. 2328/1995, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν αντίκειται, κατά τούτο, στο άρθρο 5 του Συντάγματος.
Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Χ. Ράμμος, Π. Κοτσώνης, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Νίκα, Δ. Γρατσίας και Α. Ντέμσιας, οι οποίοι υποστήριξαν την ακόλουθη γνώμη: Με την επίμαχη διάταξη (άρθρ. 4 παρ. 3 του ν. 2328/1995) επιβάλλεται στους μετόχους των τηλεοπτικών ανωνύμων εταιρειών να καταβάλουν διοικητικό πρόστιμο, το οποίο έχει επιβληθεί στην οικεία τηλεοπτική εταιρεία και επ’ ονόματι αυτής. Το πρόστιμο αυτό προκύπτει από παράβαση της νομοθεσίας, την οποία διέπραξε η εταιρεία κατά την ενάσκηση της δραστηριότητάς της. Αποτελεί, συνεπώς, χρέος αυτής, βαρύνον το παθητικό της. Υπό την έννοια αυτή, η εν λόγω διάταξη, επιβάλλουσα στους μετόχους να πληρώσουν από την προσωπική τους περιουσία χρέος της ανώνυμης εταιρείας αντίκεινται στο άρθρο 5 του Συντάγματος. Και τούτο για τους εξής λόγους: Η διάταξη αυτή προστατεύει την ελευθερία της οικονομικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας. Στην ελευθερία αυτή περιλαμβάνεται και η ελευθερία ιδρύσεως και λειτουργίας ανωνύμων εταιρειών και η επιχειρηματική δραστηριοποίηση μέσω συμμετοχής σ` αυτές. Τούτο δε διότι η ελευθερία ιδρύσεως εν γένει εμπορικών εταιρειών ενυπάρχει αυτονοήτως στο σύστημα ελεύθερης οικονομίας της αγοράς, την οποία κατοχυρώνει η συνταγματική αυτή διάταξη, όπως εκείνη του άρθρου 106 παρ. 2 του Συντάγματος. Η σύγχρονη ελεύθερη οικονομία της αγοράς ουδέποτε λειτούργησε, κατά μείζονα δε λόγο δεν θα μπορούσε στις επικρατούσες σήμερα παγκοσμίως οικονομικές και τεχνολογικές εξελίξεις να λειτουργήσει μόνο σε επίπεδο ατομικών επιχειρήσεων. Επομένως, στην προστατευόμενη από το άρθρο 5 του Συντάγματος οικονομική ελευθερία συμπεριλαμβάνεται το δικαίωμα ιδρύσεως εμπορικών, μάλιστα δε κεφαλαιουχικών, εταιρειών, καθώς και η κατοχύρωση της λειτουργίας των εν λόγω εταιρειών ως θεσμών σε μία ελεύθερη οικονομία της αγοράς. Η κατοχύρωση αυτή της ίδρυσης και της λειτουργίας ανωνύμων εταιρειών που εμπεριέχεται στο άρθρο 5 του Συντάγματος, επιβάλλει στο νομοθέτη, ο οποίος έχει, κατ` αρχήν, την εξουσία να θεσπίζει ρυθμίσεις που διέπουν την ίδρυση και την λειτουργία ανωνύμων εταιρειών, καθώς και την διοικητική εποπτεία επ’ αυτών, να μην καθιερώνει και επιβάλει για ορισμένους τομείς οικονομικής δραστηριότητας, ως επιτρεπτή εταιρική μορφή, ειδικού τύπου «ανώνυμες εταιρείες», δηλαδή εταιρείες, οι οποίες, παρά την ονομασία τους ως ανώνυμες δεν συγκεντρώνουν βασικά χαρακτηριστικά του θεσμού της ανώνυμης εταιρείας, όπως αυτός διαμορφώθηκε κατά την εμφάνισή του και ίσχυσε έκτοτε κατά την ιστορική του διαδρομή. Από αυτά δε τα βασικά χαρακτηριστικά της ανώνυμης εταιρείας στην ιστορική εμφάνιση και διαδρομή της, ξεχωρίζει κυρίως το γεγονός ότι γίνεται συγκέντρωση του αναγκαίου κεφαλαίου για την ανάπτυξη επιχειρηματικής δράσεως μεγάλης κλίμακας με εισφορές ποικίλου μεγέθους, κατά λόγο των οποίων διανέμονται τα προσδοκώμενα κέρδη, από διάφορα, όχι απαραιτήτως συνδεόμενα μεταξύ τους, πρόσωπα, τα οποία περιορίζουν τον αναλαμβανόμενο από αυτά επιχειρηματικό κίνδυνο αποκλειστικώς σε μόνη την καταβαλλόμενη από αυτά εισφορά. Το τελευταίο τούτο, δηλαδή η εξάντληση της διακινδυνεύσεως του μετόχου, αλλά παραλλήλως και των υποχρεώσεών του έναντι της ανώνυμης εταιρείας, στο ποσό της καταβλητέας εταιρικής εισφοράς, συνιστούν το καίριας σημασίας βασικό χαρακτηριστικό, που αποτελεί το προσδιοριστικό γνώρισμα της ανώνυμης εταιρείας. Δεν είναι τυχαίο, εξ άλλου, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 2190/1920 «περί ανωνύμων εταιρειών», ορίζεται ως ανώνυμη εταιρεία «η κεφαλαιουχική εταιρεία με νομική προσωπικότητα και τα χρέη της οποίας ευθύνεται μόνο η ίδια με την περιουσία της». Αντίστοιχους ορισμούς περιλαμβάνει και το άρθρο L 225-1 του Γαλλικού Εμπορικού Νόμου, καθώς και η παράγραφος 1 των γενικών διατάξεων του πρώτου μέρους της ενότητας «Ανώνυμες Εταιρείες» του Γερμανικού Νόμου περί των ανωνύμων εταιρειών (Aktiengesetz). Χωρίς αυτό το βασικό προσδιοριστικό γνώρισμα, αναιρείται αυτή η ίδια έννοια της ανώνυμης εταιρείας. Συνεπώς, νομοθετική ρύθμιση, η οποία θα ανέτρεπε, προκειμένου περί ανωνύμου εταιρείας, το γνώρισμα αυτό, θα καθιστούσε την οικονομική ελευθερία ιδρύσεως ανώνυμης εταιρείας ψευδεπίγραφη και θα ισοδυναμούσε με πλήρη αποδυνάμωση του ρυθμιστικού περιεχομένου της επίμαχης συνταγματικής διατάξεως. Επομένως, ναι μεν η εν λόγω συνταγματική διάταξη δεν αποκλείει στον κοινό νομοθέτη, ή, κατ’ εξουσιοδότηση τούτου, στην κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση, να θεσπίζει περιορισμούς της εν γένει οικονομικής και επιχειρηματικής ελευθερίας για λόγους δημοσίου συμφέροντος, οι περιορισμοί όμως αυτοί δεν επιτρέπεται, στην περίπτωση των ανωνύμων εταιρειών, να ανατρέπουν τις θεμελιώδεις αρχές και τα βασικά χαρακτηριστικά της λειτουργίας της εν λόγω εταιρικής μορφής και, ειδικότερα, της σχέσεως της ανώνυμης εταιρείας με τους μετόχους της, όπως αυτές έχουν ιστορικά διαμορφωθεί και χωρίς τις οποίες, όπως εξετέθη, δεν είναι η εταιρεία αυτή νοητή. Τέτοια θεμελιώδης αρχή και βασικό χαρακτηριστικό του τρόπου λειτουργίας της ανώνυμης εταιρείας, η οποία δεν μπορεί να θιγεί από τον κοινό νομοθέτη είναι η διάκριση μεταξύ της περιουσίας της εταιρείας και εκείνης των μετόχων, καθώς οι μέτοχοι δεν ευθύνονται προσωπικά για τις εταιρικές υποχρεώσεις, εφόσον μοναδική υποχρέωση αυτών είναι η υποχρέωση καταβολής της εισφοράς τους, δηλαδή της αξίας της μετοχής τους ή των μετοχών τους. Οι αρχές αυτές και, ειδικότερα, η αρχή ότι αποκλειστικώς και μόνον η ανώνυμη εταιρεία είναι εκείνη, που ευθύνεται για τα εταιρικά χρέη, είναι σύμφυτη με την έννοια της μετοχής και αποτελεί την κεντρική εκδήλωση του κεφαλαιουχικού χαρακτήρα της ανώνυμης εταιρείας, με την έννοια ότι, όπως έχει τονισθεί, χωρίς αυτήν δεν νοείται καν ανώνυμη εταιρεία. Υπό την αντίθετη εκδοχή, θα αποτρέπονταν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα ιδρύσεως και συμμετοχής με την ιδιότητα του μετόχου στην ανώνυμη εταιρεία υπό τον διαμορφωθέντα κατά την εμφάνιση και την ιστορική διαδρομή του θεσμού, κεφαλαιουχικό της χαρακτήρα. Τούτο δε διότι η ρύθμιση, που θα ανέτρεπε τις θεμελιώδεις αρχές λειτουργίας ως ανώνυμης εταιρείας συγκεκριμένης ειδικού τύπου «ανώνυμης εταιρείας», θα ισοδυναμούσε, στην ουσία, με αδυναμία των προαναφερθέντων προσώπων να ασκήσουν το κατοχυρούμενο από την ως άνω συνταγματική διάταξη δικαίωμα αναπτύξεως επιχειρηματικής και οικονομικής δραστηριότητας, μέσω της συμμετοχής τους σε ανώνυμη εταιρεία και της απόκτησης κερδών από την δραστηριότητα της χωρίς άλλη προσωπική ευθύνη, εκτός της ευθύνης καταβολής της εισφοράς τους. Τούτο ισχύει ακόμη και σε περιπτώσεις, που στην προβλεπόμενη από το κοινό νομοθέτη ειδικού τύπου ανώνυμη εταιρεία ανατίθεται η ενάσκηση δραστηριότητας γενικοτέρου δημοσίου ενδιαφέροντος και, για τον λόγο τούτο, αυτή διέπεται από ιδιαίτερο νομικό καθεστώς, που επάγεται την υπαγωγή της στον άμεσο έλεγχο ή την ιδιαίτερη εποπτεία του Κράτους, όπως συμβαίνει προκειμένου περί των ανωνύμων εταιρειών ιδιοκτητριών τηλεοπτικών σταθμών, οι οποίες, κατά ρητή συνταγματική πρόβλεψη (άρθρ. 15 παρ. 2 Συντάγματος), υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους, διέπονται δε από τους αλληλοδιαδόχως ισχύσαντες σχετικά με αυτές νόμους (όπως είναι οι νόμοι 1866/1989, 2328/1995 κ.λπ.), οι οποίο προβλέπουν γι` αυτές ιδιαίτερο νομικό καθεστώς. Τούτο δε διότι το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό και αρμονία προς το –ισόκυρο με αυτό– άρθρο 5 του Συντάγματος, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να στηρίξει επεμβάσεις από το νομοθέτη, όπως η επίμαχη του άρθρου 4 παρ. 3 του ν. 2328/1995, η προβλέπουσα ότι τα πρόστιμα επιβάλλονται από κοινού και σε ολόκληρο στην ανώνυμη εταιρεία, ιδιοκτήτρια τηλεοπτικού σταθμού και τους μετόχους της. Οι επεμβάσεις αυτές, βαίνουσες πέραν του ελέγχου από το Κράτος του τρόπου ασκήσεως του ραδιοτηλεοπτικού έργου και της τηρήσεως της οικείας δεοντολογίας από τα όργανα διοικήσεως των τηλεοπτικών ανωνύμων εταιρειών, εισέρχονται στον χώρο του πυρήνα των σχέσεων της ανώνυμης εταιρείας με τους μετόχους της και ανατρέπουν τους βασικούς κανόνες και τις θεμελιώδεις αρχές των σχέσεων αυτών, συνιστούν δηλαδή επεμβάσεις, οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα οι ανώνυμες εταιρείες να μη λειτουργούν πλέον ουσιαστικά ως ανώνυμες εταιρείες παρά μόνο κατ’ άτομα. Οι διατάξεις του άρθρου 15 του Συντάγματος, αναφέρονται μόνο στον τρόπο λειτουργίας της ραδιοφωνίας και τηλεόρασης και τον έλεγχο του τρόπου αυτού από το Κράτος, με την επιβολή της σχετικής δεοντολογίας και δεν αποσκοπούν στην ανατροπή, στον τομέα των τηλεοπτικών επιχειρήσεως θεμελιωδών κανόνων, αναγομένων στον πυρήνα της επιχειρηματικής ελευθερίας, όπως ο προμνησθείς, που κατοχυρώνεται από το άρθρο 5 του Συντάγματος. Δεν μπορεί, εξ άλλου, να υποστηριχθεί ότι ο επίμαχος περιορισμός βρίσκει έρεισμα στο άρθρο 106 παρ. 2 του Συντάγματος, που ορίζει ότι η ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία δεν επιτρέπεται να αναπτύσσεται σε βάρος της ελευθερίας και των ανθρώπινης αξιοπρέπειας ή προς βλάβη της εθνικής οικονομίας. Και τούτο για τους εξής λόγους: κατ’ αρχάς στον χώρο των μέσων μαζικής ενημέρωσης και σε σχέση με τους περιορισμούς που μπορούν να επιβληθούν στις επιχειρήσεις, που δραστηριοποιούνται στον τομέα αυτό, εφαρμόζονται, ως ειδικότερες, οι διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 2 του Συντάγματος. Σε κάθε δε περίπτωση διότι, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι εφαρμόζονται και στον τομέα των ραδιοτηλεοπτικών εταιρειών οι διατάξεις του άρθρου 106 παρ. 2 του Συντάγματος, πάντως, η εφαρμογή τους δεν θα μπορούσε, μέσα στα πλαίσια της ερμηνείας, σύμφωνα με τις αρχές της πρακτικής εναρμόνισης των συνταγματικών διατάξεων, να οδηγήσει σε προσβολή του πυρήνα του ατομικού δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας και της θεσμικής εγγυήσεως των ανωνύμων εταιρειών, που κατοχυρώνει το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο μάλιστα, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει με τα άρθρα 15 παρ. 2 και 106 παρ. 2, δεν είναι, σύμφωνα με το άρθρο 110 παρ. 1, αναθεωρήσιμο.
9. Επειδή, περαιτέρω, σε σχέση με το ζήτημα αν η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 του ν. 2328/1995 συνιστά θεμιτό και δικαιολογημένο ως προς την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας), κατά το Σύνταγμα, περιορισμό του ατομικού δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, ο πυρήνας του οποίου, όπως εκτέθηκε στην προηγούμενο σκέψη, δεν θίγεται με αυτήν, η κρίση του Δικαστηρίου είναι η ακόλουθη: Όπως έχει ήδη εκτεθεί, σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος, η ραδιοφωνία και η τηλεόραση υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους και έχουν σκοπό την αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων, καθώς και προϊόντων του λόγου και της τέχνης, ρητώς δε προβλέπεται ότι πρέπει, πάντως, να εξασφαλίζεται η ποιοτική στάθμη των εκπομπών που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή τους και η πολιτιστικής ανάπτυξη της Χώρας. Με τις διατάξεις του Ν. 2328/1995, με τις οποίες καθορίζεται το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών, επιδιώκεται, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του εν λόγω νόμου, η εκπλήρωση των ανωτέρω επιταγών του άρθρου 15 παρ. 2 του Συντάγματος. Η επιδίωξη δε αυτή του νομοθέτη του Ν. 2328/1995, της εκπλήρωσης δηλαδή συνταγματικών επιταγών, συνιστά, βεβαίως, δημοσίου συμφέροντος θεμιτό σκοπό, ικανό να δικαιολογήσει, κατ’ αρχήν, τη θέσπιση περιορισμών, σχετικά με την ίδρυση και λειτουργία ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών. Περαιτέρω, όσον αφορά στον έλεγχο της προσφορότητας και αναγκαιότητας των μέτρων που θεσπίζονται για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, ο νομοθέτης διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτίμησης, ως προς τον καθορισμό των σχετικών ρυθμίσεων που αυτός κρίνει πρόσφορες και αναγκαίες, εν όψει και των συνθηκών ανάπτυξης της ιδιωτικής τηλεόρασης στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο στη Χώρα. Ως εκ τούτου, ο δικαστικός έλεγχος της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στην κρίση εάν η θεσπιζόμενη ρύθμιση είτε είναι προδήλως απρόσφορη, είτε υπερβαίνει προδήλως το αναγκαίο, για την πραγματοποίηση των επιδιωκόμενου ανωτέρω συνταγματικού σκοπού, μέτρο και, κατά συνεκδοχή, εάν η σχετική εκτίμηση του κοινού νομοθέτη, ως προς την προσφορότητα και αναγκαιότητα αυτής, είναι καταδήλως εσφαλμένη. Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις, παρατιθέμενες στη σκέψη 5, διατάξεις του ν. 2328/1995, η ίδρυση και λειτουργία ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών υπόκειται σε προηγούμενη διοικητική άδεια, η οποία χορηγείται μόνον σε νομικά πρόσωπα, τα οποία έχουν την εταιρική μορφή της ανώνυμης εταιρείας. Ωστόσο, με τον εν λόγω νόμο θεσπίζεται δέσμη ειδικών διατάξεων, οι οποίες, κατ’ απόκλιση από το κοινό δίκαιο των ανωνύμων εταιρειών, επιβάλλουν σοβαρούς περιορισμούς στους μετόχους και προσδίδουν τις ειδικές αυτές ανώνυμες εταιρείες έντονο προσωπικό στοιχείο. Πρόκειται ιδίως για τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 2328/1995 με τις οποίες, μεταξύ άλλων, θεσπίζεται: α) η υποχρεωτική, κατ’ αρχήν, ονομαστικοποίηση των μετοχών (παρ. 9), β) ο περιορισμός για κάθε φυσικό (ή νομικό) πρόσωπο να είναι μέτοχος σε μια μόνο εταιρεία, κάτοχο άδειας ίδρυσης και λειτουργίας τηλεοπτικού σταθμού και μέχρι ποσοστού είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) του μετοχικού κεφαλαίου, (παρ. 10) γ) η απαγόρευση στον ή στην σύζυγο και στους συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή απεριορίστως και εκ πλαγίου μέχρι και του τετάρτου βαθμού φυσικού προσώπου, που μετέχει, σε εταιρεία κάτοχο άδειας τηλεοπτικού σταθμού ή σε εταιρεία μέτοχο εταιρείας κατόχου τέτοιας άδειας τηλεοπτικού σταθμού ή σε εταιρεία μέτοχο εταιρείας κατόχου τέτοιας άδειας, να κατέχουν άλλη άδεια τηλεοπτικού σταθμού ή να μετέχουν σε εταιρεία που κατέχει τέτοια άδεια, εφόσον δεν διαθέτουν και δεν μπορούν να αποδείξουν την οικονομική και επιχειρηματική τους αυτοτέλεια, σε σχέση με το συγγενή τους μέτοχο τηλεοπτικού σταθμού, (παρ. 10), δ) κώλυμα για τη χορήγηση άδειας τηλεοπτικού σταθμού σε ανώνυμη εταιρεία, αν οι μέτοχοι, που κατέχουν ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου μεγαλύτερο του δυόμισι τοις εκατό (2,5%), καθώς και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου) έχουν καταδικασθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση για ποινικό αδίκημα που συνεπάγεται κώλυμα διορισμού σε θέση δημοσίου υπαλλήλου (παρ. 10), ε) η υποχρέωση των μετόχων, ανεξαρτήτως ποσοστού, για την υποβολή δήλωσης του Ν. 1738/1987, όπως ισχύει, (πόθεν έσχες), (παρ. 10), στ) το ασυμβίβαστο της ιδιότητας του επιχειρηματία ή μετόχου εταιρείας που αναλαμβάνει έργα, προμήθειες και υπηρεσίες από το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, με την ιδιότητα του επιχειρηματία ή μετόχου εταιρείας που κατέχει άδεια τηλεοπτικού ή ραδιοφωνικού σταθμού ή εκδίδει εφημερίδα, κατά τα ειδικότερον οριζόμενα, (παρ. 11), και ζ) η έγκριση από τον Υπουργό Τύπου και ΜΜΕ κάθε μεταβίβασης μετοχών της ανώνυμης εταιρείας, κατόχου άδειας τηλεοπτικού σταθμού, που υπερβαίνει το ποσοστό 2,5% του μετοχικού της κεφαλαίου (παρ. 13). Επί πλέον, ο νομοθέτης προβλέπει κλίμακα κυρώσεων για τις παραβιάσεις της νομοθεσίας και των κανόνων της δεοντολογίας που διέπουν τη λειτουργία των τηλεοπτικών σταθμών, που μπορεί να φθάσουν μέχρι και την ανάκληση της άδειας του σταθμού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και χρηματικά πρόστιμα, τα οποία, σύμφωνα με την επίμαχη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 του Ν. 2328/1995, επιβάλλονται, από κοινού και σε ολόκληρο, εκτός από το νομικό πρόσωπο της εταιρείας, τους νόμιμους εκπροσώπους της και όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της και σε όλους τους μετόχους που κατέχουν ποσοστό μετοχικού κεφαλαίου μεγαλύτερο του 2,5%. Από τις ανωτέρω ειδικές αυτές ρυθμίσεις του Ν. 2328/1995 προκύπτει ότι το πρόσωπο του μετόχου ανώνυμης εταιρείας, κατόχου άδειας τηλεοπτικού σταθμού, όχι μόνο δεν είναι αδιάφορο, αλλά αντιθέτως, έχει κατά τον νόμον, ιδιαίτερη σημασία για την ίδρυση και λειτουργία του νομικού προσώπου. Επίσης, από τις εν λόγω ρυθμίσεις προκύπτει ότι ο νομοθέτης θεωρεί ως ελάχιστο σημαντικό ποσοστό κατοχής του μετοχικού κεφαλαίου ανώνυμης εταιρείας, κατόχου αδείας τηλεοπτικού σταθμού, ποσοστό μεγαλύτερο του 2,5%. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, θεσπίζεται κώλυμα για τη χορήγηση άδειας τηλεοπτικού σταθμού σε ανώνυμη εταιρεία, εάν μέτοχοι άνω του 2,5% του μετοχικού της κεφαλαίου έχουν καταδικασθεί για ορισμένα ποινικά αδικήματα, ορίζεται ότι η μεταβίβαση ποσοστού μετοχών μεγαλύτερου του 2,5% υπόκειται σε έγκριση του Υπουργού Τύπου και ΜΜΕ, και επιβάλλονται τα χρηματικά πρόστιμα για τις παραβιάσεις της νομοθεσίας και των κανόνων δεοντολογίας που διέπουν τη λειτουργία των τηλεοπτικών σταθμών και στους μετόχους που έχουν το παραπάνω ποσοστό μετοχών. Ο νομοθέτης, γνωρίζοντας τις συνθήκες και την πραγματική κατάσταση του τηλεοπτικού τοπίου στη Χώρα, εκτιμά ότι μέτοχος, που κατέχει ποσοστό μεγαλύτερο του 2,5%, δεν είναι κοινός επενδυτής, αλλά ουσιαστικά πρόκειται για επιχειρηματία μέτοχο, ο οποίος είναι, εν δυνάμει, σε θέση, με τη συμμετοχή του αυτή στην εταιρεία, να επηρεάζει τη διοίκηση του νομικού προσώπου και, ως εκ τούτου, τη λειτουργία του τηλεοπτικού σταθμού. Η ουσιαστική αυτή εκτίμηση του νομοθέτη δεν μπορεί να θεωρηθεί από το Δικαστήριο ως εσφαλμένη και μάλιστα καταδήλως, όπως απαιτείται κατά τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας του νόμου και, ειδικότερα, της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας, αν ληφθεί υπ’ όψη ότι, κατά το Ν. 2328/1995, το ανώτατο ποσοστό κατοχής του μετοχικού κεφαλαίου από έναν μέτοχο (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) δεν μπορεί να υπερβαίνει το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) και, ως εκ τούτου, είναι απολύτως αναγκαία η σύμπραξη περισσοτέρων μετόχων για τη διοίκηση της εταιρείας. Συνεπώς, δεν είναι δυνατόν, εν όψει αυτού, να θεωρηθεί, αντιθέτως προς την ουσιαστική εκτίμηση του νομοθέτη, ότι η καθιέρωση της ευθύνης των μετόχων, που διαθέτουν ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου μεγαλύτερο του 2,5%, για την καταβολή των προστίμων, αποτελεί ένα μέτρο απρόσφορο, μάλιστα δε προδήλως απρόσφορο, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων, κατά τα ανωτέρω, σκοπών. Περαιτέρω, εν όψει και των όσων έχουν ήδη εκτεθεί, η επίμαχη αυτή ρύθμιση δεν συνιστά περιορισμό της οικονομικής ελευθερίας δυσανάλογο, μάλιστα δε προδήλως δυσανάλογο, εν σχέσει με τους επιδιωκόμενους με αυτόν σκοπούς. Τούτο δε διότι η επιβολή των χρηματικών προστίμων για παραβιάσεις της νομοθεσίας και των κανόνων της δεοντολογίας που διέπουν τη λειτουργία των τηλεοπτικών σταθμών και στους μετόχους με ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου μεγαλύτερο του 2,5%, (από κοινού και σε ολόκληρο με την εταιρεία, τους νόμιμους εκπροσώπους της και όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της), η οποία συνιστά ρύθμιση κατασταλτικού χαρακτήρα, προφανώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ούτε καθιστά, ούτε, πράγματι, κατά κοινή αντίληψη, κατέστησε αδύνατη ή ουσιωδώς δυσχερή την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας στον τομέα της ίδρυσης και λειτουργίας ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών. Συνεπώς, με την επίμαχη διάταξη της παραγρ. 3 του άρθρου 4 του Ν. 2328/1995 θεσπίζεται ένας θεμιτός, κατά το Σύνταγμα, περιορισμός της οικονομικής ελευθερίας, με τον οποίο δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας.
