
Η ατυχής νομοθετική τροποποίηση της διαδικασίας επιλογής των Προεδρείων των Ανωτάτων Δικαστηρίων



Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή», Κυριακή 25.7.2010
[…]
2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, ζητείται, η ακύρωση της με αριθμ. 10542/24.2.2006 κοινής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ 285 Β΄/2006), με την οποία έγινε η κατανομή της τακτικής χρηματοδότησης και οικονομικής ενίσχυσης για ερευνητικούς και επιμορφωτικούς σκοπούς στα πολιτικά κόμματα, για το έτος 2006, βάσει των διατάξεων του Ν. 3023/2002. Η ακύρωση ζητείται κατά το μέρος που η απόφαση δεν περιέλαβε μεταξύ των δικαιούχων κομμάτων το αιτούν Κόμμα Φιλελευθέρων.
3. Επειδή, το αιτούν κόμμα έχει την ικανότητα να είναι διάδικος και νομιμοποιείται για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως (ΣτΕ 993/1989 Ολομ.). Εξάλλου, η αίτηση ασκείται με έννομο συμφέρον, εφόσον επιδιώκεται η ακύρωση πράξης δυσμενούς για το κόμμα και εν γένει παραδεκτώς (ΣτΕ 1862/1985 Ολομ., 993/1989 Ολομ.).
4. Επειδή, ο Ν. 3023/2002 “Χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων από το κράτος …” (ΦΕΚ 146), κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του οποίου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση, ορίζει στα άρθρα του 1 έως 4 (όπως ισχύουν) που περιλαμβάνονται στο πρώτο κεφάλαιο με τίτλο “ΚΡΑΤΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ”, μεταξύ άλλων, και τα εξής: “Άρθρο 1. Διακρίσεις και ύψος κρατικής χρηματοδότησης. 1. Τα πολιτικά κόμματα χρηματοδοτούνται από το Κράτος, προκειμένου να αντιμετωπίζουν μέρος των λειτουργικών και των εκλογικών δαπανών τους. 2. Η κρατική χρηματοδότηση διακρίνεται σε τακτική και εκλογική. 3. Η τακτική χρηματοδότηση καταβάλλεται κατ’ έτος και ανέρχεται σε ποσοστό ένα κόμμα μηδέν δύο τοις χιλίοις (1,02‰) των τακτικών εσόδων του Κρατικού Προϋπολογισμού του αντίστοιχου οικονομικού έτους. 4.α. Η εκλογική χρηματοδότηση καταβάλλεται κάθε φορά που διεξάγονται γενικές βουλευτικές εκλογές ή εκλογές για την ανάδειξη των Ελλήνων αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και ανέρχεται σε ποσοστό έως μηδέν κόμμα είκοσι δύο τοις χιλίοις (0,22‰) των τακτικών εσόδων του Κρατικού Προϋπολογισμού του οικονομικού έτους κατά τη διάρκεια του οποίου διεξάγονται οι εκλογές … β. Το ποσοστό της χορηγούμενης κάθε φορά εκλογικής χρηματοδότησης καθορίζεται ύστερα από γνώμη της Διακομματικής Επιτροπής, με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης … 5. … 6. … Άρθρο 2. Δικαιούχοι. 1. Τακτική χρηματοδότηση δικαιούνται: α. Τα πολιτικά κόμματα και οι συνασπισμοί, που εκπροσωπούνται στη Βουλή με βουλευτές εκλεγμένους στις γενικές βουλευτικές εκλογές από τους συνδυασμούς του ίδιου κόμματος ή συνασπισμού. β. Τα πολιτικά κόμματα και οι συνασπισμοί, από τους συνδυασμούς των οποίων έχουν εκλεγεί αντιπρόσωποι στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. γ. Τα πολιτικά κόμματα και οι συνασπισμοί, τα οποία στις τελευταίες γενικές βουλευτικές εκλογές είχαν καταρτίσει πλήρεις συνδυασμούς, τουλάχιστον, στο εβδομήντα τοις εκατό (70%) των εκλογικών περιφερειών της χώρας και συγκεντρώσει αριθμό ψήφων, τουλάχιστον, ίσο με το ένα κόμμα πέντε τοις εκατό (1,5%) του συνόλου των έγκυρων ψηφοδελτίων της επικράτειας. Η τακτική χρηματοδότηση χορηγείται για τη χρονική περίοδο από το επόμενο έτος εκείνου, κατά το οποίο έλαβαν χώρα οι γενικές βουλευτικές εκλογές, προκειμένου για τα υπό στοιχεία α΄ και γ΄ κόμματα και συνασπισμούς ή οι εκλογές για την ανάδειξη των Ελλήνων αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, προκειμένου για τα υπό στοιχείο β΄ κόμματα και συνασπισμούς, έως και το έτος διεξαγωγής των επόμενων αντίστοιχων εκλογών. 2. Εκλογική χρηματοδότηση δικαιούνται: α. Τα πολιτικά κόμματα και οι συνασπισμοί, που εκπροσωπούνται στη Βουλή με βουλευτές εκλεγμένους στις γενικές βουλευτικές εκλογές από τους συνδυασμούς του ίδιου κόμματος ή συνασπισμού. Για τη χρηματοδότηση λόγω συμμετοχής σε γενικές βουλευτικές εκλογές, η προϋπόθεση αυτή απαιτείται να συνέτρεχε κατά τη βουλευτική περίοδο που έληξε. β. Τα πολιτικά κόμματα και οι συνασπισμοί, από τους συνδυασμούς των οποίων έχουν εκλεγεί αντιπρόσωποι στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Για τη χρηματοδότηση λόγω συμμετοχής σε εκλογές για την ανάδειξη των Ελλήνων αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η προϋπόθεση αυτή απαιτείται να συνέτρεχε κατά την περίοδο που έληξε. γ. Τα πολιτικά κόμματα και οι συνασπισμοί κομμάτων, τα οποία έχουν καταρτίσει πλήρεις συνδυασμούς, τουλάχιστον, στο εβδομήντα τοις εκατό (70%) των εκλογικών περιφερειών της χώρας και συγκεντρώσει αριθμό ψήφων, τουλάχιστον, ίσο με το ένα κόμμα πέντε τοις εκατό (1,5%) του συνόλου των έγκυρων ψηφοδελτίων της επικράτειας στις γενικές βουλευτικές εκλογές τις οποίες αφορά η χρηματοδότηση. Για τη χρηματοδότηση λόγω συμμετοχής σε εκλογές για την ανάδειξη των Ελλήνων αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο απαιτείται το κόμμα ή ο συνασπισμός να έχει συγκεντρώσει αριθμό ψήφων, τουλάχιστον, ίσο με το ένα κόμμα πέντε τοις εκατό (1,5%) του συνόλου των έγκυρων ψηφοδελτίων της επικράτειας στις εκλογές αυτές. Άρθρο 3. Κατανομή. 1. Το συνολικό ποσό της τακτικής χρηματοδότησης κατανέμεται στα δικαιούχα πολιτικά κόμματα και συνασπισμούς ως εξής: α. Ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%) καταβάλλεται στα κόμματα και τους συνασπισμούς που εμπίπτουν στην περίπτωση α΄ της παρ. 1 του άρθρου 2 και κατανέμεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 3 του παρόντος άρθρου. β. Ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) καταβάλλεται, ισόποσα, στα κόμματα και τους συνασπισμούς που εμπίπτουν στην περίπτωση β΄ της παρ. 1 του άρθρου 2. Στην κατανομή του ποσοστού αυτού μετέχουν τα κόμματα και οι συνασπισμοί που εμπίπτουν στην περίπτωση α΄ της παρούσας παραγράφου. γ. Ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) χορηγείται ισόποσα στα κόμματα και τους συνασπισμούς, που εμπίπτουν στην περίπτωση γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 2. Στην κατανομή του ποσοστού αυτού μετέχουν τα κόμματα και οι συνασπισμοί που εμπίπτουν και στις περιπτώσεις α΄ και β΄ της παρούσας παραγράφου. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, που εκδίδεται το πρώτο τρίμηνο κάθε έτους και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα κόμματα και οι συνασπισμοί που εμπίπτουν σε καθεμία από τις παραπάνω κατηγορίες και το ποσό τακτικής χρηματοδότησης που καταβάλλεται σε αυτά. 2. Το συνολικό ποσό της εκλογικής χρηματοδότησης κατανέμεται στα δικαιούχα πολιτικά κόμματα και συνασπισμούς ως εξής: α. … β. … 3. … 4. … Άρθρο 4. Οικονομική ενίσχυση για ερευνητικούς και επιμορφωτικούς σκοπούς. 1. Τα πολιτικά κόμματα και οι συνασπισμοί που δικαιούνται κρατική χρηματοδότηση, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 2, λαμβάνουν ετήσια οικονομική ενίσχυση από το Κράτος για την ίδρυση και λειτουργία κέντρων ερευνών και μελετών, καθώς και τη διοργάνωση προγραμμάτων επιμόρφωσης των στελεχών τους. … 2. … 3. Με την απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 3, καθορίζονται τα κόμματα και οι συνασπισμοί που δικαιούνται την παραπάνω ενίσχυση, καθώς και τα αντίστοιχα ποσά. 4. …”.
5. Επειδή, το άρθρο 29 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως ίσχυε πριν από την αναθεώρηση του έτους 2001, όριζε τα εξής: “1. Έλληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, που η οργάνωση και η δράση τους οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος … 2. Νόμος μπορεί να ορίζει την οικονομική ενίσχυση των κομμάτων από το Κράτος και τη δημοσιότητα των εκλογικών δαπανών των κομμάτων και των υποψηφίων βουλευτών.”. Ερμηνεύοντας την ανωτέρω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 29 του Συντάγματος, το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει παγίως δεχθεί ότι τόσο από τη διάταξη αυτή, που προβλέπει την κρατική οικονομική ενίσχυση των κομμάτων, όσο και από την αρχή της ισότητας και ειδικότερα την αρχή της ίσης μεταχείρισης των πολιτικών κομμάτων και της παροχής σ’ αυτά ίσων ευκαιριών, η οποία αποτελεί θεμελιώδη κανόνα του δημοκρατικού πολιτεύματος, απορρέει δε και από την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου 29, προκύπτει ότι η οικονομική ενίσχυση πρέπει να παρέχεται από το Κράτος σε όλα, κατ’ αρχήν, τα κόμματα που προβλέπει η ανωτέρω διάταξη της παραγρ. 1 του άρθρου 29 και οι νόμοι που τελούν σε αρμονία προς αυτήν. Δεν αποκλείουν όμως οι συνταγματικές αυτές διατάξεις την θέσπιση από το νόμο προϋποθέσεων για την παροχή της κρατικής οικονομικής ενίσχυσης, εφ’ όσον οι προϋποθέσεις αυτές στηρίζονται σε κριτήρια αντικειμενικά και πρόσφορα για την εξυπηρέτηση του επιδιωκόμενου σκοπού, ο οποίος συνάπτεται με την ύπαρξη κομμάτων που αντιπροσωπεύουν εν ενεργεία πολιτικές δυνάμεις, των οποίων η παρουσία στην πολιτική σκηνή είναι έκδηλη (ΣτΕ 993/1989 Ολομ., 1862/1985 Ολομ., 1116/1990 7μ., 2285/1994). Εν όψει δε της έννοιας αυτής του Συντάγματος, το Δικαστήριο έκρινε συνταγματικές τις διατάξεις των Ν. 1443/1984 και 1599/1986, 1731/1987 και 1775/1988, σύμφωνα με τις οποίες, προκειμένου να περιληφθεί ένα πολιτικό κόμμα μεταξύ των δικαιούχων κρατικής οικονομικής ενίσχυσης, πρέπει να συγκεντρώνει ορισμένες προϋποθέσεις, οι οποίες συνάπτονται είτε με την κατάρτιση εκλογικών συνδυασμών κατά τις γενικές βουλευτικές εκλογές στα δύο τρίτα (2/3) των εκλογικών περιφερειών της Χώρας και σωρευτικώς τη λήψη αριθμού ψήφων ίσου τουλάχιστον με το τρία τοις εκατό (3%), αν πρόκειται για αυτοτελές κόμμα ή με το πέντε τοις εκατό (5%), αν πρόκειται για συνασπισμό δύο κομμάτων ή έξι τοις εκατό (6%), αν πρόκειται για συνασπισμό τριών ή περισσοτέρων κομμάτων, του συνόλου των έγκυρων ψηφοδελτίων είτε με την εκπροσώπησή του στη Βουλή, έστω και με έναν βουλευτή. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι οι ανωτέρω ρυθμίσεις δεν προσκρούουν στο άρθρο 29 παρ. 2 του Συντάγματος, ούτε στην αρχή της ίσης μεταχείρισης των κομμάτων, με τη σκέψη ότι οι θεσπιζόμενες με αυτές προϋποθέσεις στηρίζονται σε κριτήρια αντικειμενικά και πρόσφορα για την εξυπηρέτηση του επιδιωκόμενου σκοπού, ο οποίος συνάπτεται με την ύπαρξη κομμάτων που εκπροσωπούν εν ενεργεία πολιτικές δυνάμεις, των οποίων η παρουσία στην πολιτική σκηνή είναι έκδηλη. Συνεπώς, επιτρεπτώς, κατά το Σύνταγμα, αποκλείονται από την κρατική οικονομική ενίσχυση κόμματα, τα οποία αποτελούν εκλογικούς σχηματισμούς χωρίς πολιτική υπόσταση και δεν αντιπροσωπεύουν πολιτικές δυνάμεις με ενεργό πολιτική παρουσία, όπως αποδεικνύεται από τους περιορισμένους τοπικά εκλογικούς τους συνδυασμούς ή από την μη υπολογίσιμη απήχησή τους στο εκλογικό σώμα ή από τη μη εκπροσώπησή τους στη Βουλή (ΣτΕ 1862/1985 Ολομ., 993/1989 Ολομ., 1116/1990 7μ.). Την πάγια αυτή νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επιβεβαίωσε και το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (ΑΕΔ), το οποίο έκρινε σύμφωνες με το Σύνταγμα τις, ταυτόσημες, κατά περιεχόμενο, με εκείνες των κρίσιμων, εν προκειμένω, διατάξεων του άρθρου 2 του Ν. 3023/2002, ρυθμίσεις του άρθρου 2 του Ν. 2429/1996, κατά τις οποίες κρατική οικονομική ενίσχυση (τακτική και εκλογική) δικαιούνται τα πολιτικά κόμματα και συνασπισμοί, τα οποία είτε εκπροσωπούνται στη Βουλή, είτε από τους συνδυασμούς των οποίων έχουν εκλεγεί αντιπρόσωποι στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και είτε είχαν καταρτίσει πλήρεις συνδυασμούς τουλάχιστον στο εβδομήντα τοις εκατό (70%) των εκλογικών περιφερειών της Χώρας και συγκεντρώσει αριθμό ψήφων τουλάχιστον ίσο με το ένα κόμμα πέντε τοις εκατό (1,5%) του συνόλου των εγκύρων ψηφοδελτίων όλης της Επικράτειας στις γενικές βουλευτικές εκλογές ή έχουν συγκεντρώσει αριθμό ψήφων τουλάχιστον ίσο με το ένα κόμμα πέντε (1,5%) του συνόλου των έγκυρων ψηφοδελτίων όλης της επικράτειας στις εκλογές για την ανάδειξη αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, προκειμένου για την χρηματοδότηση λόγω συμμετοχής τους στις εν λόγω εκλογές (ΑΕΔ 35 και 34/1999, 74/1997).
