Author Archives: editor

Η Αναθεώρηση, μέσο άσκησης μικροκομματικής πολιτικής και διαφυγής από την δύσμοιρη πολιτική πραγματικότητα

Αντώνης Μανιτάκης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Τμήμα Νομικής ΑΠΘ

(Καυτηριάζεται η πρόταση της τότε -2006- κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας της ΝΔ, η οποία εξήγγειλε διαδικασία Αναθεώρησης του Συντάγματος, μόλις 6 χρόνια μετά την προηγούμενη του 2001 για λόγους όπως αποδείχθηκε, πολικής επικοινωνίας και διαφυγής από την πραγματικότητα. Η επιζητούμενη συναίνεση, προϋπόθεση κάθε Αναθεώρησης, τορπιλίστηκε από την τότε αξιωματική αντιπολίτευση, για λόγους μικροπολιτικούς. Η Αναθεώρηση χρησιμοποιήθηκε ακόμη μια φορά ως άλλοθι της ανικανότητας ή αδυναμίας της κυβερνητικής πλειοψηφίας να βρεί εφικτές λύσεις στα πολιτικά αδιέξοδα με τα οποία βρίσκεται αντιμέτωπη. Δημοσιεύτηκε στην “Ελευθεροτυπία” 29 Δεκεμβρίου 2006)

 

Πιστεύω πως όλοι συμφωνούμε πως η Αναθεώρηση του Συντάγματος είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση για το πολίτευμα και το πολιτικό σύστημα και πως για τον λόγο αυτό, όχι μόνο δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται ως μέσο πολιτικής τακτικής, ως εργαλείο άσκησης κομματικής πολιτικής, αλλά θα έπρεπε επί πλέον να εξαιρείται του “καθημερινού” κομματικού ανταγωνισμού. Για τον απλούστατο λόγο, διότι το σύνταγμα είναι πέρα από την εκάστοτε πολιτική συγκυρία και ρυθμίζει θέματα θεμελιώδη του πολιτικού βίου, που υπεβαίνουν τις στοχεύσεις της εκάστοτε κυβερνητικής πλειοψηφίας.

Και όμως τόσο η αναθεώρηση του 1986 όση και εκείνεη του 2001 παρά τον προφανή συναινετικό της χαρακτήρα, δεν ήταν άμοιρες μικροκομματικής και μικροπολιτικής εκμετάλλευσης. Ο τρόπος με τον οποίο διεξάγεται η συζήτηση, η πόλωσή της σε δύο ή τρία μόνον ζητήματα, επειδή αυτά εντείνουν την κομματική αντιπαράθεση και προκαλούν το κατευθυνόμενο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, οι ασφυκτικές προθεσμίες της αναθεωρητικής διαδικασίας, κ.α., όλα αυτά δείχνουν ότι η συνταγματική αναθεώρηση χρησιμοποιείται και αυτή ως μέσο άσκησης μικροκομματικής πολιτικής και δημιουργίας πολιτικών εντυπώσεων, ως εργαλείο κυβερνητικής πολιτικής και όχι ως ως διαδικασία διακομματικής συνεννόησης για την αλλαγή του πολιτικού συστήματος και την καλλίτερη ρύθμιση της λειτουργίας του κράτους και του πολιτεύματο. Και αυτό δεν αφορά μόνον την εκάστοτε κυβερντηική πλειοψηφία αλλά και την αντιπολίτευση. Ανταγωνίζονται συνήθως στο διπολιτικό πολιτικό μας σύστημα και στο δικομματικό κοινοβουλευτικό μας σύστημα τα δύο εκάστοτε κυβερντικά κόμματα, εμφορούμενα από την ίδια μικροκομματική λογική επιδιώκοντας να δείξουν ότι αυτά θέλουν μιαν άλλη αναθεώρηση διαφορετική από αυτήν που προτείνεται από τα αντίπαλο κομματικό δέος, Τα πάντα για αυτούς είναι θέμα πολιτικής θέλησης. Αρκεί η συνδορμή της κατάλληλης βούλησης και όλα μπορούν, να αλλάξουν ως δια μαγείας, ακόμη και το Σύνταγμα. Ο πολιτικός τους βολονταρισμός του ωθεί, χωρίς να το καταλάβουν, σε ένα ανιστόριτο συνταγματικό ιδεαλισμό, -που κινείται εκτός της συνταγματικής πραγματικότητας. Ποιος θυμάται ή ποιός κατάλαβε, άραγε, ποιο είναι το συνταγματικό σχέδιο ή η συνταγματική στρατηγική της ‘αριστεράς’, πέρα από «λόγια παχιά» ή λέξεις γενικόλογες χωρίς ιστορικό και πολιτικό αντίκρισμα; Γι΄αυτό άλλωστε και οι συνταγματικές προτάσεις χάνονται στο αέρα, δεν βρίσκουν πολιτική απήχηση και συναντούν την αδιαφορία των μαζών και των ίδιων των στελεχών τους.

Και όμως θα ήταν τραγικό πολιτικό λάθος και ασυγχώρητη αφέλεια, αν το ζήτημα της αναθεώρησης το αντιμετωπίζαμε ως ένα απλό πολιτικό παιγνίδι, ως μέσο μικροπολιτική αντιπαράθεσης και αδιαφορούσαμε για αυτό που συντελείται φανερά ή αδηλα, χωρίς εμάς αλλά για μας. Μπορεί η διαδικασία της αναθεώρησης να εντάσσεται και αυτή στην άσκηση κομματικής ή κυβερνητικής και αντικυβερνητικής πολιτικής, εξυπηρετεί όμως σκοπούς ευρύτερους και υπέρτατους που αφορούν συνολικά την πολιτική κοινωνία, δηλαδή όλους μας και όχι μόνον τους ομοϊδεάτες κομματικούς ψηφοφόρους.

Θα πρέπει, επιτέλους, να γίνει αντιληπτό ότι η αναθεώρηση του Συντάγματος, όταν δεν είναι προϊόν επαναστάσεων ή πραξικοπημάτων και δεν είναι η κατάληξη πολιτικής κρίσης ή ενός συμπαγούς και διευρυμένου μεταρρυθμιστικού πολιτικού ρεύμταος, αλλά επιχειρείται στα “κρύα”, δεν μπορεί, στο πλαίσιο μιας σύγχρονης πλουραλιστικής δημοκρατίας, να είναι δημιούργημα μιας μόνο θέλησης – της κυρίαρχης ή της εκάστοτε πλειοψηφούσας- ή ενός μόνο πολιτικού υποκειμένου, αλλά προϊόν διϋποκειμενικής συνεννέοσης, ευρύτατης πολιτικής συζήτησης και ώριμης σκέψης. Υπό τις παρούσες συνθήκες η αναθεώρηση θα πρέπει να είναι η κατάληση και όχι η αφετηρία μιας αναθεωρητική διαδικασίας. Να καταγράφει τη συμφωνία ή τη σύμπτωση ή έστω την ευρύτερη δυνατή συναίνεση σε καίριας σημασίας θέματα του πολιτειακού βίου και των πολιτικών κομμάτων, των δικαιωμάτων, των δημοσίων οργανισμών, του κράτους και του πολιτεύματος και κυρίως, του πελατεικού συστήματος, της σταυροδοσίας, της διαφθοράς, της διαπλοκής, της χρηματοδότησης των κομματων, του εκλογικού συστήματος κ.α..

Η αναθεώρηση του Συντάγματος δεν είναι άρα και δεν επιτρέπεται να γίνει υπόθεση ενός μόνο κόμματος, μιας μόνο θέλησης, μιας κυβερνητικής επιτροπής ή μιας αφανούς επιτροπής σοφών. Βρίσκεται εκτός του πεδίου εφαρμογής του διαδικαστικού κανόνα της πλειοψηφίας, και υπόκειται στη βάσανο των συναινετικών διαδικασιών. Επειδή το Σύνταγμα καθορίζει τους κανόνες του πολιτικού ανταγωνισμού και τις θεμελιώδεις αρχές του πολιτειακού βίου χρειάζεται, για να έχει ουσιαστική επίδραση στην πολιτική ζωή και αποτελεσματική εφαρμογή, να πείθει για την αξία του και την καθολικότητά του. Χρειάζεται δηλαδή να γίνεται γενικότερα αποδεκτό και για να γίνει κοινά αποδεκτό πρέπει να καταγράφει και διαδικαστικά και ουσιαστικά την κοινή περί του πολιτεύματος και της δημοκρατίας αντίληψη. Κυρίως όμως να καλλιεργεί ή να διαπαιδαγωγεί έμμεσα στους πολίτες και στους κυβερνώντες το δημοκρατικό πολιτικό ήθος και βέβαια την συνείδηση ότι η διαχρονική και μακροπρόθεσμη εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος ή του κοινού καλού είναι ο αφανής αλλα αμετάθετος στόχος της. Η τήρηση, επομένως, κάποιων στοιχειωδών διαδικαστικών προϋποθέσεων για την αναθεώρηση του Συντάγματος δεν είναι απλώς απαίτηση μόνο διαδικαστική, αλλά μοναδική εγγύηση για ουσιαστική και αποτελεσματική συνταγματική αναθεώρηση.

Τα Συντάγματα όταν αναθεωρούνται συχνά και βιαστικά καταγράφοντας απλώς τη συνταγματική βούληση της εκάστοτε κυρίαρχης πολιτικά βούλησης κινδυνεύουν να χάσουν το κύρος τους και την αποτελσματική ισχύ τους. Ο αυστηρός χαρακτήρας των ελληνικών Συνταγμάτων – η δύσκολη διαδικασία αναθεώρησής τους- δεν αποτελεί ένα απλό διαδικαστικό μέγεθος, αλλά μια εγγύηση συναινετικής δημοκρατίας, μια εγγύηση τηρήσεως του Συντάγματος και σεβασμού των θεμελιωδών αρχών και αξιών της κοινωνικής συμβίωσης.

Για το λόγο αυτό εκλαμβάνω τις κομματικές εξαγγελίες για επικείμενη ανθεώρηση ως απλές προτάσεις για την έναρξη μια σοβαρής συζήτησης και ενός υπέυθυνου και οργανωμένου διαλόγου γύρω από τη λειτουργία και την οργάνωση των συνταγματικών θεσμών. Γι’ αυτό και, επειδή σέβομαι τη διαδικασία της αναθεώρησης, επιφυλάσσομαι να καταθέσω αναλυτικά τις ιδέες μου για το περιεχόμενο της αναθεώρησης σε άλλο χώρο, με άλλη ευκαιρία.

Σημασία δεν έχει, άλλωστε, τόση, αν θα γίνει ή δεν θα γίνει η αναθεώρηση, αλλά τί είδους αναθεώρηση και με ποιό περιεχόμενο θα έχουμε. Είναι χαρακτηριστικό, πάντως, της πλαδαρότητας του εγχειρήματος ότι στις προτάσεις για την αναθεώρηση δεν υπάρχει κεντρική ιδέα που να τις διατρέχει, βασικός άξονας ή στόχος που να τις καθοδηγεί. Διερωτώμαι, γι’ αυτό, μήπως ορισμένα κόμματα χρησιμοποιούν την αναθεώρηση ως δικαιολογία ή ως άλλοθι της ανικανότητας τους ή της αδυναμίας τους να βρούν πραγματικές και εφικτές λύσεις στα πολιτικά αδιέξοδα που έχουν δημιουργηθεί. Με την εξαγγελία της συνταγματικής αναθεώρησης μεταθέτουν απλώς το πρόβλημα σε ένα άλλο, σε ένα νομικό και συμβολικό μαζί επίπεδο, καλλιεργώντας φρούδες ελπίδες και απατηλές προσδοκίες. Η αναθεώρηση αποτελεί την ιδεαλιστική διαφυγή από την πικρή και δύσμορφη πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα.

Αν αποφασιζόταν, εν πάση περιπτώσει, η αναθεώρηση θα είχε νόημα μόνο αν βρισκόταν τρόπος να διατυπωθούν συνταγματικοί κανόνες που να αφορούν στο προμηθετεύς και εργολάβοι του δημοσίου. Η αόρατη σχέση πολιτικής σύγχρονο πλέγμα εξουσίας, εκεί που εδρεύει πραγματικά η πολιτική κυριαρχία και που απαρτίζεται από το τρίπτυχο κόμματα- τηλεπτικά μέσα εξουσίας και χρήματος πρέπει και αυτή -αν και παραδοσιακά δεν ανήκει στην ύλη του Συντάγματος- να γίνει αντικείμενο συνταγματικής ρύθμισης με τη διατύπωση ορισμένων θεμελιωδών αρχών που πρέπει να διέπουν τη λειτουργία και τις σχέσεις πολιτικής και αγοράς.

Το αόρατο μεν, φοβερό δε, αυτό σύπλεγμα εξουσίασης θα πρέπει να μπορεί να υποταχθεί σε διαφανείς, αντικειμενικους και ελέγξιμους κανόνες λειτουργίας, να υπαχθεί σε κάποιο έλεγχο. Αυτό ομως προϋποθέτει όχι μόνον πολιτική βούληση ή πολιτική τόλμη αλλά και φαντασία, ικανότητες σχεδιασμού, γνώση και μελέτη του σύνθετου και πολύπλοκου αυτού φαινομένου. Αν τα κυβερνητικά κόμματα δεν θέλουν ή δεν μπορούν ή δεν ξέρουν πως θα υποτάξουν και να πειθαρχήσουν τον αχαλίνωτο τηλεοπτικό ανταγωνισμό και τις άνομες δραστηριότητες ή την αθέμιτη κυκλοφορία του πολιτικού χτήματος» μεταξύ κομμάτων, πολιτευτών και «άνομης αγοράς», πως θα μπορέσουν να εξυγειάνουν την πολιτική μας ζωή και να αντιστρέψουν την χρόνια τάση του εκφυλισμού και της παρακμής του πολιτικού μας συστήματος;

Η συνταγματική ενασχόληση με τις αρμοδιότητες του Προέδρου της δημοκρατίας και την οργάνωση και λειτουργία της Βουλής είναι χρήσιμη και ίσως και αναγαία δεν αγγίζει όμως την καρδιά του πολιτικού μας προβλήματος και άρα παρουσιάζει περιορισμένο πολιτικό ενδιαφέρον και δευτερεύουσα θεσμική σημασία.

