Author Archives: editor

Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Η επίδραση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, 2013

Καθώς το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διεκδικεί τον έλεγχο της θεμελιακότητας τόσο των ευρωπαϊκών όσο και των εθνικών κανόνων δικαίου, στην ενωσιακή έννομη τάξη έχει διαμορφωθεί ένα σύστημα διάχυτου, παρεμπίπτοντος και συγκεκριμένου ελέγχου της συμβατότητας των εθνικών διατάξεων με το ενωσιακό δίκαιο. Το σύστημα αυτό επιδρά στην οργάνωση, στην οριοθέτηση και στη λειτουργία του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων στο εθνικό δίκαιο.

Η παρούσα μελέτη, επιχειρώντας να συστηματοποιήσει αυτή την επίδραση, καταδεικνύει ότι το ενωσιακό δίκαιο έχει συμβάλει σημαντικά και θα μπορούσε να συμβάλει περαιτέρω σε μία δικαιοκρατική μετεξέλιξη του εθνικού συνταγματικού κράτους. Εκτός από τις προσαρμογές που επιβάλλει στο εθνικό δίκαιο η άμεση και υποχρεωτική εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, η ίδια η εμπειρία τούτης της εφαρμογής γίνεται, για τις εθνικές αρχές και, ιδίως, για τον εθνικό δικαστή, πηγή έμπνευσης για οικειοθελείς προσαρμογές του εθνικού δικαίου που ενισχύουν τις εγγυήσεις του Κράτους Δικαίου, ακόμη και εκτός του πεδίου εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης. Την ίδια στιγμή, όμως, ο λειτουργικός επικαθορισμός των κρατικών οργάνων και των επιμέρους αρμοδιοτήτων τους, προς τον σκοπό της αποτελεσματικής υλοποίησης των στόχων της Ένωσης, κλονίζει, σε μεγάλο βαθμό, την κανονιστική δύναμη του εθνικού Συντάγματος και τη συνοχή της εθνικής έννομης τάξης. Ως προς δε τη βιωσιμότητα του παραδείγματος του συνταγματικού πλουραλισμού, το οποίο φαίνεται να επικρατεί μετά την αποτυχημένη απόπειρα τυπικής συνταγματοποίησης της Ένωσης, γεννώνται σοβαρές αμφιβολίες, καθώς η αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει τις σχέσεις μεταξύ ενωσιακού δικαίου και εθνικού Συντάγματος εντείνεται από τον εμπειρισμό που χαρακτηρίζει τις σχετικές ερμηνευτικές επιλογές του εθνικού δικαστή. Κατά τούτο, στο πλαίσιο ιδίως της εξελισσόμενης δημοσιονομικής κρίσης κρατών μελών της Ευρωζώνης, το ενωσιακό δίκαιο κινδυνεύει να περιπέσει σε παράγοντα συνταγματικής απορρύθμισης, εάν, τελικώς, δεν επιτευχθεί, ως αντιστάθμισμα, η συνοχή της όποιας συνταγματικής δομής προκύπτει από την ώσμωση μεταξύ της εθνικής και της ενωσιακής έννομης τάξης.

Η παρούσα μελέτη δίνει έμφαση στην επίδραση της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων από τα ελληνικά δικαστήρια και, ειδικότερα, από το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο αποτελεί το κατεξοχήν δικαστήριο απονομής συνταγματικής δικαιοσύνης στη χώρα μας και το οποίο, λόγω των αρμοδιοτήτων του, είναι, παραλλήλως, σε θέση να αντλεί το σύνολο σχεδόν της δυνατής επιρροής του ενωσιακού δικαίου. Οι αναπτύξεις συγκριτικού δικαίου προβάλλουν την πολυδιάστατη δυναμική της επίδρασης του ενωσιακού δικαίου στα εθνικά δίκαια των κρατών μελών, αλλά και τον παραδειγματικό χαρακτήρα του ελληνικού συστήματος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων. Οι δε αναφορές στον έλεγχο της συμβατότητας των νόμων με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αναδεικνύουν τις ιδιαιτερότητες του ελέγχου της συμβατότητας τους με το ενωσιακό δίκαιο και συμπληρώνουν μία αναπόσπαστη παράμετρο της πολυπλοκότητας και του πολυεπίπεδου χαρακτήρα του «ευρωπαϊκού συνταγματικού δικαίου».

Καταχώρηση: 05-08-2013     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Τα συνταγματικά ζητήματα του Μνημονίου

Αντώνης Μανιτάκης, ομ. Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ, πρ. Υπουργός

[Αναδημοσίευση από περιοδικό 'Δικαιώματα του Ανθρώπου' 2011] –


H παρούσα μελέτη, που συντάχθηκε και στάλθηκε προς δημοσίευση στο περιοδικό ΔτΑ πριν από την δημοσίευση της απόφασης του ΣτΕ 668/2012, εξετάζει τα συνταγματικά ζητήματα που ανέκυψαν με την υπαγωγή της χώρας μας στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης της Ελλάδος το 2010, και με την δανειοδότησης της ίδιας από τις χώρες της ευρωζώνης και το ΔΝΤ καθώς και με την σύναψη του Μνημονίου Συνεννόησης. Επικεντρώνεται κυρίως στην ένσταση αντισυνταγματικότητας  κατά του «Μνημονίου» καθώς και των νομοθετικών μέτρων που λήφθηκαν εις εκτέλεση ή κατ΄ εφαρμογήν του ίδιου από τον νόμο 3845/2010.