Κατά την ειδικότερη δε γνώμη την οποία υπεστήριξαν ο Πρόεδρος και οι Σύμβουλοι Ε. Γαλανού, Δ. Σκαλτσούνης, Σ. Παραμυθιώτης, Σ. Χρυσικοπούλου, Η. Τσακόπουλος, ως και Β. Καλαντζή, προς την οποία ετάχθη και η Πάρεδρος Α. Καλογεροπούλου, η επίμαχη ρύθμιση δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και δεν προσκρούει στο Σύνταγμα, σε ό,τι αφορά τουλάχιστον μετόχους ανωνύμων τηλεοπτικών εταιρειών, οι οποίοι (όπως συμβαίνει και με την αιτούσα) κατέχουν μετοχές ίσες προς το 5% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου, διότι εκτός των προαναφερθέντων (ότι δηλ. η δραστηριότητα των τηλεοπτικών ανωνύμων εταιρειών συνιστά ειδική περίπτωση δραστηριοποιήσεως ανώνυμης εταιρείας, υπαγόμενη σε ειδικούς κανόνες και σε αυξημένες υποχρεώσεις, απορρέουσες από το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος), οι μέτοχοι αυτοί έχουν, σύμφωνα με το ν. 2190/1920, τις εξής ελεγκτικές αρμοδιότητες των εταιρικών πραγμάτων: α) μπορούν, σύμφωνα με το άρθρο 35γ, να ζητήσουν την ακύρωση αποφάσεως γενικής συνελεύσεως της εταιρείας, β) μπορούν, σύμφωνα με το άρθρο 39 παρ. 1 και 3, να ζητούν τη σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης, γ) μπορούν, σύμφωνα με το άρθρο 39 παρ. 4, να υποχρεώσουν το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας να ανακοινώσει στην γενική συνέλευση διάφορες κρίσιμες πληροφορίες για την πορεία των εταιρικών υποθέσεων και δ) μπορούν, σύμφωνα με το άρθρο 40 παρ. 1, να ζητήσουν το έλεγχο της εταιρείας από το οικείο μονομελές πρωτοδικείο. Επομένως, σύμφωνα με την ειδικότερη αυτή γνώμη, η θέσπιση από το νομοθέτη της δυνατότητας εισπράξεως των προστίμων, των επιβαλλομένων σε ανώνυμη τηλεοπτική εταιρεία για παραβίαση της τηλεοπτικής δεοντολογίας από την προσωπική περιουσία μετόχων, κατεχόντων 5% του μετοχικού κεφαλαίου και άνω, είναι μέτρο περιοριστικό της οικονομικής ελευθερίας αυτών πρόσφορο για την αποτελεσματική επιβολή της, σύμφωνη προς τις αρχές του άρθρου 15 παρ. 2 του Συντάγματος, λειτουργίας των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών.
Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Δ. Μπριόλας, Χ. Ράμμος, Δ. Μαρινάκης, Π. Κοτσώνης, Α. Χριστοφορίδου, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Νίκα, Δ. Γρατσίας και Α. Ντέμσιας, οι οποίοι υπεστήριξαν την εξής γνώμη: Και επί τη εκδοχή ακόμη ότι το άρθρο 5 του Συντάγματος δεν επιβάλλει στο νομοθέτη, σε κάθε περίπτωση, να τηρεί την αρχή ότι ο μέτοχος ανώνυμης εταιρείας δεν ευθύνεται για τα χρέη της ανώνυμης εταιρείας (αλλά μόνο για την καταβολή της εισφοράς του), πάντως, η συγκεκριμένη διάταξη (δηλ. το άρθρο 4 παρ. 3 του ν. 2328/1995), κατά το μέρος που με αυτήν προβλέπεται ότι μπορούν να επιβληθούν ατομικώς σε μετόχους, κατέχοντες ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου ίσο προς το 2,5% και άνω τηλεοπτικής ανώνυμης εταιρείας, πρόστιμα της εταιρείας αυτής, επιβληθέντα ως διοικητικές κυρώσεις για την εκ μέρους της παραβίαση της τηλεοπτικής δεοντολογίας, παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και είναι, για τον λόγο αυτό, αντίθετη προς το άρθρο 5 του Συντάγματος, που καθιερώνει την οικονομική ελευθερία. Τούτο δε διότι με την διάταξη αυτή θεσπίζεται μέτρο περιοριστικό της οικονομικής ελευθερίας των μετόχων αυτών, το οποίον δεν είναι πρόσφορο για την επίτευξη του σκοπού, για τον οποίο θεσπίσθηκε η διάταξη αυτή (και η οποία είναι η αποτελεσματική επιβολή του τρόπου λειτουργίας των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών, σύμφωνα με τις εξαγγελόμενες στο άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος αρχές). Συγκεκριμένα, μέτοχος, κατέχων ποσοστό ίσο προς το 2,5% του μετοχικού κεφαλαίου τηλεοπτικής ανώνυμης εταιρείας, δεν έχει εκ του νόμου την δυνατότητα να επηρεάσει την διοίκηση των εταιρικών πραγμάτων και να αποτρέψει ενδεχόμενη αντιδεοντολογική συμπεριφορά του τηλεοπτικού σταθμού, όσο και αν το επιθυμεί και όση επιμέλεια και αν επιδείξει προς την κατεύθυνση αυτή, εφόσον, σύμφωνα με το νόμο 2190/1920, ελεγκτικά δικαιώματα μειοψηφίας αναγνωρίζονται μόνο σε μετόχους, κατέχοντες άνω του 5% του μετοχικού κεφαλαίου. Αλλά, ακόμη και μέτοχος, κατέχων ποσοστό 5% του μετοχικού κεφαλαίου δεν μπορεί να επιβάλει στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας την τήρηση των κανόνων της τηλεοπτικής δεοντολογίας, αν αυτό δεν το θέλει. Τούτο δε διότι μέτοχος, κατέχων τον εν λόγω ποσοστό μετοχών, μπορεί μεν να ζητήσει την ακύρωση αποφάσεως γενικής συνελεύσεως της εταιρείας, ή να ζητήσει την σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης, ή να υποχρεώσει το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας να ανακοινώσει στην γενική συνέλευση διάφορες κρίσιμες πληροφορίες για την πορεία των εταιρικών υποθέσεων, ή, τέλος, να ζητήσει τον έλεγχο της εταιρείας από το οικείο μονομελές πρωτοδικείο (άρθρα 35γ, 39 παρ. 1, 2 και 4 και 40 παρ. 1 του ν. 2190/1920), δεν μπορεί όμως να επιβάλει την λήψη ή την ανατροπή συγκεκριμένης αποφάσεως. Η επιβαλλόμενη από το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος εξασφάλιση της ποιοτικής στάθμης των προγραμμάτων και της τήρησης της δεοντολογίας μπορεί να επιτευχθεί με την επιβολή διοικητικών κυρώσεων –ακόμη και της πλέον βαρείας μορφής (όπως είναι π.χ. η ανάκληση αδείας λειτουργίας) – σε αυτές τις ιδιοκτήτριες των τηλεοπτικών σταθμών ανώνυμες εταιρείες, εις ουδέν δε εξυπηρετεί την τήρηση των επιταγών του ως άνω άρθρου του Συντάγματος η θέσπιση ρυθμίσεων, όπως αυτή του άρθρου 4 παρ. 3 του ν. 2328/1995. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, το επίμαχο περιοριστικό μέτρο εξισούται, στην πραγματικότητα, με επιβολή κυρώσεως σε μέτοχο τηλεοπτικής ανώνυμης εταιρείας, κατέχοντα ωρισμένο ποσοστό του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου εκ μόνου του λόγου ότι είναι μέτοχος τέτοιου είδους ανώνυμης εταιρείας, ως εάν η δραστηριότητα στον τομέα της ιδιωτικής τηλεόρασης να ήταν δραστηριότητα, αποδοκιμαζόμενη από την συνταγματική έννομη τάξη. Αποθαρρύνει δε το μέτρο αυτό, έστω και ως κατασταλτικώς επιβαλλόμενο, την αγορά μετοχών των συγκεκριμένων εταιρειών, ενώ, περαιτέρω, τις καθιστά μη ελκυστικές ως χώρο επενδυτικής δραστηριότητας, χωρίς ταυτόχρονα, όπως ήδη εκτέθηκε, να επιτυγχάνεται με την επιβολή του, λόγω του μη προσφόρου αυτού, η αποτελεσματική επιβολή των επιταγών του άρθρου 15 παρ. 2 του Συντάγματος. Καταλήγει, κατά συνέπεια, το μέτρο αυτό να μετατρέπεται, στην ουσία, σε εισπρακτικό μέσο των οφειλών προς το Δημόσιο. Το γεγονός, περαιτέρω, ότι η ραδιοτηλεόραση τελεί υπό άμεσο κρατικό έλεγχο, η δε συναφής δραστηριότητα των ιδιωτών στον τομέα αυτό είναι, εκ του λόγου τούτου, αυξημένου δημοσίου ενδιαφέροντος δραστηριότητα, δεν αρκεί για την επιβολή του επίμαχου περιορισμού ως μορφής αντικειμενικής ευθύνης (δηλαδή ευθύνης άνευ προσωπικού πταίσματος) των συμμετεχόντων στην δραστηριότητα αυτή. Τούτο δε διότι η αντικειμενική ευθύνη είναι νοητή (και συνταγματικώς ανεκτή), προκειμένου περί αστικής ευθύνης προσώπων, τα οποία επωμίζονται ιδιαίτερη ευθύνη, διότι επέλεξαν να ασκήσουν αυτά τα ίδια δραστηριότητες, συνδεόμενες με υψηλή διακινδύνευση αγαθών των συμπολιτών τους και του κοινωνικού συνόλου, με συνέπεια να είναι υποχρεωμένα τα ίδια να επιδείξουν την μέγιστη δυνατή επιμέλεια για την αποτροπή επελεύσεως του κινδύνου. Τέτοιες περιπτώσεις είναι η ευθύνη εξ αυτοκινήτων (Νόμος ΓπΝ΄/1911), η ευθύνη των κατόχων ζώων (άρθρων 924 Α.Κ.), η ευθύνη του πλοιοκτήτου, το οποίο ρυπαίνει με πετρέλαιο την θάλασσα (Νόμος 314/1976 –Α΄ 106– και Νόμος 3393/2005 –Α΄ 242). Παρόμοια είναι, επίσης, η περίπτωση, κατά την οποία επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο για περίπτωση παράνομης σταθμεύσεως αυτοκινήτου και στον κάτοχο του (άρθρο 34 παρ. 11 του ν. 2696/1999 –Α΄ 47). Στην τελευταία δε περίπτωση, η αντικειμενική ευθύνη αποτελεί την εξαίρεση, εφόσον (πέραν του γεγονότος ότι ο κάτοχος αυτοκινήτου έχει ευθύνη να επιδεικνύει αυξημένη επιμέλεια, ώστε αυτό να μην οδηγείται από τρίτα πρόσωπα, ή περί την επιλογή του προσώπου, σε περίπτωση που τελικά αναθέτει την οδήγηση σε τρίτο πρόσωπο) η κύρωση επιβάλλεται στον κάτοχο μόνο σε περίπτωση που υπάρχει απουσία οδηγού και υπάρχει αδυναμία βεβαιώσεως του προστίμου (πρβλ. ΣΕ 4161/1999). Συμπερασματικά, παρατηρείται ότι σε όλες τις προαναφερθείσες περιπτώσεις η ευθύνη στηρίζεται στην αναδοχή ασκήσεως επικίνδυνης δραστηριότητας, η δε αποτροπή της επελεύσεως του επικινδύνου αποτελέσματος μπορεί να επιτευχθεί με την επίδειξη αυξημένης (ή έστω της μεγίστης δυνατής) επιμέλειας. Δεν μπορεί όμως να χαρακτηρισθεί αναδοχή ασκήσεως επικίνδυνης δραστηριότητας, υπό την ανωτέρω έννοια, η αγορά μετοχών σε τηλεοπτική ανώνυμη εταιρεία, η οποία αποτελεί οικονομική δραστηριότητα, εκδήλωση της κατοχυρούμενης από το άρθρο 5 του Συντάγματος οικονομικής ελευθερίας, όταν, μάλιστα, ως εκ του ποσοστού της συμμετοχής τους στο σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου, οι αγορασθείσες μετοχές δεν δίδουν δυνατότητα στον κάτοχό τους να αποτρέψει την οποιαδήποτε απόφαση των οργάνων διοικήσεως της εν λόγω εταιρείας. Εξ άλλου, ειδικότερα σε ό,τι αφορά στο δίκαιο των διοικητικών κυρώσεων (και σε αντίθεση με τα διοικητικά μέτρα) ο κανόνας είναι ότι αυτές επιβάλλονται ως κύρωση για την εκδήλωση παραβατικής συμπεριφοράς, η οποία οφείλεται σε πταίσμα (δηλ. δόλο ή αμέλεια) του επιδείξαντος αυτήν (πρβλ. σχετικώς και Γαλλικό Συμβούλιο Επικρατείας, απόφαση της 2.3.1949, Musati και απόφαση της 18.3.1983, Omphalius). Επομένως, είναι επιτρεπτή, κατά το Σύνταγμα, η επιβολή διοικητικής κυρώσεως άνευ πταίσματος, μόνο στην περίπτωση που ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος επιδιώκεται να εξυπηρετηθεί με τη θέσπισή της, δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλο μέσο, εκτός από την επιβολή της συγκεκριμένης κυρώσεως ακόμη και στους μη διαπράξαντες πταίσμα. Είναι δε όλως διαφορετική η περίπτωση της καθιέρωσης της αντικειμενικής ευθύνης, κατά την επιβολή φορολογικού βάρους ή δασμού (όπως είναι π.χ. η περίπτωση του ν. 2127/1993, Α΄ 48, άρθρα 1 και 2) για την αντικειμενική ευθύνη του εγκεκριμένου αποθηκευτή αλκοολούχων ποτών να καταβάλει τον φόρο κατανάλωσης των αλκοολούχων ποτών, τα οποία βρίσκονται σε καθεστώς αναστολής στην αποθήκη του. Τούτο δε διότι η επιβολή φορολογικού βάρους ή δασμού, αυτή καθ’ εαυτήν, δεν συνιστά επιβολή διοικητικής κυρώσεως. Τέλος, δε, λόγω, ακριβώς, του προαναφερθέντος απροσφόρου του επίδικου μέτρου (που προβλέπει την δυνατότητα εισπράξεως από την ιδιωτική περιουσία μετόχου ανώνυμης εταιρείας προστίμου βαρύνοντος την εταιρεία) για την επίτευξη του στόχου, ο οποίος επιδιώκεται με την θεσπίσασα αυτό διάταξη (άρθρ. 4 παρ. 3 του ν. 2328/1995), η επιβολή του παραβιάζει και τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου (της 20.3.1952), που συμπληρώνει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (της 4.11.1950), διότι με αυτό γίνεται επέμβαση στην περιουσία των εν λόγω μετόχων κατά την επιβολή της οποία δεν τηρείται η «ακριβοδίκαιη ισορροπία» (juste equilibre) μεταξύ του σκοπού τον οποίο επιδιώκει η διάταξη αυτή και των μέσων, με τα οποία επιχειρεί να τον υπηρετήσει (πρβλ. ΕΔΔΑ: απόφαση της 29.11.1991 Pine Valley Developments LTD κατά Ιρλανδίας, απόφαση της 23.9.1982 Sporrong & Loennroth κατά Σουηδίας, απόφαση της 11.1.2007, Μαμιδάκης κατά Ελλάδας).
10. Επειδή, στο άρθρο 54 (ήδη 44) της Συνθήκης για την Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «44. 1 Για την πραγματοποίηση της ελευθερίας εγκαταστάσεως σε ορισμένη δραστηριότητα, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με την διαδικασία του άρθρου 251 … εκδίδει οδηγίες. 2. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή ασκούν καθήκοντα που τους έχουν ανατεθεί από τις ανωτέρω διατάξεις, ιδίως: α) … β)… ζ) με το συντονισμό κατά το αναγκαίο μέτρο και με το σκοπό να τις καταστήσουν ισοδύναμες, των απαιτούμενων εγγυήσεων υπό των κρατών μελών εκ μέρους των εταιρειών, κατά την έννοια του άρθρου 48 παράγραφος 2, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων». Στο άρθρο 58 (ήδη 48) της αυτής Συνθήκης ορίζεται ότι: «Οι εταιρείες που έχουν συσταθεί σύμφωνα με την νομοθεσία ενός κράτους μέλους και οι οποίες έχουν την καταστατική τους έδρα, την κεντρική τους διοίκηση ή την κύρια εγκατάστασή τους εντός της Κοινότητας εξομοιώνονται, για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, προς τα φυσικά πρόσωπα που είναι υπήκοοι των κρατών μελών. Ως εταιρείες νοούνται οι εταιρείες αστικού ή εμπορικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των συνεταιρισμών, και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, με εξαίρεση εκείνων που δεν επιδιώκουν κερδοσκοπικό σκοπό». Κατ’ επίκληση του προαναφερθέντος άρθρου 5 παρ. 3 περιπτ. ζ΄ εξεδόθη από το Συμβούλιο σειρά οδηγιών, οι οποίες προέβησαν σε εναρμόνιση πολλών ζητημάτων που αφορούν στην λειτουργία των ανωνύμων εταιρειών. Πρώτη εξ αυτών είναι η οδηγία υπ’ αριθμ. 68/151/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 9ης Μαρτίου 1968 «περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιρειών, κατά την έννοια του άρθρου 58 δεύτερη παράγραφος της συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες» (EEL 65/1968) –επονομαζόμενη πρώτη οδηγία. Στο άρθρο 1 αυτής, όπως τροποποιήθηκε με την πράξη προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας και στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα (EEL 291/19.11.1979, σελίδα 17) ορίσθηκε ότι: «Τα μέτρα συντονισμού που καθορίζονται από την παρούσα οδηγία αφορούν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις των Κρατών μελών που ισχύουν για τις εξής μορφές εταιρειών: … –για την Ελλάδα ανώνυμη εταιρεία, εταιρεία περιωρισμένης ευθύνης, ετερόρρυθμη κατά μετοχές εταιρεία.». Ακολούθησαν στο θέμα αυτό (στο θέμα δηλαδή της κοινοτικής εναρμονίσεως της λειτουργίας των ανωνύμων εταιρειών στα κράτη μέλη) δέκα πέντε ακόμη οδηγίες. Πρόκειται συγκεκριμένα για τις εξής (αναφέρονται οι πλέον σημαντικές από αυτές): α) την δεύτερη οδηγία υπ’ αριθμ. 77/91/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 1976 «περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιρειών, κατά την έννοια του άρθρου 58 δεύτερη παράγραφος της συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες όσον αφορά τη σύσταση της ανώνυμης εταιρείας και τη διατήρηση και τις μεταβολές του κεφαλαίου της» (EEL 026/1977), β) την τρίτη οδηγία 78/855/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 9ης Οκτωβρίου 1978 «βασιζόμενη στο άρθρο 54 παράγραφος 3 περίπτωση ζ της συνθήκης, περί συγχωνεύσεων των ανωνύμων εταιρειών» (EEL 295/1978) γ) την τέταρτη οδηγία υπ’ αριθμ. 78/660/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 25ης Ιουλίου 1978, «βασιζόμενη στο άρθρο 54 παράγραφος 3 περίπτωση ζ΄ της συνθήκης περί ετησίων λογαριασμών εταιρειών ορισμένων μορφών» (EEL 222/1978), δ) την έκτη οδηγία υπ’ αριθμ. 82/891 ΕΟΚ του Συμβουλίου της 17ης Δεκεμβρίου 1982 «βασιζόμενη στο άρθρο 54 παράγραφος 3 περίπτωση ζ΄ της συνθήκης για την διάσπαση των ανωνύμων εταιρειών» (EEL 378/1982), ε) την έβδομη οδηγία υπ’ αριθμ. 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 1983 «βασιζόμενη στο άρθρο 54 παράγραφος 3 περίπτωση ζ΄ της συνθήκης για τους ενοποιούμενους λογαριασμούς» (EEL 193/1983) στ) την όγδοη οδηγία υπ’ αριθμ. 84/253/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 10ης Απριλίου 1984 «βασιζόμενη στο άρθρο 54 παράγραφος 3 περίπτωση ζ΄ της συνθήκης για τη χορήγηση άδειας στους υπεύθυνους για το νόμιμο έλεγχο των λογιστικών εγγράφων» (EEL 126/1984), ζ) την ενδέκατη οδηγία υπ’ αριθμ. 89/666/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1989 «σχετικά με τη δημοσιότητα των υποκαταστημάτων που έχουν συσταθεί σε ένα κράτος μέλος από ορισμένες μορφές εταιρειών που διέπονται από το δίκαιο άλλου κράτους» (EEL 395/1989), η) την οδηγία υπ’ αριθμ. 90/434 του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1990 σχετικά με το κοινό φορολογικό καθεστώς για τις συγχωνεύσεις, διασπάσεις, εισφορές ενεργητικού και ανταλλαγές μετοχών που αφορούν εταιρείες διαφορετικών κρατών μελών» (EEL 225/1990), θ) την οδηγία υπ’ αριθμ. 90/435/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1990 «σχετικά με το φορολογικό καθεστώς το οποίο ισχύει για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρείες διαφορετικών κρατών μελών» (EEL 225/1990), ι) τον κανονισμό υπ’ αριθμ. 2157/2001 του Συμβουλίου της 8ης Οκτωβρίου 2001 «περί του καταστατικού της ευρωπαϊκής εταιρείας (SE)» ια) για τη συμπλήρωση του καταστατικού της ευρωπαϊκής εταιρείας όσον αφορά τον ρόλο των εργαζομένων (EEL 294/2001), ια) την οδηγία υπ’ αριθμ. 2003/46/ΕΚ του Συμβουλίου της 3ης Ιουνίου 2003 «για την καθιέρωση κοινού συστήματος φορολόγησης των τόκων και των δικαιωμάτων που καταβάλλονται μεταξύ συνδεδεμένων εταιρειών διαφορετικών κρατών μελών» (EEL 157/2003), ιβ) την οδηγία υπ’ αριθμ. 2003/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Ιουλίου 2003 «τροποποιούσα την οδηγία 68/151/ΕΟΚ του Συμβουλίου σε ό,τι αφορά τις υποχρεώσεις δημοσιότητας ορισμένων τύπων εταιρειών» (EEL 221/2003), ιγ) την οδηγία υπ’ αριθμ. 2004/25/ΕΚ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 2004 «σχετικά με τις δημόσιες προσφορές εξαγοράς» (EEL 142/2004).