 

Η ασφάλεια στη μετανεωτερικότητα: Η παράδοξη προϋπόθεση της ελευθερίας

Πηνελόπη Φουντεδάκη, Αναπλ. Καθηγήτρια, Γενικό Τμήμα Δίκαιου, Πάντειο Πανεπιστήμιο

 

Όσο η τεχνολογία εξελίσσεται χωρίς να ρωτά, κι έτσι γινόταν πάντα στην ανθρώπινη ιστορία, τα κορυφαία θέματα που έρχονται αφορούν τη γονιδιακή έρευνα και την ανθρώπινη νόηση. Σε αυτά οι νομικές λύσεις που θα εγγυώνται την ελευθερία βούλησης θα γίνονται περισσότερο περίπλοκες.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η σχέση μεταξύ ασφάλειας και ελευθερίας μπορεί να εμφανίζεται με διάφορες εκδοχές, όπως η εξ ορισμού και ανυπέρβλητη αντιπαλότητα, η επιλογή του ολιγότερον κακού (για την πολιτεία), η εξ ορισμού προβολή της ελευθερίας, η κατ’ ανάγκην συνύπαρξη, η εξ ορισμού προβολή της ασφάλειας, αναλόγως της θέσης που συνήθως έχει προεπιλέξει ο ερμηνευτής του δικαίου, όταν προβαίνει σε απλή, επίσημη ή αυθεντική ερμηνεία των σχετικών κανόνων.

Σήμερα, το μέγιστο διακύβευμα της ραγδαίας σώρευσης νέας γνώσης είναι ο κοινωνικός, μορφωτικός, οικονομικός αποκλεισμός εκατομμυρίων ανθρώπων. Πολλές πληθυσμιακές ομάδες, λόγω κράτους, εθνοτικής προέλευσης, θρησκευτικών πεποιθήσεων, φύλου, φτώχειας, δεν μπορούν να συμμετέχουν στην κοινωνία της πληροφορίας. Η δημιουργία κοινωνιών δύο ταχυτήτων είτε εντός ενός κράτους, είτε στην παγκόσμια κοινωνία αποτελεί τον εφιάλτη του αύριο. Και σε αυτόν τον εφιάλτη η ασφάλεια και η ελευθερία έχουν μόνο να χάσουν, και ενδεχομένως να χάσουν τα πάντα.

 

Αναδημοσίευση από τον τόμο «Ελευθερίες- Δικαιώματα- Ασφάλεια στην Ε.Ε.», Διημερίδα Παρασκευή 29 Φεβρουαρίου και Σάββατο 1 Μαρτίου 2008, Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη 2009, σελ. 13-28

Ζητήματα συνταγματικότητας του άρθρου 1 του νόμου 3434/2006 (42% και λευκά ψηφοδέλτια)

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 1 ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 3434/2006

(42% και λευκά ψηφοδέλτια)

 

Αθήνα, 3.1.2007

Μου τέθηκαν τα ακόλουθα ερωτήματα:

 

Πρώτον, αν είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα η καθιέρωση του ποσοστού 42% στις δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές και

 

Δεύτερον, αν εν όψει της καθιέρωσης αυτού του ποσοστού πρέπει να προσμετρώνται στα έγκυρα και τα λευκά ψηφοδέλτια για τον υπολογισμό του.

 

Η γνώμη μου ως προς τα ανωτέρω ερωτήματα είναι η ακόλουθη:

 

1. H αντισυνταγματικότητα του ποσοστού 42% ως ορίου για την ανάδειξη του «επιτυχόντος συνδυασμού»

Το προβλεπόμενο από το άρθρο 1 του νόμου 3434/2006 ποσοστό 42%, προκειμένου να θεωρηθεί ένας πλειοψηφών συνδυασμός επιτυχών, αντίκειται σε συγκεκριμένες συνταγματικές αρχές, που θέτουν τους όρους και τα όρια του εκλογικού μας δικαίου. Ειδικότερα:

 

Α. Το εκλογικό σύστημα που καθιερώνεται από τον νομοθέτη, είτε για τις δημοτικές και νομαρχιακές είτε για τις βουλευτικές εκλογές, συνδέεται στενά με την αρχή της ισότητας της ψήφου, η οποία, παρά το ότι δεν έχει ρητή συνταγματική αποτύπωση,  αναγνωρίζεται παγίως στη χώρα μας ως μία από τις σημαντικότερες συνταγματικές αρχές που διέπουν τη ρύθμιση του εκλογικού δικαιώματος, τόσο από την θεωρία (βλ. ενδεικτικά Αλ. Σβώλου, Το νέον Σύνταγμα και αι βάσεις του πολιτεύματος, 1928, σ. 271 επ., Αρ. Μάνεση, Αι εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος, τ. Β΄, 1965, σ. 45 επ., 248 επ., Γ. Παπαδημητρίου, Συνταγματικό Δίκαιο, Τα όργανα του κράτους, Α΄, Το εκλογικό σώμα, 1981, σ. 55 επ., Του ίδιου, Εκλογικό σύστημα, δημοκρατικό πολίτευμα και Σύνταγμα, ΝοΒ 36 (1988), σ. 1353 επ., Α. Ράϊκου, Δικονομικόν εκλογικόν δίκαιον, 1982, σ. 376 επ., 405 επ., Δ. Τσάτσου, Συνταγματικό Δίκαιο, τ. Β΄. Οργάνωση και λειτουργία της Πολιτείας, 1992, σ. 184-185, 190, Κ. Χρυσόγονου, Εκλογικό σύστημα και Σύνταγμα, 1996, σ. 191 επ.), όσο και από την νομολογία (βλ. ιδίως τις ΑΕΔ 48/1978, 35/1982, 58-67 και 72-73/1985, 36/1990, 8/1993, 11-13/1994, 58/1995, 34/1999, 2/2001 καθώς και τις ΣτΕ 4207/1987, 3156/2000, 545/2001, 3401 και 3402/2001 – για την σχετική νομολογία του Εκλογοδικείου υπό το Σύνταγμα του 1952 βλ. Α. Ράϊκου, ό.π.). Η εν λόγω αρχή εμφανίζεται υπό δύο ειδικότερες εκδοχές: την αρχή της αριθμητικής ισότητας (κάθε πολίτης έχει μία ψήφο και συμμετέχει σε μία ψηφοφορία) και την αρχή της ισοδυναμίας της ψήφου (κάθε ψήφος έχει την ίδια νομική βαρύτητα). Κατά την ορθότερη δε γνώμη αποτελεί, υπό αμφότερες τις εκδοχές της, επί μέρους έκφανση της αρχής της πολιτικής ισότητας και ως εκ τούτου αφ’ ενός συνυφαίνεται στενά –χωρίς να ταυτίζεται– με την αρχή της καθολικής ψηφοφορίας και αφ’ ετέρου απορρέει, όπως και εκείνη, από την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας σύμφωνα με την οποία φορέας της κυριαρχίας είναι τόσο ο λαός στο σύνολό του όσο και κάθε πολίτης ξεχωριστά, ως ισότιμο κλάσμα της (βλ. γενικά Μάνεση και Τσάτσο, ό.π., και αναλυτικότερα  Παπαδημητρίου και Χρυσόγονο, ό.π., με τις εκεί περαιτέρω παραπομπές).

 

Με βάση αυτά τα δεδομένα, δεν νοείται ερμηνευτική ανάγνωση ούτε της αρχής της αριθμητικής ισότητας –για την οποία, άλλωστε, δεν έχει ανακύψει ποτέ πρόβλημα στη χώρα μας– αλλά ούτε και της αρχής της ισοδυναμίας της ψήφου, η οποία μας ενδιαφέρει εν προκειμένω, υπό το πρίσμα της αναλογικής ισότητας, δηλαδή με παρεισαγωγή των ουσιαστικών-ποιοτικών κριτηρίων της γενικής αρχής της ισότητας. Τα μόνα αποδεκτά κριτήρια είναι τα τυπικά-ποσοτικά. Με άλλα λόγια, για να διαγνωσθεί η πλειοψηφία, που είναι απαραίτητη για την δημοκρατική ανάδειξη των οργάνων που λειτουργούν στο πλαίσιο των αντιπροσωπευτικών μας θεσμών, οι ψήφοι πρέπει απλώς να μετρώνται και να αθροίζονται. Ούτε να αξιολογούνται ούτε να διαβαθμίζονται (πρβλ. Μάνεση, Αι εγγυήσεις, ό.π. σ. 249-250).

 

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η αρχή της ισοδυναμίας ισχύει απολύτως. Σημαίνει όμως ότι οι όποιες σχετικοποιήσεις, για να είναι θεμιτές, όχι μόνον δεν νοείται να βασίζονται σε ουσιαστικές διαφοροποιήσεις, προκειμένου να ευνοηθούν συγκεκριμένα κόμματα ή παρατάξεις ή υποψήφιοι (βουλευτές ή σύμβουλοι), αλλά επιπροσθέτως πρέπει άνευ ετέρου να συνδέονται, έστω και έμμεσα, με την εφαρμογή άλλων συνταγματικών  αρχών, που διέπουν την λειτουργία του πολιτεύματός μας. Ως εκ τούτου, για τις βουλευτικές εκλογές ορθώς γίνεται –έστω και κατ’ οικονομίαν– δεκτό, εν όψει και του άρθρου 51 παρ. 3 («…όπως νόμος ορίζει»), ότι η συνταγματική αρχή της ισοδυναμίας δεν καθιστά απαγορευτική την καθιέρωση είτε συστήματος ενισχυμένης αναλογικής είτε και πλειοψηφικού συστήματος, εφ’ όσον η συγκεκριμένη εφαρμογή τους υπακούει σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια και σε κάθε περίπτωση συνδέεται με μια έμμεση μεν –απορρέουσα ιδίως από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την αποδοχή πρότασης δυσπιστίας (άρθρο 84, παρ.6, εδ. β΄) και την προεδρική διάλυση της Βουλής (άρθρο 41 παρ. 1)– αλλά σαφή συνταγματική επιταγή για την επίτευξη «βιώσιμων κυβερνητικών σχημάτων» (βλ. την προεκτεθείσα νομολογία του ΑΕΔ), από την οποία θα μπορούσαμε να συναγάγουμε, σαν οιονεί συνταγματική αρχή, την επιδίωξη κυβερνητικής σταθερότητας (ή, ευρύτερα, την «λειτουργικότητα της Βουλής» κατά τον Χρυσόγονο, ό.π., σ. 217 επ., 335). Αυτή όμως η κατ’ αρχήν συνταγματικότητα των εν λόγω εκλογικών συστημάτων, ακόμη και όταν συνοδεύεται από ορισμένες πρόσθετες εγγυήσεις  –όπως η κατά το Σύνταγμά μας εφαρμογή κάθε νέου εκλογικού νόμου από τις μεθεπόμενες εκλογές– σε καμία περίπτωση δεν καλύπτει οποιεσδήποτε επί μέρους παραλλαγές τους, ιδίως στο μέτρο που ενέχουν στοιχεία επιτηδευμένων και αυθαίρετων αποκλεισμών, οδηγώντας σε υπέρμετρη  –και άρα συνταγματικά ανεπίτρεπτη– συρρίκνωση της αρχής της ισοδυναμίας (πρβλ. τους ανωτέρω συγγραφείς καθώς και την προαναφερθείσα νομολογία, τόσο του ΑΕΔ όσο και του ΣτΕ).

 

Β. Τα ίδια ισχύουν, πολλώ μάλλον, και για τις δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές (πρβλ. Γ. Παπαδημητρίου, Το εκλογικό σύστημα των δημοτικών λειτουργών και το Σύνταγμα, Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 1986), για τις οποίες άλλωστε ισχύουν οι ίδιες συνταγματικές αρχές, πλην της αμεσότητας της ψήφου. Με την επισήμανση, ωστόσο, ότι τα όρια για την σχετικοποίηση της αρχής της ισοδυναμίας της ψήφου είναι εξ ορισμού στενότερα, με δεδομένη την έλλειψη συνταγματικών διατάξεων αντίστοιχων με αυτές που ευνοούν την κυβερνητική σταθερότητα στο πεδίο των βουλευτικών εκλογών. Πράγματι, ακόμη και αν προβληθεί ως γενικότερος λόγος δημόσιου συμφέροντος η επιδίωξη ενός σταθερού συστήματος διοίκησης των ΟΤΑ, πρώτον δεν είναι εύκολη η έστω και έμμεση αναγωγή του σε αρχή συνταγματικής περιωπής, όπως συμβαίνει με την επιδίωξη κυβερνητικής σταθερότητας, και δεύτερον είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν η όποια σχετικοποίηση της αρχής της ισοδυναμίας της ψήφου οδηγεί όντως, από αυτήν την άποψη, στο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα (εν όψει, ιδίως, της εξαιρετικά εύρυθμης λειτουργίας πολλών ευρωπαϊκών ΟΤΑ των οποίων οι αρχές αναδεικνύονται με απλή αναλογική, ως προς τα συμβούλια, και στη συνέχεια με έμμεση εκλογή, ως προς τους επικεφαλής).