Αναζητώντας την υφή και την δεσμευτικότητα του μνημονίου, επισημαίνεται ότι το τελευταίο  αποτελεί καταρχήν πράξη εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης της ελληνικής οικονομίας και εντάσσεται για το λόγο αυτό σε ένα σύμπλεγμα  αποφάσεων, πράξεων, δηλώσεων, ψηφισμάτων ή ενεργειών του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων της Ευρωζώνης, του Συμβουλίου των Υπουργών του Eurogroup, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και των κρατών-μελών της Ευρωζώνης, που απέβλεπαν αρχικά στην δημοσιονομική εξυγίανση της ελληνικής οικονομίας με την δραστική μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος και στη συνέχεια στην αποπληρωμή του δημόσιου χρέους της.

Από μόνο του συνιστά μιαν άτυπη, διεθνή, προγραμματική συμφωνία δημοσιονομικού χαρακτήρα, που έχει ενστερνιστεί η Κυβέρνηση και την έχει μετουσιώσει σε πρόγραμμα της κυβερνητικής της πολιτικής, σύμφωνα με το άρθρο 82 και 84Σ. Κατά την κρατούσα και ορθότερη άποψη δεν εμπίπτουν οι άτυπες διεθνείς συμφωνίες (τα arrangements ή τα memorandum κ.ά.), όπως είναι τα "Μνημόνια Κατανόησης" στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 28 παρ.1, 2 και 3Σ, αλλά ούτε και σε εκείνο του άρθρου 36  παρ. 2 του Συντάγματος ώστε να απαιτούν κύρωση. Οι συνταγματικές αυτές προβλέψεις αναφέρονται ρητά και αποκλειστικά στην ενσωμάτωση στην εθνική έννομη τάξη "διεθνών συμβάσεων ή διεθνών συνθηκών" και όχι άτυπων διεθνών συμφωνιών, οι οποίες δεν περιέχουν δεσμεύσεις νομικές, αλλά ρυθμίζουν ζητήματα τεχνικά ή πολιτικής φύσεως ή πραγματοποίησης δημόσιων πολιτικών.

Ως μη νομικά κείμενα που δεν περιέχουν κανόνες δικαίου και δεν έχουν επιτακτικό κανονιστικό περιεχόμενο, τα Μνημόνια δεν επάγονται, από τη φύση τους, νομικούς περιορισμούς στην εθνική κυριαρχία ούτε βέβαια έχουν τη νομική ικανότητα να αναγνωρίζουν ή να μεταβιβάζουν, ακόμη και να το θέλουν, σε «όργανα διεθνών οργανισμών αρμοδιότητες που προβλέπονται από το Σύνταγμα». Οι περιορισμοί που επιφέρουν στην εθνική κυριαρχία και στην εξουσία διαμόρφωσης της κυβερνητικής πολιτικής είναι «πραγματικοί» και στηρίζονται καθαρά και ευθέως σε πολιτικούς και οικονομικούς καταναγκασμούς ή εξαναγκασμούς. Η αντίθεση άρα στο Μνημόνιο δεν μπορεί, αν θέλει να είναι ρεαλιστική και αποτελεσματική, να είναι νομική ή δικαστική, αλλά κυρίως και πάνω από όλα πολιτική.

Γι αυτό και η πολιτική ευθύνη χάραξης της εθνικής δημοσιονομικής πολιτικής και γενικότερα οικονομικής πολιτικής εξακολουθεί να ανήκει και να αναλαμβάνεται, τυπικά και συνταγματικά, με βάση τις συνταγματικές προβλέψεις από την ελληνική κυβέρνηση, χωρίς να μπορεί να υποστηριχθεί ότι επήλθε πλήγμα «νομικό» στην κυβερνητική αυτή εξουσία, αφού η εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία ψήφιζε τα νομοθετικά μέτρα με την δέουσα πλειοψηφία.

Για τον λόγο αυτό το Μνημόνιο δεν είναι δυνατόν να γίνει το ίδιο, ως κείμενο «τεχνικών» προβλέψεων, αντικείμενο δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητάς του, μπορεί όμως, κάλλιστα, τα νομοθετικά μέτρα που λαμβάνονται εις εκτέλεση του Μνημονίου, αυτά, να ελεγχθούν δικαστικά, ξεκινώντας από την συνταγματικότητα του επιδιωκομένου σκοπού. Δεν αποκλείεται επομένως κατά τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νομοθετικών μέτρων, που επιβάλλονται δυνάμει της μνημονιακής συμφωνίας, να εξετασθεί το συνταγματικά θεμιτό ή μη της λήψης τους με αποφασιστικό κριτήριο τον σκοπό δημοσίου συμφέροντος που αυτά επιδιώκουν.

Η συνταγματικότητα επομένως των νομοθετικών μέτρων, που λαμβάνονταν κατ’ εφαρμογή του με την πολιτική ευθύνη και πρωτοβουλία της κυβερνητικής πλειοψηφίας, κρίνονται αυτοτελώς και ανεξάρτητα από το μνημόνιο ενόψει του  συντάγματος και των διεθνών και ευρωπαϊκών υποχρεώσεων και δεσμεύσεων  της χώρας ως μέλους της ΟΝΕ, με βάση τις οποίες δέχθηκε σοβαρούς και καίριους περιορισμούς στην δημοσιονομική της κυριαρχίας. Η συνταγματικότητά τους κρίνεται, ακόμη, όπως γίνεται παγίως για κάθε νόμο, και ενόψει του συνταγματικά θεμιτού του σκοπού που επιδιώκει ο ίδιος και βέβαια μετά από αξιολόγηση της ανταπόκρισης του νομοθετικού μέτρου προς τον σκοπό δημοσίου συμφέροντος έχοντας ως «γνώμονα» (standard) της ουσιαστικής συνταγματικότητάς τους την αναγκαιότητά τους και τη αναλογικότητά τους.

 Α.Μ.