6. Επειδή, κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, η παρ. 2 του άρθρου 29 του Συντάγματος τροποποιήθηκε ως εξής : «2. Τα κόμματα έχουν δικαίωμα στην οικονομική τους ενίσχυση από το Κράτος για τις εκλογικές και λειτουργικές τους δαπάνες, όπως νόμος ορίζει…». Με τη νέα αυτή διάταξη, όπως προκύπτει από τη γραμματική της διατύπωση καθώς και από τα Πρακτικά συζητήσεων της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής, (Πρακτικά Βουλής, Συνεδρίαση ΡΚΑ`, 21.2.2001, απόγευμα, σελ. 437-438) ο αναθεωρητικός νομοθέτης απέβλεψε, σε σχέση με την αναθεωρηθείσα διάταξη, όσον αφορά την οικονομική ενίσχυση των κομμάτων, μόνον στην συνταγματική αναγνώριση του δικαιώματος των πολιτικών κομμάτων στην οικονομικής τους ενίσχυση από το Κράτος για τις εκλογικές και τις λειτουργικές τους δαπάνες. Η κρατική οικονομική ενίσχυση των πολιτικών κομμάτων, η οποία, σύμφωνα με την αναθεωρηθείσα διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 29 του Συντάγματος, ανήκε στην ευχέρεια του κοινού νομοθέτη, πλέον με τη νέα διάταξη συνιστά, κατ’ αρχήν, δικαίωμα των κομμάτων και αντιστοίχως υποχρέωση του νομοθέτη, ο οποίος ρητώς πάντως εξουσιοδοτείται να καθορίσει τις, κατά την εκτίμησή του, αναγκαίες προϋποθέσεις, υπό τις οποίες παρέχεται η κρατική χρηματοδότηση καθώς και τον τρόπο κατανομής της μεταξύ των δικαιούχων κομμάτων. Ο αναθεωρητικός νομοθέτης του 2001, έχοντας υπ’ όψη του την πάγια ερμηνεία του άρθρου 29 παρ. 2 του Συντάγματος από το Συμβούλιο της Επικρατείας και το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο και την τότε ισχύουσα σχετική νομοθεσία (Ν. 2429/1996), προφανώς δεν επεδίωξε, με την νέα αναθεωρημένη διάταξη, την αναγνώριση συνταγματικού δικαιώματος κρατικής οικονομικής ενίσχυσης ακόμη και σε μη υποστατά πολιτικά κόμματα, δηλαδή σε εκλογικούς σχηματισμούς χωρίς υπολογίσιμη απήχηση στο εκλογικό σώμα. Συνεπώς, κατά την έννοια και της νέας διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 29, δεν αποκλείεται η θέσπιση από το νόμο προϋποθέσεων για την παροχή της κρατικής οικονομικής ενίσχυσης στα πολιτικά κόμματα, εφόσον οι προϋποθέσεις αυτές στηρίζονται σε κριτήρια αντικειμενικά και πρόσφορα για την εξυπηρέτηση του επιδιωκόμενου σκοπού, ο οποίος συνάπτεται με την ύπαρξη κομμάτων που αντιπροσωπεύουν εν ενεργεία πολιτικές δυνάμεις, των οποίων η παρουσία στην πολιτική σκηνή είναι έκδηλη. Τέτοιες προϋποθέσεις συνταγματικώς επιτρεπτές είναι και οι θεσπιζόμενες με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του, εκτελεστικού του άρθρου 29 παρ. 2 του Συντάγματος, Ν. 3023/2002, σύμφωνα με τις οποίες τακτική χρηματοδότηση δικαιούνται τα πολιτικά κόμματα (και οι συνασπισμοί) τα οποία είτε εκπροσωπούνται στη Βουλή με βουλευτές εκλεγμένους στις γενικές βουλευτικές εκλογές από τους συνδυασμούς του ίδιου κόμματος ή συνασπισμού, είτε από τους συνδυασμούς των οποίων έχουν εκλεγεί αντιπρόσωποι στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και είτε στις τελευταίες γενικές βουλευτικές εκλογές είχαν καταρτίσει πλήρεις συνδυασμούς, τουλάχιστον, στο εβδομήντα τοις εκατό (70%) των εκλογικών περιφερειών της Χώρας και συγκεντρώσει αριθμό ψήφων, τουλάχιστον, ίσο με το ένα κόμμα πέντε τοις εκατό (1,5%) του συνόλου των έγκυρων ψηφοδελτίων της επικράτειας. Και τούτο διότι οι προϋποθέσεις αυτές στηρίζονται σε κριτήρια αντικειμενικά και πρόσφορα, υπό την εκτεθείσα έννοια, των οποίων η εφαρμογή οδηγεί σε συνταγματικώς επιτρεπτό αποκλεισμό της χρηματοδότησης είτε κομμάτων που αποτελούν κατ’ ουσίαν εκλογικούς σχηματισμούς χωρίς πολιτική υπόσταση, είτε κομμάτων τα οποία δεν αντιπροσωπεύουν πολιτικές δυνάμεις με ενεργό παρουσία, όπως αποδεικνύεται από τους περιορισμένους τοπικά εκλογικούς τους συνδυασμούς ή από την μη υπολογίσιμη απήχησή τους στο εκλογικό σώμα ή από την μη εκπροσώπησή τους στη Βουλή ή το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η εκτίμηση δε του κοινού νομοθέτη ότι πολιτικά κόμματα, τα οποία δεν έχουν συγκεντρώσει αριθμό ψήφων τουλάχιστο ίσο με το ένα κόμμα πέντε τοις εκατό (1,5%) του συνόλου των έγκυρων ψηφοδελτίων, αποτελούν εκλογικούς σχηματισμούς χωρίς πολιτική υπόσταση, λόγω της μη υπολογίσιμης απήχησής τους στο εκλογικό σώμα, δεν μπορεί να θεωρηθεί εσφαλμένη και μάλιστα καταδήλως, όπως απαιτείται κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, όταν μάλιστα για την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση πολιτικού κόμματος απαιτείται η συγκέντρωση στην επικράτεια ποσοστού έγκυρων ψηφοδελτίων τουλάχιστον ίσο με το τρία τοις εκατό (3%) του συνόλου των έγκυρων ψηφοδελτίων που έλαβαν στην επικράτεια όλοι οι εκλογικοί σχηματισμοί (άρθρο 5 του Ν. 3231/2004). Άλλωστε, όπως έχει ήδη εκτεθεί, το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει δεχθεί ότι δεν προσκρούει στο Σύνταγμα ο καθορισμός, σύμφωνα με την προϊσχύσασα νομοθεσία και διπλάσιου ποσοστού ψήφων, δηλαδή ποσοστού 3%, ως ελάχιστου ποσοστού για την κρατική οικονομική χρηματοδότηση των κομμάτων (ΣτΕ 1862/1985 Ολομ., 993/1989 Ολομ., 1116/1990 επτ.). Ενώ, το ΑΕΔ έχει ήδη κρίνει σύμφωνες με το Σύνταγμα τις ταυτόσημες, κατά περιεχόμενο, με εκείνες των κρίσιμων, εν προκειμένω διατάξεων του άρθρου 2 του Ν. 3023/2002, ρυθμίσεις του άρθρου 2 του Ν. 2429/1996 (ΑΕΔ 74/1997, 34 και 35/1999). Επομένως, οι θεσπιζόμενες, με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 3023/2002, προϋποθέσεις δεν προσκρούουν σε καμία συνταγματική διάταξη και συγκεκριμένα, ούτε στο άρθρο 29 παρ. 2, ούτε στην αρχή της ίσης μεταχείρισης των κομμάτων, καθ’ όσον τα κόμματα, για τα οποία συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και εκείνα, για τα οποία δεν συντρέχουν, δεν τελούν υπό τις αυτές συνθήκες (πρβλ. ΣτΕ 1862/1985 Ολομ., 993/1989 Ολομ., 1116/1990 7μ., ΑΕΔ 35 και 34/1999 και 74/1997). Ως εκ τούτου, οι αντίθετοι λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους προβάλλεται ότι οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 3023/2002, βάσει των οποίων καθορίσθηκαν, με την προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση, τα πολιτικά κόμματα που δικαιούνται τακτική χρηματοδότηση και οικονομική ενίσχυση για ερευνητικούς και επιμορφωτικούς σκοπούς, για το έτος 2006, αντίκεινται στο άρθρο 29 παρ. 2 του Συντάγματος, στην αρχή της ίσης μεταχείρισης των πολιτικών κομμάτων και της παροχής σ’ αυτά ίσων ευκαιριών, καθώς και την αρχή της ισότητας της ψήφου, που, κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος Κόμματος, επιβάλλουν την κρατική οικονομική ενίσχυση όλων, χωρίς διάκριση, των πολιτικών κομμάτων, τα οποία λειτουργούν νόμιμα, ανάλογα με τον αριθμό των έγκυρων ψηφοδελτίων που έλαβε κάθε κόμμα κατά τις διενεργούμενες εκλογές, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Δ. Γρατσίας ο οποίος υπεστήριξε την εξής γνώμη, με την οποία συντάχθηκαν και οι Πάρεδροι Ηρ. Τσακόπουλος και Α.Μ. Παπαδημητρίου : Από την αδιάστικτη διατύπωση της διάταξης του άρθρου 29 παρ. 2 του Συντάγματος (: «Τα κόμματα έχουν δικαίωμα στην οικονομική τους ενίσχυση από το Κράτος …»), ερμηνευόμενης υπό το πρίσμα της αρχής της ίσης μεταχείρισης των κομμάτων και της παροχής σ’ αυτά ίσων ευκαιριών για την ανάπτυξη της πολιτικής τους δράσης, που αποτελεί θεμελιώδη κανόνα του δημοκρατικού πολιτεύματος, προκύπτει ότι δικαίωμα στην κρατική χρηματοδότηση έχουν όλα τα πολιτικώς υποστατά κόμματα. Ο νομοθέτης μπορεί να θέσει ως κριτήριο της πολιτικής υπόστασης κάθε κόμματος το ποσοστό ψήφων που το κόμμα αυτό έλαβε κατά τις γενικές βουλευτικές εκλογές ή τις εκλογές για την ανάδειξη των ελλήνων αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Το ποσοστό, όμως, αυτό δεν μπορεί να είναι τόσο υψηλό, ώστε να αποκλείονται από την κρατική οικονομική ενίσχυση κόμματα, τα οποία έχουν λάβει αριθμό ψήφων, που κατά κοινή πείρα υποδηλώνει, στοιχειώδη έστω, πολιτική υπόσταση. Το ποσοστό δε του 1,5% το οποίο θέτει, κατά τα ανωτέρω το άρθρο 2 του ν. 3023/2002 και αντιστοιχεί, εν όψει του αριθμού των εκλογέων, σε πολλές δεκάδες χιλιάδες ψήφους, ενίοτε δε μπορεί να υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες, είναι, κατά κοινή πείρα, πολύ υψηλότερο του ποσοστού, το οποίο αρκεί για να υποδηλώσει την πολιτική υπόσταση ενός κόμματος. Υπό την έννοια αυτή, κατά την μειοψηφήσασα γνώμη, η επίμαχη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 3023/2002 είναι αντίθετη προς την διάταξη του άρθρου 29 παρ. 2 του Συντάγματος.
7. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση και σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, το αιτούν πολιτικό Κόμμα Φιλελευθέρων νομίμως αποκλείσθηκε από την τακτική χρηματοδότηση για το έτος 2006, με την προσβαλλόμενη πράξη, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την, αναφερόμενη στο προοίμιό της, απόφαση 1/2004 της Ανώτατης Εφορευτικής Επιτροπής, με την οποία καταρτίσθηκε ο γενικός οριστικός πίνακας των αποτελεσμάτων των γενικών βουλευτικών εκλογών της 7ης Μαρτίου 2004 και κατανεμήθηκαν οι βουλευτικές έδρες, το εν λόγω Κόμμα στις ανωτέρω βουλευτικές εκλογές έλαβε 2.619 ψήφους, δηλαδή ποσοστό 0,035% των έγκυρων ψηφοδελτίων όλης της Επικράτειας και συνεπώς δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 3023/2002 για τη χορήγηση τακτικής χρηματοδότησης.
8. Επειδή, εν όψει των όσων έγιναν δεκτά στις προηγούμενες σκέψεις, η υπό κρίση αίτηση ακυρώσεως, θα ήταν, σύμφωνα με την κρατήσασα γνώμη, απορριπτέα. Λόγω όμως, της σπουδαιότητας και της γενικότερης σημασίας του ζητήματος της έννοιας του άρθρου 29 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως ισχύει, και, κατά συνεκδοχή, της συνταγματικότητας των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1 του Ν. 3023/2002, το Τμήμα κρίνει ότι η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στην Ολομέλεια, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 περ. β` του Π.Δ. 18/1989, ορίζει δε εισηγητή τον Σύμβουλο Δημοσθένη Π. Πετρούλια.
[…]
Σημείωμα
Με τα αρ. 1 έως 4 του ν. 3023/2002 διαμορφώθηκε το κανονιστικό πλαίσιο για την κατανομή της εκλογικής και της τακτικής ετήσιας χρηματοδότησης στα πολιτικά κόμματα. Σε αντίθεση με τα προβλεπόμενα στο αρ. 10 του ίδιου νόμου για τη δωρεάν ραδιοτηλεοπτική προβολή μηνυμάτων των πολιτικών κομμάτων κατά την προεκλογική περίοδο, ως προς το ζήτημα της χρηματοδότησης των κομμάτων ο νομοθέτης προχώρησε ο ίδιος στην κατηγοριοποίηση των δικαιούμενων κρατικής ενίσχυσης και στον λεπτομερή προσδιορισμό του ύψους αυτής και των κριτηρίων βάσει των οποίων παρέχεται. Ειδικότερα, η κρατική χρηματοδότηση διακρίνεται σε τακτική, η οποία καταβάλλεται ετησίως και σε εκλογική, η οποία χορηγείται κάθε φορά που γίνονται εθνικές ή ευρωεκλογές. Την τακτική χρηματοδότηση δικαιούνται τα κόμματα και οι συνασπισμοί κομμάτων που είτε α) εκπροσωπούνται στο εθνικό κοινοβούλιο είτε β) εκπροσωπούνται στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο είτε γ) συμμετείχαν στις τελευταίες γενικές βουλευτικές εκλογές έχοντας καταρτίσει συνδυασμούς τουλάχιστον στο 70% των εκλογικών περιφερειών και έλαβαν τουλάχιστον 1,5% του συνόλου των ψήφων. Η κατανομή της χρηματοδότησης αυτής γίνεται ως εξής: τα κόμματα της πρώτης κατηγορίας μοιράζονται το 80% της κρατικής χρηματοδότησης σε ποσοστό ευθέως ανάλογο προς το εκλογικό ποσοστό τους κατά τις τελευταίες γενικές βουλευτικές εκλογές. Το 10% κατανέμεται ισόποσα στα κόμματα που εκπροσωπούνται στο ευρωκοινοβούλιο, συμπεριλαμβανομένων και των κομμάτων που ανήκουν στην πρώτη κατηγορία. Το δε τελευταίο 10% κατανέμεται ισόποσα στα κόμματα της τρίτης κατηγορίας, αλλά και αυτά της πρώτης και της δεύτερης κατηγορίας. Οι ίδιοι κανόνες που ισχύουν για την τακτική χρηματοδότηση εφαρμόζονται και ως προς την ετήσια κρατική οικονομική ενίσχυση για ερευνητικούς και επιμορφωτικούς σκοπούς.