 

Εν πάση περιπτώσει, πάντως, ούτε στις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού μπορεί να αποκλεισθεί εξ ορισμού και το πλειοψηφικό σύστημα, ιδίως αν το ευνοεί μια ισχυρή θεσμική παράδοση και αποβλέπει σε μια ευρύτερα νοούμενη «λειτουργικότητα των ΟΤΑ» (κατ’ αναλογίαν με την ως άνω «λειτουργικότητα της Βουλής»). Όμως εδώ ο νομοθέτης πρέπει να δείχνει πολύ μεγαλύτερη αυτοσυγκράτηση, και μάλιστα όχι μόνο σε σχέση με την συνταγματική αρχή της ισοδυναμίας της ψήφου, αλλά και σε σχέση με την  –επίσης συνταγματική– αρχή της αναλογικότητας, η οποία δεν αφήνει περιθώρια για την χρησιμοποίηση μέσων που θα ξεπερνούν κατά πολύ τον επιδιωκόμενο σκοπό της διοικητικής σταθερότητας (και της εν γένει «λειτουργικότητας») των ΟΤΑ (πρβλ. Ράϊκου, ό.π., σ. 415 και ΑΕΔ 36/1990). Δεν είναι τυχαίο άλλωστε, από αυτήν την άποψη, ότι πέρα από το σύστημα έμμεσης εκλογής το σύστημα της απόλυτης πλειοψηφίας είναι το μόνο σύστημα που συναντάται στον ευρωπαϊκό χώρο  ως προς τις δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές.

 

Κατόπιν των ανωτέρω, η επιλογή του συστήματος της απόλυτης πλειοψηφίας (ενός ή δύο γύρων, κατά περίπτωση), που αποτέλεσε κατά τρόπο πάγιο την επιλογή του Έλληνα νομοθέτη μετά την μεταπολίτευση για τους ΟΤΑ μείζονος σημασίας (δήμους και νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις), αποτελεί το έσχατο ανεκτό όριο σχετικοποίησης της αρχής της ισοδυναμίας της ψήφου ως προς την ρύθμιση του εκλογικού συστήματος των δημοτικών και νομαρχιακών εκλογών, με κριτήριο την παράλληλη διασφάλιση της σταθερότητας του αυτοδιοικητικού συστήματος. Με άλλα λόγια, η εν λόγω απόλυτη πλειοψηφία αποτελεί το ελάχιστο της δημοκρατικής νομιμοποίησης του επιτυχόντος συνδυασμού, εν όψει του ότι η βάσει αυτής ανάδειξή του συνεπάγεται αφ’ ενός μεν –και ιδίως– την εκλογή του δημάρχου (ή του νομάρχη) ως ανώτατου μονοπρόσωπου αιρετού οργάνου του αντίστοιχου ΟΤΑ, με σημαντικότατες διοικητικές και εκτελεστικές αρμοδιότητες,  αφ’ ετέρου δε την κατάληψη των 3/5 των εδρών του δημοτικού ή νομαρχιακού συμβουλίου (πρβλ. μάλιστα Παπαδημητρίου, Το εκλογικό σύστημα των δημοτικών λειτουργών, ό.π., σ. 32 επ., που υποστηρίζει την αντισυνταγματικότητα ακόμη και αυτής της δυσαναλογίας μεταξύ ψήφων και εδρών). Υπό αυτήν δε την άποψη το σύστημα της απόλυτης πλειοψηφίας μπορεί να θεωρηθεί ταυτόχρονα, τόσο από την άποψη της πραγμάτωσης του εκλογικού δικαιώματος όσο και από την άποψη της νομιμοποίησης των αυτοδιοικητικών αρχών, ένα «δημοκρατικό κεκτημένο» στο πεδίο της λειτουργίας της τοπικής αυτοδιοίκησης, του οποίου δεν νοείται ανατροπή χωρίς την παράλληλη νόθευση του συμμετοχικού χαρακτήρα του θεσμού, ως ειδικότερης έκφανσης των αρχών της λαϊκής κυριαρχίας και της ισοπολιτείας.

 

Γ. Με αυτά τα δεδομένα, η καθιέρωση του ποσοστού 42% σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί μια απλή και άρα συνταγματικά ανεκτή σχετικοποίηση της δημοκρατικής νομιμοποίησης του επιτυχόντος συνδυασμού. Αποτελεί, αντίθετα, κατάφωρη παραβίαση της αρχής της ισοδυναμίας της ψήφου, καθώς υποβαθμίζει δραματικά την νομική αξία της ψήφου των εκλογέων που δεν ψηφίζουν τον –υπό αυτούς τους όρους– επιτυχόντα συνδυασμό και συγκεκριμένα τόσο των συγκαταλεγομένων στο ποσοστό που λαμβάνουν οι παρατάξεις που υπολείπονται του 42% και ενδέχεται να αγγίζει το 58% του εκλογικού σώματος  όσο και, ειδικότερα, των συγκαταλεγομένων στο ποσοστό της παράταξης που ενδεχομένως υπερβαίνει το 42% αλλά υπολείπεται –έστω και ελάχιστα– του ποσοστού του σχετικά πλειοψηφούντος συνδυασμού. Αυτή δε η δραστική συρρίκνωση της αρχής της ισοδυναμίας της ψήφου, που καθιστά κυρίαρχους στο τοπικό διοικητικό και πολιτικό σύστημα –και μάλιστα χωρίς επαρκείς «ελέγχους και ισορροπίες»– συνδυασμούς με σοβαρότατο έλλειμμα δημοκρατικής νομιμοποίησης, επιβάλλεται χωρίς να γίνεται στην πραγματικότητα επίκληση κανενός λόγου δημοσίου συμφέροντος συνταγματικής περιωπής, που να μπορεί να παράσχει στοιχειώδη έστω δικαιολόγηση.

 

Με την αιτιολογική έκθεση της εν λόγω ρύθμισης επιχειρείται βέβαια η σύνδεσή της «με την ύπαρξη ισχυρών ΟΤΑ, εν όψει του αναβαθμισμένου θεσμικού ρόλου που πρόκειται να διαδραματίσουν στο άμεσο μέλλον αλλά και εν όψει του ρόλου τους στο Δ΄ ΚΠΣ» ενώ στην συνέχεια προβάλλεται ειδικότερα το επιχείρημα ότι «Με αυτό το επιδιωκόμενο πρότυπο των ισχυρών και με εσωτερική σταθερότητα Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων και Δήμων δεν συνάδει η σύναψη ευκαιριακών συμμαχιών, που όπως έχει αποδείξει η εμπειρία, δεν εξυπηρετούν πάντοτε την πρόοδο των τοπικών υποθέσεων και τη σταθερότητα της διοίκησης αυτών ούτε επιτρέπουν τη διαμόρφωση σαφούς προγραμματικού λόγου». Ωστόσο η συγκεκριμένη αιτιολόγηση είναι τελείως προσχηματική, δεδομένου ότι από την άποψη της πολιτικής ισχύος και της σταθερότητας της διοίκησης σε τίποτε δεν άλλαξε η κατάσταση με το 42%, δεδομένου ότι οι επιτυχόντες συνδυασμοί εξακολουθούν να καταλαμβάνουν τα 3/5 των εδρών, όπως και πριν. Το μόνο που άλλαξε είναι ο βαθμός της δημοκρατικής νομιμοποίησης των αρχών των ΟΤΑ, η μείωση του οποίου, πέρα από το ότι συναρτάται με μια λογική βαθύτατης υποτίμησης των πολιτών, μπορεί να οδηγήσει σε οργανωμένη αμφισβήτησή τους και να αποδειχθεί, εν τέλει, θρυαλλίδα για την ουσιαστική αποδυνάμωση –αντί της επαγγελλόμενης ισχυροποίησης– των ΟΤΑ.

 

Υπό το προϊσχύσαν σύστημα, ειδικότερα, για να θεωρηθεί κάποιος συνδυασμός επιτυχών, δεν αρκούσε να λάβει μόνο τη σχετική πλειοψηφία. Έπρεπε να πείσει, στο δεύτερο γύρο, και έναν επιπρόσθετο αριθμό εκλογέων από άλλους συνδυασμούς, οι οποίοι μάλιστα, όπως δείχνει η πείρα των επαναληπτικών εκλογών, έχουν κατά κανόνα δική τους άποψη και δεν άγονται και φέρονται από τις ηγεσίες των αποτυχόντων συνδυασμών, ακόμη και αν αυτές «δίνουν γραμμή» (κάτι που συμβαίνει ολοένα και σπανιότερα, καθώς η συνήθης προτροπή είναι: «ψήφος κατά συνείδηση»). Η νομιμοποίηση αυτή με το ισχύον σύστημα δεν συρρικνώνεται απλώς αλλά και συχνά αλλοιώνεται πλήρως, με το να αναδεικνύονται ως επιτυχόντες ορισμένοι συνδυασμοί, οι οποίοι ναι μεν διαθέτουν την σχετική πλειοψηφία αλλά στην συνέχεια μπορεί να αποδειχθούν μειοψηφικοί σε σχέση με το σύνολο των εκλογέων. Πράγματι η πείρα των επαναληπτικών εκλογών δείχνει ότι πολύ συχνά άλλοι συνδυασμοί, οι οποίοι στον πρώτο γύρο μπορεί να υπολείπονται –ακόμη και κατά πολύ– του 42%  (ή του πρώτου συνδυασμού αν δύο έχουν περάσει το ποσοστό αυτό), στον δεύτερο γύρο συσπειρώνουν ευρύτερες δυνάμεις και εκφράζουν αυθεντικότερα τις τοπικές κοινωνίες.  Αυτή δε η μειωμένη και πολλαπλά αλλοιωμένη νομιμοποίηση, η οποία βέβαια είναι ακόμη εντονότερη και προφανέστερη όταν η διαφορά είναι οριακή (πρβλ. Θ. Διαμαντόπουλου, Μια πρόταση για το 42%, «Ελευθεροτυπία», 18.10.2006), οδηγεί κατ’ αποτέλεσμα στην αξιολογική διαβάθμιση της ψήφου, η οποία όχι μόνον προσκρούει στον τυπικό-ποσοτικό χαρακτήρα της αρχής της ισοδυναμίας της ψήφου –και μάλιστα χωρίς καμία σοβαρή και πειστική στάθμιση με άλλα συνταγματικά αγαθά– αλλά και δεν αντέχει ούτε καν στις προϋποθέσεις για την εφαρμογή της γενικής αρχής της ισότητας, την οποία επίσης επικαλείται, έστω και συμπληρωματικά, μέρος της θεωρίας και της νομολογίας (βλ. Ράϊκου, ό.π., και τις περισσότερες από τις προμνημονευθείσες αποφάσεις του ΑΕΔ και του ΣτΕ). Και τούτο διότι ερείδεται σε ένα  ευκαιριακό και αυθαίρετο όριο, που παραπέμπει στο παιχνίδι της κολοκυθιάς (γιατί άραγε 42 και όχι 38 ή 40 ή 44 ή 46%) και το οποίο, εν πάση περιπτώσει, δεν είναι δυνατόν να πείσει κανέναν ότι διαμορφώθηκε με βάση γενικά και αντικειμενικά κριτήρια (πρβλ. Μάνεση, ό.π., σ. 267) πολλώ δε μάλλον όταν δεν συνδέεται και με καμία άλλη προϋπόθεση ως προς την απόκτηση ισχυρότερης έστω –αν και όχι επαρκούς κατά τα ανωτέρω–δημοκρατικής νομιμοποίησης (πρβλ. Διαμαντόπουλου, ό.π.).

 

Δ. Στην αιτιολογική έκθεση, βέβαια, εν όψει της οφθαλμοφανούς αυτής προβληματικότητας της διάταξης, επιχειρείται μια δικαιολόγηση που παραπέμπει σε άλλες εκλογές. Συγκεκριμένα υποστηρίζεται ότι «Το προβλεπόμενο ποσοστό είναι ένα ποσοστό εκλογής που διασφαλίζει την απαιτούμενη δημοκρατική νομιμοποίηση, αν ληφθεί υπόψη ότι ακόμη και η ανάδειξη Κυβέρνησης είναι δυνατή με μικρότερο ποσοστό». Η επιχειρηματολογία αυτή, όμως, δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική. Πρώτον διότι οι βουλευτικές εκλογές είναι εκλογές ανάδειξης μελών ενός αντιπροσωπευτικού σώματος, από τους κόλπους του οποίου προκύπτει, με τις συγκεκριμένες διαδικασίες του κοινοβουλευτικού συστήματος, η κυβέρνηση, χωρίς να είναι προκαθορισμένος ούτε ο αριθμός των βουλευτών της κάθε παράταξης ούτε καν ο πρωθυπουργός (αφού μπορεί να προκύψουν συμμαχικές κυβερνήσεις). Αντίθετα, το σύστημα των δημοτικών και νομαρχιακών εκλογών είναι σύστημα ανάδειξης συνδυασμού, ο οποίος εφ’ όσον θεωρηθεί επιτυχών διασφαλίζει, χωρίς καμία άλλη προϋπόθεση, τόσο την εκλογή του ανώτατου μονοπρόσωπου διοικητικού οργάνου της όσο και η κατάληψη των 3/5 των εδρών. Είναι δηλαδή ένα σύστημα που μπορεί να παραλληλισθεί μόνο με το προεδρικό σύστημα, αλλά και πάλι εν μέρει, διότι σε ένα τέτοιο σύστημα δεν νοείται βέβαια άμεση εκλογή του προέδρου με σχετική πλειοψηφία και ταυτόχρονη κατάληψη, ως εκ της εκλογής αυτής, της πλειοψηφίας (και δη των 3/5) των μελών του αντιπροσωπευτικού σώματος (ή των αντιπροσωπευτικών σωμάτων).