Η Συνθήκη της Λισσαβώνας και η εθνική συνταγματική τάξη, Η εμβάθυνση ενός συνταγματικού δεσμού

Νέδα Αθ. Κανελλοπούλου-Μαλούχου, αναπλ. καθηγ. Συνταγματικού Δικαίου στο Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών του Παντείου Παν/μίου

[στο: Πρακτικά του ΙΕ’ Επιστημονικού Συμποσίου (2,3 Δεκεμβρίου 2010), Η Συνθήκη της Λισσαβώνας εντός της ελληνικής έννομης τάξης, εκδ. οίκος Επτάλοφος 2011] –

Η πορεία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είναι μια πορεία κρίσεων, παλινδρομήσεων και συμβιβασμών, μας λέει η Νέδα Κανελλοπούλου, εμπεριέχει όμως ένα βασικό χαρακτηριστικό, τη συνταγματοποίηση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, καθώς η δημιουργία ενός υπερεθνικού οργανισμού, που παράγει άμεσα ισχύουσες στις εθνικές έννομες τάξεις αποφάσεις, δεν μπορεί παρά να θεμελιώνεται σε, και να θεμελιώνει με τη σειρά του, στοιχεία συνταγματικής φύσης και ποιότητας. Για τη συγγραφέα, το Σύνταγμα δεν συνδέεται αναγκαστικά με ένα κράτος αλλά έχει στον πυρήνα του δύο στοιχεία, την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και τη δημοκρατική νομιμοποίηση, τα οποία ανευρίσκονται σε μία δυναμική κατάσταση στην ΕΕ. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει και ότι το ευρωπαϊκό Σύνταγμα πρέπει να προσλαμβάνεται όπως τα κλασικά εθνικά Συντάγματα, αλλά ως ένας συνταγματικός ‘τόπος’ που διαπλάθεται από τη διαπλοκή της ευρωπαϊκής έννομης τάξης και των εθνικών συνταγματικών τάξεων

Έχοντας κάνει σαφείς τις θεμελιακές αυτές θέσεις της, η συγγραφέας προχωρεί περαιτέρω παρουσιάζοντας κριτικά τις ιδιαιτερότητες του ευρωπαϊκού Συντάγματος και ειδικότερα τα σημαντικότερα στοιχεία του μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας. Προκειμένου να καταστήσει σαφές ότι η τελευταία έρχεται να ενισχύσει το ρόλο του εθνικού Συντάγματος και της εθνικής συνταγματικής τάξης ενισχύοντας έτσι και τη συνταγματική ποιότητα της σχέσης κράτους και Ένωσης, η συγγραφέας αναλύει τους θεσμικούς νεωτερισμούς της Συνθήκης που αναφέρονται στην ανάδειξη των εθνικών συνταγματικών τάξεων σε παράγοντα της ενωσιακής συνταγματικής τάξης.

 

Νέδα Αθ. Κανελλοπούλου-Μαλούχου, αναπλ. καθηγ. Συνταγματικού Δικαίου στο Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών του Παντείου Παν/μίου, Η Συνθήκη της Λισσαβώνας και η εθνική συνταγματική τάξη, Η εμβάθυνση ενός συνταγματικού δεσμού, στο: Πρακτικά του ΙΕ’ Επιστημονικού Συμποσίου (2,3 Δεκεμβρίου 2010), Η Συνθήκη της Λισσαβώνας εντός της ελληνικής έννομης τάξης, εκδ. οίκος Επτάλοφος 2011

Αναζητώντας ένα νέο «οδικό χάρτη» για την οικοδόμηση της ειρήνης: από το «Τέλος της Ιστορίας» στην Κοσμοπολίτικη Δημοκρατία

Χρήστος Μπαξεβάνης, ΔΝ (ΑΠΘ), MA (UK), Ειδικός Επιστήμονας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