Είναι φανερό ότι η μερίδα του λέοντος της κρατικής χρηματοδότησης επιφυλάσσεται στα μεγαλύτερα σε εκλογική επιρροή κόμματα (ποσοστό περίπου 95% βάσει των αποτελεσμάτων των εθνικών εκλογών και των ευρωεκλογών του 2004, ενώ τα δύο μεγαλύτερα κόμματα μοιράζονται άνω του 76% του συνολικού ποσού), ενώ αρκετά άλλα πολιτικά κόμματα με σταθερή και μακροχρόνια πορεία αλλά με μικρή απήχηση στο εκλογικό σώμα αποκλείονται πλήρως από αυτήν. Καταρχήν παρίσταται ως εύλογη η νομοθετική και νομολογιακή επιλογή να αποκλείονται της εκλογικής και της ετήσιας τακτικής χρηματοδότησης, κόμματα που δημιουργούνται ευκαιριακά ενόψει συγκεκριμένης εκλογικής αναμέτρησης, προκειμένου να αποφευχθεί ο άμεσος και υπαρκτός κίνδυνος σχηματισμού πολιτικών κομμάτων με μοναδικό σκοπό την είσπραξη κρατικών επιδοτήσεων. Παραμένει, ωστόσο, το ερώτημα της συμβατότητας του πλήρους αποκλεισμού των «μικρών» κομμάτων από τη χρηματοδότηση και της τόσο μεγάλης ψαλίδας υπέρ των μεγαλύτερων κομμάτων με τη συνταγματική αρχή της δημοκρατικής πολυφωνίας που επιβάλλει την παροχή ίσων ευκαιριών σε όλες τις πολιτικές δυνάμεις να διεκδικήσουν την ψήφο των πολιτών.
Ο νόμος 3023/2002 εκδόθηκε μετά την αντικατάσταση της διάταξης του αρ. 29 παρ. 2 Συντάγματος, κατά την αναθεώρηση του 2001, που πλέον ορίζει στο πρώτο εδάφιο ότι «Τα κόμματα έχουν δικαίωμα στην οικονομική τους ενίσχυση από το Κράτος για τις εκλογικές και λειτουργικές τους δαπάνες, όπως νόμος ορίζει». Υπό την προϊσχύσασα μορφή της διάταξης της παρ. 2 του αρ. 29 Σ., σύμφωνα με την οποία «Νόμος μπορεί να ορίζει την οικονομική ενίσχυση των κομμάτων από το Κράτος…», είχε κριθεί τόσο από το Συμβούλιο της Επικρατείας, όσο και από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο ότι οι σχετικές ρυθμίσεις των νόμων 1443/1984, 1599/1986, 1731/1987, 1775/1988, 2429/1996, που προέβλεπαν δυσμενέστερες ή στην καλύτερη περίπτωση παρόμοιες με το ν. 3023/2002 προϋποθέσεις για τη χορήγηση κρατικής χρηματοδότησης, δεν προσέκρουαν στην ως άνω συνταγματική διάταξη ούτε στην αρχή της ίσης μεταχείρισης και της παροχής ίσων ευκαιριών στα πολιτικά κόμματα (βλ. ΟλΣτΕ 1862/1985, ΤοΣ 1986.493, ΣτΕ 1116/1990, ΤοΣ 1990.289 και ΑΕΔ 34/1990, ΔΔίκη 2000.1269).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Κόμμα Φιλελευθέρων, το οποίο στις βουλευτικές εκλογές του 2004 είχε συγκεντρώσει μόλις το 0,035% του συνόλου των έγκυρων ψήφων στην Επικράτεια, ήτοι 2.619 ψήφους, προσέβαλε την κοινή υπουργική απόφαση καθορισμού των δικαιούχων και του ποσού της ετήσιας κρατικής τακτικής χρηματοδότησης και οικονομικής ενίσχυσης για ερευνητικούς και επιμορφωτικούς σκοπούς για το έτος 2006 κατά το μέρος που δεν περιλαμβάνεται το ίδιο μεταξύ των δικαιούχων. Τα βασικά ζητήματα που κλήθηκε να εξετάσει το δικαστήριο ήταν, πρώτον, κατά πόσο βάσει της νέας διατύπωσης της παρ. 2 του αρ. 29 Σ. προκύπτει υποχρέωση του Κράτους να χρηματοδοτεί το σύνολο των πολιτικών κομμάτων και, δεύτερον, κατά πόσο μία διαφοροποίηση με βάση τον αριθμό των ψήφων που συγκέντρωσε κάθε κόμμα στις τελευταίες εκλογές είναι συνταγματικά ανεκτή ενόψει των αρχών της ίσης μεταχείρισης και της παροχής ίσων ευκαιριών στα πολιτικά κόμματα.
Η πάγια έως τώρα νομολογία τόσο του ΣτΕ όσο και του ΑΕΔ για τα ζητήματα αυτά είναι αλήθεια πως δεν άφηνε πολλά περιθώρια αμφιβολίας ως προς την τύχη της κρινόμενης αίτησης ακύρωσης και καθιστούσε ακόμη και την παραπομπή στην Ολομέλεια «πολυτελή» διαδικασία (βλ. Παρατηρήσεις Θ.Γ.Ξηρού στην ΣτΕ 3157/2009, ΘΠΔΔ 2010,907 επ.), καθόσον και η μεσολαβείσασα αναθεώρηση της διάταξης του αρ. 29 παρ. 2 Σ. δείχνει να έχει μάλλον επιβεβαιωτικό της μέχρι τότε νομολογίας χαρακτήρα. Η υπόθεση φαίνεται να αποκτά, ωστόσο, νέο ενδιαφέρον μετά την έκδοση της ΟλΣτΕ 3427/2010 (δημοσιευμένη σε www.constitutionalism.gr, ιστότοπος του Ομίλου ‘Αρ. Μάνεσης’ με παρατηρήσεις Σ.Κοφίνη) για το ζήτημα της ραδιοτηλεοπτικής προβολής των κομμάτων κατά την προεκλογική περίοδο. Η αναλογία μεταξύ των δύο υποθέσεων εντείνεται από το γεγονός ότι δύο από τους τρεις δικαστές που συγκροτούν τη μειοψηφία της σχολιαζόμενης απόφασης διατύπωσαν τη μειοψηφούσα γνώμη (η οποία τελικώς επικράτησε στην Ολομέλεια) και στην παραπεμπτική απόφαση του Δ΄ Τμήματος (ΣτΕ 1784/2009, ΘΠΔΔ 2009.974=ΕφημΔΔ 2009.291).
Ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το αποτέλεσμα της ΟλΣτΕ 3427/2010 προδικάζει την κρίση της Ολομέλειας στην περίπτωση αυτή, καθώς οι δύο υποθέσεις παρουσιάζουν σημαντικές διαφοροποιήσεις. Πρώτον, στην περίπτωση της ραδιοτηλεοπτικής προβολής υπήρχε η νέα ρύθμιση του αρ. 11 του ν. 3023/2002 περί απόλυτης απαγόρευσης προβολής διαφημίσεων κατά την προεκλογική περίοδο, η οποία διαφοροποιούσε το κανονιστικό πλαίσιο από το αντίστοιχο που είχε ήδη κριθεί με προηγούμενες αποφάσεις ως συνταγματικά ανεκτό. Και δεύτερον, δοθείσης της ιδιάζουσας φύσης της κρατικής επιχορήγησης που αφήνει μεγάλα περιθώρια καταχρήσεων, η μειοψηφία εδώ δεν ακολούθησε τη δογματική θέση (την οποία τελικώς υιοθέτησε και η ολομέλεια στην 3427/2010) περί ύπαρξης μιας συνταγματικής αρχής (αριθμητικής) ισότητας που διέπει την κανονιστική ύλη του επίμαχου δικαιώματος και η οποία απαιτεί ένα ελάχιστο κοινό σημείο αφετηρίας για όλα τα κόμματα. Αντιθέτως, παρότι επισήμανε την αδιάστικτη διατύπωση του αρ. 29 παρ. 2 Σ., αναγνώρισε στο νομοθέτη τη δυνατότητα να περιορίσει το δικαίωμα λήψης κρατικής χρηματοδότησης μόνο στα πολιτικώς υποστατά κόμματα και επικέντρωσε την αποκλίνουσα γνώμη της στην παραβίαση των συνταγματικά ανεκτών ορίων ως προς το ύψος του απαιτούμενου ποσοστού ψήφων για την ένταξη ενός κόμματος στην κατηγορία των δικαιούμενων χρηματοδότησης.
Σε κάθε περίπτωση, μπορεί κανείς να διακρίνει και στη σχολιαζόμενη απόφαση τη διάθεση του ανώτατου ακυρωτικού μας δικαστηρίου να επανεξετάσει τους όρους με τους όποιους διεξάγεται ο πολιτικός ανταγωνισμός και να θέσει όρια στην ευχέρεια του νομοθέτη να ρυθμίζει το σχετικό κανονιστικό πλαίσιο, στο βαθμό που με τις ρυθμίσεις αυτές τίθενται ανυπέρβλητα εμπόδια στην ισότιμη πολιτική συμμετοχή των νεοπαγών και μικρότερων κομμάτων.
Στέργιος Κοφίνης
Υπ.ΔΝ, Υπότροφος Κοινωφελούς Ιδρύματος “Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης”
ΣτΕ 1683/2009 Τμ. Γ΄
Προεδρεύων: Γ. Παπαμεντζελόπουλος, Σύμβουλος
Εισηγητής: Α. Καραμιχαλέλης, Σύμβουλος
[…]
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, η οποία εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον του Γ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου κατόπιν της 1887/2004 παραπεμπτικής απόφασης του Α΄ Τμήματος, ζητείται η ακύρωση της Φ.454/2/146026/Σ.2301/27.12.2002 πράξης του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας (Δ.Ε.Π.Α.Θ.Α.), με την οποία απορρίφθηκε η από 8.4.2002 αίτηση του και ήδη αιτούντος, με την οποία ζήτησε να ενταχθεί στη δύναμη των εφέδρων ανθυπολοχαγών των ενόπλων δυνάμεων της χώρας σύμφωνα με την παράγραφο 5 του Δ΄ μέρους της από 12.2.1945 Συμφωνίας της Βάρκιζας.
3. Επειδή, στο άρθρο 1 παρ. 1 εδ. β΄ του ν. 702/1977 (Α΄ 268), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε τελικά με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2944/2001 (Α΄ 222), ορίζεται ότι στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου υπάγεται η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων που αφορούν, μεταξύ άλλων, τις μεταβολές της κατάστασης των εφέδρων αξιωματικών, οι εκδιδόμενες δε αποφάσεις επί των υποθέσεων αυτών υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 και του άρθρου 5Α, όπως η παρ. 1 του άρθρου 5 αντικαταστάθηκε και το άρθρο 5Α προστέθηκε με το άρθρο 2 και το άρθρο 3 αντίστοιχα του ν. 2944/2001. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 34 παρ. 1 εδ. γ΄ του ν. 1968/1991 (Α΄ 150), στις ακυρωτικές υποθέσεις για τις οποίες προβλέπει ειδικώς το άρθρο 1 του ν. 702/1977, εάν κρίνει το Συμβούλιο της Επικρατείας ότι η υπόθεση υπάγεται στην αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου, μπορεί να την παραπέμψει σε αυτό ή να την κρατήσει και να τη δικάσει κατ’ ουσίαν. Εξάλλου, η από 12.2.1945 Συμφωνία της Βάρκιζας, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 της υπ’ αριθμ. 23/1945 Συντακτικής Πράξης (Α΄ 68/23.3.1945), ορίζει στην παράγραφο 5 του Δ΄ μέρους, που φέρει τον τίτλο «Διατύπωσις Συμφωνίας διά τα Στρατιωτικά Ζητήματα», τα εξής: «Η Κυβέρνησις αναγνωρίζει εφέδρους αξιωματικούς τους αποκτήσαντας τον βαθμόν μέχρι της 28ης Απριλίου 1941. Η Κυβέρνησις δεν αναγνωρίζει τους εφέδρους αξιωματικούς του ΕΛΑΣ και των λοιπών οργανώσεων, τους ονομασθέντας υπό των οργανώσεων κατά την διάρκειαν της κατοχής. Διά τούτους αναλαμβάνει την υποχρέωσιν, όπως, εις περίπτωσιν προσκλήσεώς των υπό τα όπλα και εφ’ όσον θα συγκροτηθώσι σχολαί εφέδρων αξιωματικών εκ της κλάσεώς των, κέκτηνται δε τα υπό του νόμου προβλεπόμενα προσόντα, εισάγονται υποχρεωτικώς εις τας σχολάς εφέδρων. Την αυτήν υποχρέωσιν αναλαμβάνει και διά τους διατελέσαντας καπετανέους. Εξαιρετικώς και μόνον η Κυβέρνησις θα αναγνωρίσει ως εφέδρους αξιωματικούς, κατόπιν αυστηρών ανακρίσεων, εκείνους εκ των υπό των μονάδων αντιστάσεως ονομασθέντων αξιωματικών, οίτινες κατέστησαν ανάπηροι ή εφονεύθησαν».
4. Επειδή, στις διαφορές που αφορούν τις μεταβολές της κατάστασης των εφέδρων αξιωματικών εντάσσεται κάθε μεταβολή στο στέλεχος των εφέδρων αξιωματικών, όπως είναι και η εγγραφή το πρώτον σ’ αυτό. Επομένως, αρμόδιο για την εκδίκαση της κρινόμενης αίτησης, με την οποία προσβάλλεται πράξη απορριπτική αιτήματος του αιτούντος για εγγραφή του στη δύναμη των εφέδρων αξιωματικών, είναι μεν το διοικητικό εφετείο, το Δικαστήριο όμως κρίνει ότι για λόγους οικονομίας της δίκης πρέπει, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 34 παρ. 1 εδ. γ΄ του ν. 1968/1991, να την κρατήσει και να τη δικάσει κατ’ ουσίαν (πρβλ. ΣτΕ 736/2008 Ολ., 1103/2006, 3382/2002, 3064, 2267/2000, 3193/2000 Ολ., 2365/1992 κ.ά.).
5. Επειδή, με το άρθρο 2 της υπ’ αριθμ. 23/1945 Συντακτικής Πράξης, με την οποία κυρώθηκε, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, η Συμφωνία της Βάρκιζας, ορίστηκε ότι η Συμφωνία ισχύει από την υπογραφή της, δηλαδή από την 12η Φεβρουαρίου 1945, προβλέφθηκε δε ότι πρέπει αυτή να υποβληθεί προς κύρωση στη μέλλουσα να συνέλθει Εθνοσυνέλευση. Το ζήτημα της ισχύος των συντακτικών πράξεων οι οποίες είχαν εκδοθεί κατά τη μεταπελευθερωτική περίοδο και μέχρι τη θέση σε ισχύ του αναθεωρημένου Συντάγματος του 1952 ρυθμίστηκε με το Ψήφισμα της 16/29 Απριλίου του 1952 (Α΄ 120), το οποίο κατήργησε αναδρομικώς την υποχρέωση των μεταπελευθερωτικών Κυβερνήσεων να υποβάλουν στην Αναθεωρητική Βουλή προς κύρωση τις συντακτικές πράξεις που εκδόθηκαν από αυτές (άρθρο 1), διατήρησε δε σε ισχύ τις συντακτικές πράξεις που εκδόθηκαν από τις 14.10.1944 και κατά τις αντιτιθέμενες στο αναθεωρημένο Σύνταγμα διατάξεις τους μέχρι την κατάργηση ή τροποποίησή τους με νόμο (άρθρο 3). Ειδικότερα, με το άρθρο 3 του Ψηφίσματος αυτού ορίσθηκαν τα εξής: «1. Διατάξεις των από της 14ης Οκτωβρίου 1944 και εφεξής εκδοθεισών Συντακτικών Πράξεων και Ψηφισμάτων, αντίθετοι προς το Σύνταγμα, ων η ισχύς δεν έληξεν ή δεν κατηργήθησαν, εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την αναθεώρησιν του Συντάγματος, θεωρούμεναι ως κατά παρέκκλισιν αυτού ισχύουσαι, μέχρι καταργήσεως αυτών. 2. Άπασαι οι διατάξεις των Συντακτικών Πράξεων και Ψηφισμάτων των εκδοθέντων από 14ης Οκτωβρίου 1944 και εφεξής, περιλαμβανομένων και των περί ων η προηγουμένη παράγραφος διατάξεων, δύνανται να καταργηθούν και τροποποιηθούν εφεξής δια Νόμου. Αι γενόμεναι μέχρι τούδε, διά Νόμων καταργήσεις ή τροποποιήσεις τοιούτων διατάξεων κυρούνται. 3. …». Το ανωτέρω Ψήφισμα της 16/29 Απριλίου 1952 διατηρήθηκε σε ισχύ για έξι μήνες από την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος του 1975, ήτοι μέχρι την 11η Δεκεμβρίου 1975. Ειδικότερα, με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 111 του Συντάγματος του 1975 ορίστηκαν τα εξής: «Το Ψήφισμα της 16/29 Απριλίου 1952 εξακολουθεί να ισχύει για έξι μήνες από την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος. Μέσα στην προθεσμία αυτή επιτρέπεται να τροποποιηθούν, συμπληρωθούν ή καταργηθούν με νόμο οι συντακτικές πράξεις και τα ψηφίσματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 του ψηφίσματος αυτού, ή να διατηρηθούν ορισμένες συντακτικές πράξεις και ψηφίσματα, εν όλω ή εν μέρει, και αφού περάσει η προθεσμία αυτή, με τον περιορισμό ότι οι διατάξεις που τροποποιούνται, συμπληρώνονται ή διατηρούνται σε ισχύ δεν μπορεί να είναι αντίθετες προς το Σύνταγμα». Κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 111 παρ. 4 του Συντάγματος 1975 εκδόθηκε εμπρόθεσμα ο ν. 233/1975 «περί εκκαθαρίσεως Συντακτικών Πράξεων και Ψηφισμάτων, περί ων η παράγραφος 1 του άρθρου 3 του Ψηφίσματος της 16/29 Απριλίου 1952 και περί παραγραφής εκλογικών τινών αδικημάτων» (Α΄ 282/1975). Στο άρθρο 1 του εν λόγω νόμου απαριθμούνται οι συντακτικές πράξεις και τα ψηφίσματα που καταργούνται από την έναρξη της ισχύος του, ενώ στο άρθρο 2 αυτού απαριθμούνται τα ψηφίσματα που εξακολουθούν να ισχύουν ως τυπικοί νόμοι και μετά τη λήξη της ισχύος του Ψηφίσματος της 16/29 Απριλίου 1952, όπως ίσχυαν κατά τη δημοσίευση του νόμου. Με το νόμο αυτό δεν προβλέφθηκε η διατήρηση της ισχύος καμίας συντακτικής πράξης.
6. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, οι κανόνες δικαίου που περιέχονται στη Συμφωνία της Βάρκιζας, που κυρώθηκε με την 23/1945 Συντακτική Πράξη, έπαυσαν να ισχύουν από 11.12.1975, δεν ασκεί δε από την άποψη αυτή επιρροή το γεγονός ότι αυτή δεν συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των συντακτικών πράξεων που καταργήθηκαν ρητώς με το άρθρο 1 του ν. 233/1975. Και τούτο διότι ο νόμος αυτός αφορά μόνο τις συντακτικές πράξεις της παρ. 1 του άρθρου 3 του Ψηφίσματος 16/29.4.1952, δηλαδή τις συντακτικές πράξεις που ήταν αντίθετες προς το Σύνταγμα, ενώ οι συντακτικές πράξεις της παρ. 2 του άρθρου 3 του Ψηφίσματος της 16/19.4.1952, δηλαδή αυτές που δεν ήταν αντίθετες προς το Σύνταγμα, όπως η ανωτέρω επίμαχη διάταξη της Συμφωνίας της Βάρκιζας, έπαυσαν να ισχύουν από 11.12.1975 ευθέως δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 111 παρ. 4 εδάφιο α΄ του Συντάγματος, που αφορά όλες τις συντακτικές πράξεις που αναφέρονται τόσο στην παρ. 1 όσο και στην παρ. 2 του άρθρου 3 του Ψηφίσματος της 16/19.4.1952.
[…]
Σημείωμα
Εντελώς αναπάντεχα, εν έτει 2009, το Συμβούλιο της Επικρατείας κλήθηκε να αποφανθεί εάν η Συμφωνία της Βάρκιζας, όπως κυρώθηκε με τη Συντακτική Πράξη 23/1945, παράγει έννομες συνέπειες, εάν δηλαδή εξακολουθεί να είναι σε ισχύ! Τη Συμφωνία της Βάρκιζας υπέγραψαν στις 12 Φεβρουαρίου 1945 εκπρόσωποι της κυβέρνησης Πλαστήρα και της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΑΜ. Στο πρωτόκολλο «δια στρατιωτικά ζητήματα», που προσαρτάται στη Συμφωνία, προβλέφθηκε μεταξύ άλλων ότι η κυβέρνηση θα αναγνωρίσει, κατ’ εξαίρεση και υπό προϋποθέσεις, την ιδιότητα του έφεδρου αξιωματικού σε όσους ονομάστηκαν έφεδροι από τον ΕΛΑΣ και τις άλλες αντιστασιακές οργανώσεις κατά τη διάρκεια της κατοχής. Το ζήτημα έφτασε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όταν αγωνιστής της εθνικής αντίστασης, απόφοιτος της Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών του ΕΛΑΣ, προσέβαλε την απόρριψη από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας του αιτήματος, που είχε υποβάλει το 2002 κατ’ επίκληση της παραπάνω διάταξης της Συμφωνίας της Βάρκιζας, για ένταξη στη δύναμη των εφέδρων αξιωματικών.
Από τυπική – νομική άποψη, βέβαια, ζήτημα δεν τίθεται. Είναι, άλλωστε, μάλλον προφανές ότι η συγκεκριμένη διαφορά είχε πρωτίστως συμβολικό χαρακτήρα και εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο διεκδικήσεων, εκ μέρους ενώσεων αγωνιστών της εθνικής αντίστασης, για την πλήρη αναγνώριση των αντιστασιακών οργανώσεων και ειδικότερα, εν προκειμένω, για την αναγνώριση της Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών του ΕΛΑΣ. Ανεξάρτητα από την ουσιαστική ισχύ της, πάντως τυπικά η Συνθήκη της Βάρκιζας, εφόσον κυρώθηκε με Συντακτική Πράξη, διατηρήθηκε σε ισχύ βάσει του Ψηφίσματος της 16/19 Απριλίου 1952, με το οποίο παρέμειναν σε ισχύ, σε επίπεδο τυπικού νόμου, όλες οι συντακτικές πράξεις και τα ψηφίσματα που εκδόθηκαν μετά την απελευθέρωση. Το σώμα των νομοθετημάτων αυτών, μεταξύ των οποίων και εκείνα που συγκροτούσαν το «παρασύνταγμα», παρέμεινε έτσι, τουλάχιστον τυπικά, σε εκκρεμότητα μέχρις ότου εκκαθαρίστηκε οριστικά με το άρθρο 111 παρ. 4 του Συντάγματος του 1975. Ο εκτελεστικός νόμος 233/1975 κατονομάζει ρητά, στο άρθρο 1, συντακτικές πράξεις και ψηφίσματα που καταργούνται και, στο άρθρο 2, ελάχιστα ψηφίσματα που διατηρούνται σε ισχύ. Το ότι πουθενά στο νόμο δεν αναφέρεται η Συντακτική Πράξη 23/1945 δεν αποτελεί, βέβαια, τεκμήριο υπέρ της διατήρησής της σε ισχύ, αλλά, όπως έκρινε και η σχολιαζόμενη απόφαση, ακριβώς το αντίθετο (βλ. και Κ. Χρυσόγονου, Συνταγματικό Δίκαιο, 2003, σ. 111 επ.).
Από ουσιαστική άποψη, ωστόσο, και ανεξάρτητα από τα παραπάνω, πρέπει να επισημανθεί ότι η Συμφωνία της Βάρκιζας, για όσο ίσχυσε (στην πραγματικότητα, ελάχιστα) αποτέλεσε ένα «προσύνταγμα», κατά το χαρακτηρισμό του Νίκου Αλιβιζάτου, όπου αποτυπώθηκε ένα minimum συναίνεσης για τη συνταγματική εξέλιξη της χώρας (βλ. πρόχειρα Χρ. Παπαστυλιανού, Μετακατοχικές κυβερνήσεις και Σύνταγμα. Σχόλιο στο πρακτικό ΣτΕ Ολ. 2/1945, ΕφημΔΔ 2008, σ. 436 επ., Γ. Τασόπουλου, Ο κανόνας και οι εξαιρέσεις το: Το Σύνταγμα του 1952 και η (α)συνέχεια της συνταγματικής μας παράδοσης, σε: Μ. Τσαπόγα/Δ. Χριστόπουλου (επιμ.), Τα δικαιώματα στην Ελλάδα 1953-2003, 2004, σ. 28 επ., όπου και περαιτέρω αναφορές). Στο πλαίσιο αυτό, η στρατιωτική αναγνώριση, οσοδήποτε διστακτική, των μαχητών του ΕΛΑΣ εμπεριέχει και υπονοεί και μια, περιορισμένη έστω, θεσμική αναγνώριση του ΕΛΑΣ ως φορέα δημόσιας εξουσίας στην κατεχόμενη Ελλάδα. Παρόλο, επομένως, που το επίδικο αίτημα για αναγνώριση δεν διαθέτει τυπικό-νομικό θεμέλιο και δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από το δικαστή, έχει όμως ηθικοπολιτικό έρεισμα, ώστε να νομιμοποιείται η διεκδίκησή του από το νομοθέτη.
Σύνθεση: N. Vajic, Πρόεδρος, Χρ. Ροζάκης, A. Kovler, E. Steiner, Kh. Hajiyev, G. Malinverni, Γ. Νικολάου, Δικαστές Νομικοί παραστάτες: Ι. Κούρτοβικ – Γ. Κανελλόπουλος (Σύμβουλος Ν.Σ.Κ.), Σ. Τρέκλη (Εισηγήτρια Ν.Σ.Κ.)
[…]EN FAIT
I. LES CIRCONSTANCES DE L’ESPÈCE
5. La requérante est née en 1951, réside à Xanthi et est au chômage.
6. En 1973, la requérante, citoyenne grecque de confession musulmane, épousa Hussein Zeibek, également citoyen grec de confession musulmane. En 1974, 1975, 1977 et 1982, la requérante donna naissance à quatre enfants, Ozour, Fatme, Aisel et Ilkai. A la naissance du quatrième enfant, elle devint mère de famille nombreuse au sens de l’article 1 de la loi no 1910/1944.
7. En janvier 1984, la requérante, accompagnée de sa famille, rendit visite à son père, à Istanbul. Pendant leur séjour, le mari de la requérante perdit son passeport et s’adressa au consulat grec afin d’obtenir un document officiel lui permettant de retourner en Grèce. Quelques mois plus tard, le consulat informa le mari de la requérante qu’il avait perdu sa nationalité grecque par une décision du ministre de l’Intérieur. Toutefois, la copie de la décision ne lui fut pas notifiée. Le 30 mai 1985, la requérante et ses enfants, qui possédaient des passeports grecs, revinrent en Grèce. Son mari les suivit un mois plus tard, en traversant illégalement la frontière.
8. La requérante fut alors informée que, par une décision du 22 novembre 1984, le ministre de l’Intérieur avait privé tous les membres de la famille Zeïbek de leur nationalité grecque, en application de l’article 19 du code de la nationalité en vigueur à l’époque (voir ci-dessous le droit interne pertinent). La décision indiquait que tous les membres de la famille avaient quitté le territoire grec et avaient installé le centre de leur vie familiale, sociale et économique à l’étranger, après avoir liquidé, le 30 décembre 1983, leur patrimoine mobilier et immobilier. Il en ressortait leur intention de ne plus revenir en Grèce.
9. Le 1er septembre 1995, la famille Zeïbek saisit le Conseil d’Etat d’un recours en annulation de la décision leur retirant la nationalité. Elle soutenait que la décision ne leur avait jamais été notifiée, que les faits sur la base desquels elle avait été prise étaient incorrects, que la décision n’était pas suffisamment motivée et qu’aucun membre de la famille n’avait été préalablement entendu.
10. Le 11 septembre 1996, le Conseil d’Etat déclara le recours irrecevable. Il releva que la décision attaquée avait été rendue le 22 novembre 1984 sur la base d’un rapport de police de Xanthi, selon lequel la famille Zeïbek avait vendu tous ses biens le 30 décembre 1983 et quitté
11. Le 25 octobre 1996, la famille Zeïbek introduisit une requête (no 34372/97) devant
Le 21 mai 1997,
12. En 1998, l’article 19 du code de la nationalité fut supprimé. L’administration invita alors les membres de la communauté musulmane, qui avaient été privés de leur nationalité grecque, à postuler pour leur naturalisation ce que firent la requérante et sa famille le 4 novembre 1999.
13. Par une décision du 23 mai 2000, la nationalité grecque fut restituée à la requérante et à trois de ses quatre enfants, mais pas à son mari (en raison du fait que son casier judiciaire n’était pas vierge suite à des infractions au code de la route) et à l’une de ses filles (Ilkaï), qui était à la fois mineure, mariée et considérée ainsi comme étant sous la tutelle de son mari elle ne pouvait donc acquérir la nationalité grecque par le biais de sa mère. Toutefois, nulle décision de rejet ne fut portée à la connaissance d’Ilkaï par le service compétent.
14. Le 4 janvier 2001, Ilkaï introduisit une nouvelle demande de restitution de la nationalité. Le 9 juillet 2003, l’administration compétente l’informa que pour procéder à la naturalisation, elle devait déposer, entre autres justificatifs, un timbre fiscal de 1 467,53 euros. En 2003, Ilkaï saisit le médiateur qui, par un avis du 2 février 2004, conclut qu’il existait un problème de légalité concernant tant la procédure appliquée à Ilkaï que l’exigence de payer un timbre fiscal.
15. Le 19 décembre 2001, la requérante sollicita auprès d’un organisme de sécurité sociale une retraite à vie en tant que mère de famille nombreuse, conformément aux dispositions de l’article 63 de la loi 1892/1990, de l’article 18 § 9 de la loi 2008/1992 et de l’article 3 § 4 de la loi 2163/1993 (aux termes duquel pour fonder un droit à l’octroi des allocations, les enfants doivent avoir la nationalité grecque).
16. Par un acte du 22 novembre 2002, le directeur du département des allocations familiales rejeta sa demande. Il releva que les quatre enfants de la requérante n’étaient pas tous de nationalité grecque et que, par conséquent, les conditions exigées par la loi ne se trouvaient pas réunies.
17. La requérante forma un recours contre cette décision devant la commission du contentieux du département des allocations familiales. Le 22 octobre 2003, cette commission rejeta le recours pour les mêmes motifs.
18. Le 1er juin 2004, la requérante saisit le Conseil d’Etat. Elle soutenait qu’elle avait droit à une retraite à vie du fait qu’elle avait acquis la qualité de mère de famille nombreuse, au sens de la loi 860/1979, au moment de la naissance de son quatrième enfant et qu’elle était citoyenne grecque. Elle ajoutait qu’elle n’avait pas perdu cette qualité en dépit de la perte de la nationalité, car cette qualité était pérenne. Elle alléguait une violation des articles 21 de
19. Le 22 mai 2006, le Conseil d’Etat rejeta le recours. Il considéra que l’article 21 de
20. Par une décision du 25 janvier 2007, le ministre de l’Intérieur révoqua la décision par laquelle Ilkaï avait été privée de sa nationalité grecque.
[…]EN DROIT[…]
II. SUR
34. La requérante se plaint d’avoir été privée d’une pension de retraite en tant que mère de famille nombreuse. Elle invoque l’article 1 du Protocole no 1 pris isolément et en combinaison avec l’article 14 de
« Toute personne physique ou morale a droit au respect de ses biens. Nul ne peut être privé de sa propriété que pour cause d’utilité publique et dans les conditions prévues par la loi et les principes généraux du droit international.