 

Πέρα από αυτά, όμως, η τεράστια διαφοροποίηση των βουλευτικών από τις αυτοδιοικητικές εκλογές έγκειται σε δύο σημεία. Το πρώτο είναι ότι στις βουλευτικές εκλογές η όποια σχετικοποίηση της συνταγματικής αρχής της ισοδυναμίας της ψήφου είναι απόρροια στάθμισης με άλλες συνταγματικές αρχές, κατά τα ανωτέρω. Το δεύτερο είναι ότι στις βουλευτικές εκλογές, όποιο σύστημα και αν επιλεγεί, δεν είναι εκ των προτέρων δεδομένο το αποτέλεσμα με κανένα συγκεκριμένο ποσοστό σχετικής πλειοψηφίας. Ειδικότερα:

 

Με πλειοψηφικό σύστημα, το οποίο είναι κατ’οικονομίαν συνταγματικά ανεκτό κατά τα προεκτεθέντα, πράγματι είναι δυνατόν να αναδειχθεί μια κυβέρνηση με ποσοστό 42%. Ωστόσο, η επιβολή ενός τέτοιου ορίου για την κατάληψη της πλειοψηφίας των εδρών δεν νοείται ως τεχνική του πλειοψηφικού συστήματος, διότι προσκρούει πλήρως στην εσωτερική λογική του. Πράγματι, το εν λόγω σύστημα, υπό  όλες τις παραλλαγές του (δηλ. είτε ως σύστημα απόλυτης πλειοψηφίας είτε ως σύστημα σχετικής πλειοψηφίας) είναι εξ ορισμού ένα σύστημα ανοιχτό στην δυναμική των εκάστοτε διαμορφούμενων εκλογικών συσχετισμών και σε καμία περίπτωση δεν εξαρτά τα εκλογικά αποτελέσματα από προκαθορισμένα ποσοστά. Με άλλα λόγια, τόσο με σύστημα απόλυτης πλειοψηφίας δύο γύρων (majority) όσο και με σύστημα σχετικής πλειοψηφίας (plurality) το 42% μπορεί πράγματι να δώσει πλειοψηφία που μπορεί να αναδείξει κυβέρνηση αλλά αυτό κάθε άλλο παρά βέβαιο μπορεί να θεωρηθεί. Το ίδιο ποσοστό, ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε εκλογής,  μπορεί να δώσει αποτέλεσμα κλιμακούμενο από την τεράστια πλειοψηφία, που μπορεί υπό προϋποθέσεις να αγγίξει τα όρια της παμψηφίας, των εδρών, μέχρι την σχετική μόνο πλειοψηφία των εδρών, που δεν επαρκεί για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης (πρβλ. γενικά Ηλ. Νικολακόπουλου, Εισαγωγή στη θεωρία και την πρακτική των εκλογικών συστημάτων, 1989, σ. 26 επ. και ειδικότερα Χρυσόγονο, ό.π., σ. 196 επ., 200 επ.).

 

Αλλά και με σύστημα (ενισχυμένης) αναλογικής η ανάδειξη της κυβέρνησης κάθε άλλο μπορεί να προκαθορισθεί από ένα συγκεκριμένο ποσοστό. Ακόμη και με τεχνικές πριμοδότησης του πρώτου κόμματος τα πάντα εξαρτώνται από την δύναμη και των άλλων κομμάτων, καθώς και από την διαφορά μεταξύ των δύο πρώτων κομμάτων (πρβλ. γενικά Νικολακόπουλο, ό.π., σ. 44 επ., και ειδικότερα Χρυσόγονο, ό.π., σ. 247 επ.).

 

Και στην περίπτωση, όμως, που το ποσοστό 42% σταθεί τελικώς ικανό να αναδείξει κυβέρνηση, αυτή ενδέχεται να στηρίζεται και σε μια οριακή πλειοψηφία εδρών, ακόμη και σε ψήφο ανοχής. Θα είναι δηλαδή μια κυβέρνηση υπό την συνεχή δοκιμασία της εμπιστοσύνης της Βουλής –που μπορεί να οδηγήσει και σε πτώση της ή/και σε διάλυση της Βουλής– και άρα σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να συγκριθεί με την ανάδειξη τόσο του επικεφαλής όσο και της μεγάλης πλειοψηφίας των συμβούλων ενός ΟΤΑ για μία σταθερή περίοδο (τετραετίας) και μάλιστα αδιατάρακτα.

 

Είναι φανερό λοιπόν ότι η σύγκριση του ισχύοντος συστήματος ανάδειξης των επιτυχόντων συνδυασμών των ΟΤΑ με τα συστήματα ανάδειξης της Βουλής και της κυβέρνησης είναι πολλαπλά ατυχής και εν τέλει προσχηματική. Και τούτο διότι στην περίπτωση της ανάδειξης της κυβέρνησης γίνονται άλλου είδους σταθμίσεις συνταγματικών αγαθών. Επιπλέον, η ψήφος στις δημοτικές εκλογές έχει διαφορετικό ρόλο από ότι η ψήφος στις βουλευτικές εκλογές. Στην πρώτη περίπτωση είναι ψήφος προεχόντως δημοκρατικής νομιμοποίησης, και στην δεύτερη ψήφος αντιπροσώπευσης. Εξ ίσου προσχηματική βέβαια αλλά και εντελώς αόριστη και ατεκμηρίωτη είναι και η επιχειρηματολογία της αιτιολογικής έκθεσης ως προς το ότι «το ποσοστό αυτό όχι μόνον δεν αποτρέπει συμμαχίες αλλά αντίθετα επιτρέπει την σύναψη συμμαχιών, οι οποίες στηρίζονται σε ενιαίο προγραμματικό λόγο». Αλλά και το επιχείρημα της αιτιολογικής έκθεσης ότι: «Σε όλα αυτά θα πρέπει να συνυπολογισθεί, εντελώς επικουρικά, και η σημαντική οικονομική επιβάρυνση, αλλά και η ταλαιπωρία που συνεπάγεται για τους ψηφοφόρους η επαναληπτική εκλογή» δεν μπορεί να θεωρηθεί σοβαρό, διότι βεβαίως δεν νοείται περιορισμός μιας τόσο σημαντικής συνιστώσας της δημοκρατικής αρχής με την γενική και αόριστη επίκληση «κόστους» και «ταλαιπωρίας».

 

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, κατά το ισχύον Σύνταγμα δεν νοείται ανάδειξη επιτυχόντος συνδυασμού, με ό,τι αυτή συνεπάγεται, χωρίς ο συνδυασμός αυτός να έχει λάβει την απόλυτη πλειοψηφία των έγκυρων ψηφοδελτίων δηλαδή χωρίς να εφαρμοσθεί και στην συγκεκριμένη περίπτωση ο κανόνας της επαναληπτικής εκλογή μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου από τους σχετικά πλειοψηφήσαντες συνδυασμούς, σύμφωνα με τα άρθρα 71 και 76 παρ. 1 του π.δ. 410/1995 και, αντιστοίχως, με τα άρθρα 32 και 36 παρ. 1 του π.δ. 30/1996, όπως ίσχυαν πριν από την τροποποίησή τους από τις –αντισυνταγματικές κατά τα ανωτέρω– διατάξεις του άρθρου 2 και 3 του ν. 3434/2006.

 

 

2. Το ζήτημα των λευκών ψηφοδελτίων εν όψει της καθιέρωσης του ποσοστού 42%

 

Εάν πάντως, παρά τα ανωτέρω, ξεκινήσουμε από την αφετηρία ότι το ποσοστό 42% αποτελεί συνταγματικά ανεκτό περιορισμό της αρχής της ισοδυναμίας της ψήφου, τότε κατά την άποψή μας θα πρέπει να συνυπολογισθεί, σε κάθε περίπτωση, και ο αριθμός των λευκών στον αριθμό των έγκυρων ψηφοδελτίων. Αυτό προκύπτει  αβίαστα από την ισχύουσα νομοθεσία, όπως έχει ερμηνευθεί πρόσφατα από την νομολογία του ΑΕΔ, σε κάθε δε περίπτωση αποτελεί απόρροια του ιδιαίτερου ρόλου που διαδραματίζει η λευκή ψήφος όταν πρόκειται για εκλογές δημοκρατικής νομιμοποίησης (προσώπων, συνδυασμών ή αποφάσεων) όπως είναι προεχόντως οι δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές, κατά τα προαναλυθέντα. Ειδικότερα:

 

Α. Το ΑΕΔ με αφορμή τον έλεγχο της συνταγματικότητας των διατάξεων των άρθρων 98 παρ. 4 και 99 παρ, 3 και 4 του π.δ. 351/2003  που αποκλείουν τον συνυπολογισμό των λευκών ψήφων στα έγκυρα κατά την εξαγωγή του εκλογικού μέτρου έκρινε ότι οι σχετικές διατάξεις θίγουν τον πυρήνα της λαϊκής κυριαρχίας και της ισότητας της ψήφου καθώς όλες οι έγκυροι ψήφοι, άρα και οι λευκές πρέπει να αντιμετωπίζονται ισότιμα, ανεξαρτήτως του περιεχομένου τους. Κατά τούτο και με δεδομένο ότι ο νομοθέτης διακρίνει σαφώς μεταξύ λευκών και ακύρων ψήφων (άρθρα 91 παρ. 2, 93 παρ. 2, 98 παρ. 7 π.δ. 351/2003) οι λευκές ψήφοι δεν μπορεί να θεωρηθούν ότι στερούνται παντελώς εννόμων συνεπειών. Διαφορετικά  θα εξομοιώνονταν, εν τοις πράγμασι, κατά παράβαση των ανωτέρω αρχών, με τις άκυρες, δηλαδή με τις ψήφους που εξ ορισμού δεν δύνανται να επιφέρουν οποιοδήποτε έννομο αποτέλεσμα. Στην απόφαση υπήρξε και ισχυρή μειοψηφία, η οποία όμως δεν διαφώνησε ως προς την φύση της λευκής ψήφου ως έγκυρης ψήφου αλλά μόνον ως προς την δυνατότητα ρύθμισης των έννομων συνεπειών της από τον κοινό νομοθέτη «ο οποίος καθορίζει με ευρεία διακριτική εξουσία το περισσότερο πρόσφορο και ενδεδειγμένο εκλογικό σύστημα για την ανάδειξη εκάστοτε των εθνικών αντιπροσώπων και την συγκρότηση της Βουλής».

 

Η ανωτέρω ερμηνεία του ΑΕΔ ως προς το ότι η λευκή ψήφος, καθότι έγκυρη, πρέπει να έχει έννομες συνέπειες και να μην ταυτίζεται εν τοις πράγμασι με τη άκυρη αφορά εξ ίσου και τον εκλογικό νόμο 3231/2004.  Οι σχετικές διατάξεις (άρθρα 4 παρ. 4, 5,6,7,και 8) δεν επέφεραν καμία διαφοροποίηση στην ρύθμιση της λευκής ψήφου, ούτε ως προς την ξεχωριστή καταγραφή της αλλά ούτε και ως προς τον ρόλο της αναφορικά με την κατανομή των εδρών. Επομένως η ψευδοερμηνευτική διάταξη του άρθρου 1 του ν. 3434/2006 («Κατά την αληθή έννοια των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 4και των άρθρων 5,6,7, και 8 του ν. 3231/2004 κατά τη σύνταξη, ανά εκλογική περιφέρεια, των πινάκων αποτελεσμάτων από τα αρμόδια δικαστήρια, κατά την κατανομή των εδρών, καθώς και για τον καθορισμό του εκλογικού μέτρου, τα λευκά ψηφοδέλτια δεν προσμετρώνται στα έγκυρα») με την οποία επιχειρήθηκε η παράκαμψη της εν λόγω νομολογίας, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως εξ ορισμού αντισυνταγματική, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομολογιακή αντιμετώπιση. Με άλλα λόγια, ο νομοθέτης προσπάθησε να επιβάλει μια ψευδοερμηνεία η οποία έχει εκ των προτέρων κριθεί από το ΑΕΔ  αντίθετη με συγκεκριμένες συνταγματικές αρχές και μάλιστα, ως προς το πρώτο σκέλος της («σύνταξη των πινάκων αποτελεσμάτων από τα αρμόδια δικαστήρια») με πλήρη ομοφωνία ως προς την εγκυρότητα της εκεί –ξεχωριστά– καταγραφόμενης λευκής ψήφου.

 

Β. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η προαναφερθείσα ψευδοερμηνευτική διάταξη του άρθρου 1 του νόμου 3434/2006 δεν ισχύει για τις δημοτικές εκλογές, για τους εξής λόγους:

 

α. Σύμφωνα με το άρθρο 49 του ν. 3463/2006 («Κύρωση Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα») «Οι διατάξεις της νομοθεσίας για την εκλογή βουλευτών εφαρμόζονται αναλόγως και κατά τη διενέργεια των δημοτικών και κοινοτικών εκλογών για όσα θέματα δεν υφίσταται ειδική ρύθμιση στις ρυθμίσεις του παρόντος» (ανάλογο και το άρθρο 31 παρ. 1 του π.δ. 30/1996, «Κώδικας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης», σύμφωνα με το οποίο «Οι διατάξεις για την εκλογή βουλευτών… εφαρμόζονται και στις εκλογές της Ν.Α., εφόσον δεν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις του νόμου αυτού»). Ωστόσο, η συγκεκριμένη πρόβλεψη είναι προφανές ότι δεν αφορά ούτε την κατανομή των εδρών στις δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές αλλά ούτε, πολύ περισσότερο, τον πίνακα αποτελεσμάτων και την βάσει αυτού ανάδειξη των επιτυχόντων συνδυασμών, δεδομένου ότι για όλα αυτά υπάρχουν ειδικές ρυθμίσεις (των άρθρων 51 επ.), στο πλαίσιο του ΣΤ΄ Κεφαλαίου (ή των άρθρων 33 επ., στο πλαίσιο του Γ΄ Κεφαλαίου),  με τίτλο «Εκλογικό Σύστημα», το οποίο έπεται της ανωτέρω πρόβλεψης και περιέχει ειδικές και λεπτομερείς ρυθμίσεις (και άρα είναι φανερό ότι δεν επηρεάζεται από αυτήν). Έτσι, η αιτιολογική έκθεση του ν. 3434/2006 είναι προφανές ότι είναι πολλαπλά ατυχής  στο συγκεκριμένο σημείο. Πράγματι, με βάση τα ανωτέρω, κάθε άλλο παρά «εξυπακούεται ότι η ρύθμιση για την μη προσμέτρηση των λευκών στα έγκυρα ψηφοδέλτια καταλαμβάνει… και τις νομαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές εκλογές», δεδομένου ότι ερείδεται σε εντελώς εσφαλμένη προϋπόθεση (ότι δηλαδή «οι αντίστοιχες νομοθετικές ρυθμίσεις του ΔΚΚ, για το κρίσιμο θέμα των λευκών ψηφοδελτίων, παραπέμπουν στις οικείες διατάξεις για την εκλογή βουλευτών»).