[αναδημοσίευση από το περιοδικό Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική 28/2013, σ. 276-294] – Οι ειρηνευτικές επιχειρήσεις των Ηνωμένων Εθνών έχουν απασχολήσει κατά καιρούς τη θεωρία του διεθνούς δικαίου και των διεθνών σχέσεων και απέκτησαν αυξημένο ενδιαφέρον με το τέλος του ψυχρού πολέμου, όταν η μεταδιπολική αφύπνιση των Ηνωμένων Εθνών, η ανακαινισμένη λειτουργία του Συμβουλίου Ασφαλείας και η πολυπλοκότητα των μεταψυχροπολεμικών συγκρούσεων επέδρασαν καταλυτικά στη φυσιογνωμία τους. Οι βασικές συνιστώσες του peacebuilding δεν λαμβάνουν χώρα σε θεσμικό και κανονιστικό κενό. Αντίθετα, οι επιχειρήσεις οικοδόμησης της ειρήνης ενσωματώνουν αξιακά και ηθικά προτάγματα τα οποία ήδη αποτελούν αρχές και κανονιστικές ψηφίδες στο θεσμικό οικοδόμημα του ΟΗΕ, όπως αυτό περιγράφεται στον Χάρτη του των Ηνωμένων Εθνών. Ωστόσο, υπάρχουν μεγάλα περιθώρια για βελτίωση της αποτελεσματικότητας και για ενίσχυση της δημοκρατικής νομιμοποίησης των επιχειρήσεων οικοδόμησης της ειρήνης. Στο πλαίσιο αυτό η θεωρία της Κοσμοπολίτικης Δημοκρατίας μπορεί να αποτελέσει οδηγό για το σχεδιασμό ενός νέου μοντέλου ειρηνευτικών επιχειρήσεων. Η ΚΔ εστιάζει στον εκδημοκρατισμό της παγκόσμιας πολιτικής και με κανονιστικό υπόβαθρο τις οικουμενικές αξίες της ελευθερίας, της ισότητας και της προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων προτείνει μια νέα αρχιτεκτονική του συστήματος παγκόσμιας διακυβέρνησης, με περισσότερη νομιμοποίηση και λογοδοσία,  που θα υπηρετεί την ειρήνη, την ισόρροπη οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική δικαιοσύνη. Σε αυτό το θεωρητικό πλαίσιο, ένας νέος «οδικός χάρτης» για την οικοδόμηση της ειρήνης συνίσταται στα εξής: 1) Συμπεριληπτικό Peacebuilding. Η διεθνής κοινότητα  αντλώντας στοιχεία από διαφορετικά κοινωνικά συστήματα και μοντέλα διακυβέρνησης από τη Δύση μέχρι το Ισλάμ και την πλούσια ασιατική παράδοση, οφείλει να επιδιώξει τη σύνθεση διαφορετικών, συμπληρωματικών ακόμα και αντιθετικών μεταξύ τους ταυτοτήτων, και όχι την ομογενοποίηση των διεθνών σχέσεων στη βάση ενός ενιαίου μοντέλου peacebuilding αδιακρίτως για όλες τις μεταπολεμικές χώρες. 2) Συμμετοχικό Peacebuilding. Η ενεργός συμμετοχή των πολιτών εξασφαλίζει την απαιτούμενη συναίνεση της μεταπολεμικής κοινωνίας και αμβλύνει τις αναπόφευκτες εντάσεις που προκύπτουν μεταξύ των τοπικών, εθνικών και διεθνών αρχών. Με τον τρόπο αυτό αναγνωρίζεται η ακεραιότητα και η αυτονομία των εθνικών και τοπικών δρώντων και έτσι ενισχύεται η εμπιστοσύνη της κοινωνίας στη διαδικασία.3) Αναδιανεμητικό Peacebuilding. Η οικονομική ανασυγκρότηση των μεταπολεμικών κοινωνιών θα πρέπει να συνοδευτεί από μία επαρκής και αξιόπιστη σύνδεση ανάμεσα στις οικονομικές μεταρρυθμίσεις και την κοινωνική πρόβλεψη της προσαρμογής, ανάμεσα στη φιλελευθεροποίηση της αγοράς και την κοινωνική προστασία. Στο πλαίσιο αυτό, το peacebuilding αναλαμβάνει τις βασικές λειτουργίες ενός κράτους πρόνοιας με την αναδιανομή μέρους του πλούτου και της οικονομικής δραστηριότητας από τις κεντρικές στις περιφερειακές περιοχές των μεταπολεμικών κοινωνιών, προκειμένου να διορθωθούν οι μεγάλες αποκλίσεις ανάμεσα στα πλουσιότερα και φτωχότερα τμήματα των πληθυσμών.

Παρουσίαση βιβλίου 24/7/2013 @13.00: Η πρόκληση της αναθεώρησης του Συντάγματος, Πρακτικά συνεδρίου ΙΣΤΑΜΕ 25-26.02.2013, εκδ. Σάκκουλα 2013

Το ΙΣΤΑΜΕ, με αφορμή την κυκλοφορία από τις Eκδόσεις Σάκκουλα A.E.
των πρακτικών του Συνεδρίου που οργάνωσε στις 25-26.2.2013, με θέμα:
Η πρόκληση της Αναθεώρησης του Συντάγματος
οργανώνει την Τετάρτη 24 Ιουλίου 2013, ώρα 13:00
στο αμφιθέατρο «Γιάννος Κρανιδιώτης» του Υπουργείου Εξωτερικών (Ακαδημίας 1)
εκδήλωση για την παρουσίαση του τόμου από τον Συντονιστή του Συνεδρίου, Αναπληρωτή Καθηγητή Χαράλαμπο
Ανθόπουλο, και τους Επιμελητές του τόμου, Χριστίνα Ακριβοπούλου, Δ.Ν., και Νικόλαο Παπαχρήστο, Δ.Ν.
Την εκδήλωση θα κλείσει παρουσιάζοντας τις προτάσεις του ΠΑΣΟΚ για την αναθεώρηση του Συντάγματος στο
πλαίσιο του θεσμικού και κοινωνικού διαλόγου που πρέπει να διεξαχθεί:
ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Ευάγγελος Βενιζέλος.

 

H παρούσα πολιτική και κοινωνική κρίση θέτει στο προσκήνιο με ιδιαίτερη ένταση το ζήτημα του εκσυγχρονισμού των θεσμών, της καλύτερης λειτουργίας του πολιτεύματος και της δημόσιας διοίκησης. Πέντε χρόνια μετά την αναθεώρηση του 2008 η δυνατότητα μιας νέας αναθεώρησης του συνταγματικού κειμένου παρέχει το έδαφος για μια συζήτηση επί του συνόλου της συνταγματικής ύλης.  Το συλλογικό έργο ‘Η πρόκληση της αναθεώρησης του Συντάγματος’ θέτει τις βάσεις για ένα διάλογο επί κρίσιμων θεσμικών και πολιτειακών ζητημάτων. Μέσα από τις δεκαέξι συμβολές που εμπεριέχονται στον τόμο αυτό αναλύονται όλα τα κρίσιμα ζητήματα που απασχολούν σήμερα την πολιτική και συνταγματική επικαιρότητα. Ειδικότερα, αναλύονται διεξοδικά μεταξύ άλλων η ανάγκη εισαγωγής ενός αποτελεσματικότερου συστήματος ελέγχου της ποινικής και κοινοβουλευτικής ευθύνης των μελών της κυβέρνησης, οι προοπτικές και η δυνατότητα μεταβολής του ισχύοντος εκλογικού πλαισίου, ο εκσυγχρονισμός της παιδείας, οι μεταρρυθμίσεις στο πεδίο της δημόσιας διοίκησης, η ενίσχυση της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, καθώς και η δυνατότητα εισαγωγής στοιχείων άμεσης ή και προεδρικής δημοκρατίας στο ελληνικό πολιτικό σύστημα.