11. Επειδή, σε σχέση με το ζήτημα, αν η επίμαχη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 του ν. 2328/1995, κατά το μέρος που με αυτήν ορίζεται ότι τα προβλεπόμενα στις προηγούμενες παραγρ. του άρθρου αυτού πρόστιμα για παραβιάσεις της νομοθεσίας και των κανόνων δεοντολογίας που διέπουν τη λειτουργία των τηλεοπτικών σταθμών επιβάλλονται από κοινού και σε ολόκληρο όχι μόνο στην εταιρεία, κάτοχο της άδειας ίδρυσης και λειτουργίας του τηλεοπτικού σταθμού, τους νόμιμους εκπροσώπους της και όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της, αλλά και σε όλους τους μετόχους που κατέχουν ποσοστό μετοχών μεγαλύτερο του δυόμισι τοις εκατό (2,5%), έρχεται ή όχι σε αντίθεση με το παράγωγο περί ανωνύμων εταιρειών κοινοτικό δίκαιο, η κρίση του Δικαστηρίου είναι η εξής: Δεν τίθεται, κατ’ αρχάς, ζήτημα διασταύρωσης του ρυθμιστικού πεδίου της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 3 του ν. 2328/1995 με το ρυθμιστικό πεδίο των διατάξεων των εταιρικών οδηγιών. Τούτο δε διότι στις διατάξεις των εν λόγω οδηγιών δεν περιλαμβάνεται ρύθμιση, η οποία αφορά και μάλιστα απαγορεύει τη θέσπιση ευθύνης των μετόχων ανώνυμης εταιρείας, οι οποίοι κατέχουν ορισμένο ποσοστό μετοχών, για την καταβολή, από κοινού και σε ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας, των προστίμων που επιβάλλονται για τις παραβιάσεις της νομοθεσίας από τη δραστηριότητα του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας γενικώς, αλλά και ειδικώς, στην προκειμένη περίπτωση, της ανώνυμης εταιρείας κατόχου άδειας ίδρυσης και λειτουργίας τηλεοπτικού σταθμού. Δεν μπορεί δε να συναχθεί τέτοια απαγορευτική ρύθμιση από το άρθρο 1 της πρώτης εταιρικής οδηγίας 68/151/ΕΟΚ, με το οποίο, όπως αναλύεται στην επόμενη σκέψη, ο κοινοτικός νομοθέτης περιορίζεται, απλώς και μόνο, να καταγράψει τις ήδη υπάρχουσες εταιρικές μορφές στα κράτη μέλη, επί των οποίων εφαρμόζονται οι διατάξεις της εν λόγω οδηγίας.
Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Α. Ράντος, Δ. Μπριόλας, Χ. Ράμμος, Π. Κοτσώνης, Δ. Σκαλτσούνης, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Νίκα, Ι. Γράβαρης, Δ. Γρατσίας, Α. Ντέμσιας, Σ. Παραμυθιώτης και Η. Τσακόπουλος προς την γνώμη των οποίων ετάχθησαν και οι Πάρεδροι, οι οποίοι υπεστήριξαν την εξής γνώμη: Ναι μεν δεν υπάρχει ρητή διάταξη σε κάποια απ’ αυτές τις οδηγίες που να ασχολείται με το ζήτημα, για το οποίο γίνεται λόγος, όμως στην πρώτη κοινοτική οδηγία για τις ανώνυμες εταιρείας ορίζεται ότι, κατά την έννοια του άρθρου 58 (ήδη 48) της Συνθήκης για την Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (δηλαδή για τις ανάγκες εναρμονίσεως των ρυθμίσεων των σχετικών με τις ανώνυμες εταιρείες στα επιμέρους κράτη μέλη), εταιρείες είναι και οι «ανώνυμες εταιρείες» (άρθρο 1). Η χρήση του όρου αυτού έγινε για να υποδηλωθεί, ότι ο εταιρικός αυτός τύπος ως θεσμός, ρυθμιζόμενος από την κοινοτική έννομη τάξη, εννοείται όπως έχει διαμορφωθεί ιστορικά κατά τα κύρια χαρακτηριστικά του, χωρίς τα οποία δεν είναι καν νοητός. Επομένως, μπορεί να υποστηριχθεί ότι δια της αναφοράς του όρου «ανώνυμη εταιρεία» στην επίμαχη διάταξη ο κοινοτικός κανονιστικός νομοθέτης, θέλησε τα κράτη μέλη, κατά την εκ μέρους τους θέσπιση του τρόπου λειτουργίας των ανωνύμων εταιρειών, να περιέχουν ρυθμίσεις, που καθιερώνουν ελάχιστο υποχρεωτικό περιεχόμενο, το οποίο οι ανώνυμες εταιρείες οφείλουν να έχουν σε όλα τα κράτη μέλη. Υπό τα δεδομένα αυτά, τίθεται ζήτημα, κατ’ αρχήν, διασταυρώσεως των ρυθμιστικών πεδίων του άρθρου 1 της πρώτης κοινοτικής οδηγίας για τις ανώνυμες εταιρείες, υπό την ανωτέρω εκτεθείσα άποψη και της διατάξεως του άρθρου παρ. 3 του ν. 2328/1995 και θα έπρεπε να εξετασθεί, περαιτέρω, αν τέτοιο θεμελιώδες χαρακτηριστικό των ανωνύμων εταιρειών των κρατών μελών είναι, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 1 της επίμαχης οδηγίας, το διακριτό της εταιρικής περιουσίας από εκείνη των μετόχων, καθώς και η αρχή ότι οι μέτοχοι δεν ευθύνονται για τα χρέη της ανώνυμης εταιρείας.
12. Επειδή, εν πάση περιπτώσει, δηλαδή και υπό την εκδοχή ότι τα ρυθμιστικά πεδία της πρώτης εταιρικής οδηγίας και της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 3 του Ν. 2328/1995 διασταυρώνονται, η τελευταία αυτή διάταξη δεν προσκρούει στο άρθρο 1 της εν λόγω οδηγίας. Τούτο δε διότι ο κοινοτικός νομοθέτης, με το άρθρο 1 της οδηγίας 68/151/ΕΟΚ του Συμβουλίου (όπως και με τις διατάξεις των λοιπών εταιρικών οδηγιών), δεν θεσπίζει ειδικές εταιρικές μορφές, όπως αυτή της ανώνυμης εταιρείας, αλλά περιορίζεται απλώς να καταγράψει τις ήδη υπάρχουσες εταιρικές μορφές στα κράτη μέλη, στις οποίες έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εν λόγω οδηγίας. Ακριβώς δε, για το λόγο αυτό, η πρώτη εταιρική οδηγία δεν δίνει τον ορισμό της ανώνυμης εταιρείας και, ως εκ τούτου, δεν υπάρχει δέσμευση των κρατών μελών, ως προς ορισμένα εννοιολογικά στοιχεία της ανώνυμης εταιρείας. Αντιθέτως, ορισμένες από τις διατάξεις των εταιρικών οδηγιών περιέχουν ορισμούς, οι οποίοι είναι, βεβαίως, δεσμευτικοί για τα κράτη μέλη, ως προς τις εταιρικές μορφές που καλύπτονται από τις εν λόγω οδηγίες και τις οποίες αφορούν (βλ. άρθρα 3 και 4 της τρίτης οδηγίας 78/855/ΕΟΚ, τα οποία δίνουν τους ορισμούς της συγχώνευσης με απορρόφηση και της συγχώνευσης με σύσταση νέας εταιρείας). Κατά συνέπεια, ο εθνικός νομοθέτης δεν κωλύεται από το κοινοτικό δίκαιο, είτε να εισαγάγει νέες εταιρικές μορφές, οι οποίες δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των εταιρικών οδηγιών (όπως είναι, όσον αφορά στο ελληνικό δίκαιο, η ναυτική εταιρεία του ν.δ. 959/1979), είτε να θεσπίσει (ειδικές) ανώνυμες εταιρείες, στις οποίες θα έχουν εφαρμογή διατάξεις, αποκλίνουσες από το κοινό δίκαιο των ανωνύμων εταιρειών, στο μέτρο, βεβαίως, που οι αποκλίνουσες αυτές ρυθμίσεις δεν προσκρούουν σε ειδικές διατάξεις των εταιρικών οδηγιών και του κοινοτικού, εν γένει, δικαίου, όπως συμβαίνει με την επίμαχη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 του Ν. 2328/1995. Αντιθέτως, ο εθνικός νομοθέτης δεν θα μπορούσε να προβλέψει για την εταιρική μορφή της «Ευρωπαϊκής Ανώνυμης Εταιρείας» (Societas Europea), ρυθμίσεις, οι οποίες θα ήταν αντίθετες προς αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του κοινοτικού κανονισμού 2157/2001, εφ’ όσον τέτοιες αποκλίσεις θα προσέκρουαν στον ίδιο τον ως άνω κανονισμό. Το γεγονός ότι η έλλειψη ευθύνης των μετόχων ανώνυμης εταιρείας, για τα χρέη του νομικού προσώπου, δεν κατοχυρώνεται στο κοινοτικό δίκαιο, συνάγεται και από το γεγονός ότι στις έννομες τάξεις πολλών κρατών μελών, (αν όχι όλων), έχει από δεκαετίες καθιερωθεί, κυρίως νομολογιακά, η αρχή της άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, η οποία οδηγεί, υπό προϋποθέσεις, σε ευθύνη μετόχου για τις υποχρεώσεις της ανώνυμης εταιρείας, χωρίς να τεθεί ζήτημα αντίθεσης της ως άνω αρχής προς το κοινοτικό δίκαιο (πρωτογενές ή παράγωγο), αλλά και να μην έχει τουλάχιστον, επιχειρηθεί εναρμόνιση, μέσω ειδικής εταιρικής κοινοτικής οδηγίας, των προϋποθέσεων μιας τέτοιας άρσης της αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητας. Είναι προφανές ότι, αν η έλλειψη ευθύνης του μετόχου ανώνυμης εταιρείας και ειδικώς ανώνυμης εταιρείας κατόχου άδειας ίδρυσης και λειτουργίας τηλεοπτικού σταθμού, για χρέη του νομικού προσώπου, αποτελούσε θεμελιώδη αρχή, κατοχυρούμενη από το κοινοτικό δίκαιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα είχε προσφύγει στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, βάσει του άρθρου 226 της Συνθήκης ΕΚ, κατά των κρατών μελών, στις έννομες τάξεις των οποίων ισχύει η αρχή της άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου. Τούτο δε ανεξαρτήτως ότι, σύμφωνα με όσα γίνονται δεκτά από την πλειοψηφήσασα γνώμη στη σκέψη 8, με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 του Ν. 2328/1995 δεν καθιερώνεται αλληλέγγυος ευθύνη των μετόχων της εταιρείας, που κατέχουν ποσοστό μετοχών μεγαλύτερο του 2,5% (όπως και των εκπροσώπων της και όλων των μελών του διοικητικού συμβουλίου της) για «χρέη» του νομικού προσώπου, αλλά προβλέπεται η επιβολή των διοικητικών προστίμων για παραβιάσεις της νομοθεσίας και των κανόνων λειτουργίας που διέπουν τη λειτουργία των τηλεοπτικών σταθμών τόσο κατά της εταιρείας, όσο και κατά των προαναφερομένων φυσικών προσώπων.
Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Δ. Μπριόλας, Χ. Ράμμος, Π. Κοτσώνης, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Νίκα, Δ. Γρατσίας και Α. Ντέμσιας, οι οποίοι υπεστήριξαν την εξής γνώμη: Στο άρθρο 1 της πρώτης κοινοτικής οδηγίας, της σχετικής με τις ανώνυμες εταιρείες ορίζεται ότι, κατά την έννοια του άρθρου 58 (ήδη 48) της Συνθήκης για την Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (δηλαδή για τις ανάγκες εναρμονίσεως των ρυθμίσεων των σχετικών με τις ανώνυμες εταιρείες στα επιμέρους κράτη μέλη), εταιρείες είναι οι «ανώνυμες εταιρείες» (άρθρο 1). Η χρήση του όρου αυτού να έγινε για να υποδηλωθεί, ότι ο εταιρικός αυτός τύπος υιοθετείται όχι μόνο ως απλός τίτλος, αλλά και ως προς ωρισμένα από τα κύρια και θεμελιώδη χαρακτηριστικά του, τα οποία τον συνθέτουν και χωρίς τα οποία δεν είναι καν νοητός. Τα κράτη μέλη δε, κατά την εκ μέρους τους θέσπιση του τρόπου λειτουργίας των ανωνύμων εταιρειών, οφείλουν να περιέχουν ρυθμίσεις, που καθιερώνουν ελάχιστο υποχρεωτικό περιεχόμενο και, κατά τούτο, οι ανώνυμες εταιρείες οφείλουν να διακρίνονται από ορισμένα αναλλοίωτα κοινά για όλα τα κράτη μέλη θεμελιώδη χαρακτηριστικά. Τα θεμελιώδη αυτά χαρακτηριστικά χωρίς τα οποία [ενόψει της ιστορικής εξελίξεως του εν λόγω θεσμού και του συγκεκριμένου περιεχομένου, το οποίο έχει προσλάβει σε πολλές από τις επιμέρους εθνικές έννομες τάξεις διαφόρων κρατών μελών (βλ. ως προς το ζήτημα τούτο αναλυτικά τα εκτιθέμενα στα πλαίσια της παράθεσης της γνώμης της μειοψηφίας ανωτέρω στην σκέψη 9)] δεν είναι καν νοητή η ανώνυμη εταιρεία, είναι πρωταρχικά α) η αυστηρή διάκριση μεταξύ της περιουσίας της εταιρείας και της ατομικής περιουσίας των μετόχων της και β) η έλλειψη προσωπικής ευθύνης των μετόχων για τα εταιρικά χρέη, δεδομένου ότι οι μέτοχοι ευθύνονται μόνο για την καταβολή της εταιρικής τους εισφοράς, που αντιστοιχεί στον λόγο της συμμετοχής τους στο συνολικό μετοχικό κεφάλαιο. Επομένως, η διάταξη του άρθρου 1 της πρώτης σχετικής με τις ανώνυμες εταιρείες κοινοτικής οδηγίας έχει την έννοια ότι υποχρεώνει όλα τα κράτη μέλη να οργανώνουν τις, στο έδαφός τους, λειτουργούσες ανώνυμες εταιρείες τουλάχιστον υπ’ αυτήν την μορφή, με βάση δηλαδή τουλάχιστον τα δύο αυτά χαρακτηριστικά. Υπό την αντίθετη εκδοχή, θα μπορούσαν στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης να δημιουργηθούν διάφοροι τύποι ανωνύμων εταιρειών, διαφέροντες ουσιωδώς μεταξύ τους, γεγονός το οποίο, όπως προκύπτει τόσο από τα άρθρα 54 (44) και 58 (48) της Συνθήκης, όσο και από τις κοινοτικές περί ανωνύμων εταιρειών οδηγίες, είναι πρόδηλο ότι δεν επιθυμούν ούτε οι συντάκτες της Συνθήκης, ούτε ο κοινοτικός κανονιστικός νομοθέτης. Εξ άλλου, όπως αναφέρεται στην σκέψη 25 της απόφασης του ΔΕΚ της 30.5.1991 Μαρίνα Καρέλλα και Νικόλαος Καρέλλας (C-19 και 20/1990), οι οδηγίες (περί ανωνύμων εταιρειών) έχουν ως στόχο την εξασφάλιση ελαχίστου κοινού επιπέδου προστασίας των μετόχων στο σύνολο των κρατών μελών. Αν όμως γινόταν δεκτή η άποψη με την χρήση του όρου «ανώνυμη εταιρεία» δεν επιβάλλεται ο εταιρικός αυτός τύπος με ελάχιστο κοινό περιεχόμενο θεμελιωδών χαρακτηριστικών που τον συνθέτουν, τότε τέτοια προστασία των συμφερόντων θα ήταν ψευδεπίγραφη, αφού σε ορισμένα κράτη μέλη θα είναι δυνατή η είσπραξη των χρεών ανώνυμης εταιρείας από την προσωπική περιουσίας των μετόχων, σε άλλα δε όχι. Συμπερασματικά, κατά την μειοψηφήσασα γνώμη, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 του ν. 2328/1995, με την οποία επιβάλλεται προσωπικούς στους μετόχους ανώνυμης τηλεοπτικής εταιρείας η καταβολή χρέους που βαρύνει την ίδια την εταιρεία, προσκρούει στην πρώτη κοινοτική οδηγία και, ειδικότερα, στο άρθρο 1 αυτής, στον βαθμό που στο άρθρο αυτό εμπεριέχεται ο όρος «ανώνυμη εταιρεία». Παρατηρείται ακόμη συμπληρωματικά ότι το διοικητικό πρόστιμο που επιβάλλεται στην εταιρεία (και το οποίο μπορεί να κληθούν να καταβάλουν οι μέτοχοι) είναι χρέος που βαρύνει την εταιρεία και το παθητικό της και το οποίο έχει προκύψει από την εκ μέρους της, παραβίαση της τηλεοπτικής δεοντολογίας. Τέλος, σε καμία έννομη τάξη κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν έχει γίνει αποδεκτή ούτε νομοθετικά, ούτε νομολογιακά, η άμβλυνση της αρχής ότι ο μέτοχος δεν ευθύνεται με την προσωπική του περιουσία για τα χρέη της ανώνυμης εταιρεία. Το μόνο το οποίο έχει γίνει νομολογιακά αποδεκτό (και το οποίο είναι τελείως διαφορετικό από το υπό κρίση ζήτημα) είναι ότι, σε περίπτωση πλήρους συγχύσεως της περιουσίας ανώνυμης εταιρείας και ενός μετόχου και όταν ο μέτοχος αυτός έχει διαχειρισθεί την ενιαία πλέον περιουσία κατά τρόπο αντίθετο προς την καλή πίστη, δια προσωπικών του πράξεων ή παραλείψεων, τότε δεν μπορεί πλέον αυτός να ισχυρισθεί, έναντι των δανειστών της εταιρείας, την αρχή της αυτοτελείας των δύο περιουσιών (προσωπικής και εταιρικής). (Πρβλ. απόφαση της 16.9.1985 του Γερμανικού Ακυρωτικού, Bundesgerichtshof 16.9.1985).
13. Επειδή, οι ερμηνείες, οι οποίες υιοθετήθηκαν από την πλειοψηφία του Δικαστηρίου στα δύο προαναφερθέντα ζητήματα (περί των οποίων διαλαμβάνουν οι δύο αμέσως προηγούμενες σκέψεις), σε σχέση με τα εξής κοινοτικού δικαίου ζητήματα α) αν τα ρυθμιστικά πεδία του άρθρου 1 της πρώτης κοινοτικής οδηγίας για τις ανώνυμες εταιρείες και του άρθρου 4 παρ. 3 του ν. 2328/1995 διασταυρώνονται και β) αν η τελευταία αυτή εθνική διάταξη νόμου είναι συμβατή με την ως άνω διάταξη της πρώτης κοινοτικής οδηγίας για τις ανώνυμες εταιρείες, δεν είναι ούτε προφανείς, ούτε απηλλαγμένες ευλόγων αμφιβολιών. Ενόψει τούτου (πρβλ. ΔΕΚ απόφαση της 6.10.1982, C-283/81, CILFIT), πρέπει να διατυπωθεί προς το ΔΕΚ, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 234 παρ. 3 του ενοποιημένου κειμένου της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, σχετικό προδικαστικό ερώτημα.
Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Ε. Γαλανού, Δ. Μαρινάκης, Σ. Χαραλάμπους, Μ. Καραμανώφ, Α. Χριστοφορίδου, Δ. Αλεξανδρής, Α. Καραμιχαλέλης, Α.-Γ. Βώρος, Γ. Ποταμιάς, Ι. Ζόμπολας, Φ. Ντζίμας και Β. Καλαντζή, οι οποίοι υποστήριξαν αντιθέτως ότι οι περί ων ο λόγος ερμηνείες είναι προφανείς και απηλλαγμένες πάσης ευλόγου αμφιβολίας και ότι, κατά συνέπεια, παρέλκει η διατύπωση σχετικού προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΚ.
14. Επειδή, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να αναβάλει την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της υποθέσεως και να διατυπώνει στο ΔΕΚ προδικαστικό ερώτημα με το εξής περιεχόμενο: Η οδηγία 68/151/ΕΟΚ, ορίζουσα στο άρθρο 1 αυτής ότι «τα μέτρα συντονισμού που καθορίζονται από την παρούσα οδηγία αφορούν τις νομοθετικές κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις των Κρατών μελών, που ισχύουν για τις εξής μορφές εταιρειών: …- για την Ελλάδα: ανώνυμη εταιρεία…», εμπεριέχει ρύθμιση, η οποία απαγορεύει την θέσπιση εθνικής διατάξεως, όπως εκείνης του άρθρου 4 παρ. 3 του ν. 2328/1995, κατά το μέρος που αυτή ορίζει ότι τα προβλεπόμενα στις προηγούμενες παραγράφους του άρθρου αυτού πρόστιμα για παραβιάσεις της νομοθεσίας και των κανόνων δεοντολογίας, που διέπουν τη λειτουργία των τηλεοπτικών σταθμών, επιβάλλονται από κοινού και εις ολόκληρον, όχι μόνο στην εταιρεία κάτοχο της άδειας ίδρυσης και λειτουργίας του τηλεοπτικού σταθμού, αλλά και σε όλους τους μετόχους που κατέχουν ποσοστό μετοχών μεγαλύτερο από δυόμισι τοις εκατό (2,5%);
Σημείωμα
Στην απόφαση εντυπωσιάζει βεβαίως η εκτενέστατη μειοψηφία, η οποία, μεταξύ πολλών άλλων επιχειρημάτων, κάνει χρήση και ενός επιχειρήματος συγκριτικού δικαίου, με την επίκληση αντίστοιχων διατάξεων και νομολογίας αλλοδαπών δικαίων.
Κατά πλειοψηφία, πάντως, κρίθηκε ότι, ενόψει της ιδιαίτερης συνταγματικής θέσης που επιφυλάσσεται στους τηλεοπτικούς σταθμούς, δεν αντίκειται στην οικονομική ελευθερία η διάταξη που προβλέπει ότι τα πρόστιμα για παράβαση της τηλεοπτικής νομοθεσίας και δεοντολογίας δεν επιβάλλονται μόνο στην εταιρία – κάτοχο άδειας τηλεοπτικού σταθμού, αλλά και, εις ολόκληρο, σε όλους τους μετόχους που κατέχουν ποσοστό άνω του 2,5%. Ομοίως κατά πλειοψηφία κρίθηκε ότι η ίδια διάταξη δεν αντίκειται ούτε στο παράγωγο ενωσιακό δίκαιο για τις ανώνυμες εταιρίες. Ενόψει, ωστόσο, της μειοψηφίας που διατυπώθηκε, το Δικαστήριο έκρινε ότι η κρατήσασα ερμηνεία δεν είναι προφανής (κατά την έννοια της θεωρίας της acte claire) και διατύπωσε προδικαστικό ερώτημα προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Επί του προδικαστικού ερωτήματος εκδόθηκε η απόφαση ΔΕΕ της 21.10.2010, C-81/09, Ίδρυμα Τύπου Α.Ε. κατά Υπουργού Τύπου και ΜΜΕ (βλ. το σχετικό σημείωμα επ’ αυτής).
Α.Κ.