 

β. Ακόμη πάντως και αν υπήρχε περιθώριο εφαρμογής της συγκεκριμένης ρύθμισης στο πεδίο των δημοτικών και νομαρχιακών εκλογών, και πάλι αυτό θα περιοριζόταν στο ειδικότερο ζήτημα της κατανομής των εδρών (άρθρα 51 επ.), όχι όμως και στην ανάδειξη του επιτυχόντος και των επιλαχόντων συνδυασμών (άρθρο 50), η οποία ούτως ή άλλως γίνεται υπό τις προϋποθέσεις της ΑΕΔ 12/2005 ως προς τον συνυπολογισμό των λευκών. Και τούτο διότι:

 

Σε ένα πολίτευμα που διέπεται από τη δημοκρατική αρχή η λευκή ψήφος είναι πράγματι έγκυρη ψήφος, όπως ορθά έταμε το ζήτημα  το ΑΕΔ με την –ομόφωνη στο σημείο αυτό– απόφαση 12/2005. Η απόφαση εν προκειμένω επιβεβαίωσε τις θέσεις της θεωρίας, η οποία είχε οριοθετήσει την λευκή ψήφο ως τεχνικά και λειτουργικά αυτοτελή ψήφο –με περιεχόμενο αποδοκιμαστικό προς όλες τις προσφερόμενες εναλλακτικές επιλογές και με έντονα κριτική ή/και αμφισβητησιακή διάσταση– σαφώς διακριτή σε σχέση τόσο με την άκυρη ψήφο όσο και με την αποχή από την ψηφοφορία, επισημαίνοντας ειδικότερα: «Η λευκή ψήφος αποτελεί αναπόσπαστη –νομικά και πολιτικά– έκφανση του εν γένει δικαιώματος της ψήφου. Απορρέει επομένως από την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και από τις αρχές της καθολικής και ίσης ψηφοφορίας ως λειτουργικές παραμέτρους της. Συγκεκριμένα: εφ’όσον όλοι οι (ενήλικοι) πολίτες έχουν αναφαίρετο το δικαίωμα της ψήφου, ως φορείς κλάσματος της λαϊκής κυριαρχίας, έχουν, κατά συνέπεια, αναφαίρετο και το δικαίωμα της λευκής ψήφου, που αποτελεί συγκεκριμένη και πολιτικά προσδιορισμένη μορφή άσκησης της λαϊκής κυριαρχίας. Εφ’όσον, δε, η λευκή ψήφος είναι νομικά και πολιτικά αυτοτελής είναι και απολύτως ισόκυρη με τις ψήφους που εκφράζουν θετική εκλογική βούληση-επιλογή («εκφρασμένες ψήφοι») στο πλαίσιο της ισότητας-ισοδυναμίας της ψήφου, που απαγορεύει την αξιολογική διαβάθμιση της νομικής βαρύτητας των ψήφων αλλά και επιτάσσει την πλήρη ισότητα όρων και δυνατοτήτων συμμετοχής του πολίτη στην εκλογική διαδικασία… αλλά και της αρχής της ελεύθερης και ανόθευτης εκδήλωσης της λαϊκής βούλησης που προϋποθέτει για τον εκλογέα… τη δυνατότητα να ψηφίζει ή να μην ψηφίζει και τη δυνατότητα να ψηφίζει ό,τι θέλει –να εκφράζει δηλαδή εκλογική βούληση θετική για μία ή αρνητική για όλες τις προσφερόμενες εναλλακτικές πολιτικές προτάσεις– ανεπηρέαστος από εξωτερικούς παράγοντες» (βλ. Γ. Σωτηρέλη, Το δικαίωμα της λευκής ψήφου, 1988, ιδίως σ. 11 επ., 18 επ., 21 επ.).

 

Με δεδομένη αυτήν την θεώρηση, ακόμη και αν είχε υιοθετηθεί η προαναφερθείσα άποψη της –ισχυρής στο σημείο αυτό αλλά και ορθής επί της ουσίας– μειοψηφίας του ΑΕΔ ότι προκειμένου για την κατανομή των εδρών της Βουλής ο νομοθέτης μπορεί να προβλέψει ότι στο εκλογικό μέτρο υπολογίζονται μόνον οι «εκφρασμένες ψήφοι», δηλαδή οι ψήφοι που ενσωματώνουν θετική δήλωση εκπροσώπησης (πρβλ. και Σωτηρέλη, ό.π., σ. 27-28), αυτό δεν θα είχε καμία επίπτωση ως προς τις έννομες συνέπειες της λευκής ψήφου στις πρόσφατες δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές, αναφορικά με το ζήτημα του συνυπολογισμού των λευκών για την ανάδειξη των επιτυχόντων και επιλαχόντων συνδυασμών με βάση το ποσοστό 42%. Και τούτο διότι οι συγκεκριμένες εκλογές, με βάση όσα εκτέθηκαν αναλυτικά προηγουμένως, είναι εκλογές με προεχόντως νομιμοποιητικό χαρακτήρα σε ό,τι αφορά τους επιτυχόντες συνδυασμούς (από τους οποίους εξαρτάται η ανάδειξη του επικεφαλής και των 3/5 του συμβουλίου του κάθε ΟΤΑ), ενώ η εκπροσώπηση, μέσω κατανομής εδρών, έχει δευτερεύοντα χαρακτήρα, διότι ουσιαστικά αφορά μόνο τα 2/5 των εδρών. Ο κοινός νομοθέτης φαίνεται δηλ. να διαχωρίζει όργανα και αιρετούς με σαφώς εκτελεστικό-διοικητικό χαρακτήρα και προσανατολισμό (μονοπρόσωπα όργανα, επιτυχών συνδυασμός από τους κόλπους του οποίου προέρχονται άλλα εκτελεστικά όργανα, λ.χ. οι αντιδήμαρχοι, ενώ η πλειοψηφία κυριαρχεί και στις διοικητικού χαρακτήρα αποφάσεις του συμβουλίου), από όργανα και αιρετούς που έχουν και αντιπροσωπευτικό-ελεγκτικό χαρακτήρα και προσανατολισμό (λοιπές παρατάξεις του συμβουλίου). Συνεπώς, ακόμη και να γίνει δεκτό ότι τα λευκά δεν συνυπολογίζονται κατά την κατανομή των εδρών, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τα λευκά δεν συνυπολογίζονται στα έγκυρα για τον υπολογισμό του ποσοστού που είναι κρίσιμο για να χαρακτηρισθεί επιτυχών ένας συνδυασμός. Διαφορετική εκδοχή θα ακύρωνε κάθε έννομη συνέπεια των λευκών στις εν λόγω εκλογές, ανατρέποντας πλήρως την αρχή της ίσης μεταχείρισής τους με τα υπόλοιπα έγκυρα, που επιβάλλει απαρέγκλιτα η νομολογία του ΑΕΔ, κατά τα προεκτεθέντα.

 

Τα ανωτέρω επιχειρήματα επιβάλλεται να γίνουν δεκτά και από το γεγονός ότι επιτρέπεται πλέον η ανάδειξη του επιτυχόντος με βάση το όριο 42%, το οποίο, πέρα από το ότι είναι αντισυνταγματικό, με βάση τα όσα εκτέθηκαν προηγουμένως, είναι και άκρως ανελαστικό, υπό την εξής έννοια: συνιστά τόσο χαμηλό βαθμό δημοκρατικής νομιμοποίησης των επιτυχόντων συνδυασμών που δεν επιτρέπει καμία περαιτέρω σχετικοποίησή του μέσω αποκλεισμού των –έγκυρων κατά τα ανωτέρω– λευκών ψηφοδελτίων. Πολλώ δε μάλλον όταν πρόκειται για τα λευκά της πρώτης Κυριακής, τα οποία κατά κύριο λόγο δεν ενσωματώνουν βούληση μη εκπροσώπησης, όπως συμβαίνει κατά τα προεκτεθέντα, στις βουλευτικές εκλογές, εν μέρει δε και με την επαναληπτική εκλογή στις δημοτικές (που εν πάση περιπτώσει αποσκοπεί, πέραν της νομιμοποίησης, και στην διλημματική εκλογή προσώπου –νομάρχη ή δημάρχου– και συνδυασμού, προκειμένου να διασφαλισθεί η ομαλή λειτουργία των ΟΤΑ). Αντίθετα, εκείνο που προεχόντως δηλώνει η λευκή ψήφος της πρώτης Κυριακής είναι η άρνηση νομιμοποίησης οποιουδήποτε από τους υποψήφιους συνδυασμούς, ως προς την ανάδειξη των κρίσιμων διοικητικών οργάνων των ΟΤΑ με βάση ένα μειοψηφικό κατ’ αρχήν ποσοστό. Με άλλα λόγια, το αποφασιστικό κριτήριο, εν προκειμένω, είναι ο ιδιαίτερος χαρακτήρας των εκλογικών  αναμετρήσεων της αυτοδιοίκησης, ο οποίος στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν αφήνει κανένα περιθώριο διακριτικής ευχέρειας ως προς τον μη συνυπολογισμό του λευκού για την κάλυψη του ορίου 42%.

 

Στην περίπτωση λοιπόν της εκλογικής αναμέτρησης της πρώτης Κυριακής, πράγματι δεν νοείται οποιαδήποτε μεταχείριση της λευκής ψήφου που θα την αποστερούσε από  την στοιχειώδη έννομη συνέπεια που αποδίδει το Σύνταγμα σε κάθε έγκυρη ψήφο: την νομιμοποιητική λειτουργία ως προς την ανάδειξη των αιρετών οργάνων. Πολύ περισσότερο μάλιστα αν αναλογισθεί κανείς ότι πρόκειται για νομιμοποίηση που αφορά, συλλήβδην και διά μιας, όλα τα αυτοδιοικητικά όργανα μείζονος σημασίας, και μάλιστα με μειωμένο και αυθαίρετα προσδιορισμένο ποσοστό, που όχι μόνο καθιστά ακόμη πιο προβληματικό τον  αποκλεισμό των λευκών από το όριο ανάδειξης των επιτυχόντων συνδυασμών αλλά και θα μπορούσε να οδηγήσει, εν όψει και της έντονα αποδοκιμαστικής στάσης –κάθε είδους– που παρατηρήθηκε κατά τις τελευταίες εκλογές, σε ουσιαστική  αλλοίωση του δημοκρατικού χαρακτήρα των ΟΤΑ.

 

 

 

 

 

 

Διοικητικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων;

Ιάκωβος Γ. Μαθιουδάκης, Λέκτορας Διοικητικού Δικαίου, Δικηγόρος

Η μελέτη, που ακολουθεί, επιχειρεί να συμβάλει στον προβληματισμό σχετικά με τη νομική δυνατότητα των διοικητικών οργάνων να ελέγχουν τη συνταγματικότητα των νόμων κατασταλτικά, να προβαίνουν επομένως και αυτά πέραν των δικαστηρίων σε έλεγχο συνταγματικότητας και πιθανόν να μην εφαρμόζουν διάταξη νόμου την οποία κρινουν ως αντίθετη προς το Σύνταγμα.