Το μεταναστευτικό ως μεταβλητή γεωμετρία δικαιωμάτων και αποκλεισμών

Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης, Ανακοίνωση σε συνέδριο της Ελληνικής Ψυχολογικής Εταιρείας, 22.4.2012

tsitselikis_fotoΗ ανακοίνωση εξετάζει την σχέση κράτος δικαίου-δικαιώματα-μετανάστες ως προς τους αποδέκτες των δικαιωμάτων αλλά και με αναφορά τους φορείς άσκησης εξουσίας από την πλευρά του κράτους (νομοθετική-εκτελεστική-δικαστική) ως μια μεταβλητή που συνεχώς τίθεται υπό διαπραγμάτευση/αμφισβήτηση κατά τη διάρκεια της κρίσης. Η διχοτόμηση πολίτης-αλλοδαπός επαναφέρει στο προσκήνιο την ανάγκη εννοιολόγησης των συνόλων «εμείς- οι άλλοι» σε μια νέα σχέση όπου η συμπερίληψη-αποκλεισμός σε νομικές κατηγορίες και πραγματικότητες επιτελούνται με νέους υπό διαμόρφωση όρους. Τέλος, θα συζητηθεί η δυναμική της διεκδίκησης των δικαιωμάτων υπέρ των δικαιούχων και από τους δικαιούχους ως μοχλός διαμόρφωσης των παραπάνω. Η ανακοίνωση εξετάζει την σχέση κράτος δικαίου-δικαιώματα-μετανάστες ως προς τους αποδέκτες των δικαιωμάτων αλλά και με αναφορά τους φορείς άσκησης εξουσίας από την πλευρά του κράτους (νομοθετική-εκτελεστική-δικαστική) ως μια μεταβλητή που συνεχώς τίθεται υπό διαπραγμάτευση/αμφισβήτηση κατά τη διάρκεια της κρίσης. Η διχοτόμηση πολίτης-αλλοδαπός επαναφέρει στο προσκήνιο την ανάγκη εννοιολόγησης των συνόλων «εμείς- οι άλλοι» σε μια νέα σχέση όπου η συμπερίληψη-αποκλεισμός σε νομικές κατηγορίες και πραγματικότητες επιτελούνται με νέους υπό διαμόρφωση όρους. Τέλος, θα συζητηθεί η δυναμική της διεκδίκησης των δικαιωμάτων υπέρ των δικαιούχων και από τους δικαιούχους ως μοχλός διαμόρφωσης των παραπάνω.

Το ευρωπαϊκό δίκαιο των δικαιωμάτων του Ανθρώπου

του Πέτρου Παραρά, Ομ. Καθ., Επιτ. Αντιπροέδρου ΣτΕ, (δημοσιευμένο σε ΔτΑ 56/2012, σ. 1131-1190)

 

Pararas.PetrosΤο κείμενο που ακολουθεί αναλύει τη σχέση που ο Έλληνας δικαστής αναπτύσσει προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ) όταν καλείται να επιλύσει διαφορές που αναφέρονται σε κανόνες προστασίας ατομικών δικαιωμάτων. Στις περιπτώσεις αυτές, ο Έλληνας δικαστής είναι υποχρεωμένος, ενόψει της αρχής της επικουρικότητας, να εφαρμόζει, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, τους αντίστοιχους κανόνες και τη νομολογία της ΕΣΔΑ, εφόσον έτσι εξασφαλίζεται, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ευνοϊκότερη μεταχείριση του ατόμου. Δεσμεύεται δε από την “κανονιστική αυθεντία” που διαθέτει η νομολογία του ΕυρΔΔΑ. Τα ελληνικά δικαστήρια εφαρμόζουν, σε γενικές γραμμές, την ΕΣΔΑ και τη νομολογία της. Πρόσφατα, όμως, η νομολογία του Β΄ Τμήματος του ΣτΕ (ΣΕ 2067/2011 κ.ά.) αρνείται να την εφαρμόσει, χαρακτηρίζοντάς την, ενόψει του άρθρου 28§1Σ, ως κείμενο υποσυνταγματικής ισχύος. Στο πλαίσιο αυτό, όλο και περισσότερο διαπιστώνεται η ανάγκη ερμηνείας του Συντάγματος με τρόπο φιλικό προς τις διεθνείς συμβάσεις περί προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Ειδικότερα, στο κείμενο που ακολουθεί αναλύεται τόσο η εφαρμογή της αρχής του πλέον φιλελεύθερου δικαίου (άρθρ. 53 ΕΣΔΑ), ενώ υπογραμμίζεται ότι η “ρήτρα της αμοιβαιότητας” δεν ισχύει σε διεθνείς συμβάσεις περί προστασίας των ΔτΑ, καθώς και ότι το άρθρο 28§1Σ δεν είναι δυνατόν να ρυθμίσει τις σχέσεις μεταξύ εθνικού δικαίου και ΕΣΔΑ.