Μπούρκα στα δικαιώματα

Λίνα Παπαδοπούλου, Επίκουρη Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ

Μπούρκα στα δικαιώματα

Οσο το Ισλάμ στην Ευρώπη εξαπλώνεται και μεγεθύνεται τόσο ερωτήματα που αφορούν τη μεταχείριση της θρησκευτικής, βιοθεωρητικής και αισθητικής ετερότητας θα αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη ένταση. Το παράδειγμα της απαγόρευσης ή μη της μπούρκας και του νικάμπ, της μαύρης φορεσιάς που καλύπτει σώμα και πρόσωπο αφήνοντας ελεύθερα μόνο τα μάτια, αναδεικνύει τα βασικά επιχειρήματα που κυριαρχούν στην όλη συζήτηση εκατέρωθεν.

Η έννοια του δικαιώματος, μια έννοια φτιαγμένη από τα υλικά του Διαφωτισμού και της δυτικής σκέψης, προσπαθεί απεγνωσμένα να προσαρμοστεί σε τελείως διαφορετικές φιλοσοφικές προσεγγίσεις. Είναι δικαίωμα των γυναικών να ντύνονται όπως επιθυμούν, λέει η άποψη κατά της απαγόρευσης. Οποιαδήποτε παρέμβαση του κράτους στην αυτονομία του ατόμου να ντύνεται και να παρουσιάζει ή να μην παρουσιάζει το πρόσωπό του συνιστά καταπάτηση της ελευθερίας του. Το κάθε επιχείρημα όμως είναι δίκοπο μαχαίρι. Η αυτονομία δεν είναι μόνον διαδικαστική, απαντούν οι επικριτές της ολόσωμης και ολοπρόσωπης κάλυψης, είναι κυρίως ουσιαστική. Η συγκεκριμένη ενδυματολογική επιλογή δεν αποτελεί προϊόν αυτονομίας, αλλά της καταπίεσης που οι γυναίκες -ασύγκριτα διεισδυτικότερα από τους άνδρες- υφίστανται από τη θρησκευτική κοινότητα στην οποία ανήκουν.
Αν οι γυναίκες αυτές είχαν πραγματικά ανατραφεί σε καθεστώς προσωπικής αυτονομίας, τότε και μόνο τότε οι επιλογές τους θα μπορούσαν να γίνουν δεκτές ως έκφανση προσωπικής αυτοδιάθεσης. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει. Αντιθέτως, η έμφυλη ανισότητα, η καταδίκη του γυναικείου σώματος ως μιαρού και ως πειρασμού που πρέπει να ακυρωθεί για να μην προκληθεί ο -πνευματικός κατά τ’ άλλα- άνδρας, ενσωματώνεται από τις ίδιες τις γυναίκες ως φυσική επιλογή και ως μονόδρομος. Και αυτή η φεμινιστική όμως προσέγγιση επιστρέφει με την αντίθετη όψη της: μήπως η απαγόρευση, αντί να βοηθήσει τις γυναίκες να απελευθερωθούν, τις ωθήσει βαθύτερα και ανεπίστρεπτα στα σκιερά δώματα του ιδιωτικού χώρου; Εξάλλου, μήπως τα προκλητικά δυτικά ρούχα, το μίνι, τα ψηλοτάκουνα, οι αισθητικές παρεμβάσεις, δεν αποσκοπούν και πάλι στον άνδρα εκ του αντιθέτου;
Δίκοπο μαχαίρι είναι όμως και το επιχείρημα της θρησκευτικής ελευθερίας. Σε μια πρώτη ανάγνωση η επιλογή ενδύματος βάσει των θρησκευτικών πεποιθήσεων αποτελεί έκφανση της ελευθερίας αυτής. Πόσο ελεύθερος όμως είναι ένας άνθρωπος όταν έχει κατηχηθεί και γαλουχηθεί με μια συγκεκριμένη θρησκεία από τη βρεφική του ηλικία χωρίς κανένα σχεδόν περιθώριο διαφυγής ή πάντως με δυσθεώρητο κόστος λόγω του ασφυκτικού ελέγχου της κοινότητας; Μένει ίσως αλώβητο το επιχείρημα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Το ολόσωμο και ολοπρόσωπο ένδυμα καταργεί το άτομο ως πρόσωπο, συνεχίζει ο λόγος υπέρ της απαγόρευσης. Αφαιρεί την ταυτότητα του (θηλυκού) ατόμου, τα διαφοροποιητικά και ταυτοποιητικά χαρακτηριστικά του. Και αυτό δεν αποτελεί μόνον διακινδύνευση της ασφάλειας, αλλά και ακύρωση της ίδιας της αξιοπρέπειας του ανθρώπου. Η πρόσληψη του τελευταίου ως προσώπου με ηθική αξία, και όχι ως ομογενοποιημένου μέλους μιας αγέλης, αποτελεί, ωστόσο, θεμελιώδη αρχή όλου του δυτικού πολιτισμού με βαθιά θεμέλια και μεγάλη ιστορική διαδρομή. Η άρνησή της θα σήμαινε οπισθοδρόμηση αιώνων.
To άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Έθνος» στις 3 Σεπτεμβρίου 2010.