Γυναικεία συμμετοχή και Δημοκρατία: Οι ποσοστώσεις υπό το φως της πολιτικής και συνταγματικής θεωρίας

Λίνα Παπαδοπούλου, Επ Καθηγήτρια ΑΠΘ

σε: Δικαιώματα του Ανθρώπου 32/2006,  σελ. 1243-1298

 

Στη μελέτη εξετάζονται, από την άποψη της πολιτικής και συνταγματικής θεωρίας και του ελληνικού συνταγματικού δικαίου, τα θετικά μέτρα που παρεμβαίνουν άμεσα στην εκλογική διαδικασία με στόχο την ενίσχυση της παρουσίας των γυναικών στην πολιτική ζωή. Ειδικότερα εξετάζεται η θεωρητική θεμελίωση του συνταγματικά επιτρεπτού (ή επιβαλλόμενου) τέτοιων μέτρων. Αναλύεται ειδικότερα η συνταγματικότητα της ποσόστωσης στους συνδυασμούς για τις δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές και συζητούνται οι σχετικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (Γ’ τμήματος υπό επταμελή σύνθεση, 2831-2833/2003, 3027-3028/2003, 3185/2003, 3187-3189/2003 και 192/2004) και κατώτερων διοικητικών δικαστηρίων. Τέλος, υπό το φως των συμπερασμάτων σχετικά με την πολιτική θεμελίωση και τα συνταγματικά όρια των ποσοστώσεων, επιχειρείται η παρουσίαση κάποιων προτάσεων προς την κατεύθυνση ολοκλήρωσης της δημοκρατίας, δηλαδή της ισότητας και της ελευθερίας. Στο πλαίσιο αυτό, προτείνεται η de constitutione ferenda επέκταση των εκλογικών ποσοστώσεων σε όλες τις διαδικασίες ανάδειξης αιρετών οργάνων (άρα και στις εθνικές εκλογές) και ως ποσοστώσεις αποτελέσματος και όχι μόνον στελέχωσης των ψηφοδελτίων. Συγκεκριμένα, προτείνεται από πλευράς συνταγματικής πολιτικής η αποτύπωση στο Σύνταγμα της έννοιας της «Ισοπολιτείας» και της ειδικότερης έκφανσής της «ισάριθμης αντιπροσώπευσης». Ειδικότερα:

Καταρχάς γίνεται δεκτό ότι η υποαντιπροσώπευση των γυναικών στα αιρετά όργανα δεν αποτελεί τυχαίο γεγονός, ούτε αποτέλεσμα συνειδητής ελεύθερης επιλογής που βασίζεται σε ακριβοδίκαιη ισότητα ευκαιριών πρόσβασης στα αιρετά αξιώματα, αλλά  συνιστά αποτέλεσμα μιας κοινωνικά δομημένης ανισότητας, απορρέουσας από προκατασκευασμένους ρόλους. Ενόψει αυτής της παραδοχής στο στόχαστρο του κριτικού αναστοχασμού τίθεται η έννοια της  ιδιότητας του πολίτη (‘πολιτότητα’) και το κανονιστικό πρόταγμα της καθολικότητάς της ενόψει της διαφορετικότητας των υποκειμένων-φορέων της και με αναφορά στη μορφή αντιπροσώπευσης που αυτή προϋποθέτει ή συνεπάγεται. Στο πλαίσιο αυτό εξετάζεται ειδικότερα η διατάραξη της τυπικής αρχής της πολιτικής ισότητας μέσω του εκλογικού συστήματος προκειμένου να διασφαλιστεί η τοπική αντιπροσώπευση και η κυβερνησιμότητα. Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι αν η παρουσία των γυναικών στα όργανα αντιπροσώπευσης, αν δηλαδή η έμφυλη αντιπροσωπευτικότητα είναι εξίσου σημαντική με την τοπική, ώστε να προβλεφθούν διακριτές λίστες ή ποσόστωση φύλων, όπως προβλέπεται ποσόστωση για τους αντιπροσώπους των εκλογικών περιφερειών. Ή –κατά άλλη εκδοχή- αν η πραγματική και ουσιαστική ισότητα ή ισότητα στο αποτέλεσμα πρέπει να εφαρμοστεί, με την εφαρμογή και μέτρων θετικής δράσης, αντί της τυπικής αριθμητικής ισότητας των ατόμων, όταν αφορά στην έμφυλη σύνθεση των αιρετών οργάνων.

 Το ερώτημα αυτό εξετάζεται στη συνέχεια υπό τη βασική παραδοχή ότι η απουσία γυναικών από τα κέντρα λήψης αποφάσεων θέτει υπό αμφισβήτηση την ίδια τη νομιμοποίηση της διαδικασίας αντιπροσώπευσης και των πολιτικών δομών, καθώς αναδεικνύει το απρόσφορο των νομικών ή θεσμικών μηχανισμών και τελικά συνιστά, όχι απλώς ένα «γυναικείο ζήτημα», αλλά ένα έλλειμμα δημοκρατίας. ,Επίσης, διερευνάται αν και κατά πόσο μπορούμε να θεμελιώσουμε την ουσιαστική ισότητα των φύλων στην απόλαυση των πολιτικών δικαιωμάτων, χωρίς να θέσουμε υπό αμφισβήτηση την ενότητα του λαού ως ιδεότυπο επί του οποίου στηρίζεται η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, χωρίς να εισάγουμε το Κοινοβούλιο των ομάδων, αλλά και χωρίς να καταφύγουμε στην εφαρμογή της αναλογικής ισότητας, που θα επέτρεπε τη διαφοροποίηση της βαρύτητας της ψήφου βάσει και άλλων χαρακτηριστικών.

          Στη συνέχεια η μελέτη επικεντρώνεται στα μέτρα που στοχεύουν στην πολιτική διαδικασία, δηλαδή στους μηχανισμούς προώθησης των γυναικών στα κέντρα λήψης πολιτικών αποφάσεων μέσα από διαδικαστικές προβλέψεις (ποσοστώσεις και ισότιμη αντιπροσώπευση). Τα μέτρα αυτά κρίνονται από δύο οπτικές γωνίες, αφενός ως εργαλεία ουσιαστικής ισότητας, ως μορφές δηλαδή θετικών δράσεων, αφετέρου από τη σκοπιά της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας ως μέσα βελτίωσης της ποιότητάς της. Στο διττό αυτό πλαίσιο εξετάζονται επιχειρήματα υπέρ και κατά των ποσοστώσεων.

Την ανάλυση των ποσοστώσεων από πλευράς πολιτικής και συνταγματικής θεωρίας ακολουθεί η συζήτηση των συνταγματικών επιχειρημάτων. Μετά από μια σύντομη συγκριτική εξέταση ευρωπαϊκών Συνταγμάτων, η μελέτη επικεντρώνεται στο ελληνικό Σύνταγμα και ειδικότερα στο αναθεωρημένο άρθρο 116 παρ. 2 Σ. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη συζήτηση της νομολογίας των ελληνικών δικαστηρίων σχετικά με τις ποσοστώσεις. Τα επιχειρήματά τους παρατίθενται διεξοδικά και με συστηματοποιημένο και κριτικό τρόπο, ενώ στη συνέχεια επιχειρείται η ανασυγκρότηση και συνθετική παρουσίαση των επιχειρημάτων υπέρ της συνταγματικότητας των ποσοστώσεων που ασπάζεται η συγγραφέας, σύμφωνα με τα οποία -και σε αντίθεση με τη συλλογιστική του ΣτΕ- οι ποσοστώσεις ερείδονται στη δημοκρατική και αντιπροσωπευτική αρχή και όχι στην αρχή της αναλογικής ισότητας.

Σύμφωνα με αυτή τη γραμμή επιχειρηματολογίας, η ποσόστωση εκπροσώπων του κάθε φύλου στα ψηφοδέλτια δεν συνιστά εννοιολογικά μέτρο θετικής δράσης, πολλώ δε μάλλον, αντίστροφης διάκρισης υπέρ των γυναικών, αλλά διασφαλίζει την δυνατότητα των εκλογέων να αντιπροσωπεύονται και από τα δύο φύλα, ψηφίζοντας κατά το δοκούν. Συνεπώς δεν αίρεται μεν το δικαίωμά τους να επιλέξουν την αντιπροσώπευση από άτομα ενός μόνον φύλου –καθώς δεν εισάγεται ποσόστωση εκλογής-, αλλά να κατοχυρώνουν  τη δυνατότητά τους να μπορούν να επιλέξουν υποψηφίους οποιουδήποτε από τα δύο φύλα, πράγμα που δεν θα ίσχυε αν επιτρεπόταν η παρουσία μόνο ανδρών ή μόνο γυναικών στο ψηφοδέλτιο. Το κρίσιμο εννοιολογικά στοιχείο σε αυτή τη γραμμή σκέψης δεν είναι η ισότητα υπό την έννοια της προώθησης των γυναικών, αλλά η αντιπροσωπευτικότητα των αιρετών οργάνων, δηλαδή σε τελευταία ανάλυση, η ίδια η δημοκρατική αρχή (υπό τη μορφή της ως αντιπροσωπευτικής). Στην επιχειρηματολογία αυτή το κριτήριο «φύλο» (στο συγκεκριμένο παράδειγμα στην τοπική αυτοδιοίκηση, θα μπορούσε ωστόσο να σκεφτεί κανείς το αντίστοιχο και στις βουλευτικές εκλογές) παραλληλίζεται με το κριτήριο «τοπικότητα» των εθνικών εκλογών. Όπως η τυχόν διάσπαση του τοπικού συνδέσμου μεταξύ του λαού και των αντιπροσώπων του «θα έπληττε έμμεσα τον αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα του πολιτεύματος», έτσι τον πλήττει και η διάσπαση του έμφυλου συνδέσμου.

Η μελέτη ολοκληρώνεται με τη διατύπωση πρότασης υιοθέτησης και καταγραφής στο Σύνταγμα της έννοιας της «Ισοπολιτείας», υπό την ειδικότερη έκφανσή της ως έμφυλης ισοπολιτείας, ως έννοιας διακριτής από την ισότητα, αν και σε άμεση σύνδεση με αυτήν, ως εξειδίκευση της γενικής αρχής της ισότητας στο πεδίο των πολιτικών δικαιωμάτων και της έννοιας της πολιτότητας ως συμμετοχής.