 

Σχετικά:

Βασίλης Χατζόπουλος, Η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων ύστερα από τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβόνας

Λίνα Παπαδοπούλου, Ο Ευρωπαϊκός Χάρτης και η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην ενωσιακή έννομη τάξη

 

 

 

 

Μακροχρόνια διαμένοντες χωρίς χαρτιά: Το «καταραμένο απόθεμα» των ευρωπαϊκών πολιτικών μετανάστευσης και ασύλου

του Ανδρέα Χ. Τάκη, Επικ. Καθηγητή στον Τομέα Ιστορίας, Φιλοσοφίας & Κοινωνιολογίας του Δικαίου της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ

TakisAndreas Οι κυοφορούμενες εξελίξεις στο εσωτερικό των πολιτικών οργάνων της ΕΕ όσον αφορά τις πολιτικές της Ένωσης για τη μετανάστευση καταδεικνύουν για άλλη μια φορά την απροθυμία των ισχυρότερων κρατών του ευρωπαϊκού βορρά να δώσουν έστω μεσοπρόθεσμες λύσεις στα συσσωρευόμενα προβλήματα. Η απογοήτευση από την απουσία μιας ειλικρινούς αποδοχής των προβλημάτων διασκεδάζεται συνήθως με την ανθρωπιστική έμφαση στην διαδικασία ασύλου και τις συνθήκες υποδοχής και κράτησης των αλλοδαπών έχει απορροφήσει την ενεργητικότητα πολιτικών φορέων και κοινωνίας των πολιτών σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο. Αποτελεί ωστόσο γεγονός ότι αφ' ενός οι μεταναστευτικές ροές εξακολουθούν αμείωτες, παραλλάσσοντας ως προς τα δρομολόγιά τους, αφ' ετέρου ότι οι υφιστάμενοι θεσμικοί δημιουργούν όχι μόνο αύξουσες υπερσυσσωρεύσεις πληθυσμών στα μεθοριακά ευρωπαϊκά κράτη και ιδίως στη χώρα μας, αλλά και εντείνουν τις συνθήκες εξαθλίωσης των πληθυσμών αυτών καθώς και την ανάδυση ανοικτά ρατσιστικών και ξενοφοβικών τάσεων στους γηγενείς ευρωπαίους πολίτες. Ελάχιστο τμήμα όσων εμπλέκονται στη διαδικασία ασύλου πρόκειται εν τέλει λάβει το καθεστώς πρόσφυγα. Λαμβάνοντας υπ' όψιν την εκ των πραγμάτων περιορισμένη εμβέλεια των μηχανισμών ελέγχου και απομάκρυνσης των κρατών μελών ιδίως του νότου, το φαινόμενο των επί μακρόν ήδη διαμενόντων χωρίς χαρτιά μεταναστών (protracted irregularity) καθώς και όσων η απομάκρυνση είναι αδύνατη ή δυσχερής (unremovables) βαίνει αυξητικά και δημιουργεί σοβαρό προβληματισμό για την κοινωνική συνοχή και ασφάλεια σε ευρωπαϊκό επίπεδο αποτελώντας ταυτόχρονα σοβαρή δοκιμασία για τις φιλελεύθερες και δημοκρατικές παραδόσεις της ευρωπαϊκής ηπείρου.

Άρθρο 9 της Χάρτας Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ: Δικαίωμα γάμου και δημιουργίας οικογένειας

Λίνα Παπαδοπούλου, Αν Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου, Νομική Σχολή ΑΠΘ

Ερμηνεία του άρθρου 9 της Χάρτας Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Δημήτρη Θ. Τσάτσου, Πολιτεία, Αθήνα: εκδ. Γαβριηλίδη 2010

βιβλιοπαρουσίαση: Νέδα Αθ. Κανελλοπούλου-Μαλούχου, αναπλ. καθηγ. Συνταγματικού Δικαίου Παντείου Παν/μίου

ΠΟΛΙΤΕΙΑ, Το opus magnum του Δημήτρη Θ. Τσάτσου,

βιβλιοπαρουσίαση από τη Νέδα Αθ. Κανελλοπούλου-Μαλούχου,

αναπλ. καθηγ. Συνταγματικού Δικαίου στο Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών του Παντείου Παν/μίου

(ΝοΒ 2011, 677επ)       

Μ. Σαρηγιαννίδης, Ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών ως νομικό θεμέλιο, εκδ Σάκκουλα 2009

βιβλιοκρισία: Χρήστος Ροζάκης

Μιλτιάδης Σαρηγιαννίδης, Eπ Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου, ΑΠΘ, Ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών ως νομικό θεμέλιο, Αθήνα-Θεσσαλονίκη: εκδ. Σάκκουλα 2009

Στο βιβλίο που έχει μονογραφικό χαρακτήρα, επιχειρείται μια αφήγηση της διεθνούς οργάνωσης με επίκεντρο τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Παράλληλα, αρθρώνονται νομικές κρίσεις για τον θεμελιώδη χαρακτήρα του Χάρτη αλλά και τις εξουσίες και αρμοδιότητες που απονέμονται στον ΟΗΕ. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, υπάρχουν εναλλακτικοί και εφικτοί τρόποι για να γίνει κατανοητή η λειτουργία της διεθνούς έννομης τάξης, πέρα από την κλασσική αλλά παρωχημένη διακυβερνητική αφήγηση, η οποία αναπαράγει ακόμη και σήμερα τον κυρίαρχο ρόλο που κάποτε διαδραμάτιζε το κράτος στη δικαιοθετική οργάνωση και τη δικαιοδοτική διαχείριση των διεθνών σχέσεων. Αναπόφευκτα λοιπόν, ο Μ. Σαρηγιαννίδης βαδίζει στο πεδίο έντασης που δημιουργεί το ζήτημα της «υπεροχής», αφού απέναντι στο Σύνταγμα του κυρίαρχου Κράτους αντιπαραβάλλεται ο Χάρτης, και απέναντι στο Κράτος Δικαίου το Διεθνές Κράτος Δικαίου. Καθώς λοιπόν το ζήτημα της συνταγματοποίησης κανόνων, αρχών και κειμένων στο διεθνές επίπεδο συνιστά έναν χώρο χρόνιων δογματικών ερίδων, η ανάλυση του συγγραφέα, αναδεικνύει με σημείο αναφοράς τον Χάρτη του ΟΗΕ, την ανάγκη ανάπτυξης και μελέτης ενός νέου κλάδου: πρόκειται για το Διεθνές Συνταγματικό Δίκαιο, που ήδη θεραπεύεται σε ακαδημαϊκά ιδρύματα και πανεπιστημιακά προγράμματα σπουδών στο εξωτερικό.