Les dispositions précédentes ne portent pas atteinte au droit que possèdent les Etats de mettre en vigueur les lois qu’ils jugent nécessaires pour réglementer l’usage des biens conformément à l’intérêt général ou pour assurer le paiement des impôts ou d’autres contributions ou des amendes. »
A. Sur la recevabilité
35. En premier lieu, le Gouvernement soutient que la requérante ne peut se prévaloir de l’existence d’un « bien » au sens de l’article 1 du Protocole no 1. La pension de mère de famille nombreuse ne constitue pas une allocation sociale ou une rémunération en relation avec une prestation de travail, mais une incitation, sous forme pécuniaire prévue dans le budget de l’Etat, pour faire face au problème démographique aigu de
36. La requérante soutient que si la pension de retraite n’a pas un caractère évident de rétribution, elle constitue cependant une sorte de rétribution pour les mères de familles nombreuses pour le travail précieux, quoique non rémunéré, qu’elles fournissent en tant que mères et qui les oblige à rester hors du marché du travail.
37.
38.
39. Enfin,
40. Compte tenu du droit interne pertinent et de la situation de la requérante,
41.
B. Sur le fond
42. Le Gouvernement soutient qu’à supposer même que la requérante disposait d’un « bien », le législateur avait soumis l’octroi de cette pension à certains critères. Or, les autorités compétentes ont estimé qu’à la date de sa demande, la requérante ne remplissait pas tous les critères requis, en raison notamment du fait qu’Ilkaï était déjà mariée. Le Gouvernement ajoute que, la décision retirant la nationalité à Ilkaï ayant été révoquée, la requérante peut déposer une nouvelle demande pour obtenir la pension, puisqu’elle remplit désormais toutes les conditions requises à cet égard.
43. La requérante souligne que le retrait de la nationalité aux membres de sa famille, en application de l’article 19 du code de la nationalité, a eu une incidence sur ses griefs sous l’angle de l’article 1 du Protocole no 1. Elle affirme faire partie de 46 638 musulmans, vivant pour la plupart en Thrace, dont la nationalité a été retirée entre 1955 et 1996. La plupart d’entre eux n’ont pas été informés du fait qu’une procédure était engagée pour leur retirer la nationalité, et ce n’est qu’à l’occasion d’une demande de passeport ou d’un certificat de naissance qu’ils ont eu connaissance de la décision de retrait elle-même. Le recours au Conseil d’Etat constituait un « luxe » inaccessible à ces paysans de Thrace qui n’avaient pas de moyens suffisants pour le saisir. Quelques recours en annulation tentés devant cette juridiction ont été rejetés comme tardifs, au motif que le délai de soixante jours à compter de la publication de la décision était révolu.
44. La requérante prétend que les autorités ont refusé de lui accorder le bénéfice de la pension au prétexte de la perte de la nationalité grecque de sa fille, mais la véritable raison du refus réside dans le fait qu’elles sont toutes deux de confession musulmane.
45.
46. Selon la jurisprudence de
47.
48.
49. S’il est vrai, comme l’a souligné le Conseil d’Etat dans son arrêt du 22 mai 2006, que la famille de la requérante a perdu la nationalité grecque en 1984 alors que cette pension avait été établie par la loi no 1892/1990, la requérante a été rétablie dans sa nationalité en mai 2000. Elle a sollicité la pension en décembre 2001 et les autorités l’ont refusée en novembre 2002. Or,
50. Dans ce contexte, et eu égard à l’importance qu’accordent tant
51.
52. Partant, il y a eu violation de l’article 1 du Protocole no 1 pris isolément et combiné avec l’article 14 de
[…]
Για το πλήρες πρωτότυπο κείμενο της απόφασης στα γαλλικά (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου):
Για την επίσημη μετάφραση της απόφασης στα ελληνικά (Νομικό Συμβούλιο του Κράτους): http://www.nsk.gr/edad/ee616.pdf
Σημείωμα
Ίσως το πιο χαρακτηριστικό σημείο στην απόφαση είναι η αποστροφή, στη σκέψη 50, ότι «το Δικαστήριο εκφράζει την έκπληξή του» [
Η υπόθεση αφορά την άρνηση χορήγησης πολυτεκνικού επιδόματος, της ισόβιας σύνταξης πολύτεκνης μητέρας, σε Ελληνίδα μουσουλμάνα της Θράκης με τέσσερα παιδιά, το ένα από τα οποία είχε στερηθεί την ελληνική ιθαγένεια. Ο νόμος (άρθρο 63 του ν. 1892/1990) είναι στο σημείο αυτό σαφής: η χορήγηση του επιδόματος εξαρτάται από την ελληνική ιθαγένεια (όλων) των παιδιών. Καθόλου σαφής, αντίθετα, όπως επισημαίνει και το Δικαστήριο, δεν υπήρξε στη συγκεκριμένη περίπτωση ούτε ο τρόπος με τον οποίο τα μέλη της οικογένειας της προσφεύγουσας στερήθηκαν, κατ’ εφαρμογή του περιβόητου άρθρου 19, την ελληνική ιθαγένεια ούτε, πολύ περισσότερο, ο λόγος για τον οποίον αποκαταστάθηκε η ιθαγένεια της μητέρας και των τριών παιδιών, αλλά όχι και του τέταρτου.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας, στο οποίο η πολύτεκνη προσέφυγε, απέρριψε την αίτησή της, κρίνοντας ότι δεν αντίκειται στο Σύνταγμα η εξάρτηση της χορήγησης πολυτεκνικών παροχών από την προϋπόθεση της ιθαγένειας. Για το Συμβούλιο, η συνταγματική προστασία της πολύτεκνης οικογένειας (παρ. 2 του άρθρου 21 Συντ.) εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της συνταγματικής προστασίας της οικογένειας ως θεμελίου της συντήρησης και προαγωγής του ελληνικού έθνους (παρ. 1 του ίδιου άρθρου) και συνεπώς δεν αναφέρεται σε οικογένειες αλλοδαπών που ζουν στην Ελλάδα, ενώ οι πολυτεκνικές παροχές έχουν το χαρακτήρα κινήτρου για την αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος (ΣτΕ 1489/2006, ΕΔΔΔ 2008, σ. 498, ομοίως ΣτΕ 771/2007, ΕφημΔΔ 2007, σ. 627 = ΤοΣ 2008, σ. 217 επ., με παρατηρήσεις Ι. Παπαγεωργίου, κ.ά.).
Ένας απόλυτος αποκλεισμός από ορισμένο πεδίο κοινωνικής προστασίας, με αποκλειστικό κριτήριο την ιθαγένεια, δεν μπορεί παρά να προβληματίζει όσον αφορά τη συμβατότητά του προς το Σύνταγμα και το διεθνές δίκαιο (βλ. Ακρ. Καϊδατζή, Κοινωνικές παροχές και ιδιότητα του πολίτη: Η αντισυνταγματικότητα του αποκλεισμού αλλοδαπών από τη χορήγηση πολυτεκνικών επιδομάτων, ΕφημΔΔ 2007, σ. 629 επ., Ι. Παπαγεωργίου, Πολυτεκνικό επίδομα και αναγνωρισμένοι πρόσφυγες στην Ελλάδα, ΘΠΔΔ 2008, σ. 140 επ.). Οι πολυτεκνικές παροχές έχουν πράγματι χαρακτήρα κινήτρου για την εξυπηρέτηση δημογραφικών σκοπών, το δημογραφικό όμως δεν είναι εθνοφυλετικό, αλλά κοινωνικό ζήτημα. Η προστασία, επομένως, των πολύτεκνων οικογενειών, συνταγματική και νομοθετική, δεν εξυπηρετεί τόσο, και πάντως όχι μόνο, την «προαγωγή του ελληνικού Έθνους», αλλά έχει πρωτίστως προνοιακό χαρακτήρα. Κατά τούτο, η παρ. 2 του άρθρου 21 Συντ. δεν προστατεύει ειδικά μόνο τους Έλληνες πολύτεκνους, αλλά τους πολύτεκνους που ζουν στην Ελλάδα. Ευρύτερα, τα κοινωνικά δικαιώματα αποσκοπούν στην προστασία του κοινωνικού ανθρώπου, του ανθρώπου ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, δηλαδή του κοινωνικού –και όχι μόνο του Έλληνα– πολίτη (βλ. Ακρ. Καϊδατζή, Κοινωνικά δικαιώματα, ιδιότητα του πολίτη και μετανάστες, σε: ΙΜΕΠΟ, Μετανάστευση στην Ελλάδα: Εμπειρίες, πολιτικές, προοπτικές, τόμ. B΄, 2008, σ. 70 επ.).
Με τη σχολιαζόμενη απόφαση, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έρχεται να ανατρέψει μιαν ατυχή πρακτική του ελληνικού κράτους, υπεύθυνος για την οποία –ας μη το ξεχνάμε– είναι πρωτίστως ο νομοθέτης, που θέσπισε τη δυσμενή διάκριση στην απόληψη των πολυτεκνικών παροχών, και πολύ λιγότερο ο δικαστής, που την ανέχθηκε. Ανεξάρτητα πάντως απ’ τη συγκεκριμένη υπόθεση, το ιδιαίτερο ενδιαφέρον της απόφασης έγκειται στο ότι εντάσσεται σε μιαν ευρύτερη τάση του Δικαστηρίου του Στρασβούργου τα τελευταία χρόνια –την οποία και επιβεβαιώνει με πολύ ξεκάθαρο τρόπο–, την επέκταση δηλαδή της δικαιοδοσίας του σε θέματα κοινωνικών παροχών, παρά την απουσία κοινωνικών δικαιωμάτων στη Σύμβαση, μέσω μιας διευρυμένης έννοιας ιδιοκτησίας (άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου) σε συνδυασμό με την απαγόρευση διακρίσεων (άρθρο 14 ΕΣΔΑ). Ιδίως η τελευταία διάταξη, που μάλλον φειδωλά έχει ως τώρα χρησιμοποιηθεί από το Δικαστήριο, αναδεικνύεται έτσι, εν δυνάμει, σε προνομιακό πεδίο για τον έλεγχο του περιορισμού εθνικών κοινωνικών δικαιωμάτων (βλ. ιδίως Στ. Κτιστάκη, Οι κοινωνικές παροχές υπό το πρίσμα της ΕΣΔΑ, ΘΠΔΔ 2009, σ. 657 επ., επίσης Γ. Κατρούγκαλου, Θεσμοί κοινωνικής πολιτικής και προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων σε διεθνές και εθνικό επίπεδο, 2009, σ. 67 επ.).
ΣτΕ (Ολ.) 3037/2008
ΣτΕ (Ολ.) 3031/2008

Οσο το Ισλάμ στην Ευρώπη εξαπλώνεται και μεγεθύνεται τόσο ερωτήματα που αφορούν τη μεταχείριση της θρησκευτικής, βιοθεωρητικής και αισθητικής ετερότητας θα αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη ένταση. Το παράδειγμα της απαγόρευσης ή μη της μπούρκας και του νικάμπ, της μαύρης φορεσιάς που καλύπτει σώμα και πρόσωπο αφήνοντας ελεύθερα μόνο τα μάτια, αναδεικνύει τα βασικά επιχειρήματα που κυριαρχούν στην όλη συζήτηση εκατέρωθεν.
Μέσα στην πρωτόγνωρη δίνη που προκαλούν, τόσο στο κοινωνικό σύνολο όσο και στους θεσμούς, τα «καυδιανά δίκρανα» της τρόικας και, κυρίως, του ΔΝΤ, και απέναντι στη σημερινή «εκκωφαντική» σιωπή «πάλαι ποτέ διαλαμψάντων» υπερασπιστών –σε κάθε σημαντική και ασήμαντη ευκαιρία– του Συντάγματος καιρός είναι, νομίζω, να διευκρινίσουμε ορισμένες αυτονόητες έννοιες και θέσεις. Υπό διαφορετική εκδοχή ίσως στο άμεσο μέλλον τεθούν –αν δεν έχει ήδη δρομολογηθεί μια τέτοια τροχιά– εν αμφιβόλω σημαντικές πτυχές της ίδιας της εθνικής μας κυριαρχίας.
To άρθρο δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή στις 8 Αυγούστου του 2010.
Το ποιοι είναι και ποιοι δεν είναι πολίτες μιας χώρας, όπως γίνεται σήμερα γενικότερα δεκτό, ιδίως στο διεθνές δίκαιο και την πολιτική θεωρία των διεθνών σχέσεων, είναι θέμα που ανήκει στον πυρήνα της κυριαρχίας του κάθε κράτους. Κι αυτό επειδή η απάντηση στο ερώτημα προσδιορίζει το ίδιο το πολιτικό υποκείμενο του κράτους, τον λαό (MichaelWalzer, SpheresofJustice, NewYork 1983, σ. 31 επ). Βασικό κριτήριο διάκρισης του πολίτη από τον αλλοδαπό θεωρείται, σχεδόν αυτονόητα, η γέννηση από κάποιον ή κάποιους που είναι πιστοποιημένα ήδη πολίτες. Τα κριτήρια της πολιτογράφησης για τον ίδιο λόγο, δηλαδή το ότι διαπλάθουν τον λαό, προσδιορίζονται κυριαρχικά από το ίδιο το κράτος και φυσικά αντικατοπτρίζουν τόσο την εικόνα που ο κάθε λαός έχει για τον εαυτό του όσο και τις εκτιμήσεις των κυβερνώντων για το ποιο είναι το δημόσιο συμφέρον.
Η αναγνώριση μιας αξίωσης για ιθαγένεια υπό τον όρο της πλήρους ένταξης του αλλοδαπού μέσα από τη μακροχρόνια και ομαλή συμβίωσή του μαζί μας τερματίζει την καθήλωση της ελληνικής έννομης τάξης στο παραδοσιακό δικαίου του αίματος, την αρχή δηλαδή ότι Έλληνας είσαι μόνον αν έχεις γεννηθεί από Έλληνα. Μαζί με αυτήν τερματίζει και την ομηρία της δημοκρατίας μας από τη θολή και επικίνδυνη μεταφυσική μια πολιτικής κοινότητας, που θεμελιώνεται στο «όμαιμον» και στην εθνικοθρησκευτική ιδιοπροσωπία του γένους.
ΙΒ’ ΣΥΝΕΔΡΙΟ, ΦΛΩΡΙΝΑ-ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ, 21-23 ΜΑΪΟΥ 2010
Αλέξανδρος Σβώλος (1892-1956) Μεταξύ Συντάγματος και πολιτικής στον αιώνα των άκρων
«Υπόθεση Αγνής Ρουσοπούλου»: έμφυλες ιεραρχίες στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου – Άννα Ιασμη
Ο Αλ. Σβώλος και το Πανεπιστήμιο Αθηνών: μια περιπετειώδης σχέση – Ακρίτας Καϊδατζής
Οι κατά Σβώλο διέξοδοι στην κρίση του κοινοβουλευτισμου – Γιώργος Καραβοκύρης
Η γαλλική επιρροή στο έργο του Σβώλου: η περίπτωση του Λεόν Ντυγκύ – Δημήτρης Τσαραπατσάνης
Σύνθεση: N. Vajic, Πρόεδρος, K. Hajiyev, D. Spielmann, S.Ε. Jebens, G. Malinverni, Γ. Νικολάου, Δικαστές, Π. Παραράς, Δικαστής ad hoc
Νομικοί παραστάτες: Ο. Χατζηαβράμ – Μ. Απέσσος (Σύμβουλος Ν.Σ.Κ.), Κ. Γεωργιάδης (Πάρεδρος Ν.Σ.Κ.), Ζ. Χατζηπαύλου (Δικαστική αντιπρόσωπος Ν.Σ.Κ.)
Α. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
[1-4]. Η διαδικασία ξεκίνησε μετά από την προσφυγή (no 26698/05) κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, του σωματείου «Τουρκική Ένωση Ξάνθης» (…), που ισχυρίστηκε ότι υπήρξε παραβίαση των άρθρων 6 § 1, 9, 10, 11 και 14 της Σύμβασης, λόγω της διάλυσής του με απόφαση των εθνικών δικαστηρίων, της διακριτικής μεταχείρισης του ως προς αυτή, της μεγάλης διάρκειας της δικαστικής διαδικασίας, και της ανισότητας στη διαδικασία αυτή.