Υπερασπίζοντας με εμμονή το Σύνταγμα

Προκόπης Παυλόπουλος, βουλευτής, καθηγητής του Δημόσιου Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Υπερασπίζοντας με εμμονή το Σύνταγμα

Μέσα στην πρωτόγνωρη δίνη που προκαλούν, τόσο στο κοινωνικό σύνολο όσο και στους θεσμούς, τα «καυδιανά δίκρανα» της τρόικας και, κυρίως, του ΔΝΤ, και απέναντι στη σημερινή «εκκωφαντική» σιωπή «πάλαι ποτέ διαλαμψάντων» υπερασπιστών –σε κάθε σημαντική και ασήμαντη ευκαιρία– του Συντάγματος καιρός είναι, νομίζω, να διευκρινίσουμε ορισμένες αυτονόητες έννοιες και θέσεις. Υπό διαφορετική εκδοχή ίσως στο άμεσο μέλλον τεθούν –αν δεν έχει ήδη δρομολογηθεί μια τέτοια τροχιά– εν αμφιβόλω σημαντικές πτυχές της ίδιας της εθνικής μας κυριαρχίας.

Κατά πρώτον, ας ξεκαθαρίσουμε τι είναι το Σύνταγμα και ποιο είναι το προς αυτό χρέος μας, αν θέλουμε να προασπίσουμε την κανονιστική του ισχύ και τις συνακόλουθες θεσμικές και πολιτικές δεσμεύσεις που απορρέουν για τον καθένα μας.
Δεν πιστεύω ότι υπάρχει κάποιος –ιδίως δε όποιος σέβεται στοιχειωδώς τόσο τη διδασκαλία όσο και την προσωπική στάση του αείμνηστου Αρ. Μάνεση, σε κρίσιμες μάλιστα συγκυρίες για τον τόπο– που ν’ αμφισβητεί ότι:
• Το Σύνταγμα, ως θεμελιώδης νόμος, υπερισχύει κάθε άλλου κανόνα δικαίου. Είτε αυτός εντάσσεται στο εσωτερικό δίκαιο είτε στους κανόνες του διεθνούς δικαίου, όπως αυτοί ενσωματώνονται κάθε φορά στην έννομη τάξη μας.
• Ως προς τον «σκεπτικισμό» που, ορισμένοι, εκφράζουν σε ό,τι αφορά τη σχέση μεταξύ Συντάγματος και ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου θα επαναλάβω, για πολλοστή φορά, τούτο: Είναι λάθος, όσο η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν έχει προχωρήσει στο σημείο εκείνο πολιτειακής οργάνωσης που θα της επέτρεπε να διαθέτει πραγματικό ενιαίο συνταγματικό θεμέλιο, να επιχειρούν μια τέτοια σύγκριση και να θέτουν εν αμφιβόλω την υπεροχή του Συντάγματος. Εχοντας, προς το παρόν, δύο παράλληλες έννομες τάξεις –εκείνη των κρατών – μελών και εκείνη της Ε.Ε.– με βάση την κοινή νομική λογική οφείλουμε να δεχθούμε πως η άποψη των κοινοτικών οργάνων, και ιδίως του ΔΕΚ, κατά την οποία θεμέλιο της κοινοτικής έννομης τάξης είναι το κοινοτικό δίκαιο, πρωτογενές και παράγωγο, είναι εντελώς ανεξάρτητη από την υποχρέωση που έχουν τα όργανα των κρατών – μελών –άρα και της Ελλάδας– να θέτουν ως αντίστοιχο θεμέλιο των επιμέρους έννομων τάξεων το Σύνταγμά τους.
Οιαδήποτε άλλη εκδοχή –ακόμη και με ρητή συνταγματική πρόβλεψη που, βεβαίως, δεν συντρέχει για το Σύνταγμά μας– με βάση επίσης την κοινή νομική λογική αγνοεί τη φύση του κανόνα δικαίου ως μέσου ρύθμισης της πολιτειακής οργάνωσης και των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων. Δηλαδή, σε τελική ανάλυση, αγνοεί την πεμπτουσία του Συντάγματος. Διότι αν υποθέσουμε π.χ., στο πλαίσιο της έννομης τάξης μας, ότι συντρέχει υπεροχή του κοινοτικού δικαίου έναντι του Συντάγματος, αυτό θα σήμαινε ότι μια τέτοια υπεροχή προβλέφθηκε, κατά κάποιον τρόπο, από το ίδιο το Σύνταγμα κατά τη στιγμή εισόδου της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, άλλοτε ΕΟΚ. Με τι είδους νομικό συλλογισμό όμως ένας κανόνας δικαίου –άρα και το Σύνταγμα– θα αναγνώριζε σε άλλον κανόνα δικαίου μεγαλύτερη κανονιστική ισχύ από εκείνη που ο ίδιος διαθέτει, ως θεσμικό προϊόν της εθνικής κυριαρχίας; Οι υποστηρικτές του αντιθέτου δεν γνωρίζουν ότι, σύμφωνα με τη νομική ιδιοσυστασία του κανόνα δικαίου, ισχύει και γι’ αυτόν, mutatis mutandis, η θεμελιώδης αρχή του ρωμαϊκού δικαίου «nemo plus juris ad allium transfere potest quam ipse habet»;
Αλλ’ ας αφήσουμε κατά μέρος το «επίμαχο» ζήτημα της υπεροχής ή μη του ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου έναντι του Συντάγματος. Και ας έρθουμε στην τρέχουσα πραγματικότητα που αφορά το Μνημόνιο και τις επιπτώσεις του, θεσμικές και πολιτικές.
Οπως προκύπτει απ’ αυτό τούτο το άρθρο πρώτο του ν. 3845/2010, το Μνημόνιο είναι ένας συνδυασμός συμφωνίας οικονομικής και χρηματοπιστωτικής πολιτικής και συμφωνίας συνεννόησης στις συγκεκριμένες προϋποθέσεις οικονομικής πολιτικής για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης. Αρα, ακόμη και με την πιο αυστηρή νομική αντιμετώπιση, πρόκειται για ένα σύμπλεγμα νόμων και διεθνών συμβάσεων, κυρίως «οικονομικής συνεργασίας και συμμετοχής σε διεθνείς οργανισμούς ή ενώσεις», κατά την έννοια του άρθρου 36 –ιδίως παρ. 2– του Συντάγματος.
Τόσο στη θεωρία όσο και στη νομολογία γίνεται, χωρίς την παραμικρή διαφοροποίηση, δεκτό ότι το Σύνταγμα υπερέχει και των κάθε μορφής διεθνών συμβάσεων. Με απλές λέξεις, και όταν ακόμη, διά νόμου, οι διεθνείς συμβάσεις έχουν ενσωματωθεί στην έννομη τάξη μας, όσοι από τους κανόνες τους δεν συμβαδίζουν προς το Σύνταγμα είναι ανίσχυροι και ανεφάρμοστοι. Κορυφαίος υποστηρικτής της άποψης αυτής υπήρξε ο Αρ. Μάνεσης.
Υπό τα δεδομένα αυτά οι κανόνες του Μνημονίου, αλλά και των επί μέρους νόμων, συμβάσεων και κανονιστικών πράξεων εφαρμογής του, που δεν συνάδουν προς το Σύνταγμα είναι επίσης ανίσχυροι και ανεφάρμοστοι.
Τα όσα προεκτέθηκαν αποτελούν για όλους μας –ιδίως δε για εκείνους που υπηρετούν το Συνταγματικό Δίκαιο– κοινό τόπο. Κατά συνέπεια για όλους μας, πολύ περισσότερο τούτες τις κρίσιμες ώρες για τη χώρα, ισχύει το άρθρο 120 παρ. 2 του Συντάγματος: «Ο σεβασμός στο Σύνταγμα και τους νόμους που συμφωνούν με αυτό και η αφοσίωση στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία αποτελούν θεμελιώδη υποχρέωση όλων των Ελλήνων».

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή στις 8 Αυγούστου του 2010.

Αξίωση για ιθαγένεια. Γιατί και πότε

Ανδρέας Τάκης, Γενικός Γραμματέας Μεταναστευτικής Πολιτικής, εκλεγμένος επίκουρος Καθηγητής Α.Π.Θ.

Αξίωση για ιθαγένεια. Γιατί και πότε

Το ποιοι είναι και ποιοι δεν είναι πολίτες μιας χώρας, όπως γίνεται σήμερα γενικότερα δεκτό, ιδίως στο διεθνές δίκαιο και την πολιτική θεωρία των διεθνών σχέσεων, είναι θέμα που ανήκει στον πυρήνα της κυριαρχίας του κάθε κράτους. Κι αυτό επειδή η απάντηση στο ερώτημα προσδιορίζει το ίδιο το πολιτικό υποκείμενο του κράτους, τον λαό (MichaelWalzer, SpheresofJustice, NewYork 1983, σ. 31 επ). Βασικό κριτήριο διάκρισης του πολίτη από τον αλλοδαπό θεωρείται, σχεδόν αυτονόητα, η γέννηση από κάποιον ή κάποιους που είναι πιστοποιημένα ήδη πολίτες. Τα κριτήρια της πολιτογράφησης για τον ίδιο λόγο, δηλαδή το ότι διαπλάθουν τον λαό, προσδιορίζονται κυριαρχικά από το ίδιο το κράτος και φυσικά αντικατοπτρίζουν τόσο την εικόνα που ο κάθε λαός έχει για τον εαυτό του όσο και τις εκτιμήσεις των κυβερνώντων για το ποιο είναι το δημόσιο συμφέρον.

Έτσι, κι εμείς ως Έλληνες συζητάμε σήμερα αν το να δώσουμε δικαίωμα ψήφου και ιθαγένειας στους αλλοδαπούς που «φιλοξενούμε», ή σε κάποιους έστω από αυτούς, είναι κάτι που πράγματι θέλουμε, μας συμφέρει ή μας αρέσει: ωφελιμιστικές επιχειρηματολογίες που επικαλούνται τα δεδομένα επιστημονικών ερευνών, οικονομικών, κοινωνικών, δημογραφικών κ.ο.κ. μπορεί να υποδεικνύουν τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Από την άλλη, οι πολλοί που αποδίδουν μεγάλη αξία σε μια κοινωνική συνοχή στηριγμένη στην υποτιθέμενη κοινότητα ή ομοιομορφία της καταγωγής ή της κουλτούρας των Ελλήνων, είναι μοιραίο να είναι πολύ διστακτικοί ή και αρνητικοί. Το θέμα όμως δεν είναι αν το δημόσιο συμφέρον ή η όποια μεταφυσική ουσία του γένους επιβάλλουν πρακτικά ή επιτρέπουν να κάνουμε τους αλλοδαπούς Έλληνες, αλλά το αν υπάρχουν λόγοι δεσμευτικοί, λόγοι δικαιοσύνης για τους οποίους πρέπει να το κάνουμε, ασχέτως συμφέροντος ή εθνοφοβικών ιδεοληψιών. Τέτοιοι λόγοι πιστεύω ότι υπάρχουν και απορρέουν όχι από κάποια υπερβατική ηθική, αλλά από το ίδιο το δημοκρατικό μας πολίτευμα και το Σύνταγμά του.
Έλληνες πολίτες και αλλοδαποί είμαστε άνθρωποι, και ως τέτοιοι έχουμε ατομικά δικαιώματα σεβασμού και προστασίας του προσώπου μας. Μόνον εμείς όμως, και όχι αυτοί, μπορούμε να ασκήσουμε νομικές εξουσίες που μας επιτρέπουν όχι απλώς να αμυνόμαστε απέναντι στην κρατική ή ιδιωτική ανομία αλλά να καθορίζουμε (έστω και κατ’ όνομα) ως συλλογικό υποκείμενο πολιτικής τις κοινές τύχες μας. Από την άλλη, το βασικότερο ίσως περιεχόμενο του πολιτικού αυτοκαθορισμού είναι ο από κοινού προσδιορισμός με τη μορφή του γενικού νόμου τού πότε, πώς και γιατί μπορεί το κράτος να επεμβαίνει στην προσωπική μας αυτονομία. Χωρίς πολιτική αυτονομία, η προσωπική ελευθερία φαίνεται απλώς παίγνιο στα χέρια ενός Λεβιάθαν για την καλή προαίρεση του οποίου μόνο να προσευχόμαστε μπορούμε.
Ωστόσο, από την ιδιότητα του πολίτη φαίνεται να απορρέει η υποχρέωση της συλλογικότητας να μεριμνά για την τύχη και να φροντίζει για την αποκατάσταση της ατυχίας του κάθε μέλους της στην ιδιαιτερότητά του μεν, αλλά επί ίσοις όροις. Πρόκειται για τα κοινωνικά δικαιώματα που συνθέτουν το θεσμικό καθεστώς που ονομάζεται κοινωνική ιθαγένεια (ο όρος ανήκει στον T. HMarshall, Citizenship and social class and other essays,Cambridge 1950). Χωρίς ορισμένα από αυτά, όπως το δικαίωμα επείγουσας ιατρικής φροντίδας, εύλογα όλα τα λοιπά δικαιώματα ατομικά ή πολιτικά ακούγονται ως απλό αστείο, γι’ αυτό και τα αναγνωρίζουμε και στο πρόσωπο των αλλοδαπών. Όμως, τα περισσότερα (προστασία οικογένειας, υγείας, αναπηρίας, κοινωνικής και οικονομικής αδυναμίας δωρεάν εκπαίδευση κ.ο.κ.) τα διασφαλίζουμε κατ’ αρχήν στο Σύνταγμα μόνον για τους ημεδαπούς. Όταν τα δίνουμε δε σε όσους αλλοδαπούς είναι εντάξει με τις δικές τους υποχρεώσεις απέναντί μας εδώ, το κάνουμε είτε στο πλαίσιο σαμαρειτισμού του νομοθέτη ή λόγω κοινωνικοασφαλιστικής ανταποδοτικότητας.
Αυτή η κάθετη θεσμική τομή στον πληθυσμό ανάμεσα σε Έλληνες και αλλοδαπούς έρχεται σε αντίθεση, φαινομενικά τουλάχιστον, με τη δημοκρατική αρχή της ισότητας. Γι’ αυτό και είναι αρκετοί που την αποστρέφονται για λόγους αρχής. Νομίζω ότι κάνουν λάθος: προτιμούν να σκέφτονται τον αλλοδαπό αποκλειστικά ως ανυπεράσπιστο φυγάδα και καθόλου ως τον ευκατάστατο δυτικό με μόνιμη κατοικία στη Μονεμβασιά ή τον μετοικήσαντα στη χώρα μας βογιάρο της νύχτας. Η ισότητα μεταξύ ανθρώπων δεν πλήττεται –θεωρητικά τουλάχιστον– από τη διάκριση που φέρεται να συνιστά σε βάρος εν γένει των αλλοδαπών το διαφορετικό, μειωμένης προστασίας, status τους. Μειωμένη φαντάζει από τη σκοπιά του τι δίνει σε αυτούς η χώρα που τους φιλοξενεί. Το υπολειπόμενο όμως της προστασίας τους το διασφαλίζει –ή, πάντως, θεωρητικά θα έπρεπε να το κάνει– η δική τους χώρα. Άρα, αυτό είναι το πολιτικό club που υπέχει απέναντί τους υποχρέωση ειδικού σεβασμού και μέριμνας. Η ιθαγένεια, ο δημόσιος δεσμός του πολίτη με τη χώρα του είναι η θεμελιωδέστερη εγγύηση ασφάλειας των όποιων δικαιωμάτων του. Γι’ αυτό και το να έχεις ιθαγένεια, να έχεις δηλαδή πολιτικά δικαιώματα σε κάποιο κράτος αναγνωρίζεται ολοένα και σαφέστερα ως θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου, για την ακρίβεια, ως ένα δικαίωμα δικαιωμάτων (ο όρος ανήκει στη HannahArendt, The Origins of Totalitarianism, NewYork 1985).
Βέβαια το τι είδους προστασία μπορεί να απολαμβάνει κανείς από τη χώρα του, όταν έχει μεταναστεύσει στο εξωτερικό, εξαρτάται από την ποιότητα και τις δυνατότητες της κρατικής της οργάνωσης. Πόσες χώρες όμως είναι σήμερα πραγματικά σε θέση να διεκπεραιώσουν πλήρως την υποχρέωση που απορρέει από τον δεσμό της ιθαγένειας; Αν εξαιρέσει κανείς τους τουρίστες και τους επιχειρηματίες, οι περισσότεροι αλλοδαποί σήμερα στη χώρα μας έχουν αποδημήσει επειδή, κατά τεκμήριο, οι χώρες τους, λόγω της οικονομικής ή/και πολιτικής τους κατάστασης, δεν μπορούν να τους προσφέρουν ευκαιρίες για προκοπή, ενδεχομένως δε, ούτε καν αυτές τις βασικές εγγυήσεις μέριμνας και ασφάλειας που θα τους επέτρεπαν να ζουν εκεί αξιοπρεπώς και χωρίς διαρκή κίνδυνο. Θα ήταν υποκριτικό να θεωρεί κανείς ότι όσοι προέρχονται από τέτοιες χώρες, οι κατ’ εξοχήν δηλαδή μετανάστες μας, τελούν ως πρόσωπα σε μια σχέση έστω και ελάχιστο ισότιμη με τους Έλληνες πολίτες, όταν oπολιτειακός παράγοντας που φέρει σε τελική ανάλυση την ευθύνη της μέριμνας υπέρ αυτών είναι ανίκανος ή αδιαφορεί. Ασχέτως όμως του λόγου που οδήγησε τον μετανάστη στη χώρα μας, αυτός την έχει ενδεχομένως καταστήσει πραγματική βάση και επίκεντρο των βιοτικών του σχεδίων και δραστηριοτήτων: έμαθε τη γλώσσα και τις ιδιοτροπίες των ντόπιων, πρόκοψε στη δουλειά, έκανε οικογένεια και φίλους, τηρεί τις υποχρεώσεις του απέναντι στο κράτος, με μια λέξη, για να χρησιμοποιήσω ένα όρο του συρμού τα τελευταία χρόνια, έχει «ενταχθεί».
Από τη σκοπιά αυτή, τα τυχόν κοινωνικά δικαιώματα δεν φαίνονται πια σαν ελεήμων παραχώρηση του κοινού νομοθέτη ή προϊόν ανταποδοτικότητας, αλλά σαν θεσμική κατοχύρωση του δυναμικού σου ρόλου στην κοινωνία όπου έχεις ενταχθεί και συμμετέχεις: είναι η κοινωνική σου ιθαγένεια. Ακόμη και αν διατηρείς την ιθαγένεια της χώρας καταγωγής σου και δεν έχεις ποτέ εγκαταλείψει τη σκέψη της επιστροφής, το να παίζεις τον νέο σου αυτό ρόλο για πολύ καιρό στερούμενος την πολιτική ιθαγένεια της χώρας όπου ζεις αρχίζει να γίνεται ιδιαίτερα προβληματικό. Μπορεί να σου αναγνωρίζονται πλήρως ατομικά δικαιώματα και να απολαμβάνεις τα περισσότερα ή και όλα τα διαθέσιμα και στους πολίτες της χώρας κοινωνικά δικαιώματα. Η προσωπική σου αυτονομία ωστόσο φαντάζει ανάπηρη και επισφαλής, γιατί η πολιτική σου αυτονομία έχει ονομαστική μόνον αξία: από τη μια τα πολιτικά σου δικαιώματα, αν έχεις, αφορούν τη ρύθμιση της καθημερινής ζωής μιας άλλης κοινωνίας χωρίς ουσιώδη επιρροή στη ζωή της κοινωνίας όπου πραγματικά ζεις, από την άλλη στερείσαι τη δυνατότητά να συμπροσδιορίζεις μαζί με τους λοιπούς παίκτες τους όρους του κοινωνικού παιχνιδιού στο οποίο πραγματικά συμμετέχεις και απ’ όπου αντλείς πραγματικά την κοινωνική σου επιβεβαίωση ως πρόσωπο (J. Rawls, A Theory of Justice, Harvard Mass. 1999, σ. 386-9). Όπως και στη περίπτωση του αλλοδαπού σημαιοφόρου στη σχολική παρέλαση –αλλά σε κλίμακα πλέον μακροσκοπική– αυτό που προσβάλλεται εν προκειμένω δεν είναι μόνον κάποια αφηρημένη ισότητα, αλλά η ίδια σου η υπόσταση ως πρόσωπο: ό,τι και να επιτύχεις, επίσημα θα είσαι πάντα κατώτερος.  
Το Σύνταγμά μας στο πιο γόνιμο ίσως άρθρο του έχει μια απροσδόκητη λεπτομέρεια. Δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην οικονομική, κοινωνική και, προσοχή, πολιτική ζωή της χώρας αναγνωρίζει το άρθρο 5 παρ. 1 όχι μόνον στους Έλληνες πολίτες αλλά στον καθένα εντός δικαιοδοσίας ελληνικού κράτους. Νομίζω ότι με, δεδομένο τον κεντρικό ρόλο της προσωπικής αυτονομίας στο δημοκρατικό μας πολίτευμα, το Σύνταγμά απαιτεί να επισφραγίζεται η συμμετοχή του οιουδήποτε στην οικονομική και κοινωνική ζωή, και στο μέτρο της έντασης της συμμετοχής αυτής, με την ικανότητά του να συμπροσδιορίζει πολιτικά και τους όρους της.
Το συμπέρασμα αυτό ανατρέπει εκ των πραγμάτων τη δυαδική σχέση στατικής αντίθεσης πολίτης/ξένος με την οποία έχουμε εθιστεί να αντιλαμβανόμαστε το πολιτικό ζήτημα της αλλοδαπότητας. Η σχέση αυτή προσλαμβάνει πλέον την προοπτική και τον δυναμισμό μιας πορείας που εκκινεί από την είσοδο του αλλοδαπού στη χώρα, παρακολουθεί την εντεινόμενη ένταξή του, υποστηρίζοντάς τη με κατάλληλα θεσμικά μέτρα και διευκολύνσεις, όπως οι θεσμοί της οικογενειακής συνένωσης και της άδειας του επί μακρόν διαμένοντος και αύριο η δημοτική ψήφος, για να καταλήξει σε αυτό που καταξιώνει το να ζεις σε μια δημοκρατία: τα πλήρη δικαιώματα του πολίτη.
Η θέση αυτή έχει δραστικές συνέπειες σε επίπεδο εθνικής νομοθεσίας. Αναιρεί δύο από τις βασικές θεσμικές επιλογές που διαπνέουν το ελληνικό δίκαιο της ιθαγένειας και καθηλώνουν τη χώρα μας σε ρόλο ουραγού των υπόλοιπων ευρωπαϊκών εννόμων τάξεων: την απόλυτη διακριτική ευχέρεια του Υπουργού Εσωτερικών να πολιτογραφεί ή μη κάποιον, χωρίς να δίνει καμιά αιτιολογία γι αυτό, και την εξαίρεση της διαδικασίας πολιτογράφησης από κάθε διοικητική προθεσμία.