Βιβλιοκρισία: Χρήστος Ροζάκης

Γιώργος Λ. Ευαγγελόπουλος, Καστοριάδης και σύγχρονη πολιτική θεωρία, Ευρασία 2010

(Κριτική: Βασίλης Μπογιατζής, Δρ Φιλοσοφίας)

Η μελέτη έχει ως αφετηρία τη σύγκριση της κοινοβουλευτικής με την άμεση δημοκρατία, με δεδομένη τη θέση του φιλοσόφου, Κορνήλιου Καστοριάδη, υπέρ της άμεσης δημοκρατίας και τη στάση του απέναντι στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, τις οποίες χαρακτηρίζει ως ‘φιλελεύθερες ολιγαρχίες’. Εξετάζεται, κατόπιν, η σημασία του έργου του για τη σύγχρονη πολιτική θεωρία (τον πολιτικό φιλελευθερισμό, τον νεο-ρεπουμπλικανισμό, τον φιλελεύθερο κοινοτισμό, αλλά και τη σύγχρονη επαναστατική θεωρία). Συγκεκριμένα, αναζητείται εάν και πού το καστοριαδικό αίτημα για ελευθερία και αυτονομία του ατόμου και της κοινωνίας συναντάται με θεωρητικές επεξεργασίες που, ενώ ανήκουν σε άλλες πολιτικές παραδόσεις, εντούτοις φαίνεται να κατατείνουν σε παρόμοιους στόχους. Το κείμενο ολοκληρώνεται με την κριτική αξιολόγηση της θέσης του Καστοριάδη για τον ρόλο της τεχνολογίας στις σύγχρονες κοινωνίες, θέμα κατ'εξοχήν πολιτικό και αυτό.

 

«Το ενδιαφέρον μου τόσο γι αυτό το θέμα, όσο και εν γένει για τα ζητήματα της πολιτειακής οργάνωσης του κράτους και της συναφούς συνταγματικής και πολιτικής θεωρίας, το οφείλω, πρωτίστως, στον αείμνηστο Καθηγητή μου στη Νομική Αθηνών, Αριστόβουλο Μάνεση, που μας δίδασκε ότι το Συνταγματικό Δίκαιο είναι το Δίκαιο της πολιτικής ελευθερίας» δηλώνει ο συγγραφέας, Γιώργος Ευαγγελόπουλος, στην πρώτη σελίδα του βιβλίου.»

Μετά την κριτική ανάλυση των θέσεων του μεγάλου φιλοσόφου, ο συγγραφέας, καταλήγει:
« Η κύρια ένστασή μου ως προς τα ανωτέρω έγκειται στο ότι, σήμερα, προτάσεις οργάνωσης και διοίκησης της παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών σαν αυτές που διατύπωσε ο Καστοριάδης ενόσω δεν είχε εγκαταλείψει ακόμη πλήρως τον μαρξισμό δεν μπορούν, κατά την ταπεινή μου γνώμη, να συζητηθούν με αξιώσεις επιτυχούς εφαρμογής τους∙ και τούτο όχι μόνον λόγω της διαδικασιοκρατικής αντίληψης που τις διέπει (σύμφωνα με την οποία πιστεύεται, εσφαλμένα, ότι η άμεση δημοκρατία ως διαδικασία λήψης των αποφάσεων εξασφαλίζει κατ’ ανάγκην τις βέλτιστες στην ουσία τους επιλογές) και της αποτυχίας ανάλογων πειραμάτων στο παρελθόν (π.χ. του γιουγκοσλαβικού αυτοδιαχειριστικού μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης), αλλά ενδεχομένως και διότι οι προϋποθέσεις επιτυχούς υλοποίησής τους «υπονομεύονται» από την πολυπλοκότητα που διακρίνει τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των σύγχρονων κοινωνιών και αγορών» (σελ. 29-30).  …

«Εν κατακλείδι, λοιπόν, το κυριότερο επιχείρημά μου υπέρ της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας είναι εξαιρετικά απλό και συνίσταται στο ότι δεν γνωρίζω (ή δεν έχω πειστεί) με τι καλύτερο θα μπορούσαμε να την αντικαταστήσουμε, εάν την καταργούσαμε αντί να την μεταρρυθμίσουμε και να την εξελίξουμε, θέση που νομίζω θα έβρισκε σύμφωνο και τον ίδιο τον Καστοριάδη, αφού τελικώς απέρριπτε τη βία ως μαμμή της Ιστορίας και πίστευε ότι, μόνο μέσω της ταυτόχρονης κατάκτησης από τον άνθρωπο της ατομικής του αυτονομίας και από τις κοινωνίες των συλλογικών τους αυτονομιών ( που τελούν άλλωστε σε διαλεκτική σχέση αλληλεπίδρασης και συνδιαμόρφωσης), μπορούμε να οδηγηθούμε σε ανώτερες μορφές ατομικής και συλλογικής αυτοσυνειδησίας και, κατά συνέπεια, δημοκρατικότερης κοινωνικοπολιτικής οργάνωσης.» (σελ. 32)

Οι εκδόσεις Ευρασίας μας χάρισαν ένα ακόμη ‘διανοητικό διαμαντάκι’ γραμμένο δια χειρός του εξαιρετικού Γιώργου Λ. Ευαγγελόπουλου.