Περί του θρησκεύματος των ταυτοτήτων

Λίνα Παπαδοπούλου, Δρ Συνταγματικού Δικαίου

Στο άρθρο αυτό εξετάζεται καταρχήν το ουσιαστικό ερώτημα της (μη) νομιμότητας της αναγραφής του θρησκεύματος στα δελτία ταυτότητας, υπό το φως τόσο του τυπικού (Συντάγματος), όσο και του ουσιαστικού (διεθνών συμβάσεων, κοινοτικού δικαίου, νόμων) συνταγματικού δικαίου. Τα διαδικαστικά ζητήματα αφορούν τον τρόπο με τον οποίο τέθηκε στη συγκεκριμένη συγκυρία και, προς το παρόν, διευθετήθηκε (;) το θέμα. Αναγκαστικά ακροθιγώς, γίνεται, τέλος, αναφορά σε ανοιχτά ερωτήματα συνταγματικής ερμηνείας και πολιτικής. Το δελτίο ταυτότητας αποτελεί δημόσιο έγγραφο που βεβαιώνει ορισμένα στοιχεία του εικονιζόμενου σ’ αυτό προσώπου, τα αναγκαία για την αποφυγή πλαστοπροσωπίας. Η ίδια η έκδοσή του και η καταγραφή σ’ αυτό των δεδομένων του ατόμου αποτελεί δημιουργία αρχείου προσωπικών δεδομένων και άρα υπόκειται στις διατάξεις που αφορούν την προστασία τέτοιων δεδομένων. Η προστασία εξάλλου της ιδιωτικότητας του ατόμου επιβάλλει την κατά το δυνατό περιορισμένη καταγραφή προσωπικών δεδομένων, εκείνων μόνο που είναι κατάλληλα και απαραίτητα για το λειτουργικό σκοπό της αναγνώρισης και ταυτοποίησης του προσώπου. Η αναγραφή του θρησκεύματος στα δελτία ταυτότητας εμπίπτει στο προστα-τευτικό πεδίο των συνταγματικών δικαιωμάτων της θρησκευτικής ελευθερίας (άρθρο 13 § 1) και ελευθερίας της συνείδησης (άρθρο 2 § 1 και 5 § 1), της ισότητας και απαγόρευσης των διακρίσεων (άρθρο 4 § 1), του απαραβίαστου της ιδιωτικής ζωής (άρθρο 9 § 1) και του δικαιώματος πληροφοριακού αυτοκαθορι-σμού. Αντίθετα το προκείμενο ζήτημα δεν εμπίπτει στο κανονιστικό πεδίο του άρθρου 3 Συντ., το οποίο αφορά αποκλειστικά και μόνον τις σχέσεις κράτους και επικρατούσας εκκλησίας και σε καμιά περίπτωση δε συνεπάγεται σχετικοποίηση της θρησκευτικής ελευθερίας και της θρησκευτικής ισότητας. Η θρησκευτική ελευθερία “αναφερόμενη στην εσωτερική κυρίως διάθεση των ανθρώπων, έγκειται στην ανεμπόδιστη από κρατικές επεμβάσεις διαμόρφωση και εκδήλωση της θρησκευτικής συνείδησης” και κατοχυρώνεται τόσο στο συνταγματικό κείμενο (άρθρο 13 § 1) σε μη αναθεωρήσιμη διάταξη (άρθρο 110 § 1 Συντ.), όσο και σε διεθνείς συμβάσεις προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων με υπερνομοθετική ισχύ. Προστατεύεται τόσο στη θετική όσο και στην αρνητική έκφανσή της και συνίσταται στην ελευθερία κάθε ατόμου να διαμορφώνει ε-λεύθερα τη θρησκευτική του συνείδηση, χωρίς καταναγκασμούς και άσκηση φυσικής ή ψυχολογικής βίας, να επιλέγει ή να μην επιλέγει θρήσκευμα, να το αλλάζει, να εκδηλώνει ή να μην αποκαλύπτει τις θρησκευτικές ή τις φιλοσοφικές περί το θείο αντιλήψεις του, να λατρεύει με τον τρόπο που θέλει – και με τους περιορισμούς βέβαια του Συντάγματος – το Θεό ή τους Θεούς του. Το δικαίωμα της έκφρασης των θρησκευτικών πεποιθήσεων, το οποίο αποτελεί απόρροια της θρησκευτικής και συνειδησιακής ελευθερίας, ως κατεξοχήν αμυντικό δικαίωμα προστατεύει την ελεύθερη έκφραση στα πλαίσια της κοινωνίας. Μια θεσμοποιημένη και υποχρεωτική δήλωση των θρησκευτικών πεποιθήσεων σε κρατικό έγγραφο, αντίθετα, όχι μόνον δεν επιτρέπεται από τη θρησκευτική και συνειδησιακή ελευθερία αλλά αποτελεί σαφή παραβίασή της, στην έκφανσή της ως του δικαιώματος του ατόμου να αποσιωπά τις θρησκευτικές ή τις περί θρησκείας φιλοσοφικές πεποιθήσεις του. Η απαγόρευση των διακρίσεων και η αρχή της ισότητας έπεται της απόφασης μιας πολιτικής κοινότητας να απαγορεύσει τις διακρίσεις που στηρίζονται σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και σημαίνει ότι τα χαρακτηριστικά αυτά κρίνονται πλέον μη συναφή και άρα μη καθοριστικά για την επέλευση έννομων συνεπειών. Τα χαρακτηριστικά αυτά ανάγονται πλέον στην ιδιωτική σφαίρα του ατόμου και μπορούν να δηλώνονται, να βιώνονται και να επηρεάζουν την ιδι-ωτική του ζωή, είναι όμως αδιάφορα για το νόμο και την πολιτική κοινότητα. Τέτοια χαρακτηριστικά είναι στην ευρωπαϊκή και ελληνική συνταγματική τάξη μεταξύ άλλων και οι θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις. Η θρησκευτική ισότητα καθίσταται εξάλλου (άρθρο 13 § 1 εδ. β΄ Συντ .) αναπόσπαστο στοιχείο της θρησκευτικής ελευθερίας. Ανάλογου περιεχομένου είναι και η διάταξη του άρθρου 14 ΕΣΔΑ. Εφόσον οι θρησκευτικές και πολιτικές πεποιθήσεις δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από την πολιτική κοινότητα, δεν απαιτείται και να δηλώνονται στη δημόσια σφαίρα. Ειδικά δε, όταν λόγω προϋπαρχουσών του δικαίου κοινωνικών πραγματικοτήτων – που είναι εξάλλου και εκείνες που καθιστούν αναγκαία τη δικαιική εξασφάλιση ηθικοπολιτικών αρχών – υπάρχει ο κίνδυνος ή η πιθανότητα διακρίσεων με βάση τα “ιδιωτικά” αυτά χαρακτηριστικά, τότε η υποχρεωτική γνωστοποίησή τους έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων. Η δημοσιοποίησή τους μπορεί να γίνει μόνο με πρωτοβουλία του υποκειμένου τους και με ελεύθερη βούληση, όταν εξαρτώνται (θετικά) για το άτομο έννομα αποτελέσματα (σε περίπτωση, για παράδειγμα, θετικών δράσεων κλπ.). Το δικαίωμα πληροφοριακού αυτοκαθορισμού ή πληροφοριακής αυτοδιάθεσης του ατόμου αποτελεί ειδικότερη έκφανση του δικαιώματος της προσωπικότητας (άρθρο 5 § 1 Συντ.) σε συνδυασμό με το απαραβίαστο της ιδιωτικότητας (άρθρο 9 § 1 εδ. β΄) και υπό την επικουρική επίκληση της προστασίας της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 § 1). Το περιεχόμενο του δικαιώματος του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού συνίσταται στη γνώση σε κάθε περίπτωση εκ μέρους του ατόμου των προσωπικών του δεδομένων που καθίστανται αντικείμενο επεξεργασίας, στην εξουσία του ν’ αποφασίζει καταρχήν το ίδιο σχετικά με την κοινοποίηση και χρήση των προσωπικών πληροφοριών που το αφορούν και, τέλος, στη διαφύλαξη ενός πυρήνα της προσωπικότητάς του απρόσιτου και μη επιδεχόμενου κατά βάση καταγραφής. Οι βασικές του συνιστώσες έχουν τυποποιηθεί στο ν. 2472/1997, ο οποίος θετικοποιεί σε νομοθετικό επίπεδο το περιεχόμενο του δικαιώματος και εισάγει την αρχή του σκοπού, που σημαίνει ότι η νομιμότητα της επεξεργασίας κρίνεται με βάση την εξυπηρέτηση του νόμιμου και συνταγματικά θεμιτού σκοπού με τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, υπό τις εκφάνσεις της καταλληλότητας, της συνάφειας και της υπό στενή έννοια αναλογικότητας της επεξεργασίας σε σχέση με το σκοπό που επιδιώκεται. Εισάγεται επιπλέον η διάκριση μεταξύ (α-πλών) προσωπικών δεδομένων και ‘ευαίσθητων’ προσωπικών δεδομένων. Η συλλογή και επεξεργασία των τελευταίων επιτρέπεται μόνον κατ’ εξαίρεση, ύστερα από άδεια της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και εφόσον συντρέχει μια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 7 § 2 περιπτώσεις. Προκειμένου συνεπώς να επιτραπεί επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δε-δομένων πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: πρώτον, τα δεδο-μένα αυτά “να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται εν όψει των σκοπών της επεξεργασίας” (άρθρο 4 §1 περ. β ν. 2472/1997), δεύτερον, να υπάρχει άδεια της Αρχής και τρίτον να συντρέχει μια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 7 §2, από τις οποίες καμία δε θα μπορούσε να προβληθεί στην περίπτωση αυτή πλην της ύπαρξης γραπτής συγκατάθεσης του υποκειμένου του δεδομένου. Η εφαρμογή του άρθρου 7 § 2 στοιχ. α προϋποθέτει τη συνδρομή του άρθρου 4, η συγκατάθεση, δηλαδή, δεν αναιρεί την αρχή της αναγκαιότητας και προσφορότητας, η οποία εν προκειμένω δεν ικανοποιείται. Η αναγραφή του θρησκεύματος είναι στοιχείο μη συναφές και απρόσφορο για ποικίλους λόγους: Πρώτον το στοιχείο αυτό, ως αναγόμενο στη συνείδηση του ατόμου, δεν μπορεί να εξακριβωθεί και να διακριβωθεί άρα είναι απρόσφορο. Δεύτερον, εάν σκοπός της ύπαρξης της ταυτότητας είναι και η αναγνώριση στο πρόσωπου του δικαιούχου δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δεδο-μένου ότι κατ’ άρθρο 13 § 1 εδ. β΄ η απόλαυση των δικαιωμάτων αυτών δεν ε-ξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, η αναγραφή του θρησκεύματος είναι και ως προς το σκοπό αυτό και μη συναφής. Λόγω μη συνδρομής της ‘ποιό-τητας’ του δεδομένου δε θα μπορούσε να δοθεί και άδεια της Αρχής. Αν η τελευταία – κατά λανθασμένη εφαρμογή του νόμου – δινόταν θα τελούσε υπό την προϋπόθεση της συναίνεσης του υποκειμένου, θα επρόκειτο δηλαδή για προαι-ρετική αναγραφή. Και η προαιρετική αναγραφή ωστόσο αντιβαίνει στο σύνταγμα δεδομένου ότι η έκδοση ταυτότητας είναι υποχρεωτική. Υποχρεωτική συνεπώς θα καθίστατο η δήλωση και αποκάλυψη των περί το θρησκεύειν πεποιθήσεων του υποκειμένου, πράγμα που αντιβαίνει, όπως ήδη παραπάνω επισημάνθηκε, στην ελευθερία θρησκείας και συνείδησης στην αρνητική εκδοχή της. Με τους όρους του ν. 2472/1997 το δεδομένο, που στην προαιρετική αναγραφή είναι πλέον όχι το θρήσκευμα αλλά η επιθυμία ή όχι αναγραφής του, είναι απολύτως απρόσφορο διότι ανάγεται στην εσώτατη σφαίρα της προσωπικότητας, δεν αποδεικνύεται και μπορεί να αλλάξει ανά πάσα στιγμή. Αποτελεί συνεπώς δεδομένο που ούτε το ίδιο μπορεί να εξακριβωθεί ούτε στην ταυτοποίηση συνεισφέρει το ελάχιστο. Στη συνέχεια προκειμένου να απαντηθεί το ερώτημα αν η αναγραφή του θρησκεύματος στα δελτία ταυτότητας έχει ήδη καταργηθεί με το ν. 2472/1997 ως επεξεργασία ευαίσθητου προσωπικού δεδομένου εξετάζεται η σχέση του νόμου αυτού με το ν. 1988/1991, σύμφωνα με τον οποίο υποχρεωτικά αναγράφεται το θρήσκευμα. Τέσσερις είναι οι πιθανές εκδοχές: 1. Ιεραρχική κατίσχυση του ν. 2472/1997: Ο ν. 2472/97 υπερισχύει εφόσον αποτελεί μεταφορά στην ελληνική έννομη τάξη της οδηγίας 95/46 ΕΚ που υπερέχει κάθε αντίθετου εθνικού κανόνα δικαίου, προγενέστερου ή μεταγενέστερου. 2. Χρονική κατίσχυση ν. 2472/1997: Σύμφωνα με το γενικό κανόνα lex posterior derogat legi priori, ο νεότερος ν. 2472/1997 έχει καταργήσει τις αντίθετου περιεχομένου διατάξεις του ν. 1988/1991. 3. Κατίσχυση ως ειδικότερου του ν. 1988/1991: Υποστηρίζεται ότι ο ν. 1988/1991 είναι μεν προγενέστερος, ταυτόχρονα όμως είναι ειδικότερος του 2472/1997 γιατί προβλέπει τους όρους που διέπουν ένα συγκεκριμένο αρχείο, αυτό των ταυτοτήτων, και άρα δεν έχει καταργηθεί από τη γενική πρόβλεψη του ν. 2472/997. 4. Κατίσχυση του ν. 2472/97 ως ειδικότερου έναντι των ν. 1988/1991 και 1599/1986, που προβλέπουν γενικά την έκδοση ταυτοτήτων, τη διαδικασία, το φορέα έκδοσης, τον τύπο, τα συμπεριλαμβανόμενα δεδομένα κλπ., διότι αφορά την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία των προσωπικών εν γένει και βέβαια των ευαίσθητων προσωπικών του δεδομένων. Σύμ-φωνα με την εδώ υποστηριζόμενη άποψη ο ν. 2472/1997 και ειδικότερος είναι όσον αφορά την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και δεν μπορεί να καταργηθεί με μεταγενέστερο νόμο δεδομένου ότι αποτελεί μετεγγραφή κοινοτικής οδηγίας (ανυποστασία αντίθετου μεταγενέστερου εθνικού κανόνα). Στο τελευταίο μέρος εξετάζεται κριτικά το αίτημα της Εκκλησίας για διεξαγωγή δημοψηφίσματος σχετικά με την αναγραφή ή όχι του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Η πρόταση διεξαγωγής δημοψηφίσματος είναι μεν ‘δημοκρατικοφανής’, καθώς παραπέμπει σε μεθόδους άμεσης δημοκρατίας που διασφαλίζουν τη λαϊκή κυριαρχία και εγγυώνται την άμεση δημοκρατική νομιμοποίηση, όχι όμως και δημοκρατική, εφόσον παραγνωρίζει τις συνταγματικές διαδικασίες σχηματισμού νομιμοποιημένης κρατικής βούλησης. Προκήρυξη δημοψηφίσματος με λαϊκή πρωτοβουλία ή από κοινοβουλευτική μειοψηφία δεν προβλέπεται υπό το ισχύον Σύνταγμα. Ο θεσμός του δημοψηφίσματος εξάλλου δεν είναι ‘αθώος’, καθώς επιτρέπει τη χειραγώγηση της εκφραζόμενης μέσω αυτού λαϊκής βούλησης. Η νομοπαραγωγική αρμοδιότητα του άμεσα νομιμοποιημένου Κοινοβουλίου αποτελεί άλλωστε την κατ’ εξοχήν έκφραση της νοούμενης ως έμμεσης και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, η οποία ασκείται πάντως στο προδιαγε-γραμμένο συνταγματικό πλαίσιο. Η ελευθερία όπως αποτυπώνεται στα συνταγματικά κατοχυρωμένα θεμελιώδη δικαιώματα αποτελεί συνταγματικό αγαθό καθεαυτό και προστατεύεται ακόμη και με υποχώρηση της πλειοψηφικής αρχής• δεν είναι συνεπώς δυνατός ο περιορισμός της ούτε με δημοψήφισμα. Ο ουσιαστικός αυτός περιορισμός απορρέει από την αρχή του φιλελεύθερου Κράτους Δικαίου ως βασικής συνιστώσας του πολιτικού μας συστήματος. Μ’ αυτή την έννοια οι πλειοψηφικές αποφάσεις, η διαδικαστική δημοκρατία, δεν μπορούν να αναιρούν το φιλελεύθερο χαρακτήρα του πολιτεύματος, είτε αυτός εκληφθεί ως περιεχόμενο της ουσιαστικής δημοκρατίας είτε ως περιορισμός της διαδικαστικής. Τέλος υποστηρίζεται ότι το κοινοτιστικής φύσης επιχείρημα περί εθνικής παράδοσης υπέρ της αναγραφής δεν απονομιμοποιεί το διαφορετικής τάξης επιχείρημα του δικαίου, αλλά εντάσσεται μεθοδολογικά σ’ αυτό. Μόνον κατά την ερμηνεία του Συντάγματος και των νόμων και εντονότερα στα πλαίσια της συντακτικής και νομοθετικής εξουσίας μπορεί να λειτουργήσουν τα φιλοσοφικά επιχειρήματα του φιλελευθερισμού και του κοινοτισμού και όχι με αυτόνομη κανονιστική ισχύ. Αυτό επιβάλλει η καταστατική των σύγχρονων κρατών αρχή του Κράτους Δικαίου, που αποτελεί τη βασικότερη συνιστώσα του σύγχρονου δικαιικού πολιτισμού, που σημαίνει ότι πηγή της κυριαρχίας είναι το δίκαιο, και ειδικότερα οι συνταγματικής τάξης διαδικαστικές και ουσιαστικές αρχές.

Συμβούλιο της Επικρατείας (Τμήμα ΣΤ΄) Απόφαση με αριθμό 1508/2002

Αριθμός 1508/2002

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ ΣΤ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2002, με την εξής σύνθεση:

Π. Παραράς, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Ε. Δαρζέντας, Στ. Χαραλάμπους, Σύμβουλοι, Ε. Νίκα, Α. Σταθάκης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Κ. Τζεδάκη.