Β. ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ
Ι. ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
[5-9]. Το προσφεύγον είναι ένα σωματείο με πολιτισμικούς και αθλητικούς σκοπούς, με έδρα την Ξάνθη. Ιδρύθηκε το 1927 με το όνομα «Στέγη της τουρκικής νεολαίας Ξάνθης» στην περιοχή της δυτικής Θράκης, από έλληνες πολίτες που ανήκουν στην μουσουλμανική μειονότητα. Οι στόχοι τους, όπως προκύπτουν από το καταστατικό, ήταν να διατηρήσουν και να προωθήσουν τον πολιτισμό των «Τούρκων της δυτικής Θράκης», να δημιουργήσουν δεσμούς φιλίας και αλληλεγγύης μεταξύ τους και να συνεισφέρουν στην προώθηση των πολιτισμικών, κοινωνικών και θρησκευτικών μεταρρυθμίσεων που επήλθαν στην Τουρκία, μετά την αλλαγή του καθεστώτος από τον Κεμάλ Ατατούρκ. Το σωματείο επίσης, δραστηριοποιήθηκε πολιτισμικά και αθλητικά. Το 1936, το Πρωτοδικείο Ξάνθης έκανε δεκτή την αίτηση του για την αλλαγή του ονόματός του σε «Τουρκική Ένωση Ξάνθης» (απόφαση αρ. 122/1936). Στις 2.12.1983, το ίδιο Πρωτοδικείο έκανε δεκτή την αίτηση του νομάρχη Ξάνθης (στις 29.11.1983) να απαγορευτεί στο σωματείο η χρήση του όρου «τουρκικός» σε κάθε έγγραφο και σφραγίδα του (απόφαση αρ. 561/1983).
[10-15]. Εξάλλου, στις 30.1.1984, ο νομάρχης Ξάνθης έκανε εκ νέου αίτηση στο Πρωτοδικείο Ξάνθης για τη διάλυση του σωματείου, διότι όσα όριζε το καταστατικό του αποτελούσαν προσβολή στη δημόσια τάξη. Στις 11.3.1986, η αίτηση έγινε δεκτή και διατάχθηκε η διάλυση του σωματείου, διότι το καταστατικό του αναφέρονταν στις πολιτισμικές, κοινωνικές και θρησκευτικές μεταρρυθμίσεις, που είχαν γίνει στην Τουρκία, μετά την αλλαγή του καθεστώτος που είχε ιδρύσει ο Ατατούρκ, χωρίς να εξηγεί ακριβώς τις αλλαγές αυτές, με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση το Εφετείο να εκτιμήσει, αν βρίσκονται σε συμφωνία με τις θεμελιακές αρχές της ελληνικής πολιτείας (απόφαση αρ. 36/1986). Στις 20.8.1986, το σωματείο άσκησε έφεση κατά της ως άνω απόφασης, και στις 18.2.1997 ζήτησε από το Εφετείο Θράκης τον ορισμό ακρόασης. Το Εφετείο, στις 19.3.1999, επιβεβαίωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνοντας ότι οι σκοποί που αναφέρονταν στο καταστατικό, και η χρήση του όρου «τουρκικός» αντιβαίνουν στη δημόσια τάξη (απόφαση αρ. 117/1999). Στις 15.6.1999, το σωματείο έκανε αίτηση αναίρεσης, και στις 8.12.2000, ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση για μη επαρκή αιτιολογία και επέστρεψε την υπόθεση στο Εφετείο Θράκης (απόφαση αρ. 1530/2000). Το Εφετείο, στις 25.1.2002, επιβεβαίωσε και πάλι την απόφαση του Πρωτοδικείου, κρίνοντας ότι οι σκοποί που αναφέρονταν στο καταστατικό, καθώς και οι δραστηριότητες του σωματείου δεν ήταν συμβατές με την εσωτερική δημόσια τάξη. Ειδικότερα, έκρινε ότι το σωματείο θεωρούσε τα μέλη του Τούρκους, και όχι «μουσουλμάνους με ελληνική υπηκοότητα», όπως είχε αναγνωριστεί με τη Συνθήκη της Λοζάννης, πολυμερής διεθνής συνθήκη που υπογράφηκε το 1923, από την Ελλάδα και την Τουρκία, μεταξύ άλλων. Επιπλέον, έκρινε, ότι το σωματείο στόχευε στο να διαδώσει στην Ελλάδα τουρκικά ιδανικά, όπως είχαν καθοριστεί από τον Κεμάλ Ατατούρκ κατά τη διάρκεια της διακήρυξης της Τουρκικής Δημοκρατίας. Κάνοντας αυτό, όμως, διέφερε από άλλα σωματεία, αναγνωρισμένα στην Ελλάδα, που τα μέλη τους ανήκουν σε εθνικές μειονότητες, επειδή αυτά στόχευαν μόνο, στο να διατηρήσουν τα πολιτισμικά τους έθιμα και παραδόσεις. Επίσης, κάποια μέλη του σωματείου, συμπεριλαμβανομένου του προέδρου του, παρουσίαζαν τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης ως μια «τουρκική μειονότητα, ιδιαίτερα καταπιεσμένη». Ειδικότερα, ο πρόεδρος του σωματείου είχε συμμετέχει σε ένα συνέδριο που διοργάνωσε η Επιτροπή του τουρκικού Κοινοβουλίου για τα δικαιώματα του ανθρώπου, καθώς και σε ένα διεθνές συνέδριο που διοργάνωσε η «Ομοσπονδία των Τούρκων της Δυτικής Θράκης», όπου είχε αποφασιστεί να ενημερωθεί η κοινή γνώμη για το γεγονός ότι η ελληνική διοίκηση καταπίεζε τα δικαιώματα των «Τούρκων της δυτικής Θράκης». Τέλος, το Εφετείο σημείωσε ότι σε ένα άρθρο του σωματείου στην τουρκική εφημερίδα «Hürriyet», γινόταν αναφορά στους «Τούρκους της δυτικής Θράκης» που υπερασπίζονται την ταυτότητά τους σε οποιαδήποτε περίπτωση. Το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, αν υποτεθεί ότι το σωματείο δεν στόχευε, με τον τίτλο του, να κάνει αναφορά στην καταγωγή των μελών του, τότε, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ένα διαφορετικό όρο, από τον όρο «τουρκικό σωματείο» (απόφαση αρ. 31/2002).
Στις 8.4.2002 το σωματείο έκανε αίτηση αναίρεσης (…), και στις 5.12.2003, το αρμόδιο τμήμα του Αρείου Πάγου παρέπεμψε την αίτηση στην Ολομέλεια, λόγω σπουδαιότητας (απόφαση αρ. 1549/2003). Η ολομέλεια, στις 7.2.2005, απέρριψε την αίτηση αναίρεσης, κρίνοντας ότι η απόφαση αρ. 31/2002 του Εφετείου Θράκης ήταν επαρκώς αιτιολογημένη, ότι οι σκοποί του σωματείου και οι δραστηριότητές του ήταν αντίθετοι στη δημόσια τάξη και ότι κατά συνέπεια ήταν απαραίτητη η διάλυσή του (απόφαση αρ. 4/2005).
II. ΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΙΣΧΥΟΝ ΔΙΚΑΙΟ
Α. Το Σύνταγμα
17. Το άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος ορίζει: «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου».
18. Το άρθρο 12 § 1 του Συντάγματος ορίζει: «Οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνιστούν ενώσεις και μη κερδοσκοπικά σωματεία, τηρώντας τους νόμους, που ποτέ όμως δεν μπορούν να εξαρτήσουν την άσκηση του δικαιώματος αυτού από προηγούμενη άδεια».
B. Ο Αστικός Κώδικας
19. Άρθρο 78 – Σωματείο «Ένωση προσώπων που επιδιώκει σκοπό μη κερδοσκοπικό αποκτά προσωπικότητα όταν εγγραφεί σε ειδικό δημόσιο βιβλίο (σωματείο) που τηρείται στο πρωτοδικείο της έδρας του. Για να συσταθεί σωματείο χρειάζονται είκοσι τουλάχιστον πρόσωπα». Άρθρο 79 – Αίτηση για την εγγραφή σωματείου «Για την εγγραφή του σωματείου στο βιβλίο οι ιδρυτές ή η διοίκησή του σωματείου υποβάλλουν αίτηση στο πρωτοδικείο. Στην αίτηση επισυνάπτεται η συστατική πράξη, τα ονόματα των μελών της διοίκησης και το καταστατικό με τις υπογραφές των μελών και με χρονολογία». Άρθρο 80 – Καταστατικό σωματείου «Το καταστατικό, για να είναι έγκυρο, πρέπει να καθορίζει: 1. το σκοπό, την επωνυμία και την έδρα του σωματείου 2. τους όρους της εισόδου, της αποχώρησης και της αποβολής των μελών, καθώς και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους (…)». Άρθρο 81 – Απόφαση για την εγγραφή του σωματείου «Αν συντρέχουν οι νόμιμοι όροι, το πρωτοδικείο δέχεται την αίτηση και διατάζει (…)». Άρθρο 105 – Διάλυση του σωματείου «Με απόφαση του πρωτοδικείου μπορεί να διαλυθεί το σωματείο, αν το ζητήσει η διοίκησή του ή το ένα πέμπτο των μελών του ή η εποπτεύουσα αρχή (…) 3) αν το σωματείο επιδιώκει σκοπό διαφορετικό από εκείνον που καθορίζει το καταστατικό ή αν ο σκοπός ή η λειτουργία του σωματείου έχουν καταστεί παράνομοι ή ανήθικοι ή αντίθετοι προς τη δημόσια τάξη».
Γ. Ο κώδικας πολιτικής δικονομίας
20. Άρθρο 106 «Το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και οι αιτήσεις που υποβάλουν (…)». Άρθρο 108 «Οι διαδικαστικές πράξεις ενεργούνται με πρωτοβουλία και επιμέλεια των διαδίκων (…)».
Γ. ΝΟΜΙΚΟ ΜΕΡΟΣ
I. ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 § 1 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
21. Οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι η διάρκεια της διαδικασίας παραβιάζει την αρχή της εύλογης προθεσμίας. Επιπλέον, θεωρούν ότι παραβιάστηκε η ισότητα κατά την διαδικασία που οδήγησε στην απόφαση αρ. 561/1983 του Πρωτοδικείου Ξάνθης. Επικαλούνται το άρθρο 6 της Συνθήκης, το οποίο ορίζει σχετικά:
«Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια (…) και εντός λογικής προθεσμίας, από ένα δικαστήριο (…), που θα αποφασίσει (…) επί των αμφισβητήσεων των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών του αστικής φύσης (…)».
A. Επί της διάρκειας της διαδικασίας
22. Η κυβέρνηση θεωρεί ότι η συμπεριφορά των αιτούντων συνεισέφερε πολύ στην επιμήκυνση της διάρκειας της διαδικασίας, καθώς το σωματείο έκανε 11 χρόνια και 4 μήνες για να ζητήσει από το Εφετείο να ορίσει ακρόαση. Έτσι, καμιά καθυστέρηση δεν μπορεί να χρεωθεί στις δικαστικές αρχές, που μεταχειρίστηκαν την υπόθεση με επιμέλεια.
23. Οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι η ευθύνη της υπερβολικής διάρκειας της διαδικασίας βαρύνει την κυβέρνηση, και δικαιολογούν την καθυστέρησή τους να ζητήσουν τον ορισμό της ακρόασης έφεσης, στην έλλειψη οικονομικών πηγών.
1. Επί του παραδεκτού.
[…]
2. Επί της ουσίας
27. Ο εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας της διαδικασίας εκτιμάται, σύμφωνα με τις συγκεκριμένες καταστάσεις και σύμφωνα με τα κριτήρια που η νομολογία του Δικαστηρίου έχει διαμορφώσει. Ειδικότερα, σύμφωνα με την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, τη συμπεριφορά του αιτούντα και των αρμόδιων αρχών, καθώς και το διακύβευμα της υπόθεσης για τους ενδιαφερόμενους (βλ. Frydlender c. France [GC], no 30979/96, § 43, CEDH 2000-VII).
28. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι, όσον αφορά το σωματείο, η δικαστική διαδικασία ξεκίνησε στις 30.1.1984 στο Πρωτοδικείο Ξάνθης, και έληξε στις 7.2.2005, με την απόφαση αρ. 4/2005 του Αρείου Πάγου. Διήρκεσε λοιπόν περισσότερο από 20 έτη για τρεις βαθμούς δικαιοδοσίας. Φυσικά, λαμβάνεται υπόψη, ότι το σωματείο έκανε περισσότερο από 11 χρόνια για να ζητήσει από το Εφετείο να ορίσει ακρόαση, επομένως, οι εθνικές αρχές δεν μπορούν να είναι υπεύθυνες για την καθυστέρηση αυτή. Παρόλα αυτά, ακόμα και αν για την περίοδο αυτή ευθύνεται το σωματείο, η όλη διαδικασία για την οποία το κράτος είναι υπεύθυνο, κράτησε περίπου 10 χρόνια για τρεις βαθμούς δικαιοδοσίας. Για το Δικαστήριο, μια τέτοια καθυστέρηση δεν μπορεί να θεωρηθεί εύλογη, για μια διαδικασία που δεν παρουσιάζει κάποια ιδιαίτερη πολυπλοκότητα.
29. Επιπλέον, ακόμη και στην περίπτωση που, όπως στη συγκεκριμένη, η διαδικασία διέπεται από την αρχή της πρωτοβουλίας των διάδικων μερών, η έννοια της «εύλογης καθυστέρησης» απαιτεί από τα δικαστήρια να τηρούν ισότιμα την εξέλιξη της διαδικασίας, και να είναι πιο προσεκτικά αναφορικά με τα διαστήματα χρόνου ανάμεσα σε δύο δικαστικές ακροάσεις (βλ. Roïdakis c. Grèce, no 7629/05, § 18, 21.6.2007).
30. Λαμβάνοντας υπόψη τη νομολογία του στο συγκεκριμένο θέμα, το Δικαστήριο εκτιμά, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, η διάρκεια της διαδικασίας είναι υπερβολική και δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της «εύλογης καθυστέρησης». Για το λόγο αυτό, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.
B. Επί της ισότητας της διαδικασίας
[31-32]. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η διαδικασία για να απαγορευτεί στο σωματείο η χρήση του όρου «τουρκικός» σε κάθε έγγραφο και σφραγίδα του, διακρίνεται από τη διαδικασία που ξεκίνησε στις 30.1.1984, και η οποία έληξε με την απόφαση αρ. 4/2005 του Αρείου Πάγου. Η διαδικασία στη συγκεκριμένη περίπτωση έληξε στις 2.12.1983, με την απόφαση αρ. 561/1983, δηλαδή παραπάνω από 6 μήνες πριν τις 15 Ιουλίου 2005, ημερομηνία με την οποία εισήχθη η παρούσα αίτηση. Επομένως, το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 35 §§ 1, 4 της Σύμβασης.
II. ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 9, 10 ΚΑΙ 11 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
33. Οι αιτούντες θεωρούν ότι με τη διάλυση του σωματείου οι εθνικές αρχές προσέβαλαν τα δικαιώματά τους, υπό τα άρθρα 9, 10 και 11 της Συνθήκης, καθώς και υπό το άρθρο 27 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα.
34. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι μπορεί να εξετάσει μόνο αιτήσεις που αναφέρονται σε παραβίαση ενός από τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που κατοχυρώνει η ΕΣΔΑ και τα πρωτόκολλά της, και ότι δεν είναι αρμόδιο να εξετάσει τις αιτήσεις που είναι σχετικές με παραβιάσεις άλλων διεθνών κειμένων ή διατάξεων του εσωτερικού δικαίου.