Υποχρεωτικότητα και εξαναγκασμός σε λήψη DNA στο πλαίσιο της αναθεωρημένης διάταξης του άρθρου 200Α ΚΠΔ (με αφορμή την ΓνωμΕισΑΠ 15/2011)

της Κωνσταντίας-Χριστίνας Π. Λαχανά, υπ. ΔΝ, ΜΔΕ Ποινικών & Εγκληματολογικών Επιστημών ΑΠΘ

Αντικείμενο διερεύνησης της μελέτης αποτελεί το ζήτημα του εάν η ρητή αποσαφήνιση του υποχρεωτικού χαρακτήρα της λήψης του γενετικού υλικού μετά την προσθήκη του σχετικού επιρρήματος στην αναθεωρημένη διάταξη του άρθρου 200Α ΚΠΔ προσφέρει επαρκές νομιμοποιητικό έρεισμα ικανό να θεμελιώσει τη νομιμότητα της εξαναγκαστικής υποβολής του ατόμου στην ανακριτική αυτή πράξη, όπως έχει υποστηριχθεί στη ΓνωμΕισΑΠ 15/2011. Μέσα από την αναλυτική παρουσίαση της θέσης που εκφράζεται στη γνωμοδότηση αλλά και τον σχολιασμό των κυριότερων προβαλλόμενων επιχειρημάτων, αμφισβητείται τόσο η ερμηνευτική προσέγγιση που εκεί υιοθετήθηκε υπέρ της εννοιολογικής ταύτισης της ρήτρας της υποχρεωτικότητας με τον εξαναγκασμό, όσο (κατ’ επέκταση) και το επιτρεπτό της προσφυγής στην χρήση φυσικής βίας από τις διωκτικές αρχές με στόχο την απόσπαση του κυτταρικού δείγματος του φερόμενου ως δράστη, χωρίς την ύπαρξη ειδικής, expressis verbis κανονιστικής εξουσιοδότησης.

 

Αναδημοσίευση από ΠοινΔικ 12/2012, 1168-1179

Υπάρχει δικαίωμα στο θάνατο; (Μια συζήτηση με τον Καθηγητή Ιωάννη Μανωλεδάκη)

Λίνα Παπαδοπούλου, Επ. Καθηγήτρια, Τμήμα Νομικής ΑΠΘ

Βάση του άρθρου αποτελεί η μελέτη του εκλιπόντος καθηγητή Ιωάννη Μανωλεδάκη «Υπάρχει δικαίωμα στο θάνατο;» (Ποινικά Χρονικά 2004, 577επ.). Η συγγραφέας ακολουθεί την πορεία της σκέψης του αείμνηστου νομικού και «διαλέγεται» μαζί της ως προς το ερώτημα της ύπαρξης ενός δικαιώματος στο θάνατο εξετάζοντας την επιχειρηματολογία υπέρ και κατά της ύπαρξης (de lege lata) ή/και της θεσμοθέτησης (de lege ferenda) ενός τέτοιου δικαιώματος.

Βρείτε το κείμενο σε pdf

Η αρχιτεκτονική της ευρωπαϊκής δημοκρατίας, σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λισαβόνας

Λίνα Παπαδοπούλου, Επ Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου, Τμήμα Νομικής ΑΠΘ

Στη μελέτη παρατίθενται ευσύνοπτα και σχλιάζονται κριτικά οι νέες ρυθμίσεις του δεύτερου τίτλου της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση που αφορούν στις «Διατάξεις περί δημοκρατικών αρχών». Ο τίτλος αυτός περιλαμβάνει μια σειρά διαφορετικών μεταξύ τους διατάξεων, κοινός άξονας των οποίων είναι η δημοκρατική νομιμοποίηση και ο έλεγχος της ευρωπαϊκής εξουσίας, εξού και χαρακτηρίστηκε ως «ανομοιογενής κανονιστική μάζα». Ως πηγή νομιμοποίησης της Ε.Ε. αναφέρονται τα κράτη και οι ευρωπαίοι πολίτες, οι τελευταίοι πάντως όχι ως ένας ενιαίος ευρωπαϊκός λαός, ούτε όμως και ως ατομικές οντότητες, αλλά μάλλον ως πολίτες οργανωμένοι σε λαούς [Τσάτσος, Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία]. Στο άρθρο 10 αποτυπώνεται η αρχή της αντιπροσώπευσης, ενώ στο άρθρο 11 αποτυπώνεται η διαβουλευτική και συμμετοχική διάσταση της δημοκρατίας της ΕΕ. Παράλληλα, με το συνδυασμό των τριών άρθρων 10, 11 ΣΕΕ (αντιπροσωπευτική δημοκρατία με εκφάνσεις διαβούλευσης και συμμετοχής) και 12 (για το ρόλο των εθνικών Κοινοβουλίων) γίνεται προσπάθεια να αντικρουστούν οι αιτιάσεις περί δημοκρατικού ελλείμματος. Οι ιδιαιτερότητες του ενωσιακού οικοδομήματος, ως ενός πολυεπίπεδου συστήματος διακυβέρνησης, επιβάλλουν ωστόσο το μετασχηματισμό του εθνικού μοντέλου δημοκρατίας, προκειμένου να ανταποκρίνεται στα νέα δεδομένα της ευρύτερης επικράτειας, της πολυγλωσσίας και της πολυεθνικότητας.

 

Βιβλιογραφική παραπομπή: Η αρχιτεκτονική της ευρωπαϊκής δημοκρατίας, σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, σε: Δ. Αναγνωστοπούλου (επιμ.) Δημοκρατία, Υπηκοότητα και Ισότητα στην ΕΕ, Δημοσιεύσεις Εδρας Ζαν Μοννέ, Εκδόσεις Πανεπιστημίου Μακεδονίας 2015, σελ. 10-36