Η αναγνώριση μιας αξίωσης για ιθαγένεια υπό τον όρο της πλήρους ένταξης του αλλοδαπού μέσα από τη μακροχρόνια και ομαλή συμβίωσή του μαζί μας τερματίζει την καθήλωση της ελληνικής έννομης τάξης στο παραδοσιακό δικαίου του αίματος, την αρχή δηλαδή ότι Έλληνας είσαι μόνον αν έχεις γεννηθεί από Έλληνα. Μαζί με αυτήν τερματίζει και την ομηρία της δημοκρατίας μας από τη θολή και επικίνδυνη μεταφυσική μια πολιτικής κοινότητας, που θεμελιώνεται στο «όμαιμον» και στην εθνικοθρησκευτική ιδιοπροσωπία του γένους.

Συμπόσιο Φλώρινας 2010

ΙΒ’ ΣΥΝΕΔΡΙΟ, ΦΛΩΡΙΝΑ-ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ, 21-23 ΜΑΪΟΥ 2010

Αλέξανδρος Σβώλος (1892-1956) Μεταξύ Συντάγματος και πολιτικής στον αιώνα των άκρων

«Υπόθεση Αγνής Ρουσοπούλου»: έμφυλες ιεραρχίες στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου – Άννα Ιασμη

Ο Αλ. Σβώλος και το Πανεπιστήμιο Αθηνών: μια περιπετειώδης σχέση – Ακρίτας Καϊδατζής

Η κυβέρνηση εθνικής ενότητας και η συμβολή του Α.Σβώλου, ως υπουργού των οικονομικών, στο πρόγραμμα οικονομικής αποκατάστασης – Παναγιώτης Μαντζούφας

Οι κατά Σβώλο διέξοδοι στην κρίση του κοινοβουλευτισμου – Γιώργος Καραβοκύρης

Η γαλλική επιρροή στο έργο του Σβώλου: η περίπτωση του Λεόν Ντυγκύ – Δημήτρης Τσαραπατσάνης

Ελευθερία συνένωσης και εθνικές μειονότητες

ΕΔΔΑ, απόφαση της 27.3.2008, Τουρκική Ένωση Ξάνθης και λοιποί κατά Ελλάδας

Ελευθερία συνένωσης και εθνικές μειονότητες

Σύνθεση: N. Vajic, Πρόεδρος, K. Hajiyev, D. Spielmann, S.Ε. Jebens, G. Malinverni, Γ. Νικολάου, Δικαστές, Π. Παραράς, Δικαστής ad hoc

Νομικοί παραστάτες: Ο. Χατζηαβράμ – Μ. Απέσσος (Σύμβουλος Ν.Σ.Κ.), Κ. Γεωργιάδης (Πάρεδρος Ν.Σ.Κ.), Ζ. Χατζηπαύλου (Δικαστική αντιπρόσωπος Ν.Σ.Κ.)

Α. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

[1-4]. Η διαδικασία ξεκίνησε μετά από την προσφυγή (no 26698/05) κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, του σωματείου «Τουρκική Ένωση Ξάνθης» (…), που ισχυρίστηκε ότι υπήρξε παραβίαση των άρθρων 6 § 1, 9, 10, 11 και 14 της Σύμβασης, λόγω της διάλυσής του με απόφαση των εθνικών δικαστηρίων, της διακριτικής μεταχείρισης του ως προς αυτή, της μεγάλης διάρκειας της δικαστικής διαδικασίας, και της ανισότητας στη διαδικασία αυτή.

Β. ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ

Ι. ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

[5-9]. Το προσφεύγον είναι ένα σωματείο με πολιτισμικούς και αθλητικούς σκοπούς, με έδρα την Ξάνθη. Ιδρύθηκε το 1927 με το όνομα «Στέγη της τουρκικής νεολαίας Ξάνθης» στην περιοχή της δυτικής Θράκης, από έλληνες πολίτες που ανήκουν στην μουσουλμανική μειονότητα. Οι στόχοι τους, όπως προκύπτουν από το καταστατικό, ήταν να διατηρήσουν και να προωθήσουν τον πολιτισμό των «Τούρκων της δυτικής Θράκης», να δημιουργήσουν δεσμούς φιλίας και αλληλεγγύης μεταξύ τους και να συνεισφέρουν στην προώθηση των πολιτισμικών, κοινωνικών και θρησκευτικών μεταρρυθμίσεων που επήλθαν στην Τουρκία, μετά την αλλαγή του καθεστώτος από τον Κεμάλ Ατατούρκ. Το σωματείο επίσης, δραστηριοποιήθηκε πολιτισμικά και αθλητικά. Το 1936, το Πρωτοδικείο Ξάνθης έκανε δεκτή την αίτηση του για την αλλαγή του ονόματός του σε «Τουρκική Ένωση Ξάνθης» (απόφαση αρ. 122/1936). Στις 2.12.1983, το ίδιο Πρωτοδικείο έκανε δεκτή την αίτηση του νομάρχη Ξάνθης (στις 29.11.1983) να απαγορευτεί στο σωματείο η χρήση του όρου «τουρκικός» σε κάθε έγγραφο και σφραγίδα του (απόφαση αρ. 561/1983).

[10-15]. Εξάλλου, στις 30.1.1984, ο νομάρχης Ξάνθης έκανε εκ νέου αίτηση στο Πρωτοδικείο Ξάνθης για τη διάλυση του σωματείου, διότι όσα όριζε το καταστατικό του αποτελούσαν προσβολή στη δημόσια τάξη. Στις 11.3.1986, η αίτηση έγινε δεκτή και διατάχθηκε η διάλυση του σωματείου, διότι το καταστατικό του αναφέρονταν στις πολιτισμικές, κοινωνικές και θρησκευτικές μεταρρυθμίσεις, που είχαν γίνει στην Τουρκία, μετά την αλλαγή του καθεστώτος που είχε ιδρύσει ο Ατατούρκ, χωρίς να εξηγεί ακριβώς τις αλλαγές αυτές, με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση το Εφετείο να εκτιμήσει, αν βρίσκονται σε συμφωνία με τις θεμελιακές αρχές της ελληνικής πολιτείας (απόφαση αρ. 36/1986). Στις 20.8.1986, το σωματείο άσκησε έφεση κατά της ως άνω απόφασης, και στις 18.2.1997 ζήτησε από το Εφετείο Θράκης τον ορισμό ακρόασης. Το Εφετείο, στις 19.3.1999, επιβεβαίωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνοντας ότι οι σκοποί που αναφέρονταν στο καταστατικό, και η χρήση του όρου «τουρκικός» αντιβαίνουν στη δημόσια τάξη (απόφαση αρ. 117/1999). Στις 15.6.1999, το σωματείο έκανε αίτηση αναίρεσης, και στις 8.12.2000, ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση για μη επαρκή αιτιολογία και επέστρεψε την υπόθεση στο Εφετείο Θράκης (απόφαση αρ. 1530/2000). Το Εφετείο, στις 25.1.2002, επιβεβαίωσε και πάλι την απόφαση του Πρωτοδικείου, κρίνοντας ότι οι σκοποί που αναφέρονταν στο καταστατικό, καθώς και οι δραστηριότητες του σωματείου δεν ήταν συμβατές με την εσωτερική δημόσια τάξη. Ειδικότερα, έκρινε ότι το σωματείο θεωρούσε τα μέλη του Τούρκους, και όχι «μουσουλμάνους με ελληνική υπηκοότητα», όπως είχε αναγνωριστεί με τη Συνθήκη της Λοζάννης, πολυμερής διεθνής συνθήκη που υπογράφηκε το 1923, από την Ελλάδα και την Τουρκία, μεταξύ άλλων. Επιπλέον, έκρινε, ότι το σωματείο στόχευε στο να διαδώσει στην Ελλάδα τουρκικά ιδανικά, όπως είχαν καθοριστεί από τον Κεμάλ Ατατούρκ κατά τη διάρκεια της διακήρυξης της Τουρκικής Δημοκρατίας. Κάνοντας αυτό, όμως, διέφερε από άλλα σωματεία, αναγνωρισμένα στην Ελλάδα, που τα μέλη τους ανήκουν σε εθνικές μειονότητες, επειδή αυτά στόχευαν μόνο, στο να διατηρήσουν τα πολιτισμικά τους έθιμα και παραδόσεις. Επίσης, κάποια μέλη του σωματείου, συμπεριλαμβανομένου του προέδρου του, παρουσίαζαν τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης ως μια «τουρκική μειονότητα, ιδιαίτερα καταπιεσμένη». Ειδικότερα, ο πρόεδρος του σωματείου είχε συμμετέχει σε ένα συνέδριο που διοργάνωσε η Επιτροπή του τουρκικού Κοινοβουλίου για τα δικαιώματα του ανθρώπου, καθώς και σε ένα διεθνές συνέδριο που διοργάνωσε η «Ομοσπονδία των Τούρκων της Δυτικής Θράκης», όπου είχε αποφασιστεί να ενημερωθεί η κοινή γνώμη για το γεγονός ότι η ελληνική διοίκηση καταπίεζε τα δικαιώματα των «Τούρκων της δυτικής Θράκης». Τέλος, το Εφετείο σημείωσε ότι σε ένα άρθρο του σωματείου στην τουρκική εφημερίδα «Hürriyet», γινόταν αναφορά στους «Τούρκους της δυτικής Θράκης» που υπερασπίζονται την ταυτότητά τους σε οποιαδήποτε περίπτωση. Το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, αν υποτεθεί ότι το σωματείο δεν στόχευε, με τον τίτλο του, να κάνει αναφορά στην καταγωγή των μελών του, τότε, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ένα διαφορετικό όρο, από τον όρο «τουρκικό σωματείο» (απόφαση αρ. 31/2002).

Στις 8.4.2002 το σωματείο έκανε αίτηση αναίρεσης (…), και στις 5.12.2003, το αρμόδιο τμήμα του Αρείου Πάγου παρέπεμψε την αίτηση στην Ολομέλεια, λόγω σπουδαιότητας (απόφαση αρ. 1549/2003). Η ολομέλεια, στις 7.2.2005, απέρριψε την αίτηση αναίρεσης, κρίνοντας ότι η απόφαση αρ. 31/2002 του Εφετείου Θράκης ήταν επαρκώς αιτιολογημένη, ότι οι σκοποί του σωματείου και οι δραστηριότητές του ήταν αντίθετοι στη δημόσια τάξη και ότι κατά συνέπεια ήταν απαραίτητη η διάλυσή του (απόφαση αρ. 4/2005).

II. ΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΙΣΧΥΟΝ ΔΙΚΑΙΟ

Α. Το Σύνταγμα

17. Το άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος ορίζει: «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου».

18. Το άρθρο 12 § 1 του Συντάγματος ορίζει: «Οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνιστούν ενώσεις και μη κερδοσκοπικά σωματεία, τηρώντας τους νόμους, που ποτέ όμως δεν μπορούν να εξαρτήσουν την άσκηση του δικαιώματος αυτού από προηγούμενη άδεια».

B. Ο Αστικός Κώδικας

19. Άρθρο 78 – Σωματείο «Ένωση προσώπων που επιδιώκει σκοπό μη κερδοσκοπικό αποκτά προσωπικότητα όταν εγγραφεί σε ειδικό δημόσιο βιβλίο (σωματείο) που τηρείται στο πρωτοδικείο της έδρας του. Για να συσταθεί σωματείο χρειάζονται είκοσι τουλάχιστον πρόσωπα». Άρθρο 79 – Αίτηση για την εγγραφή σωματείου «Για την εγγραφή του σωματείου στο βιβλίο οι ιδρυτές ή η διοίκησή του σωματείου υποβάλλουν αίτηση στο πρωτοδικείο. Στην αίτηση επισυνάπτεται η συστατική πράξη, τα ονόματα των μελών της διοίκησης και το καταστατικό με τις υπογραφές των μελών και με χρονολογία». Άρθρο 80 – Καταστατικό σωματείου «Το καταστατικό, για να είναι έγκυρο, πρέπει να καθορίζει: 1. το σκοπό, την επωνυμία και την έδρα του σωματείου 2. τους όρους της εισόδου, της αποχώρησης και της αποβολής των μελών, καθώς και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους (…)». Άρθρο 81 – Απόφαση για την εγγραφή του σωματείου «Αν συντρέχουν οι νόμιμοι όροι, το πρωτοδικείο δέχεται την αίτηση και διατάζει (…)». Άρθρο 105 – Διάλυση του σωματείου «Με απόφαση του πρωτοδικείου μπορεί να διαλυθεί το σωματείο, αν το ζητήσει η διοίκησή του ή το ένα πέμπτο των μελών του ή η εποπτεύουσα αρχή (…) 3) αν το σωματείο επιδιώκει σκοπό διαφορετικό από εκείνον που καθορίζει το καταστατικό ή αν ο σκοπός ή η λειτουργία του σωματείου έχουν καταστεί παράνομοι ή ανήθικοι ή αντίθετοι προς τη δημόσια τάξη».

Γ. Ο κώδικας πολιτικής δικονομίας

20. Άρθρο 106 «Το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και οι αιτήσεις που υποβάλουν (…)». Άρθρο 108 «Οι διαδικαστικές πράξεις ενεργούνται με πρωτοβουλία και επιμέλεια των διαδίκων (…)».

Γ. ΝΟΜΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

I. ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 § 1 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

21. Οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι η διάρκεια της διαδικασίας παραβιάζει την αρχή της εύλογης προθεσμίας. Επιπλέον, θεωρούν ότι παραβιάστηκε η ισότητα κατά την διαδικασία που οδήγησε στην απόφαση αρ. 561/1983 του Πρωτοδικείου Ξάνθης. Επικαλούνται το άρθρο 6 της Συνθήκης, το οποίο ορίζει σχετικά:

«Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια (…) και εντός λογικής προθεσμίας, από ένα δικαστήριο (…), που θα αποφασίσει (…) επί των αμφισβητήσεων των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών του αστικής φύσης (…)».

A. Επί της διάρκειας της διαδικασίας

22. Η κυβέρνηση θεωρεί ότι η συμπεριφορά των αιτούντων συνεισέφερε πολύ στην επιμήκυνση της διάρκειας της διαδικασίας, καθώς το σωματείο έκανε 11 χρόνια και 4 μήνες για να ζητήσει από το Εφετείο να ορίσει ακρόαση. Έτσι, καμιά καθυστέρηση δεν μπορεί να χρεωθεί στις δικαστικές αρχές, που μεταχειρίστηκαν την υπόθεση με επιμέλεια.

23. Οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι η ευθύνη της υπερβολικής διάρκειας της διαδικασίας βαρύνει την κυβέρνηση, και δικαιολογούν την καθυστέρησή τους να ζητήσουν τον ορισμό της ακρόασης έφεσης, στην έλλειψη οικονομικών πηγών.

1. Επί του παραδεκτού.

[…]

2. Επί της ουσίας

27. Ο εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας της διαδικασίας εκτιμάται, σύμφωνα με τις συγκεκριμένες καταστάσεις και σύμφωνα με τα κριτήρια που η νομολογία του Δικαστηρίου έχει διαμορφώσει. Ειδικότερα, σύμφωνα με την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, τη συμπεριφορά του αιτούντα και των αρμόδιων αρχών, καθώς και το διακύβευμα της υπόθεσης για τους ενδιαφερόμενους (βλ. Frydlender c. France [GC], no 30979/96, § 43, CEDH 2000-VII).

28. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι, όσον αφορά το σωματείο, η δικαστική διαδικασία ξεκίνησε στις 30.1.1984 στο Πρωτοδικείο Ξάνθης, και έληξε στις 7.2.2005, με την απόφαση αρ. 4/2005 του Αρείου Πάγου. Διήρκεσε λοιπόν περισσότερο από 20 έτη για τρεις βαθμούς δικαιοδοσίας. Φυσικά, λαμβάνεται υπόψη, ότι το σωματείο έκανε περισσότερο από 11 χρόνια για να ζητήσει από το Εφετείο να ορίσει ακρόαση, επομένως, οι εθνικές αρχές δεν μπορούν να είναι υπεύθυνες για την καθυστέρηση αυτή. Παρόλα αυτά, ακόμα και αν για την περίοδο αυτή ευθύνεται το σωματείο, η όλη διαδικασία για την οποία το κράτος είναι υπεύθυνο, κράτησε περίπου 10 χρόνια για τρεις βαθμούς δικαιοδοσίας. Για το Δικαστήριο, μια τέτοια καθυστέρηση δεν μπορεί να θεωρηθεί εύλογη, για μια διαδικασία που δεν παρουσιάζει κάποια ιδιαίτερη πολυπλοκότητα.

29. Επιπλέον, ακόμη και στην περίπτωση που, όπως στη συγκεκριμένη, η διαδικασία διέπεται από την αρχή της πρωτοβουλίας των διάδικων μερών, η έννοια της «εύλογης καθυστέρησης» απαιτεί από τα δικαστήρια να τηρούν ισότιμα την εξέλιξη της διαδικασίας, και να είναι πιο προσεκτικά αναφορικά με τα διαστήματα χρόνου ανάμεσα σε δύο δικαστικές ακροάσεις (βλ. Roïdakis c. Grèce, no 7629/05, § 18, 21.6.2007).

30. Λαμβάνοντας υπόψη τη νομολογία του στο συγκεκριμένο θέμα, το Δικαστήριο εκτιμά, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, η διάρκεια της διαδικασίας είναι υπερβολική και δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της «εύλογης καθυστέρησης». Για το λόγο αυτό, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.

B. Επί της ισότητας της διαδικασίας

[31-32]. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η διαδικασία για να απαγορευτεί στο σωματείο η χρήση του όρου «τουρκικός» σε κάθε έγγραφο και σφραγίδα του, διακρίνεται από τη διαδικασία που ξεκίνησε στις 30.1.1984, και η οποία έληξε με την απόφαση αρ. 4/2005 του Αρείου Πάγου. Η διαδικασία στη συγκεκριμένη περίπτωση έληξε στις 2.12.1983, με την απόφαση αρ. 561/1983, δηλαδή παραπάνω από 6 μήνες πριν τις 15 Ιουλίου 2005, ημερομηνία με την οποία εισήχθη η παρούσα αίτηση. Επομένως, το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 35 §§ 1, 4 της Σύμβασης.

II. ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 9, 10 ΚΑΙ 11 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

33. Οι αιτούντες θεωρούν ότι με τη διάλυση του σωματείου οι εθνικές αρχές προσέβαλαν τα δικαιώματά τους, υπό τα άρθρα 9, 10 και 11 της Συνθήκης, καθώς και υπό το άρθρο 27 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα.

34. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι μπορεί να εξετάσει μόνο αιτήσεις που αναφέρονται σε παραβίαση ενός από τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που κατοχυρώνει η ΕΣΔΑ και τα πρωτόκολλά της, και ότι δεν είναι αρμόδιο να εξετάσει τις αιτήσεις που είναι σχετικές με παραβιάσεις άλλων διεθνών κειμένων ή διατάξεων του εσωτερικού δικαίου.

35. Εξάλλου, θα εξετάσει την αίτηση, μόνο υπό το φως του άρθρου 11 που φαίνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση να είναι lex specialis σε σχέση με τα δικαιώματα που εγγυώνται τα άρθρα 9 και 10 της Σύμβασης. Σύμφωνα με το άρθρο 11:

«1. Καθένας έχει δικαίωμα στην ελευθερία της ειρηνικής συνάθροισης και στην ελευθερία της συνένωσης, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος να ιδρύει μαζί με άλλους συνδικαλιστές, και να γίνεται μέλος, σε συνδικάτα, για την υπεράσπιση των συμφερόντων του. 2. Η άσκηση των δικαιωμάτων του δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο άλλων περιορισμών εκτός αυτών που προβλέπονται από το νόμο και συνιστούν απαραίτητα μέτρα σε μια δημοκρατική κοινωνία για την εθνική και δημόσια ασφάλεια, την υπεράσπιση της τάξης και την πρόληψη του εγκλήματος, για την προστασία της υγείας ή της ηθικής, ή για την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των άλλων. Το παρόν άρθρο δεν απαγορεύει καθόλου νόμιμους περιορισμούς που επιβάλλονται στην άσκηση των δικαιωμάτων αυτών από τις ένοπλες δυνάμεις, την αστυνομία και ή την κρατική διοίκηση».

Α. Επί του παραδεκτού.

[…]

B. Επί της ουσίας

1. Οι θέσεις των μερών

41. Η κυβέρνηση τονίζει ότι η ελευθερία της συνένωσης δεν είναι απόλυτη. Επικαλούμενη τη Συνθήκη της Λοζάννης που αναγνωρίζει μόνο μια θρησκευτική μειονότητα, δηλαδή τους «μουσουλμάνους ελληνικής υπηκοότητας», και όχι μια εθνική μειονότητα στην ελληνική επικράτεια, βεβαιώνει ότι οι εθνικές αρχές είχαν δικαίωμα να προχωρήσουν στη διάλυση του σωματείου, διότι ο τίτλος του δημιουργούσε σύγχυση και αμφιβολία αναφορικά με την υπηκοότητα των μελών του. Η κυβέρνηση εκτιμά ότι το εφετείο, ορθά έκρινε ότι ο σκοπός και η λειτουργία του σωματείου ήταν αντίθετα στη δημόσια τάξη, από τη στιγμή που επιδίωκε να διαδώσει την ιδέα της ύπαρξης μιας τουρκικής μειονότητας στα πλαίσια του ελληνικού κράτους και να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα ενός τρίτου κράτους, της Τουρκίας. Για την κυβέρνηση, η αναφορά στο καταστατικό του σωματείου στον όρο «τουρκικός» δεν στοχεύει στο να θυμίσει την μακρινή καταγωγή των μελών του, αλλά να τους ταυτοποιήσει ως μέλη μιας τουρκικής μειονότητας στην Ελλάδα. Θεωρεί, επιπλέον, ότι το Εφετείο θεμελίωσε τις κρίσεις του σε πραγματικά γεγονότα, δηλαδή, στην δραστηριότητα συγκεκριμένων μελών του σωματείου, συμπεριλαμβανομένου του προέδρου του, που παρουσιάζει την μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης ως μια «τουρκική μειονότητα έντονα καταπιεσμένη». Σύμφωνα με την κυβέρνηση, τίποτε δεν απαγορεύει στους αιτούντες, ούτε σε άλλους έλληνες κατοίκους με μουσουλμανική θρησκεία, να δημιουργήσουν ένα σωματείο που να σέβεται τη νομιμότητα, και του οποίου ο τίτλος να μη δημιουργεί αμφιβολία για την ταυτότητα και στους σκοπούς των μελών του. Η κυβέρνηση καταλήγει ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τηρήθηκε η αρχή της αναλογικότητας, λαμβάνοντας υπόψη το περιθώριο εκτίμησης, που διαθέτουν τα ελληνικά δικαστήρια, εφόσον πρόκειται για ζητήματα που αφορούν τη δημόσια τάξη.

42. Οι αιτούντες, ισχυρίζονται καταρχήν, ότι η Συνθήκη της Λοζάννης δεν απαγορεύει στις μειονότητες να αυτοκαθοριστούν με το επίθετο «τουρκικός». Κατά δεύτερον, σημειώνουν ότι η αναφορά στο καταστατικό του πρώτου αιτούντα σωματείου στις «αρχές του Ατατούρκ» είναι στην πραγματικότητα, μια αναφορά στις αρχές του κοσμικού κράτους, της ισότητας των δύο φύλων και στα θεμέλια μια δημοκρατικής κοινωνίας. Τέλος, θεωρούν ότι τα μέλη της διοίκησης του σωματείου δεν διώχθηκαν ποτέ δικαστικά, λόγω δραστηριοτήτων δήθεν παράνομων, όπως βεβαιώνει η κυβέρνηση.

2. Η εκτίμηση του Δικαστηρίου

α) Γενικές αρχές

43. Το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι το δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 11 περιλαμβάνει το δικαίωμα ίδρυσης ενός σωματείου. Η δυνατότητα των πολιτών να συστήσουν ένα νομικό πρόσωπο, προκειμένου να δράσουν συλλογικά σε ένα τομέα δημοσίου συμφέροντος, συνιστά μια από τις πιο σημαντικές πλευρές του δικαιώματος στην ελευθερία της συνένωσης, που χωρίς αυτή, το δικαίωμα θα στερούνταν κάθε σημασίας. Αν και το Δικαστήριο έχει συχνά αναφέρει τον ουσιαστικό ρόλο που διαδραματίζουν τα πολιτικά κόμματα για τη διατήρηση του πλουραλισμού και της δημοκρατίας, οι ενώσεις που δημιουργούνται για άλλους σκοπούς, ειδικά για την προστασία της πολιτισμικής η πνευματικής κληρονομιάς, την επιδίωξη διαφορετικών κοινωνικών ή οικονομικών στόχων, την αναζήτηση μιας εθνικής ταυτότητας ή τη βεβαίωση μιας μειονοτικής συνείδησης είναι εξίσου σημαντικά για την καλή λειτουργία της δημοκρατίας (Gorzelik et autres c. Pologne [GC], no 44158/98, § 92, CEDH 2004‑I).

44. Ο τρόπος με τον οποίο η εθνική νομοθεσία κατοχυρώνει αυτή την ελευθερία και η πρακτική εφαρμογή της από τις αρχές, είναι, επομένως, ενδεικτικές του δημοκρατικού καθεστώτος στο συγκεκριμένο κράτος. Βεβαίως, τα κράτη διαθέτουν ένα περιθώριο εκτίμησης για τη συμβατότητα του σκοπού και των δραστηριοτήτων ενός σωματείου με τους κανόνες της νομοθεσίας, αλλά θα πρέπει να το ασκούν με τρόπο, που να είναι συμβατός με τις υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει υπό την ΕΣΔΑ και υπό την επιφύλαξη του ελέγχου του Δικαστηρίου.

45. Κατά συνέπεια, οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 11 θα πρέπει να ερμηνεύονται στενά, και μόνο πειστικοί και επιτακτικοί λόγοι μπορούν να δικαιολογήσουν τους περιορισμούς στην ελευθερία της συνένωσης. Για να κριθεί, σε μια τέτοια περίπτωση, η ύπαρξη αναγκαιότητας υπό την έννοια του άρθρου 11 παρ. 2, τα κράτη διαθέτουν ένα μειωμένο περιθώριο διακριτικής εκτίμησης, το οποίο περιορίζεται διπλά από έναν έντονο ευρωπαϊκό έλεγχο, τόσο στη νομοθεσία, όσο και στις αποφάσεις που την εφαρμόζουν, συμπεριλαμβανομένων αυτών που λαμβάνονται από ανεξάρτητα δικαστήρια (Gorzelik et autres c. Pologne, § 96).

46. Όταν ασκεί τον έλεγχο αυτό, το Δικαστήριο δεν έχει ως έργο να υποκατασταθεί στις αρμόδιες δικαιοδοτικές εθνικές αρχές, αλλά να βεβαιώσει, υπό την οπτική του άρθρου 11, ότι οι αποφάσεις έχουν ληφθεί, εντός του πλαισίου του περιθωρίου εκτίμησης. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι θα περιοριστεί στο να ερευνήσει μόνο, αν το κράτος έχει χρησιμοποιήσει αυτή την εξουσία εύλογα, με προσοχή, και καλή πίστη. Θα πρέπει να εξετάσει τη συγκεκριμένη επέμβαση, και με βάση όλη την υπόθεση, να καθορίσει, αν ήταν «ανάλογη στον επιδιωκόμενο νόμιμο σκοπό» και αν οι σκοποί που επιδίωκαν οι εθνικές αρχές για να τη δικαιολογήσουν, είναι σχετικοί και επαρκείς. Κάνοντας αυτό, το Δικαστήριο πρέπει να πειστεί ότι οι εθνικές αρχές εφάρμοσαν κανόνες συμβατούς με τις αρχές που κατοχυρώνονται στο άρθρο 11 και, στηρίχτηκαν, επιπλέον, σε μια αποδεκτή εκτίμηση των σχετικών γεγονότων (Sidiropoulos et autres c. Grèce, 10.8.1998, Recueil des arrêts et décisions 1998-IV, p. 1614, § 40, Bekir-Ousta et autres c. Grèce, no 35151/05, § 39, 11.10.2007).

β) Εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση των ως άνω αρχών

47. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν αμφισβητείται από τα μέρη, ότι η διάλυση του σωματείου συνιστά επέμβαση των αρχών στην άσκηση του δικαιώματος των αιτούντων στην ελευθερία της συνένωσης. Αυτή η επέμβαση «προβλέπεται στο νόμο», στο άρθρο 105 του Αστικού Κώδικα, που επιτρέπει στα δικαστήρια να διατάξουν τη διάλυση ενός σωματείου, αν κρίνουν ότι παραβιάζονται οι διατάξεις του καταστατικού του. Εξάλλου, το Δικαστήριο δέχεται, ότι η επίμαχη επέμβαση είχε νόμιμο σκοπό, υπό το φως του άρθρου 11 παρ. 2 της Συνθήκης, δηλαδή την προστασία της δημόσιας τάξης.

48. Επομένως, αυτό που μένει να εξεταστεί είναι αν η επίμαχη επέμβαση ήταν «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία» για την επίτευξη του επιδιωκόμενου νόμιμου σκοπού. Το Δικαστήριο θυμίζει στο σημείο αυτό, ότι το επίθετο «αναγκαίο» υπονοεί μια «επιτακτική κοινωνική ανάγκη» (Gorzelik et autres c. Pologne, précité, § 95). Όταν το Δικαστήριο εξετάζει την αναγκαιότητα μιας επέμβασης στην ελευθερία της συνένωσης, όπως είναι η διάλυση μιας πολιτικής οργάνωσης (Parti socialiste de Turquie (STP) et autres c. Turquie, no 26482/95, 12.11. 2003) ή η άρνηση της εγγραφής ενός σωματείου (Organisation macédonienne unie Ilinden et autres c. Bulgarie, no 59491/00, 19.1. 2006), αναζητά αν το πρόγραμμα ή το καταστατικό των οργανώσεων περιέχει σκοπούς αντίθετους στη δημόσια τάξη (Parti socialiste de Turquie (STP) et autres c. Turquie, no 26482/95, 12.11.2003, § 41 et Organisation macédonienne unie Ilinden et autres c. Bulgarie, précité, §§ 70-74). Επιπλέον, θα συγκρίνει το περιεχόμενο του συγκεκριμένου προγράμματος ή του καταστατικού με τις πράξεις και τις θέσεις των αιτούντων. Πράγματι, το Δικαστήριο δεν αποκλείει ότι ένα πολιτικό κόμμα ή ένα σωματείο μπορεί, υπό την κάλυψη των σκοπών που αναφέρει στο καταστατικό, να επιδοθεί σε δραστηριότητες που δεν συμβαδίζουν με αυτούς (Parti communiste unifié de Turquie et autres c. Turquie, 30.1.1998, Recueil 1998‑I, p. 27, § 58 et Sidiropoulos et autres c. Grèce, § 46).

49. Το Δικαστήριο, επιπλέον, σημειώνει το δραστικό χαρακτήρα του περιοριστικού μέτρου στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή τη διάλυση του σωματείου. Για το λόγο αυτό, θα ασκήσει έναν έντονο έλεγχο στην αναγκαιότητα αυτού του περιορισμού, προκειμένου να καθορίσει, αν οι δικαστικές εθνικές αρχές εφάρμοσαν κανόνες συμβατούς με τις αρχές που κατοχυρώνονται από το άρθρο 11 της Συνθήκης, θεμελιώνοντας την κρίση τους σε μια αποδεκτή εκτίμηση των σχετικών γεγονότων (Stankov et Organisation macédonienne unie Ilinden c. Bulgarie, nos 29221/95 et 29225/95, § 87, CEDH 2001‑IX).

50. Αναφορικά με τους στόχους του σωματείου, όπως προκύπτουν από το καταστατικό του, το Δικαστήριο σημειώνει ότι τα εσωτερικά δικαστήρια έλαβαν υπόψη, ότι η αναφορά του όρου «τουρκικός» στον τίτλο και στο καταστατικό του, καθώς και η αναφορά στα ιδανικά του Κεμάλ Ατατούρκ, αντιβαίνουν στη δημόσια τάξη. Ειδικότερα, το Εφετείο έκρινε ότι το σωματείο θεωρούσε τα μέλη του ως Τούρκους και όχι ως «μουσουλμάνους ελληνικής υπηκοότητας», όπως αναγνωρίζει η Συνθήκη της Λοζάννης.

51. Το Δικαστήριο θεωρεί, ότι δεν ανήκει στην αρμοδιότητά του να εκτιμήσει το βάρος που αποδίδει το κράτος στα ερωτήματα σχετικά με τη μουσουλμανική μειονότητα στη Δυτική Θράκη. Δεν θεωρεί, καθόλου, ωστόσο, ότι μόνο ο τίτλος και η χρήση του όρου «τουρκικός» στο καταστατικό του σωματείου αρκούσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για να καταλήξει στην επικινδυνότητα του σωματείου για τη δημόσια τάξη. Έτσι, τα εθνικά δικαστήρια δεν τοποθέτησαν τη χρήση των όρων αυτών στο πλαίσιό τους, όπως αυτό προκύπτει από το ίδιο το καταστατικό του σωματείου. Πράγματι, οι σκοποί του σωματείου στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως αναφέρονται στο καταστατικό, συνίστανται στο να προωθήσουν και να αναπτύξουν τον πολιτισμό των «Τούρκων της δυτικής Θράκης» και να δημιουργήσουν δεσμούς φιλίας και αλληλεγγύης μεταξύ τους. Για να επιτύχει το στόχο αυτό, το σωματείο επιδίδεται σε πολιτισμικές και αθλητικές δραστηριότητες. Κατά συνέπεια, προκύπτει από το καταστατικό του, ότι επιδίωκε ειρηνικούς σκοπούς με στόχο να ενδυναμώσει τους πολιτισμικούς δεσμούς ανάμεσα στα μέλη μιας μειονότητας. Το Δικαστήριο, έχει ήδη δεχτεί πως η εδαφική ακεραιότητα, η εθνική ασφάλεια και η δημόσια τάξη δεν μπορούν να απειληθούν από τη λειτουργία ενός σωματείου, του οποίου ο σκοπός είναι να προωθήσει τον πολιτισμό μιας περιοχής, ακόμα και αν υποτεθεί ότι στοχεύει εν μέρει να προωθήσει τον πολιτισμό μιας μειονότητας. Η ύπαρξη των μειονοτήτων και των διαφορετικών πολιτισμών σε μια χώρα συνιστούν ένα ιστορικό γεγονός που μια δημοκρατική κοινωνία θα έπρεπε όχι μόνο να ανέχεται, αλλά και να προστατεύει και να υποστηρίζει, σύμφωνα με τις αρχές του διεθνούς δικαίου (Sidiropoulos et autres c. Grèce, p. 1615, § 41).