35. Εξάλλου, θα εξετάσει την αίτηση, μόνο υπό το φως του άρθρου 11 που φαίνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση να είναι lex specialis σε σχέση με τα δικαιώματα που εγγυώνται τα άρθρα 9 και 10 της Σύμβασης. Σύμφωνα με το άρθρο 11:
«1. Καθένας έχει δικαίωμα στην ελευθερία της ειρηνικής συνάθροισης και στην ελευθερία της συνένωσης, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος να ιδρύει μαζί με άλλους συνδικαλιστές, και να γίνεται μέλος, σε συνδικάτα, για την υπεράσπιση των συμφερόντων του. 2. Η άσκηση των δικαιωμάτων του δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο άλλων περιορισμών εκτός αυτών που προβλέπονται από το νόμο και συνιστούν απαραίτητα μέτρα σε μια δημοκρατική κοινωνία για την εθνική και δημόσια ασφάλεια, την υπεράσπιση της τάξης και την πρόληψη του εγκλήματος, για την προστασία της υγείας ή της ηθικής, ή για την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των άλλων. Το παρόν άρθρο δεν απαγορεύει καθόλου νόμιμους περιορισμούς που επιβάλλονται στην άσκηση των δικαιωμάτων αυτών από τις ένοπλες δυνάμεις, την αστυνομία και ή την κρατική διοίκηση».
Α. Επί του παραδεκτού.
[…]
B. Επί της ουσίας
1. Οι θέσεις των μερών
41. Η κυβέρνηση τονίζει ότι η ελευθερία της συνένωσης δεν είναι απόλυτη. Επικαλούμενη τη Συνθήκη της Λοζάννης που αναγνωρίζει μόνο μια θρησκευτική μειονότητα, δηλαδή τους «μουσουλμάνους ελληνικής υπηκοότητας», και όχι μια εθνική μειονότητα στην ελληνική επικράτεια, βεβαιώνει ότι οι εθνικές αρχές είχαν δικαίωμα να προχωρήσουν στη διάλυση του σωματείου, διότι ο τίτλος του δημιουργούσε σύγχυση και αμφιβολία αναφορικά με την υπηκοότητα των μελών του. Η κυβέρνηση εκτιμά ότι το εφετείο, ορθά έκρινε ότι ο σκοπός και η λειτουργία του σωματείου ήταν αντίθετα στη δημόσια τάξη, από τη στιγμή που επιδίωκε να διαδώσει την ιδέα της ύπαρξης μιας τουρκικής μειονότητας στα πλαίσια του ελληνικού κράτους και να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα ενός τρίτου κράτους, της Τουρκίας. Για την κυβέρνηση, η αναφορά στο καταστατικό του σωματείου στον όρο «τουρκικός» δεν στοχεύει στο να θυμίσει την μακρινή καταγωγή των μελών του, αλλά να τους ταυτοποιήσει ως μέλη μιας τουρκικής μειονότητας στην Ελλάδα. Θεωρεί, επιπλέον, ότι το Εφετείο θεμελίωσε τις κρίσεις του σε πραγματικά γεγονότα, δηλαδή, στην δραστηριότητα συγκεκριμένων μελών του σωματείου, συμπεριλαμβανομένου του προέδρου του, που παρουσιάζει την μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης ως μια «τουρκική μειονότητα έντονα καταπιεσμένη». Σύμφωνα με την κυβέρνηση, τίποτε δεν απαγορεύει στους αιτούντες, ούτε σε άλλους έλληνες κατοίκους με μουσουλμανική θρησκεία, να δημιουργήσουν ένα σωματείο που να σέβεται τη νομιμότητα, και του οποίου ο τίτλος να μη δημιουργεί αμφιβολία για την ταυτότητα και στους σκοπούς των μελών του. Η κυβέρνηση καταλήγει ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τηρήθηκε η αρχή της αναλογικότητας, λαμβάνοντας υπόψη το περιθώριο εκτίμησης, που διαθέτουν τα ελληνικά δικαστήρια, εφόσον πρόκειται για ζητήματα που αφορούν τη δημόσια τάξη.
42. Οι αιτούντες, ισχυρίζονται καταρχήν, ότι η Συνθήκη της Λοζάννης δεν απαγορεύει στις μειονότητες να αυτοκαθοριστούν με το επίθετο «τουρκικός». Κατά δεύτερον, σημειώνουν ότι η αναφορά στο καταστατικό του πρώτου αιτούντα σωματείου στις «αρχές του Ατατούρκ» είναι στην πραγματικότητα, μια αναφορά στις αρχές του κοσμικού κράτους, της ισότητας των δύο φύλων και στα θεμέλια μια δημοκρατικής κοινωνίας. Τέλος, θεωρούν ότι τα μέλη της διοίκησης του σωματείου δεν διώχθηκαν ποτέ δικαστικά, λόγω δραστηριοτήτων δήθεν παράνομων, όπως βεβαιώνει η κυβέρνηση.
2. Η εκτίμηση του Δικαστηρίου
α) Γενικές αρχές
43. Το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι το δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 11 περιλαμβάνει το δικαίωμα ίδρυσης ενός σωματείου. Η δυνατότητα των πολιτών να συστήσουν ένα νομικό πρόσωπο, προκειμένου να δράσουν συλλογικά σε ένα τομέα δημοσίου συμφέροντος, συνιστά μια από τις πιο σημαντικές πλευρές του δικαιώματος στην ελευθερία της συνένωσης, που χωρίς αυτή, το δικαίωμα θα στερούνταν κάθε σημασίας. Αν και το Δικαστήριο έχει συχνά αναφέρει τον ουσιαστικό ρόλο που διαδραματίζουν τα πολιτικά κόμματα για τη διατήρηση του πλουραλισμού και της δημοκρατίας, οι ενώσεις που δημιουργούνται για άλλους σκοπούς, ειδικά για την προστασία της πολιτισμικής η πνευματικής κληρονομιάς, την επιδίωξη διαφορετικών κοινωνικών ή οικονομικών στόχων, την αναζήτηση μιας εθνικής ταυτότητας ή τη βεβαίωση μιας μειονοτικής συνείδησης είναι εξίσου σημαντικά για την καλή λειτουργία της δημοκρατίας (Gorzelik et autres c. Pologne [GC], no 44158/98, § 92, CEDH 2004‑I).
44. Ο τρόπος με τον οποίο η εθνική νομοθεσία κατοχυρώνει αυτή την ελευθερία και η πρακτική εφαρμογή της από τις αρχές, είναι, επομένως, ενδεικτικές του δημοκρατικού καθεστώτος στο συγκεκριμένο κράτος. Βεβαίως, τα κράτη διαθέτουν ένα περιθώριο εκτίμησης για τη συμβατότητα του σκοπού και των δραστηριοτήτων ενός σωματείου με τους κανόνες της νομοθεσίας, αλλά θα πρέπει να το ασκούν με τρόπο, που να είναι συμβατός με τις υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει υπό την ΕΣΔΑ και υπό την επιφύλαξη του ελέγχου του Δικαστηρίου.
45. Κατά συνέπεια, οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 11 θα πρέπει να ερμηνεύονται στενά, και μόνο πειστικοί και επιτακτικοί λόγοι μπορούν να δικαιολογήσουν τους περιορισμούς στην ελευθερία της συνένωσης. Για να κριθεί, σε μια τέτοια περίπτωση, η ύπαρξη αναγκαιότητας υπό την έννοια του άρθρου 11 παρ. 2, τα κράτη διαθέτουν ένα μειωμένο περιθώριο διακριτικής εκτίμησης, το οποίο περιορίζεται διπλά από έναν έντονο ευρωπαϊκό έλεγχο, τόσο στη νομοθεσία, όσο και στις αποφάσεις που την εφαρμόζουν, συμπεριλαμβανομένων αυτών που λαμβάνονται από ανεξάρτητα δικαστήρια (Gorzelik et autres c. Pologne, § 96).
46. Όταν ασκεί τον έλεγχο αυτό, το Δικαστήριο δεν έχει ως έργο να υποκατασταθεί στις αρμόδιες δικαιοδοτικές εθνικές αρχές, αλλά να βεβαιώσει, υπό την οπτική του άρθρου 11, ότι οι αποφάσεις έχουν ληφθεί, εντός του πλαισίου του περιθωρίου εκτίμησης. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι θα περιοριστεί στο να ερευνήσει μόνο, αν το κράτος έχει χρησιμοποιήσει αυτή την εξουσία εύλογα, με προσοχή, και καλή πίστη. Θα πρέπει να εξετάσει τη συγκεκριμένη επέμβαση, και με βάση όλη την υπόθεση, να καθορίσει, αν ήταν «ανάλογη στον επιδιωκόμενο νόμιμο σκοπό» και αν οι σκοποί που επιδίωκαν οι εθνικές αρχές για να τη δικαιολογήσουν, είναι σχετικοί και επαρκείς. Κάνοντας αυτό, το Δικαστήριο πρέπει να πειστεί ότι οι εθνικές αρχές εφάρμοσαν κανόνες συμβατούς με τις αρχές που κατοχυρώνονται στο άρθρο 11 και, στηρίχτηκαν, επιπλέον, σε μια αποδεκτή εκτίμηση των σχετικών γεγονότων (Sidiropoulos et autres c. Grèce, 10.8.1998, Recueil des arrêts et décisions 1998-IV, p. 1614, § 40, Bekir-Ousta et autres c. Grèce, no 35151/05, § 39, 11.10.2007).
β) Εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση των ως άνω αρχών
47. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν αμφισβητείται από τα μέρη, ότι η διάλυση του σωματείου συνιστά επέμβαση των αρχών στην άσκηση του δικαιώματος των αιτούντων στην ελευθερία της συνένωσης. Αυτή η επέμβαση «προβλέπεται στο νόμο», στο άρθρο 105 του Αστικού Κώδικα, που επιτρέπει στα δικαστήρια να διατάξουν τη διάλυση ενός σωματείου, αν κρίνουν ότι παραβιάζονται οι διατάξεις του καταστατικού του. Εξάλλου, το Δικαστήριο δέχεται, ότι η επίμαχη επέμβαση είχε νόμιμο σκοπό, υπό το φως του άρθρου 11 παρ. 2 της Συνθήκης, δηλαδή την προστασία της δημόσιας τάξης.
48. Επομένως, αυτό που μένει να εξεταστεί είναι αν η επίμαχη επέμβαση ήταν «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία» για την επίτευξη του επιδιωκόμενου νόμιμου σκοπού. Το Δικαστήριο θυμίζει στο σημείο αυτό, ότι το επίθετο «αναγκαίο» υπονοεί μια «επιτακτική κοινωνική ανάγκη» (Gorzelik et autres c. Pologne, précité, § 95). Όταν το Δικαστήριο εξετάζει την αναγκαιότητα μιας επέμβασης στην ελευθερία της συνένωσης, όπως είναι η διάλυση μιας πολιτικής οργάνωσης (Parti socialiste de Turquie (STP) et autres c. Turquie, no 26482/95, 12.11. 2003) ή η άρνηση της εγγραφής ενός σωματείου (Organisation macé
49. Το Δικαστήριο, επιπλέον, σημειώνει το δραστικό χαρακτήρα του περιοριστικού μέτρου στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή τη διάλυση του σωματείου. Για το λόγο αυτό, θα ασκήσει έναν έντονο έλεγχο στην αναγκαιότητα αυτού του περιορισμού, προκειμένου να καθορίσει, αν οι δικαστικές εθνικές αρχές εφάρμοσαν κανόνες συμβατούς με τις αρχές που κατοχυρώνονται από το άρθρο 11 της Συνθήκης, θεμελιώνοντας την κρίση τους σε μια αποδεκτή εκτίμηση των σχετικών γεγονότων (Stankov et Organisation macé
50. Αναφορικά με τους στόχους του σωματείου, όπως προκύπτουν από το καταστατικό του, το Δικαστήριο σημειώνει ότι τα εσωτερικά δικαστήρια έλαβαν υπόψη, ότι η αναφορά του όρου «τουρκικός» στον τίτλο και στο καταστατικό του, καθώς και η αναφορά στα ιδανικά του Κεμάλ Ατατούρκ, αντιβαίνουν στη δημόσια τάξη. Ειδικότερα, το Εφετείο έκρινε ότι το σωματείο θεωρούσε τα μέλη του ως Τούρκους και όχι ως «μουσουλμάνους ελληνικής υπηκοότητας», όπως αναγνωρίζει η Συνθήκη της Λοζάννης.
51. Το Δικαστήριο θεωρεί, ότι δεν ανήκει στην αρμοδιότητά του να εκτιμήσει το βάρος που αποδίδει το κράτος στα ερωτήματα σχετικά με τη μουσουλμανική μειονότητα στη Δυτική Θράκη. Δεν θεωρεί, καθόλου, ωστόσο, ότι μόνο ο τίτλος και η χρήση του όρου «τουρκικός» στο καταστατικό του σωματείου αρκούσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για να καταλήξει στην επικινδυνότητα του σωματείου για τη δημόσια τάξη. Έτσι, τα εθνικά δικαστήρια δεν τοποθέτησαν τη χρήση των όρων αυτών στο πλαίσιό τους, όπως αυτό προκύπτει από το ίδιο το καταστατικό του σωματείου. Πράγματι, οι σκοποί του σωματείου στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως αναφέρονται στο καταστατικό, συνίστανται στο να προωθήσουν και να αναπτύξουν τον πολιτισμό των «Τούρκων της δυτικής Θράκης» και να δημιουργήσουν δεσμούς φιλίας και αλληλεγγύης μεταξύ τους. Για να επιτύχει το στόχο αυτό, το σωματείο επιδίδεται σε πολιτισμικές και αθλητικές δραστηριότητες. Κατά συνέπεια, προκύπτει από το καταστατικό του, ότι επιδίωκε ειρηνικούς σκοπούς με στόχο να ενδυναμώσει τους πολιτισμικούς δεσμούς ανάμεσα στα μέλη μιας μειονότητας. Το Δικαστήριο, έχει ήδη δεχτεί πως η εδαφική ακεραιότητα, η εθνική ασφάλεια και η δημόσια τάξη δεν μπορούν να απειληθούν από τη λειτουργία ενός σωματείου, του οποίου ο σκοπός είναι να προωθήσει τον πολιτισμό μιας περιοχής, ακόμα και αν υποτεθεί ότι στοχεύει εν μέρει να προωθήσει τον πολιτισμό μιας μειονότητας. Η ύπαρξη των μειονοτήτων και των διαφορετικών πολιτισμών σε μια χώρα συνιστούν ένα ιστορικό γεγονός που μια δημοκρατική κοινωνία θα έπρεπε όχι μόνο να ανέχεται, αλλά και να προστατεύει και να υποστηρίζει, σύμφωνα με τις αρχές του διεθνούς δικαίου (Sidiropoulos et autres c. Grèce, p. 1615, § 41).
52. Επιπλέον, το Δικαστήριο, δεν μπορεί παρά να λάβει υπόψη του ότι το σωματείο είχε συσταθεί το 1927 υπό τον τίτλο «Στέγη της τουρκικής νεολαίας Ξάνθης» και ότι στη συνέχεια το 1936 το Πρωτοδικείο Ξάνθης ικανοποίησε το αίτημά του να αλλάξει το όνομά του σε «Τουρκική Ένωση Ξάνθης». Σημειώνει, δε, ότι εκείνη τη χρονική περίοδο τα εθνικά δικαστήρια δεν θεώρησαν ότι υπήρχε κάποιο στοιχείο, που να προκύπτει είτε από τον τίτλο, είτε από το καταστατικό του, που θα μπορούσε να διασαλεύσει τη δημόσια τάξη. Επιπλέον, το σωματείο κατά τη διάρκεια μισού αιώνα σχεδόν, επιδίωξε τις δραστηριότητές του χωρίς κανένα εμπόδιο, μέχρι τη δικαστική διάλυσή του το 1983, ενώ, είναι σημαντικό ότι σε όλη τη διάρκεια της ύπαρξής του, σε τίποτα δεν διαφάνηκε, ότι το καταστατικό του, υπέκρυπτε διαφορετικούς σκοπούς και προθέσεις από εκείνες που διακήρυττε δημόσια.