Για να δικάσει την από 15 Μαρτίου 2001 αίτηση: της Ομορρύθμου Εταιρείας με την επωνυμία “…”, που εδρεύει στην Χαλκίδα, η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Μελέτιο Φώτση (Α.Μ. 7239), που τον διόρισε με πληρεξούσιο, κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με την Ελένη Πασαμιχάλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1127/2000 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Παρέδρου Ε. Νίκα.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας εταιρείας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της. Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως κατεβλήθη το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 1894153 έως 1894162/2001 ειδικά έντυπα παραβόλου).

2. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση ζητείται παραδεκτώς η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1127/2000 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε έφεση της αναιρεσείουσας εταιρίας κατά της υπ’ αριθμ. 14/1999 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε απορριφθεί ανακοπή της εταιρίας κατά της υπ’ αριθμ. 994/8.8.1988 εκθέσεως της δικαστικής επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Χαλκίδας Ευδοξίας Παπαδολιάκου περί αναγκαστικής κατασχέσεως ακινήτου της εταιρίας.

3. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 73 παρ. 2 του ν.δ. 354/1976 “Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων” (ΦΕΚ Α΄ 90), “Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται . . . δια τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους : α) . . . δ) εάν το χρέος παρεγράφη ε) . . .”. Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 87 παρ. 1 του ν.δ. 321/1969 (ΦΕΚ Α΄ 205) “Παν χρέος προς το Δημόσιον παραγράφεται κατ’ αρχήν μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους εντός του οποίου εβεβαιώθη εις το Δημόσιον Ταμείον (βεβαίωσις εν στενή εννοία)”. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 89 παρ. 1 του ιδίου νομ. δ/τος “Η παραγραφή διακόπτεται δια τους λόγους τους προβλεπομένους υπό της ισχυούσης νομοθεσίας, πλήν του λόγου της καθ’ οιονδήποτε τρόπον αναγνωρίσεως της αξιώσεως υπό του υποχρέου. Η παραγραφή διακόπτεται επίσης δια της επιβολής κατασχέσεως επί περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτου ή του εγγυητού αυτού, ευρισκομένων είτε εις χείρας τούτων είτε εις χείρας τρίτων. Από της δια της κατασχέσεως ενάρξεως της αναγκαστικής εκτελέσεως μέχρι της τελεσιδικίας του πίνακος κατατάξεως πάσα πράξις της εκτελέσεως διακόπτει την παραγραφήν, η οποία άρχεται εκ νέου από της τελευταίας διαδικαστικής πράξεως της εκτελέσεως”. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 88 παρ. 1 του νεώτερου νόμου 2362/1995 περί Δημοσίου Λογιστικού (ΦΕΚ Α΄ 247) την διακοπή χρηματικής απαιτήσεως του Δημοσίου διακόπτει : α. Η κατάσχεση περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη ή συνοφειλέτη ή τρίτου εγγυητή αυτών και ανεξάρτητα αν αυτή ενεργείται εις χείρας αυτών ή εις χείρας τρίτων. β. Η έκδοση προγράμματος πλειστηριασμού, ανεξάρτητα από την κοινοποίηση ή μη αυτού στον καθ’ ου έχει εκδοθεί το πρόγραμμα. Κατά δε το άρθρο 107 του τελευταίου αυτού νόμου οι διατάξεις περί παραγραφής εφαρμόζονται επί απαιτήσεων που γεννώνται μετά την έναρξη της ισχύος του, όσον αφορά, όμως, την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής οι σχετικές διατάξεις του νεώτερου αυτού νόμου εφαρμόζονται και επί απαιτήσεων που έχουν γεννηθεί πριν από την ισχύ αυτού, εάν τα επαγόμενα την αναστολή ή διακοπή γεγονότα έχουν συντελεστεί μετά την ισχύ αυτού (1.1.1996).

4. Επειδή, κατά την έννοια του προεκτεθέντος άρθρου 89 του ν.δ/τος 321/1969, η διακοπή της παραγραφής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες χρεών προς το Δημόσιο επέρχεται με μόνη την σύνταξη του προγράμματος πλειστηριασμού, δίχως να απαιτείται η κοινοποίηση αυτού στον οφειλέτη και η τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 41 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, όπως, εξ άλλου, ρητά ήδη ορίζεται στο άρθρο 88 παρ. 1 εδαφ. β΄ του νεώτερου νόμου 2362/1992 περί Δημοσίου Λογιστικού. Περαιτέρω, κατά την έννοια της ιδίας διατάξεως, η παραγραφή των αξιώσεων του Δημοσίου που διεκόπη με πράξη εκτελέσεως, όπως η σύνταξη προγράμματος πλειστηριασμού, άρχεται εκ νέου ευθύς από της συντάξεως του προγράμματος και όχι από της λήξεως της χρήσεως εντός της οποίας εγένετο η σύνταξη αυτού (βλ. Α.Π. 607/1985).

5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με την υπ’ αριθμ. 994/8.8.1988 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως της δικαστικής επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Χαλκίδας Ευδοξίας Παπαδολιάκου επιβλήθηκε σε βάρος της αναιρεσείουσας εταιρίας κατάσχεση στο ήμισυ του ενός τετάρτου εξ αδιαιρέτου ενός δασοτεμαχίου στην Νεροτριβιά Ευβοίας για την αναγκαστική είσπραξη χρεών της από φόρο εισοδήματος, χαρτόσημο, ΦΜΑ, ΦΚΕ, τέλη χαρτοσήμου, πρόστιμα Κ.Φ.Σ. και Ν. 820/1978, συνολικού ύψους 6.425.168 δραχμών. Με την από 29.4.1998 ανακοπή της ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Χαλκίδας η αναιρεσείουσα προέβαλε ότι τα βεβαιωθέντα χρέη προς το Δημόσιο, για τα οποία εχώρησε η προαναφερθείσα αναγκαστική κατάσχεση, είχαν πλέον υποκύψει σε παραγραφή. Το δικάσαν διοικητικό εφετείο εδέχθη, κατ’ επικύρωση της πρωτόδικης αποφάσεως, ότι τα επίδικα χρέη δεν είχαν παραγραφεί αφού, σύμφωνα με τα προσκομισθέντα από τη Διοίκηση στοιχεία, η παραγραφή αυτών, αρξαμένη εκ νέου μετά την επιβολή της αναγκαστικής κατασχέσεως, διεκόπη με την έκδοση, αρχικώς μεν, του υπ’ αριθμ. πρωτοκόλλου 17727/αριθμ. ειδικού βιβλίου 112/23.6.1992 προγράμματος αναγκαστικού πλειστηριασμού και, ακολούθως, του υπ’ αριθμ. πρωτοκόλλου 27482/αριθμ. ειδικού βιβλίου 99/26.8.1997 προγράμματος. Ειδικότερα, το δικάσαν διοικητικό εφετείο, δεχθέν ότι είχε τηρηθεί η όλη προδικασία και ότι, άλλωστε, η μη κοινοποίηση του προγράμματος πλειστηριασμού στον οφειλέτη δεν επιδρά στην παραγραφή, αφού οποιαδήποτε πράξη της εκτελέσεως διακόπτει την αρξαμένη παραγραφή, έκρινε ότι η πενταετής παραγραφή των χρεών, για τα οποία εχώρησε η επίδικη αναγκαστική κατάσχεση, διακόπηκε με το υπ’ αριθμ. 17724/112/23.6.1992 πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού για να αρχίσει νέα πενταετής παραγραφή που διακόπηκε με την σύνταξη του υπ’ αριθμ. 27482/99/26.8.1997 προγράμματος αναγκαστικού πλειστηριασμού. ΄Ομως, η κρίση αυτή του δικάσαντος δικαστηρίου δεν είναι νόμιμη, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η διακοπείσα με τη σύνταξη του πρώτου προγράμματος πλειστηριασμού παραγραφή άρχισε εκ νέου ευθύς από της συντάξεως του προγράμματος αυτού (23.6.1992) και, επομένως, κατά την σύνταξη του δευτέρου προγράμματος πλειστηριασμού που έλαβε χώρα στις 26.8.1997 είχε ήδη παρέλθει πενταετία από της συντάξεως του πρώτου προγράμματος και είχε συμπληρωθεί η παραγραφή των επιδίκων χρεών της αναιρεσείουσας.

6. Επειδή, εξ άλλου, μετά την κατά τα ανωτέρω συμπλήρωση της πενταετούς παραγραφής των επιδίκων χρεών εκδόθηκε ο ν. 2523/1997 “Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις” (ΦΕΚ Α΄ 179/11.9.1997), με το άρθρο 22 παρ. 12 του οποίου ορίσθηκαν τα εξής : “Παρατείνεται μέχρι 31.12.1998 ο χρόνος παραγραφής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που παραγράφονται εντός των ετών 1997 και 1998. Η παράταση δεν ισχύει για τα χρέη προς οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης”. Eν όψει όμως του ότι ο νομοθέτης δύναται να παρατείνει τον χρόνο παραγραφής, μή δεσμευόμενος κατά τούτο από το Σύνταγμα, μόνον των αξιώσεων εκείνων για τις οποίες ο χρόνος αυτός δεν είχε ακόμη συμπληρωθεί κατά την έναρξη ισχύος του νεώτερου νόμου, η έννοια της ανωτέρω διατάξεως είναι προδήλως ότι δεν καταλαμβάνει όλα τα βεβαιωμένα στις Δ.Ο.Υ. χρέη προς το Δημόσιο που παραγράφονται εντός του έτους 1997, αλλά μόνο εκείνα των οποίων ο χρόνος παραγραφής συμπληρώνεται μετά την έναρξη ισχύος της (δηλαδή από 12.9.1997).

Διότι υπό διαφορετική ερμηνευτική εκδοχή, συνεπαγομένη την εφαρμογή της και επί των χρεών που είχαν ήδη παραγραφεί πριν από την έναρξη ισχύος της, η ανωτέρω διάταξη του ν. 2523/1997 θα προσέκρουε όχι μόνο στην συνταγματική αρχή της ισότητας, αλλά προεχόντως στις εκ της αρχής του Κράτους δικαίου ευθέως συναγόμενες επί μέρους συνταγματικές αρχές της νομικής ασφάλειας και της προστατευομένης εμπιστοσύνης (ιδίως εκ των άρθρ. 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντ.), προς την τελευταία δε αρχή ευθέως συγκρούονται νόμοι οι οποίοι ρυθμίζουν αναδρομικώς και κατά τρόπον επαχθή ήδη περατωθείσες βιωτικές σχέσεις, τέτοια δε αναδρομική ρύθμιση είναι τότε μόνον θεμιτή, οσάκις η εμπιστοσύνη του πολίτη προς την σταθερότητα ωρισμένης νομικής καταστάσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εν τοις πράγμασι δικαιολογημένη, οπότε και δεν απολαμβάνει συνταγματικής προστασίας, η εξαίρεση όμως αυτή δεν συντρέχει εν προκειμένω.

7. Επειδή, εν όψει των ανωτέρω γενομένων δεκτών ως προς την έννοια της διατάξεως του άρθρου 22 παρ. 12 του ν. 2523/1997, δεν εχώρησε δυνάμει αυτής παράταση της παραγραφής των επιδίκων χρεών της αναιρεσείουσας, εφ’ όσον ο χρόνος παραγραφής αυτών συμπληρώθηκε μεν εντός του έτους 1997, αλλά πριν από την θέση σε ισχύ της εν λόγω διατάξεως.

8. Επειδή, μετά ταύτα, η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, η δε υπόθεση που δεν χρειάζεται διευκρίνηση ως προς το πραγματικό, κρατείται προς εκδίκαση από το Δικαστήριο, το οποίο δικάζοντας την έφεση της αναιρεσείουσας δέχεται αυτήν για τον βασίμως, κατά τα προεκτεθέντα, προβαλλόμενο λόγο της συμπληρώσεως της παραγραφής προ της εκδόσεως του δευτέρου προγράμματος αναγκαστικού πλειστηριασμού και εξαφανίζει την υπ’ αριθμ. 14/1999 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Χαλκίδας, ακολούθως δε το Δικαστήριο δικάζοντας την ανακοπή της αναιρεσείουσας δέχεται τον προβαλλόμενο με αυτήν λόγο παραγραφής των επιδίκων χρεών.

9. Επειδή, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων τα έξοδα της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας δίκης λόγω εύλογης αμφιβολίας ως προς την έκβαση της δίκης (άρθρο 82 παρ. 3 του πρ. δ. 341/1978, ΦΕΚ Α΄ 71). Δ ι ά τ α ύ τ α Δέχεται την υπό κρίση αίτηση. Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 1127/2000 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς. Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου. Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου που ανέρχεται στο ποσό των επτακοσίων εξήντα (760) ευρώ. Διακρατεί την υπόθεση. Δικάζει την έφεση της αναιρεσείουσας, δέχεται αυτήν και εξαφανίζει την υπ’ αριθμ. 14/1999 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Χαλκίδας, κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου. Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη. Δικάζει και δέχεται την ανακοπή της αναιρεσείουσας, κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό. Αναγνωρίζει ότι εχώρησε παραγραφή των βεβαιωθέντων χρεών της αναιρεσείουσας για τα οποία εχώρησε η αναγκαστική κατάσχεση περί της οποίας η υπ’ αριθμ. 994/8.8.1988 έκθεση της δικαστικής επιμελητρίας Ευδοξίας Παπαδολιάκου. Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων την δικαστική δαπάνη. Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 28 Ιανουαρίου 2002 και 7 Μαρτίου ιδίου έτους.

Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Η Γραμματέας

Π. Παραράς Κ. Τζεδάκη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 20ης Μαΐου 2002.

Ο Πρόεδρος του ΣΤ΄ Τμήματος                                              Ο Γραμματέας του ΣΤ΄ Τμήματος

Π. Παραράς                                                                             Β. Μανωλόπουλος