52. Επιπλέον, το Δικαστήριο, δεν μπορεί παρά να λάβει υπόψη του ότι το σωματείο είχε συσταθεί το 1927 υπό τον τίτλο «Στέγη της τουρκικής νεολαίας Ξάνθης» και ότι στη συνέχεια το 1936 το Πρωτοδικείο Ξάνθης ικανοποίησε το αίτημά του να αλλάξει το όνομά του σε «Τουρκική Ένωση Ξάνθης». Σημειώνει, δε, ότι εκείνη τη χρονική περίοδο τα εθνικά δικαστήρια δεν θεώρησαν ότι υπήρχε κάποιο στοιχείο, που να προκύπτει είτε από τον τίτλο, είτε από το καταστατικό του, που θα μπορούσε να διασαλεύσει τη δημόσια τάξη. Επιπλέον, το σωματείο κατά τη διάρκεια μισού αιώνα σχεδόν, επιδίωξε τις δραστηριότητές του χωρίς κανένα εμπόδιο, μέχρι τη δικαστική διάλυσή του το 1983, ενώ, είναι σημαντικό ότι σε όλη τη διάρκεια της ύπαρξής του, σε τίποτα δεν διαφάνηκε, ότι το καταστατικό του, υπέκρυπτε διαφορετικούς σκοπούς και προθέσεις από εκείνες που διακήρυττε δημόσια.

53. Πράγματι, το Δικαστήριο εκτιμά ότι, ακόμη κι αν υποτεθεί, ότι ο πραγματικός και μοναδικός σκοπός του σωματείου ήταν να προωθήσει την ιδέα ότι υπάρχει στην Ελλάδα μια εθνική μειονότητα, αυτό δεν θα μπορούσε καθαυτό να συνιστά απειλή για μια δημοκρατική κοινωνία. Αυτό, δε, είναι ακόμη πιο αληθές, όταν τίποτα στο καταστατικό του δεν έδειχνε ότι τα μέλη του προωθούσαν την προσφυγή στη βία ή σε αντιδημοκρατικά ή αντισυνταγματικά μέσα.

54. Πρέπει λοιπόν να εξεταστεί, αν το σωματείο επιδίδονταν σε δραστηριότητες ικανές να προσβάλουν τη δημόσια τάξη, την εδαφική ακεραιότητα, ή να θέσουν σε κίνδυνο τις δημοκρατικές αξίες. Το Δικαστήριο σημειώνει, ότι το Εφετείο Θράκης εκτίμησε ως σχετικά στοιχεία τη συμμετοχή του προέδρου του σωματείου σε συνέδρια οργανωμένα από τις τουρκικές αρχές και από την «Ομοσπονδία των Τούρκων της δυτικής Θράκης» και τη δημοσίευση ενός άρθρου σε μια τουρκική εφημερίδα που έκανε αναφορά στους «Τούρκους της δυτικής Θράκης», για να καταλήξει, ότι το σωματείο παρουσίαζε τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης ως μια «τουρκική μειονότητα πολύ έντονα καταπιεσμένη».

55. Το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι, από τα στοιχεία αυτά μπορεί να συναχθεί, ότι το σωματείο επιδίδονταν σε δραστηριότητες ικανές να επαληθεύσουν, πως το πρόγραμμά του υπέκρυπτε διαφορετικές προθέσεις και στόχους από εκείνους που διακήρυττε δημόσια. Αντίθετα, οι δραστηριότητες στις οποίες αναφέρεται το Εφετείο Θράκης επιβεβαιώνουν μόνο το γεγονός ότι το σωματείο επικαλούνταν μια μειονοτική συνείδηση, γεγονός που δεν μπορεί καθαυτό να δικαιολογήσει μια επέμβαση στην άσκηση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει το άρθρο 11 (Stankov et Organisation macédonienne unie Ilinden c. Bulgarie, précité, § 89). Θα πρέπει στο σημείο αυτό να υπενθυμιστεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, μια τέτοια επέμβαση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, ακόμα και στην περίπτωση που μια ομάδα ανθρώπων επιδιώκει την αυτονομία ή απαιτεί τον απόσπαση μιας εδαφικής περιοχής από μια χώρα (Stankov et Organisation macédonienne unie Ilinden c. Bulgarie, § 97).

56. Επιπλέον, δεν προκύπτει από το φάκελο, ότι ο πρόεδρος ή τα μέλη του σωματείου επικαλέστηκαν ποτέ την προσφυγή στη βία ή την εξέγερση, ή προέβησαν σε άλλη μορφή απόρριψης των δημοκρατικών αρχών, κάτι που θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη (Parti de la liberté et de la démocratie (ÖZDEP) c. Turquie [GC], n 23885/94, § 40, CEDH 1999‑VIII). Το να έχει ως στόχο, ένα σωματείο, να συζητά δημόσια, για το είδος της ταυτότητας ενός μέρους του πληθυσμού σε ένα κράτος, όπως προκύπτει από τις δραστηριότητες του προέδρου του σωματείου, δεν αρκεί για να επιβληθεί ένας περιορισμός τόσο δραστικός, όπως η διάλυσή του. Το δικαίωμα να εκφράζει κανείς τις απόψεις του μέσω της ελευθερίας της συνένωσης (Stankov et Organisation macédonienne unie Ilinden c. Bulgarie, précité, § 97) και η έννοια της προσωπικής αυτονομίας (Evans c. Royaume-Uni [GC], no 6339/05, § 71, CEDH 2007‑…, Pretty c. Royaume-Uni, no 2346/02, § 61, CEDH 2002‑III) υπονοούν το δικαίωμα καθενός να εκφράζει, στο πλαίσιο της νομιμότητας, τις πεποιθήσεις του για την εθνική του ταυτότητα. Όσο σοκαριστικές και απαράδεκτες μπορούν να φαίνονται κάποιες απόψεις ή κάποιοι όροι που χρησιμοποιούνται, στα μάτια των αρχών, η διάδοσή τους δεν μπορεί αυτόματα να αναλύεται σε μια απειλή για τη δημόσια τάξη και για την εδαφική ακεραιότητα μιας χώρας, καθώς, πράγματι, η ουσία της δημοκρατίας βρίσκεται στην ικανότητά της να επιλύει τα προβλήματα σε ένα ανοιχτό διάλογο. Σε μια δημοκρατική κοινωνία, η οποία θεμελιώνεται στην υπεροχή του δικαίου, οι πολιτικές ιδέες που αμφισβητούν την κατεστημένη τάξη και των οποίων η πραγματοποίηση υποστηρίζεται με ειρηνικά μέσα, θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εκφραστούν μέσω της άσκησης της ελευθερίας της συνένωσης (Stankov et Organisation macédonienne unie Ilinden c. Bulgarie, précité, § 97). Αυτό προτάσσουν οι εγγενείς αξίες σε ένα δημοκρατικό σύστημα, όπως ο πλουραλισμός, η ανοχή και η κοινωνική συνοχή (Ouranio Toxo et autres c. Grèce, no 74989/01, § 42, CEDH 2005‑X).

57. Στο φως όλων όσων προηγήθηκαν, το Δικαστήριο καταλήγει ότι οι εθνικές αρχές ξεπέρασαν το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας που είχαν, και ότι η διάλυση του πρώτου σωματείου δεν ήταν αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία. Επομένως, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 11 της Σύμβασης.

ΙII. Επί της παραβίασης του άρθρου 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 11

58. Οι αιτούντες παραπονιούνται ότι η διάλυση του σωματείου, λόγω της χρήσης του όρου «τούρκος», συνιστά δυσμενή διάκριση σε σχέση με άλλα σωματεία που αναγνωρίζονται από τις εθνικές αρχές και των οποίων τα μέλη ανήκουν σε μια εθνική μειονότητα. Επικαλούνται το άρθρο 14 της Σύμβασης, που ορίζει ότι:

«Η απόλαυση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στη Σύμβαση θα πρέπει να διασφαλίζεται, χωρίς καμία διάκριση, ιδίως λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής καταγωγής, λόγω της ένταξης σε μια εθνική μειονότητα, περιουσίας, γέννησης ή οποιασδήποτε άλλης κατάστασης».

[…]

61. Η κυβέρνηση σημειώνει ότι οι αρμόδιες αρχές προχώρησαν στη διάλυση του σωματείου, βασιζόμενες όχι στην εθνική καταγωγή των μελών του, αλλά λόγω του τίτλου και του καταστατικού του, που υπονοούν την ύπαρξη μια τουρκικής μειονότητας στην ελληνική επικράτεια, κάτι που θεώρησαν αντίθετο στη Συνθήκη της Λοζάννης και στη δημόσια τάξη.

62. Οι αιτούντες βεβαιώνουν ότι άλλα σωματεία, που ιδρύονται από πρόσωπα που ανήκουν σε άλλες μειονότητες, όπως «Το σωματείο των Ελλήνων γυναικών» ή σωματεία που ιδρύονται από Ρομ ή Πομάκους, γίνονται ανεκτά από τις δημόσιες αρχές.

63. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι αυτό το παράπονο σχετίζεται με τα ίδια γεγονότα που εξετάστηκαν υπό το άρθρο 11 της Σύμβασης (Sidiropoulos et autres c. Grèce, précité, p. 1619, § 52), και δεδομένου του συμπεράσματός του, στο πεδίο του άρθρου αυτού (παρ. 56), εκτιμά ότι δεν υπάρχει λόγος να εξετάσει ξεχωριστά το παράπονο αυτό.

IV. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41

[…]

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο, ομόφωνα:

Κρίνει ότι παραβιάστηκαν τα άρθρα 6 παρ. 1, και 11 της ΕΣΔΑ, και ότι δεν υπάρχει λόγος να εξετάσει χωριστά την παραβίαση του άρθρου 11 σε συνδυασμό με το άρθρο 14. Τέλος, κρίνει ότι το κράτος πρέπει να αποδώσει (…) στο σωματείο το ποσό των 8.000 EUR για ηθική αποζημίωση (…).

Μετανάστες και δικαίωμα ψήφου

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Επίκουρος καθηγητής στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο

Μετανάστες και δικαίωμα ψήφου

Τα πολιτικά δικαιώματα είναι ιστορικά προσδιορισμένα δικαιώματα. Ορισμένα κοινότοπα παραδείγματα μπορούν να τεκμηριώσουν εύκολα αυτήν την «ιστορικότητά» τους, δηλαδή την εξελιξιμότητά τους. Ας υπενθυμίσουμε, λοιπόν, ότι τον 19ο αιώνα, στα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη, η ψήφος δεν ήταν καθολική αλλά περιορισμένη. H Ελλάδα, στην οποία η καθολική ψήφος καθιερώθηκε με το Σύνταγμα του 1864, αποτελούσε τότε μία εξαίρεση. Επίσης, ότι σε μια πρώτη φάση η καθολική ψήφος δεν ίσχυε για τις γυναίκες –στην Ελλάδα μέχρι το 1952. Τέλος, ότι επί μακρόν ίσχυε το υποχρεωτικό της ψήφου, η παράβαση του οποίου συνεπαγόταν συγκεκριμένες κυρώσεις. Σήμερα, το υποχρεωτικό της ψήφου έχει σχεδόν παντού καταργηθεί ή ατονήσει και στην Ελλάδα, όπου εξακολουθεί να ισχύει, αποτελεί πλέον έναν κανόνα χωρίς νομική κύρωση.

Κάτω από αυτό το πρίσμα θα πρέπει να ειδωθεί και η παροχή δικαιώματος ψήφου στους μετανάστες, δηλαδή ως εξέλιξη των πολιτικών δικαιωμάτων, που ανταποκρίνεται στα νέα δεδομένα των σύγχρονων κοινωνιών, και όχι ως αλλοίωση αυτών των δικαιωμάτων, όπως θέλουν να την παρουσιάσουν οι πολέμιοί της. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την εμπειρία άλλων δημοκρατικών χωρών, όπως η Ισπανία, το Βέλγιο, η Ολλανδία, η Δανία, η Σουηδία, η Νορβηγία, οι οποίες έχουν ήδη αναγνωρίσει το δικαίωμα ψήφου των μεταναστών στις αυτοδιοικητικές εκλογές. Φυσικά, μια τέτοια ρύθμιση δεν αρκεί να είναι ιστορικά αναγκαία, αλλά θα πρέπει να εναρμονίζεται με το ισχύον εκάστοτε εθνικό Σύνταγμα, αφού κατά την παρούσα ιστορική φάση η αναγνώριση αυτού του δικαιώματος είναι ζήτημα εθνικού συνταγματικού δικαίου και όχι κοινοτικού ή διεθνούς δικαίου.

Όσον αφορά το ισχύον ελληνικό Σύνταγμα, η παροχή δικαιώματος ψήφου στους μετανάστες στις βουλευτικές εκλογές φαίνεται να αποκλείεται ρητά από το άρθρο 51 παρ. 3 του Συντάγματος, το οποίο προϋποθέτει τη σύνδεση του δικαιώματος της ψήφου με την ελληνική ιθαγένεια. Αυτό το εμπόδιο δεν μπορεί να παρακαμφθεί χωρίς αναθεώρηση του Συντάγματος. H συνταγματική διάταξη που αναφέρεται στις αυτοδιοικητικές εκλογές (άρθρο 102 παρ. 2 του Συντάγματος) κάνει λόγο μόνο για εκλογή των αρχών των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης «με καθολική και μυστική ψηφοφορία».
Άρα, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται να αφήνει περιθώρια για την παροχή του δικαιώματος της ψήφου και στους μετανάστες, εάν αυτό κριθεί σκόπιμο από τον κοινό νομοθέτη. Ωστόσο, το «γραμματικό επιχείρημα» δεν είναι το μόνο, ούτε το πιο κρίσιμο. Θα πρέπει να ληφθεί περαιτέρω υπόψη ότι στην Ελλάδα οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι προεχόντως όργανα δημόσιας διοίκησης, δηλαδή δεν συγκαθορίζουν την πολιτική κατεύθυνση της χώρας. Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί το επιχείρημα ότι η χορήγηση του δικαιώματος ψήφου στους μετανάστες επηρεάζει τη διαμόρφωση της γενικής πολιτικής της χώρας, κάτι το οποίο θα δημιουργούσε πράγματι συνταγματικό πρόβλημα με βάση το ισχύον Σύνταγμα. Από αυτήν την άποψη η αναγνώριση του δικαιώματος ψήφου των μεταναστών στις δημοτικές εκλογές, την οποία προανήγγειλε ο υπουργός Εσωτερικών, δεν συναντά συνταγματικά εμπόδια. H ειδικότερη ρύθμιση αυτού του δικαιώματος και οι προϋποθέσεις άσκησής του είναι ζήτημα δημοκρατικής διαβούλευσης, στην οποία έχουν λόγο και οι κοινότητες των μεταναστών.

* Επίκουρος καθηγητής στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Έθνος», 30.12.2009.

Τίθεται ζήτημα συνταγματικότητας

Νέδα Κανελλοπούλου, Επίκουρη καθηγήτρια Συγκριτικού Δημοσίου Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Τίθεται ζήτημα συνταγματικότητας

Το σχέδιο νόμου της κυβέρνησης για την πολιτική συμμετοχή των μεταναστών έχει δύο σκέλη. Κι ενώ η συζήτηση έχει επικεντρωθεί στο πρώτο σκέλος, το δεύτερο είναι που γεννά προφανή ζητήματα αντισυνταγματικότητας. Και τα γεννά επειδή στην αναθεώρηση του 2008 δεν αναθεωρήθηκε τελικά, αν και προτάθηκε για αναθεώρηση, το άρθρο 102 παρ. 2. Το πρώτο σκέλος ρυθμίζει υπό ποίες προϋποθέσεις μπορούν οι μετανάστες να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια. Το δεύτερο θεσπίζει για ορισμένες κατηγορίες μεταναστών το δικαίωμα του εκλέγειν στις εκλογές της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης και του εκλέγεσθαι στη θέση δημοτικού συμβούλου, συμβούλου δημοτικού διαμερίσματος ή τοπικού συμβούλου χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη κτήση της ελληνικής ιθαγένειας. Πού βρίσκεται λοιπόν το πρόβλημα; Στο άρθρο 4 παρ. 4 το Σύνταγμα ρητά προβλέπει πως «μόνο Έλληνες πολίτες είναι δεκτοί σε όλες τις δημόσιες λειτουργίες, εκτός από τις εξαιρέσεις που εισάγονται με ειδικούς νόμους».

Δημόσια λειτουργία ενυπάρχει σε κάθε θέση που συνεπάγεται συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας. Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού ασκούν δημόσια εξουσία. Έτσι, τα δικαιώματα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι στην πρωτοβάθμια τοπική αυτοδιοίκηση αποτελούν αναμφισβήτητα συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας λειτουργίας. Επιφυλάσσονται επομένως από το Σύνταγμα μόνο στους Έλληνες πολίτες. Αυτό ισχύει όχι μόνο για το δικαίωμα του εκλέγεσθαι αλλά και για το δικαίωμα του εκλέγειν, που έχει αναμφισβήτητα θεσμική λειτουργικά διάσταση. Βέβαια, το ίδιο άρθρο επιτρέπει την εισαγωγή εξαιρέσεων με «ειδικό» νόμο. Τι σημαίνει όμως αυτό;

Πρώτον, σημαίνει πως για να είναι «ειδικός» ο νόμος, πρέπει η κατηγορία των προσώπων στα οποία αναφέρεται η εξαίρεση να μην είναι ούτε γενική ούτε ευρεία. Πληροί την προϋπόθεση αυτή το νομοσχέδιο; Ασφαλώς όχι.

Δεύτερον, σημαίνει πως ακόμα και όταν προβλέπεται ειδικός νόμος, αυτός πρέπει να είναι συνταγματικά θεμιτός. Πρέπει δηλαδή να μην αντιβαίνει και γενικότερα στο Σύνταγμα. Εδώ λοιπόν προκύπτει κι ένα ακόμη πρόβλημα. Το Σύνταγμα ρητά επιφυλάσσει μόνο στους Έλληνες πολίτες τα δικαιώματα που κατοχυρώνουν την πολιτική συμμετοχή, με κεντρικό παράδειγμα το άρθρο 29 για το δικαίωμα ίδρυσης και συμμετοχής σε πολιτικό κόμμα, χωρίς το οποίο δεν νοείται συμμετοχή σε εκλογές ούτε σε τοπικό επίπεδο.

Και ναι μεν το Σύνταγμα επιτρέπει ερμηνευτικά την επεκτατική εφαρμογή και στους αλλοδαπούς των δικαιωμάτων που θεσπίζει ρητά για τους Έλληνες στο άρθρο 5 παρ. 2 σύμφωνα με το οποίο «όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας…», το άρθρο όμως αυτό αφορά τα ατομικά δικαιώματα (π.χ. το άσυλο κατοικίας…) και όχι τα δικαιώματα πολιτικής συμμετοχής.

Στο πλαίσιο αυτό λοιπόν, υπάρχει αναμφίβολα ζήτημα κατά πόσον το νομοσχέδιο είναι σύμφωνο με το Σύνταγμα. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι στην προηγούμενη αναθεώρηση η ψήφος των μεταναστών στην πρωτοβάθμια αυτοδιοίκηση είχε προταθεί να εισαχθεί με ρητή συνταγματική διάταξη και από τα δύο μεγάλα κόμματα.

* Επίκουρη καθηγήτρια Συγκριτικού Δημοσίου Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα της Κυριακής», 24.1.2010