53. Πράγματι, το Δικαστήριο εκτιμά ότι, ακόμη κι αν υποτεθεί, ότι ο πραγματικός και μοναδικός σκοπός του σωματείου ήταν να προωθήσει την ιδέα ότι υπάρχει στην Ελλάδα μια εθνική μειονότητα, αυτό δεν θα μπορούσε καθαυτό να συνιστά απειλή για μια δημοκρατική κοινωνία. Αυτό, δε, είναι ακόμη πιο αληθές, όταν τίποτα στο καταστατικό του δεν έδειχνε ότι τα μέλη του προωθούσαν την προσφυγή στη βία ή σε αντιδημοκρατικά ή αντισυνταγματικά μέσα.
54. Πρέπει λοιπόν να εξεταστεί, αν το σωματείο επιδίδονταν σε δραστηριότητες ικανές να προσβάλουν τη δημόσια τάξη, την εδαφική ακεραιότητα, ή να θέσουν σε κίνδυνο τις δημοκρατικές αξίες. Το Δικαστήριο σημειώνει, ότι το Εφετείο Θράκης εκτίμησε ως σχετικά στοιχεία τη συμμετοχή του προέδρου του σωματείου σε συνέδρια οργανωμένα από τις τουρκικές αρχές και από την «Ομοσπονδία των Τούρκων της δυτικής Θράκης» και τη δημοσίευση ενός άρθρου σε μια τουρκική εφημερίδα που έκανε αναφορά στους «Τούρκους της δυτικής Θράκης», για να καταλήξει, ότι το σωματείο παρουσίαζε τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης ως μια «τουρκική μειονότητα πολύ έντονα καταπιεσμένη».
55. Το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι, από τα στοιχεία αυτά μπορεί να συναχθεί, ότι το σωματείο επιδίδονταν σε δραστηριότητες ικανές να επαληθεύσουν, πως το πρόγραμμά του υπέκρυπτε διαφορετικές προθέσεις και στόχους από εκείνους που διακήρυττε δημόσια. Αντίθετα, οι δραστηριότητες στις οποίες αναφέρεται το Εφετείο Θράκης επιβεβαιώνουν μόνο το γεγονός ότι το σωματείο επικαλούνταν μια μειονοτική συνείδηση, γεγονός που δεν μπορεί καθαυτό να δικαιολογήσει μια επέμβαση στην άσκηση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει το άρθρο 11 (Stankov et Organisation macé
56. Επιπλέον, δεν προκύπτει από το φάκελο, ότι ο πρόεδρος ή τα μέλη του σωματείου επικαλέστηκαν ποτέ την προσφυγή στη βία ή την εξέγερση, ή προέβησαν σε άλλη μορφή απόρριψης των δημοκρατικών αρχών, κάτι που θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη (Parti de la liberté et de la démocratie (ÖZDEP) c. Turquie [GC], n 23885/94, § 40, CEDH 1999‑VIII). Το να έχει ως στόχο, ένα σωματείο, να συζητά δημόσια, για το είδος της ταυτότητας ενός μέρους του πληθυσμού σε ένα κράτος, όπως προκύπτει από τις δραστηριότητες του προέδρου του σωματείου, δεν αρκεί για να επιβληθεί ένας περιορισμός τόσο δραστικός, όπως η διάλυσή του. Το δικαίωμα να εκφράζει κανείς τις απόψεις του μέσω της ελευθερίας της συνένωσης (Stankov et Organisation macé
57. Στο φως όλων όσων προηγήθηκαν, το Δικαστήριο καταλήγει ότι οι εθνικές αρχές ξεπέρασαν το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας που είχαν, και ότι η διάλυση του πρώτου σωματείου δεν ήταν αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία. Επομένως, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 11 της Σύμβασης.
ΙII. Επί της παραβίασης του άρθρου 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 11
58. Οι αιτούντες παραπονιούνται ότι η διάλυση του σωματείου, λόγω της χρήσης του όρου «τούρκος», συνιστά δυσμενή διάκριση σε σχέση με άλλα σωματεία που αναγνωρίζονται από τις εθνικές αρχές και των οποίων τα μέλη ανήκουν σε μια εθνική μειονότητα. Επικαλούνται το άρθρο 14 της Σύμβασης, που ορίζει ότι:
«Η απόλαυση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στη Σύμβαση θα πρέπει να διασφαλίζεται, χωρίς καμία διάκριση, ιδίως λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής καταγωγής, λόγω της ένταξης σε μια εθνική μειονότητα, περιουσίας, γέννησης ή οποιασδήποτε άλλης κατάστασης».
[…]
61. Η κυβέρνηση σημειώνει ότι οι αρμόδιες αρχές προχώρησαν στη διάλυση του σωματείου, βασιζόμενες όχι στην εθνική καταγωγή των μελών του, αλλά λόγω του τίτλου και του καταστατικού του, που υπονοούν την ύπαρξη μια τουρκικής μειονότητας στην ελληνική επικράτεια, κάτι που θεώρησαν αντίθετο στη Συνθήκη της Λοζάννης και στη δημόσια τάξη.
62. Οι αιτούντες βεβαιώνουν ότι άλλα σωματεία, που ιδρύονται από πρόσωπα που ανήκουν σε άλλες μειονότητες, όπως «Το σωματείο των Ελλήνων γυναικών» ή σωματεία που ιδρύονται από Ρομ ή Πομάκους, γίνονται ανεκτά από τις δημόσιες αρχές.
63. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι αυτό το παράπονο σχετίζεται με τα ίδια γεγονότα που εξετάστηκαν υπό το άρθρο 11 της Σύμβασης (Sidiropoulos et autres c. Grèce, précité, p. 1619, § 52), και δεδομένου του συμπεράσματός του, στο πεδίο του άρθρου αυτού (παρ. 56), εκτιμά ότι δεν υπάρχει λόγος να εξετάσει ξεχωριστά το παράπονο αυτό.
IV. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41
[…]
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο, ομόφωνα:
Κρίνει ότι παραβιάστηκαν τα άρθρα 6 παρ. 1, και 11 της ΕΣΔΑ, και ότι δεν υπάρχει λόγος να εξετάσει χωριστά την παραβίαση του άρθρου 11 σε συνδυασμό με το άρθρο 14. Τέλος, κρίνει ότι το κράτος πρέπει να αποδώσει (…) στο σωματείο το ποσό των 8.000 EUR για ηθική αποζημίωση (…).
Τα πολιτικά δικαιώματα είναι ιστορικά προσδιορισμένα δικαιώματα. Ορισμένα κοινότοπα παραδείγματα μπορούν να τεκμηριώσουν εύκολα αυτήν την «ιστορικότητά» τους, δηλαδή την εξελιξιμότητά τους. Ας υπενθυμίσουμε, λοιπόν, ότι τον 19ο αιώνα, στα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη, η ψήφος δεν ήταν καθολική αλλά περιορισμένη. H Ελλάδα, στην οποία η καθολική ψήφος καθιερώθηκε με το Σύνταγμα του 1864, αποτελούσε τότε μία εξαίρεση. Επίσης, ότι σε μια πρώτη φάση η καθολική ψήφος δεν ίσχυε για τις γυναίκες –στην Ελλάδα μέχρι το 1952. Τέλος, ότι επί μακρόν ίσχυε το υποχρεωτικό της ψήφου, η παράβαση του οποίου συνεπαγόταν συγκεκριμένες κυρώσεις. Σήμερα, το υποχρεωτικό της ψήφου έχει σχεδόν παντού καταργηθεί ή ατονήσει και στην Ελλάδα, όπου εξακολουθεί να ισχύει, αποτελεί πλέον έναν κανόνα χωρίς νομική κύρωση.
Κάτω από αυτό το πρίσμα θα πρέπει να ειδωθεί και η παροχή δικαιώματος ψήφου στους μετανάστες, δηλαδή ως εξέλιξη των πολιτικών δικαιωμάτων, που ανταποκρίνεται στα νέα δεδομένα των σύγχρονων κοινωνιών, και όχι ως αλλοίωση αυτών των δικαιωμάτων, όπως θέλουν να την παρουσιάσουν οι πολέμιοί της. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την εμπειρία άλλων δημοκρατικών χωρών, όπως η Ισπανία, το Βέλγιο, η Ολλανδία, η Δανία, η Σουηδία, η Νορβηγία, οι οποίες έχουν ήδη αναγνωρίσει το δικαίωμα ψήφου των μεταναστών στις αυτοδιοικητικές εκλογές. Φυσικά, μια τέτοια ρύθμιση δεν αρκεί να είναι ιστορικά αναγκαία, αλλά θα πρέπει να εναρμονίζεται με το ισχύον εκάστοτε εθνικό Σύνταγμα, αφού κατά την παρούσα ιστορική φάση η αναγνώριση αυτού του δικαιώματος είναι ζήτημα εθνικού συνταγματικού δικαίου και όχι κοινοτικού ή διεθνούς δικαίου.
Όσον αφορά το ισχύον ελληνικό Σύνταγμα, η παροχή δικαιώματος ψήφου στους μετανάστες στις βουλευτικές εκλογές φαίνεται να αποκλείεται ρητά από το άρθρο 51 παρ. 3 του Συντάγματος, το οποίο προϋποθέτει τη σύνδεση του δικαιώματος της ψήφου με την ελληνική ιθαγένεια. Αυτό το εμπόδιο δεν μπορεί να παρακαμφθεί χωρίς αναθεώρηση του Συντάγματος. H συνταγματική διάταξη που αναφέρεται στις αυτοδιοικητικές εκλογές (άρθρο 102 παρ. 2 του Συντάγματος) κάνει λόγο μόνο για εκλογή των αρχών των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης «με καθολική και μυστική ψηφοφορία».
Άρα, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται να αφήνει περιθώρια για την παροχή του δικαιώματος της ψήφου και στους μετανάστες, εάν αυτό κριθεί σκόπιμο από τον κοινό νομοθέτη. Ωστόσο, το «γραμματικό επιχείρημα» δεν είναι το μόνο, ούτε το πιο κρίσιμο. Θα πρέπει να ληφθεί περαιτέρω υπόψη ότι στην Ελλάδα οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι προεχόντως όργανα δημόσιας διοίκησης, δηλαδή δεν συγκαθορίζουν την πολιτική κατεύθυνση της χώρας. Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί το επιχείρημα ότι η χορήγηση του δικαιώματος ψήφου στους μετανάστες επηρεάζει τη διαμόρφωση της γενικής πολιτικής της χώρας, κάτι το οποίο θα δημιουργούσε πράγματι συνταγματικό πρόβλημα με βάση το ισχύον Σύνταγμα. Από αυτήν την άποψη η αναγνώριση του δικαιώματος ψήφου των μεταναστών στις δημοτικές εκλογές, την οποία προανήγγειλε ο υπουργός Εσωτερικών, δεν συναντά συνταγματικά εμπόδια. H ειδικότερη ρύθμιση αυτού του δικαιώματος και οι προϋποθέσεις άσκησής του είναι ζήτημα δημοκρατικής διαβούλευσης, στην οποία έχουν λόγο και οι κοινότητες των μεταναστών.
* Επίκουρος καθηγητής στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Έθνος», 30.12.2009.
Το σχέδιο νόμου της κυβέρνησης για την πολιτική συμμετοχή των μεταναστών έχει δύο σκέλη. Κι ενώ η συζήτηση έχει επικεντρωθεί στο πρώτο σκέλος, το δεύτερο είναι που γεννά προφανή ζητήματα αντισυνταγματικότητας. Και τα γεννά επειδή στην αναθεώρηση του 2008 δεν αναθεωρήθηκε τελικά, αν και προτάθηκε για αναθεώρηση, το άρθρο 102 παρ. 2. Το πρώτο σκέλος ρυθμίζει υπό ποίες προϋποθέσεις μπορούν οι μετανάστες να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια. Το δεύτερο θεσπίζει για ορισμένες κατηγορίες μεταναστών το δικαίωμα του εκλέγειν στις εκλογές της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης και του εκλέγεσθαι στη θέση δημοτικού συμβούλου, συμβούλου δημοτικού διαμερίσματος ή τοπικού συμβούλου χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη κτήση της ελληνικής ιθαγένειας. Πού βρίσκεται λοιπόν το πρόβλημα; Στο άρθρο 4 παρ. 4 το Σύνταγμα ρητά προβλέπει πως «μόνο Έλληνες πολίτες είναι δεκτοί σε όλες τις δημόσιες λειτουργίες, εκτός από τις εξαιρέσεις που εισάγονται με ειδικούς νόμους».
Δημόσια λειτουργία ενυπάρχει σε κάθε θέση που συνεπάγεται συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας. Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού ασκούν δημόσια εξουσία. Έτσι, τα δικαιώματα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι στην πρωτοβάθμια τοπική αυτοδιοίκηση αποτελούν αναμφισβήτητα συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας λειτουργίας. Επιφυλάσσονται επομένως από το Σύνταγμα μόνο στους Έλληνες πολίτες. Αυτό ισχύει όχι μόνο για το δικαίωμα του εκλέγεσθαι αλλά και για το δικαίωμα του εκλέγειν, που έχει αναμφισβήτητα θεσμική λειτουργικά διάσταση. Βέβαια, το ίδιο άρθρο επιτρέπει την εισαγωγή εξαιρέσεων με «ειδικό» νόμο. Τι σημαίνει όμως αυτό;
Πρώτον, σημαίνει πως για να είναι «ειδικός» ο νόμος, πρέπει η κατηγορία των προσώπων στα οποία αναφέρεται η εξαίρεση να μην είναι ούτε γενική ούτε ευρεία. Πληροί την προϋπόθεση αυτή το νομοσχέδιο; Ασφαλώς όχι.
Δεύτερον, σημαίνει πως ακόμα και όταν προβλέπεται ειδικός νόμος, αυτός πρέπει να είναι συνταγματικά θεμιτός. Πρέπει δηλαδή να μην αντιβαίνει και γενικότερα στο Σύνταγμα. Εδώ λοιπόν προκύπτει κι ένα ακόμη πρόβλημα. Το Σύνταγμα ρητά επιφυλάσσει μόνο στους Έλληνες πολίτες τα δικαιώματα που κατοχυρώνουν την πολιτική συμμετοχή, με κεντρικό παράδειγμα το άρθρο 29 για το δικαίωμα ίδρυσης και συμμετοχής σε πολιτικό κόμμα, χωρίς το οποίο δεν νοείται συμμετοχή σε εκλογές ούτε σε τοπικό επίπεδο.
Και ναι μεν το Σύνταγμα επιτρέπει ερμηνευτικά την επεκτατική εφαρμογή και στους αλλοδαπούς των δικαιωμάτων που θεσπίζει ρητά για τους Έλληνες στο άρθρο 5 παρ. 2 σύμφωνα με το οποίο «όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας…», το άρθρο όμως αυτό αφορά τα ατομικά δικαιώματα (π.χ. το άσυλο κατοικίας…) και όχι τα δικαιώματα πολιτικής συμμετοχής.
Στο πλαίσιο αυτό λοιπόν, υπάρχει αναμφίβολα ζήτημα κατά πόσον το νομοσχέδιο είναι σύμφωνο με το Σύνταγμα. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι στην προηγούμενη αναθεώρηση η ψήφος των μεταναστών στην πρωτοβάθμια αυτοδιοίκηση είχε προταθεί να εισαχθεί με ρητή συνταγματική διάταξη και από τα δύο μεγάλα κόμματα.
* Επίκουρη καθηγήτρια Συγκριτικού Δημοσίου Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα της Κυριακής», 24.1.2010